← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:16300/2017, 27/1/2021

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:16300/2017, 27/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B9 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:16300/2017 ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- XXXXX ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Κατηγορούμενος Αίτηση για Ενδιάμεσο/Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 28/5/2020 Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια / Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χ. Ματθαίου Για Καθ' ου η αίτηση / Κατηγορούμενο: κ. Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος απών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε στις 4/10/2017 και στρέφεται εναντίον του Κατηγορούμενου στον οποίο προσάπτονται συνολικά τέσσερις κατηγορίες για παράνομες επεμβάσεις επί κρατικών τεμαχίων γης εντός της κοίτης του ποταμού Σερράχη στην Κοινότητα Περιστερώνας (1η και 3η κατηγορία) και εντός της κοίτης του ποταμού Ακακίου στην Κοινότητα Αυλώνας (2η και 4η κατηγορία), κατά παράβαση του άρθρου 116 του Περί της Ενιαίας Διαχείρισης Υδάτων Νόμου του 2010 Ν. 79(Ι)/2010(ο «Νόμος»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των πιο πάνω κατηγοριών, οι φερόμενες επεμβάσεις του Κατηγορούμενου έγιναν κατά ή περί τα έτη 2011 και 2015 (αναφορικά με τον ποταμό Σερράχη) και κατά ή περί τον Μάιο του 2017 (αναφορικά τόσο με τον ποταμό Σερράχη όσο και με τον ποταμό Ακακίου) και προσδιορίζονται στις ακόλουθες ενέργειες: ο Κατηγορούμενος επενέβη παρανόμως σε διάφορα σημεία της κρατικής γης της κοίτης των πιο πάνω ποταμών με σκοπό την καλλιέργεια φυτείας φραγκοσύκων με εκχέρσωση, εκσκαφή, επιχωμάτωση, αλλοίωση της μορφολογίας της κοίτης των εν λόγω ποταμών, απόρριψη αποβλήτων εντός αυτής και εγκατάσταση δικτύων άρδευσης, με αποτέλεσμα την καταστροφή ποτάμιας βλάστησης, των υδάτινων πόρων και των ποτάμιων οικοσυστημάτων, κατά παράβαση του άρθρου 116

(1)του Νόμου. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, το κατηγορητήριο επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο στις 29/1/
  1. Αφού μεσολάβησε η τροποποίησή του, ο Κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στο τροποποιημένο κατηγορητήριο στις 19/4/2018 και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες διαδοχικές ημερομηνίες. Ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 25/9/2020, η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρισε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση στις 28/5/2020 (η «Αίτηση»), η οποία ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12/6/2020, ημερομηνία κατά την οποία δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο να επιδοθεί στον Κατηγορούμενο ο οποίος στη συνέχεια καταχώρισε ένσταση στις 2/12/
  2. Με την Αίτηση, η οποία βασίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/1960, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Κεφ. 6, στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 136
(1)του Νόμου αλλά και στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, η Κατηγορούσα Αρχή αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος διατάττον τον Κατηγορούμενο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εργάζεται κατ' εντολή του να παύσει ή να εμποδίζει από του να επεμβαίνει ενόσω εκκρεμεί η παρούσα υπόθεση και/ή να αναστείλει ή διακόψει κάθε πράξη, επιχείρηση ή διάβημα ή μέτρο που έγινε ή λήφθηκε στα πλαίσια των κατηγοριών για τα επίδικα αδικήματα όπως αυτά εμφαίνονται στο κατηγορητήριο και αφορούν τις παράνομες επεμβάσεις του Κατηγορούμενου επί της κρατικής γης της κοίτης των πιο πάνω ποταμών των οποίων ιδιοκτήτες είναι κρατικά τεμάχια μέχρι τελικής εκδίκασης και τελείας αποπερατώσεως της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Σάββα, Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου Αυλώνας από το 2017. Σε αυτήν αναφέρει ότι τα γεγονότα της υπόθεσης εμφαίνονται στην αίτηση, τα οποία και υιοθετεί, και αναφέρει επίσης ότι: (α) Στις 21/5/2020 αλλά και σε άλλες διαδοχικά ημερομηνίες μετέβη στις περιοχές του ποταμού Ακακίου και είδε ότι εργάτες κατ' εντολή του Κατηγορούμενου εργάζονταν με ένα τρακτέρ και μηχανήματα για κοπή των χόρτων στην κοίτη του ποταμού παρόλες τις οχλήσεις του Τμήματος Υδάτων, των κρατικών υπηρεσιών και την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Απευθυνόμενος προς τους εργάτες που έκοβαν χόρτα εντός της κοίτης του ποταμού τους ρώτησε που είναι ο Κατηγορούμενος και ο ένας του απάντησε ότι ήταν στην αποθήκη και κάποιος άλλος τον παρότρυνε να αποταθεί σε αυτόν γιατί οι ίδιοι είχαν οδηγίες να μην απαντούν σε κανέναν καθώς και επειδή έπαιρναν εντολή μόνο από αυτόν και δεν μπορούσαν να σταματήσουν τις εργασίες αν ο ίδιος δεν τους έδινε την εντολή. (β) Το πιο πάνω περιστατικό δεν ήταν μεμονωμένο αλλά υπήρχε διαδοχή και άλλων παρά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται το πρόβλημα της τεράστιας οικολογικής καταστροφής κοντά στην περιοχή της κατεχόμενης Αυλώνας προς το Ακάκι. (γ) Η συνεχής επέμβαση οποιουδήποτε προσώπου και δη του Κατηγορούμενου εντός των κρατικών τεμαχίων λόγω της συνεχής εκχέρσωσης και επαγγελματικής δραστηριότητας του θα επιδεινώσει το τεράστιο πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί για την ποτάμια βλάστηση, εκχέρσωση, εκσκαφή, επιχωμάτωση, αλλοίωση της μορφολογίας της κοίτης του ποταμού και απόρριψη αποβλήτων εντός αυτής. (δ) Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις που έγιναν προς τον Κατηγορούμενο να σταματήσει να επεμβαίνει στα κρατικά τεμάχια, ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται και, γι' αυτό, έδωσαν οδηγίες για την καταχώριση της παρούσας Αίτησης. (ε) Υπάρχει, κατά την άποψη του, καλή βάση στην ως άνω ποινική υπόθεση και ενδεχόμενη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος και οι αντιπρόσωποί του να συνεχίσουν να επεμβαίνουν στα κρατικά τεμάχια μέχρι την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και το πρόβλημα θα επιδεινωθεί. Αναφέρει επίσης ότι είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και εκφράζει την πεποίθηση ότι η έκδοση του είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Με την ένσταση του ο Κατηγορούμενος προβάλλει ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αλλά και επειδή αυτή γίνεται κακόβουλα, καταχρηστικά και με υπέρμετρη καθυστέρηση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υποστηρικτική ένορκη δήλωση, κεντρικός άξονας των θέσεων του Κατηγορούμενου είναι ότι οι καλλιέργειες φραγκοσύκων του στα τεμάχια δεν βρίσκονται ούτε επεμβαίνουν εντός της κοίτης του ποταμού, ζήτημα για το οποίο, ως αναφέρει ο Κατηγορούμενος, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάζεται από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής ως προς το τι ορίζεται ως κοίτη ποταμού, αποδίδοντας παράλληλα στην Κατηγορούσα Αρχή και στον Μενέλαο Σάββα πλήρη άγνοια σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα και υποστηρίζοντας επίσης ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής επί του ζητήματος αυτού απαρτίζεται από εντελώς αόριστες αναφορές και φαίνεται να βασίζεται στους ψευδείς και κακόβουλους (όπως τους χαρακτηρίζει) ισχυρισμούς του XXXXX Σάββα εφόσον δεν υποστηρίζεται από κάποια πραγματογνωμοσύνη και ουδείς από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων έχει προβεί σε επιτόπια επίσκεψη ή σε χωρομετρικές εργασίες ώστε να αποκτήσει άμεση επίγνωση επί των επίμαχων γεγονότων. Επιπρόσθετα, επικαλούμενος συμφωνίες εκμίσθωσης με την Κυπριακή Δημοκρατία καθώς και επιδοτήσεις που έλαβε από τον ΚΟΑΠ άλλα και περαιτέρω έγγραφα στα οποία αναφέρεται και τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, αρνείται ότι έχει επέμβει παράνομα εντός της κοίτης του ποταμού ή ότι έχει προβεί σε καλλιέργεια ή άλλως πώς αλλοίωση της κοίτης του ποταμού σε οποιοδήποτε σημείο και αρνείται επίσης ότι έχει προβεί σε οικολογική καταστροφή της περιοχής, υποστηρίζοντας ότι με τις ενέργειες και τη συνεισφορά του έχει αναβαθμίσει την περιοχή ενώ οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί προέρχονται από τον XXXXX Σάββα ο οποίος απλώς επιδιώκει κακόβουλα τη δίωξη του. Οι σχετικές πρόνοιες των άρθρων 116, 117 και 136 του Νόμου προνοούν τα ακόλουθα: «116.
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να προβαίνει σε εκσκαφή ή άλλης μορφής επέμβαση, ή βλάβη, ή καταστροφή σε όχθη, τοίχο ή κοίτη υδατορέματος.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1)[.], απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β), (γ) ή (δ) κατωτέρω, εκτός αν προηγουμένως εξασφαλίσει άδεια του Διευθυντή και σύμφωνα με οποιουσδήποτε όρους που αυτός ήθελε επιβάλει, καθώς και σύμφωνα με μελέτες και σχέδια που ήθελε εγκρίνει στις περιπτώσεις που αφορούν ανέγερση, μετατροπή ή επιδιόρθωση οποιασδήποτε κατασκευής: (α) Αφαίρεση ή μεταφορά λίθων, χαλίκων, άμμου ή άλλων υλικών από την κοίτη, την όχθη ή τον τοίχο οποιουδήποτε υδατορέματος ή μέρους οποιουδήποτε υδατορέματος˙ (β) απόρριψη οποιωνδήποτε αποβλήτων, αντικειμένων, άχρηστων υλικών ή άλλων σκυβάλων στην κοίτη, στον τοίχο ή στην όχθη οποιουδήποτε υδατορέματος ή μέρους οποιουδήποτε υδατορέματος˙ [.] (στ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εντός του υδατορέματος που επηρεάζει ή δυνατό να επηρεάζει τη ροή του νερού ή δυνατό να προκαλεί ρύπανση ή ζημιά στο υδατόρεμα ή ζημιά σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή περιουσία.» «117.
(1)Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του άρθρου 116 ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους άδειας που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 116, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα
(12)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500) ή και στις δύο αυτές ποινές.» «136.
(1)Ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση αδικήματος που διαπράχθηκε κατά παράβαση του παρόντος Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν μονομερούς (ex-parte) αίτησης της κατηγορούσας αρχής, να εκδώσει δικαστικό παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο να υποχρεώνει τον κατηγορούμενο όπως, ενόσω εκκρεμεί η έκδοση τελικής απόφασης επί της υπόθεσης, αναστείλει ή διακόψει κάθε πράξη, επιχείρηση, διάβημα ή μέτρο που έγινε ή λήφθηκε, σύμφωνα με την κατηγορία που αφορά το αδίκημα, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού.
(2)Οι προϋποθέσεις εκδόσεως του ανωτέρω διατάγματος διέπονται, τηρουμένων των αναλογιών, από τις διατάξεις της νομοθεσίας και τη δικαστική πρακτική που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εκδίκασης αστικών διαφορών.» Στην προκείμενη περίπτωση, παρόλο που οι υπό κρίση κατηγορίες αφορούν φερόμενες πράξεις και ενέργειες του Κατηγορούμενου που ανατρέχουν κατά ή περί τα έτη 2011, 2015 και Μάιο του 2017, στην Αίτηση, όχι μόνο δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο χρόνο διάπραξης των φερόμενων αδικημάτων σε συσχετισμό με τις αναφερόμενες στις λεπτομέρειες πράξεις του Κατηγορούμενου που τα στοιχειοθετούν αλλά γίνονται αναφορές σε πράξεις και ενέργειες της πλευράς του Κατηγορούμενου που, σύμφωνα με τον ομνύοντα, έγιναν μεταγενέστερα της καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης, ήτοι στις 21/5/2020 και σε «άλλες διαδοχικά ημερομηνίες». Περαιτέρω, ενώ ο ομνύοντας αναφέρεται γενικά σε «διαδοχή και άλλων» περιστατικών, τα οποία δεν προσδιορίζει, και ενώ ισχυρίζεται συνεχή επέμβαση του Κατηγορούμενου στα κρατικά τεμάχια παρά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης και των οχλήσεων που αναφέρει ότι του έγιναν, δεν εξηγεί για ποιο λόγο η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε 3 έτη μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις και έχοντας υπόψη τις ως άνω πρόνοιες του άρθρου 136 του Νόμου, δεν θα εγκρίνω το αίτημα για τους ακόλουθους δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος αφορά στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, σημειώνεται κατ' αρχάς ότι το αίτημα υποβάλλεται στο πλαίσιο μιας ποινικής διαδικασίας - που έχει ξεχωριστό χαρακτήρα και πολύ διαφορετικό σκοπό από αυτόν που έχει μια αστική διαδικασία -, όπου η έκδοση ενός ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος ενδεχομένως να είναι ασυμβίβαστη με το τεκμήριο της αθωότητας του Κατηγορουμένου. Σημειώνεται επίσης ότι το άρθρο 136
(1)του Νόμου, το οποίο παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα της φύσεως που επιζητείται με την Αίτηση, προνοεί ότι η διαδικασία για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος είναι αυτή της μονομερούς (ex-parte) αίτησης η οποία, σύμφωνα με το εδάφιο 2 του ρηθέντος άρθρου, διέπεται από τις διατάξεις της νομοθεσίας και τη δικαστική πρακτική που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις εκδίκασης αστικών διαφορών. Το κατεπείγον, συνεπώς, της περίπτωσης συνιστά και το δικαιοδοτικό βάθρο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(B) A.A.Δ. 598, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Πολ. Έφεση 312/10 ημ. 17/7/2014 και Αμβροσιάδου ν. Coward Εφέσεις Αρ. 3/11 κ.α. ημ. 15/1/2013). Η νομοθετική αυτή παρέκκλιση του άρθρου 136
(1)του Νόμου από τον γενικό κανόνα που επιβάλλει ότι ουδείς δικάζεται ανήκουστος (audi alteram partem) συνδέεται άμεσα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, με τον πραγματικό σκοπό του Νομοθέτη όταν πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης, που ήταν να αντιμετωπίσει επείγουσες περιπτώσεις που αφορούν το δημόσιο συμφέρον, σταθμίζοντας από τη μια το δημόσιο καλό και από την άλλη τα δικαιώματα ενός κατηγορούμενου. Το ότι, λοιπόν, ο Νομοθέτης, έχοντας υπόψη όλους αυτούς τους εγγενείς σε μια ποινική διαδικασία παράγοντες, αποφάσισε όπως σκόπιμα περιορίσει την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων στις περιπτώσεις όπου υπάρχει το «κατεπείγον» δεν είναι τυχαίο. Επομένως, ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και αν αυτός δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις ώστε να καταδεικνύεται ο κατ' επείγον χαρακτήρας της περίπτωσης για την αναζήτηση της αιτούμενης προσωρινής θεραπείας είναι παράγοντες προεξέχουσας σημασίας για την επιτυχία της Αίτησης, έστω και αν αυτή μετατράπηκε σε δια κλήσεως, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου για επίδοσή της στον Κατηγορούμενο. Είναι ακριβώς στο πλαίσιο των πιο πάνω παραγόντων που το Ανώτατο Δικαστήριο στην Rousounides Soteriou Trading Limited και Άλλος ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274, χωρίς να ήταν απαραίτητο να ασχοληθεί με την ουσία της έφεσης η οποία αφορούσε την ορθότητα ή μη της έκδοσης παρόμοιας φύσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, τερμάτισε αμέσως την ισχύ του αναφέροντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Εδώ επρόκειτο για ποινική υπόθεση, η εκδίκαση της οποίας αναμένεται, ως εκ της φύσεως της, να γίνεται ακόμα ταχύτερα από ότι της πολιτικής αγωγής. Τοσούτο μάλλον αφού επρόκειτο για συνεχές αδίκημα, εξ ου και το νόημα της νομοθετικής πρόνοιας για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Και μάλιστα η ίδια η ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος επέβαλλε η εκδίκαση της υπόθεσης να επιταχύνετο ιδιαίτερα, εφ' όσον το ενδιάμεσο διάταγμα προνοούσε αναστολή της λειτουργίας του κέντρου, το οποίο εξυπάκουε κρίση, έστω και εκ πρώτης όψης, ότι όντως το αδίκημα υφίστατο. Από αυτή την άποψη θα μπορούσε ακόμα να υπάρξει αμφιβολία για την συμβατότητα τέτοιου διατάγματος προς τη συνταγματική αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας, αφού η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση μαρτυρίας ότι επιτελείται αδίκημα βασίζεται, στο βαθμό εκείνο, στην κατ' ισχυρισμό ενοχή του κατηγορούμενου, απαγορεύοντας του να κάνει εκείνο ακριβώς το οποίο δεν έχει ακόμα διαπιστωθεί νόμιμα ότι αποτελεί ποινικό αδίκημα. Το θέμα βέβαια δεν έχει εγερθεί ενώπιον μας με αυτή τη διάσταση, το θίγουμε όμως για να τονίσουμε ότι ενδιάμεσο διάταγμα το οποίο έχει τέτοιες προεκτάσεις σίγουρα δεν πρέπει να αφήνεται σε ισχύ για περισσότερο χρόνο από όσο είναι εύλογα αναγκαίος για την εκδίκαση της υπόθεσης στα πλαίσια της οποίας εκδίδεται. Στην περίπτωση αυτή η σπουδή την οποία επέδειξε ο Εφεσίβλητος για εξασφάλιση του διατάγματος ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπόθεσης δεν είχε οποιαδήποτε συνέχεια, όπως όφειλε να είχε, ιδιαίτερα υπό το βάρος για τους κατά τεκμήριο αθώους Εφεσείοντες του πλέον εκδοθέντος διατάγματος. [.] Μόνη αρμόζουσα ενέργεια υπό τις συνθήκες είναι ο άμεσος τερματισμός της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος, το οποίο έπαυσε από πολλού να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο εξεδόθη και συνιστά πλέον κατάχρηση της διαδικασίας, εκφράζοντας την άκρα απαρέσκεια και απογοήτευση μας για την πορεία της υπόθεσης, αποκαλυπτική ελλείψεως στοιχειώδους ενδιαφέροντος για την τήρηση θεμελιακών αρχών του δικαίου.» Περαιτέρω, στην Bacardi Co. Ltd ν. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, η οποία αφορούσε αίτηση για προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα που καταχωρήθηκε μονομερώς και η οποία κατέστη δια κλήσεως κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου για επίδοσή της, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση να απορρίψει την αίτηση παρά το ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του αρ. 32 Ν.14/60ακριβώς διότι η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της πρόσφερε επαρκή δικαιολογία για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας εναντίον της χορήγησης του αιτούμενου ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η Αίτηση καταχωρήθηκε 3 έτη μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, η οποία βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο εφόσον είναι ορισμένη για Ακρόαση, και με αυτήν επιζητείται η εξασφάλιση προσωρινής θεραπείας εναντίον του Κατηγορούμενου για κατ' ισχυρισμό αδικήματα που, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των υπό κρίση κατηγοριών, ανατρέχουν περί τα έτη 2011, 2015 και Μάιο του 2017. Η παρατηρηθείσα αυτή καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο από τον ομνύοντα, ο οποίος απλώς αναφέρεται κατά τρόπο γενικό σε επανειλημμένες οχλήσεις που ισχυρίζεται ότι έγιναν προς τον Κατηγορούμενο ώστε να σταματήσει την φερόμενη επέμβαση στα κρατικά τεμάχια και ότι αυτός δεν συμμορφώνεται, υποστηρίζοντας γενικά ότι, ενόψει της συνεχούς επέμβασης του Κατηγορούμενου εντός των κρατικών τεμαχίων, είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, χωρίς να δίδει προς τούτο οποιαδήποτε δικαιολογία για το χρόνο που διέρρευσε στην αναζήτηση της αιτούμενης προσωρινής θεραπείας σε σχέση με τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο αδικήματα. Στην απουσία, συνεπώς, οποιασδήποτε επαρκούς εξήγησης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, κρίνω, για σκοπούς και μόνο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, ότι η καθυστέρηση που έχει η επιδείξει η Κατηγορούσα Αρχή στην υποβολή του αιτήματος της είναι αδικαιολόγητη, καθιστώντας έτσι μοιραία την τύχη της Αίτησης. Ο δεύτερος λόγος που, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να επιτύχει η Αίτηση είναι επειδή, από τα όσα παρουσιάστηκαν μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση, δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, στις οποίες το εδάφιο
(2)του άρθρου 136 πρόδηλα παραπέμπει. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/1960 και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557), το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει παρεπίμπτοντα διατάγματα εφόσον ικανοποιούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπείας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει στο τελικό στάδιο αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην προκείμενη περίπτωση, ενώ βρίσκω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960 εφόσον, με το υπό κρίση κατηγορητήριο, καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης υπό την έννοια ότι αποκαλύπτονται σε αυτό γνωστά στο νόμο αδικήματα (βλ. άρθρα 116 και 117 του Νόμου) που αν αποδειχθούν κατά τη δίκη θα οδηγήσουν στην καταδίκη του Κατηγορούμενου, δεν ικανοποιούμαι ότι πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του ρηθέντος άρθρου. Τούτο διότι, παρόλο που οι λεπτομέρειες που δίδονται σε ότι αφορά τα αδικήματα του υπό κρίση κατηγορητηρίου αναφέρουν ως χρονικό ορίζοντα διάπραξης τους τα έτη 2011 και 2015 (αναφορικά με τον ποταμό Σερράχη) και τον Μάιο του 2017 (αναφορικά τόσο με τον ποταμό Σερράχη όσο και με τον ποταμό Ακακίου), στην μαρτυρία που προσφέρθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης γίνεται αναφορά σε περιστατικά μεταγενέστερα της προαναφερόμενης διάπραξης, ήτοι στις 21/5/2020 και σε «άλλες διαδοχικά ημερομηνίες», χωρίς όμως να προσφέρεται οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με γεγονότα που είτε σχετίζονται με τον ποταμό Σερράχη (για τον οποίο επίσης ζητείται η αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία) είτε ανατρέχουν στο χρόνο της φερόμενης διάπραξης των αδικημάτων που αναφέρονται στο υπό κρίση κατηγορητήριο ώστε να ικανοποιούν ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορούμενου στα αδικήματα που του προσάπτονται. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα (βλ. Θωμά Θάσος ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 465). (Υπ).......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.