ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ZAMANA, Αρ. υπόθεσης: 19409/2016, 28/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 19409/2016 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν XXXXX ZAMANA Κατηγορούμενη 28 Ιανουαρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Χατζηκωνσταντή Για κατηγορούμενο: κ. Μιχαηλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 4 συνολικά κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κλεπταποδοχής (άρθρο 306(α). Κεφ. 154). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας «η κατηγορούμενη την 13η Μαϊου 2016 στον Άγιο Δομέτιο της επαρχίας Λευκωσίας, αποδέχτηκε και κατακράτησε περιουσία που γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαία δηλαδή χρυσαφικά συνολικής αξίας €9980 τα οποία αποτελούσαν προϊόντα διάρρηξης και κλοπής από τις κατοικίες των XXXXX Ζορπά και XXXXX Χαλλουμά στην Αθηένου». Οι κατηγορίες 2, 3 και 4 αφορούν αδικήματα του περί Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων από Πολύτιμα Μέταλλα Νόμου 52/2009 που, κατά τη θέση της κατηγορούσας αρχής, διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι αγόρασε τα εν λόγω μεταχειρισμένα χρυσαφικά όμως παρέλειψε να προβεί σε λεπτομερή περιγραφή στο βιβλίο καταγραφής αγοράς μεταχειρισμένων αντικειμένων και των στοιχείων του πωλητή αυτών (2η κατηγορία, άρθρα 9, 9 Α και 9 Β
(3)(α)
(4)Ν.52/2009). Επίσης, κατηγορείται ότι παρέλειψε να τα διατηρήσει αναλλοίωτα και υπό τη φύλαξη της για χρονική περίοδο τουλάχιστον δέκα ημερών (3η κατηγορία, άρθρα 9, 9 Α και 9 Β
(3)(β)
(4)Ν.52/2009). Τέλος, κατηγορείται ότι παρέλειψε να τα φωτογραφήσει και να διατηρήσει το φωτογραφικό υλικό για χρονική περίοδο τουλάχιστον ενός έτους (4η κατηγορία, άρθρα 9, 9 Α και 9 Β
(3)(γ)
(4)Ν.52/2009). Μετά το πέρας της παρουσίασης της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο συνήγορος της κατηγορούμενης εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της στις κατηγορίες και ότι, συνεπώς, αυτή πρέπει να αθωωθεί σε αυτό το στάδιο χωρίς να κληθεί να προβάλλει την υπεράσπιση της[1]. Οι αρχές που διέπουν αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί επανειλημμένα στη νομολογία[2]. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορούμενου πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες: (α) κατά πόσο ελλείπει μαρτυρία αναφορικά με ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, (β) κατά πόσο η μαρτυρία κατηγορίας είναι, αντικειμενικά κρινόμενη, τόσο αντινομική ή αναξιόπιστη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Ένας κατηγορούμενος δεν πρέπει να καλείται σε απολογία και να συνεχίζει να εκτίθεται στον κίνδυνο καταδίκης εκτός εάν η μαρτυρία κατηγορίας είναι τέτοια που να στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Παράλληλα, το Δικαστήριο πρέπει να αποτρέπει την κατάσταση στην οποία ένας κατηγορούμενος να καλείται με την υπεράσπιση του, ενδεχομένως, να καλύψει κενά στη μαρτυρία κατηγορίας. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας αφού αυτό είναι κάτι που επιτελείται μόνο στο τέλος μιας δίκης. Το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η κατηγορούσα αρχή δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, από μια προκαταρτική εκτίμηση, να μπορεί να στηρίξει καταδίκη[3]. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης, θα παραθέσω σε συντομία τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της κατηγορούσας αρχής προς απόδειξη της κατηγορίας. Να προσθέσω ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας έγινε αποδεκτό από την πλευρά της υπεράσπισης και αριθμός τεκμηρίων κατατέθηκαν από κοινού, κάποια για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Από αυτά τα τεκμήρια προκύπτει ένα κοινώς αποδεκτό πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Από το μέρος του μαρτυρικού υλικού που έγινε αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του ή που δεν αμφισβητήθηκε, συνοψίζω το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης ως εξής: 1 Περί τις 13.5.2016 διαπράχθηκαν διαρρήξεις και κλοπές σε δύο κατοικίες στην Αθηένου. Το πρώτο περιστατικό αφορούσε διάρρηξη και κλοπή στην κατοικία της XXXXX Χαλλουμά στην οδό Ρήγα Φεραίου 11 από όπου κλάπηκαν διάφορα χρυσαφικά (Σχετικό το Τεκμήριο 4). Το δεύτερο περιστατικό αφορά διάρρηξη και κλοπή στην κατοικία της XXXXX Ζορπά στην οδό Αθηνών 1 από την οποία κλάπηκαν επίσης διάφορα χρυσαφικά και χρηματικό ποσό (Σχετικό το Τεκμήριο 5). 2 Στα πλαίσια διερεύνησης των διαρρήξεων και κλοπών, στις 24.5.2016 ο Αστ.XXXXX Μ. Λάμπρου συνέλαβε την XXXXX Κλώναρου και τον XXXXX Ροτσίδη δυνάμει ενταλμάτων σύλληψης (σχετικό το Τεκμήριο 1). 3 Στις 27.5.2016 ο Αστ. XXXXX Κ. Κυριάκου επισκέφθηκε την κρατούμενη XXXXX Κλώναρου και εκείνη του ανέφερε ότι τα κλαπέντα χρυσαφικά είχαν πωληθεί από τον XXXXX Ροτσίδη σε ένα ενεχυροδανειστήριο στον Άγιο Δομέτιο του οποίου ιδιοκτήτρια ήταν αλλοδαπή (σχετικό το Τεκμήριο 6). Η XXXXX Κλώναρου ανέφερε τα πιο πάνω και σε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 29.5.
- 4 Την ίδια μέρα ο Α/Αστ. XXXXX Σ. Βασιλείου έλαβε θεληματική κατάθεση από τον XXXXX Ροτσίδη (σχετικό το Τεκμήριο 7). Στην κατάθεση αυτός, μεταξύ άλλων, παραδέχτηκε τη διάπραξη των δύο διαρρήξεων μαζί με την XXXXX Κλώναρου και δηλώνει ότι τα κλαπέντα χρυσαφικά τα μετέφεραν σε ενεχυροδανειστήριο στον Άγιο Δομέτιο και τα πώλησαν σε μια κοπέλα με το όνομα «Ένα» έναντι ποσού €3.
- 5 Την ίδια μέρα ο Αστ. XXXXX Κ. Κυριάκου ανέκρινε προφορικά την κατηγορούμενη η οποία του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τους δύο συλληφθέντες και ότι δεν παρέλαβε από οποιοδήποτε κλοπιμαία χρυσαφικά (σχετικό το Τεκμήριο 6). 6 Στις 28.5.2016 ο Α/Αστ. XXXXX Δ. Χρίστου συνέλαβε δυνάμει εντάλματος σύλληψης την κατηγορούμενη για το αδίκημα της κλεπταποδοχής (σχετικό το Τεκμήριο 2). 7 Την ίδια μέρα, η κατηγορούμενη ανακρίθηκε γραπτώς σε σχέση με το αδίκημα για το οποίο συνελήφθηκε (Τεκμήριο 3). Στην κατάθεση της ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι κατάγεται από τη Ουκρανία, βρίσκεται στην Κύπρο από το 2004 και διαμένει μαζί με το σύζυγο της και τα παιδιά τους. Ανέφερε επίσης ότι είναι χρυσοχός στο επάγγελμα και διαθέτει κατάστημα αγοράς χρυσού τη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στον Άγιο Δομέτιο όπου εργάζεται μόνη της. Δηλώνει επίσης ότι όταν κάποιος της πωλήσει μεταχειρισμένα χρυσαφικά, αυτή τα φωτογραφίζει και τα κρατά για περίοδο 10 ημερών. Αναφέρει ότι μέχρι πρόσφατα συνεργαζόταν με κάποιο άτομο Ρουμανικής καταγωγής ονόματι Tibi και μετά την πάροδο των 10 ημερών, έπαιρνε τα κοσμήματα σε αυτόν και τα πωλούσε. Αυτό το πρόσωπο διατηρούσε κατάστημα στον ίδιο δρόμο με το δικό της στον Άγιο Δομέτιο όμως πριν από ένα μήνα περίπου είχε κλείσει το κατάστημα και έφυγε από την Κύπρο. Πρόσθεσε ότι δεν γνωρίζει τους XXXXX Ροτσίδη και XXXXXX Κλώναρου και αρνήθηκε ότι ο XXXXX Ρωτσίδης επισκέφθηκε το κατάστημα της στις 13.5.2016 και ότι αγόρασε από αυτόν χρυσαφικά, χωρίς να του ζητήσει τα προσωπικά του στοιχεία. 8 Την ίδια μέρα, στην παρουσία του Λοχ. XXXXX Π. Αβρααμίδη, η XXXXX Κλώναρου αναγνώρισε την «XXXXX Ζαμανά» ως το πρόσωπο που «κατέβηκε από ένα αυτοκίνητο χρώματος μαύρου την μέρα που πήγαν να πουλήσουν τα χρυσαφικά. Συγκεκριμένα την αναγνώρισε από το κόψιμο των μαλλιών της, αφού είναι χαρακτηριστικό, δηλαδή το πίσω μέρος είναι ξυρισμένο γύρω γύρω και από πάνω είναι μακριά» (σχετικό το Τεκμήριο 8). 9 Την 1.6.2016 λήφθηκε δεύτερη ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (μέρος Τεκμηρίου 3). Σε αυτήν ανέφερε ότι ο προσωπικός αριθμός του κινητού της τηλεφώνου είναι XXXXX32 και ότι, για τους σκοπούς της εργασίας της, χρησιμοποιεί τον αριθμό κινητού τηλεφώνου XXXXX
- Πρόσθεσε ότι μόνο εκείνη χρησιμοποιεί αυτούς τους δύο αριθμούς τηλεφώνων. Ανέφερε επίσης ότι όταν αγοράζει μεταχειρισμένα χρυσαφικά καταγράφει την αγορά σε μπλοκ αποδείξεων. Πρόσθεσε ότι για τις μετακινήσεις της χρησιμοποιεί το όχημα του συζύγου της μάρκας Toyota Aygo, χρώματος μαύρο. 10 Την ίδια μέρα η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα της κλεπταποδοχής και αυτή απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (Σχετικό το Τεκμήριο 3). 11 Η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο αγοραστών μεταχειρισμένων αντικειμένων/πολύτιμων μετάλλων του Κυπριακού Οργανισμού Σήμανσης Αντικειμένων. Αυτό είναι το κοινώς αποδεκτό πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω, η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Ροτσίδης (ΜΚ1). Στα πλαίσια της κυρίως εξετάσης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που είχε δώσει στην αστυνομία στις 29.5.2016 (Τεκμήριο 14). Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι στις 24.5.2016 συνελήφθηκε από την αστυνομία σχετικά με δύο διαρρήξεις κατοικιών που διενήργησε μαζί με τη XXXXX Κλώναρου, στις 13.5.
- Κατά τις διαρρήξεις, έκλεψαν χρυσαφικά. Συνέχισε λέγοντας στην κατάθεση του ότι «Γύρω στις 1100 εφύαμεν που την Αθιαίνου και πήγαμε στον Άγιο Δομέτιο για να πουλήσουμε ότι επιάσαμε.. Συνήθως πήγαινα σε ένα κατάστημα αγοράς χρυσού πάλι στον Άγιο Δομέτιο το οποίο το έχει ένας Ρουμάνος και το οποίο βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το κατάστημα αγοράς χρυσού που υπέδειξα στην αστυνομία στες 28.5.
- Επειδή ο Ρουμάνος που είπε πριν μέρες ότι θα κλείσει το δικό του κατάστημα αν χρειαστώ να πουλήσω χρυσαφικά να πηγαίνω στο κατάστημα που υπέδειξα γιατί είναι και εκείνο δικό του. Έτσι εγώ στις 13.5.2016 και γύρω στις 1130 έφθασα στο εν λόγω κατάστημα. Στάθμευσα το όχημα της XXXXX πιο κάτω από το κατάστημα και της είπα να μείνει μέσα μέχρι να το κανονίσω. Από εκεί που στάθμευσα η Σωτηρούλα δεν είχε καμία οπτική επαφή με το κατάστημα. Κατέβηκα με το τσαντάκι που είχα μέσα τα χρυσαφικά και μπήκα μέσα στο κατάστημα. Αφού μπήκα μέσα είδα πίσω από το γυαλί εκεί που ζύγιζαν ήταν ο Ρουμάνος που σας είπα πιο πάνω ότι πήγαινα κοντά του στο άλλο κατάστημα και μια γυναίκα η οποία μιλούσε Αγγλικά στο τηλέφωνο της και στεκόταν στην πόρτα την εσωτερική που μπαίνεις μέσα στο γραφείο.. Η γυναίκα ήταν ψηλή με μακριά ξανθά μαλλιά σε κότσο. Εγώ μπήκα πίσω που τον πάγκο και είπα του Ρουμάνου ότι έχω χρυσαφικά και αν μπορεί να τα πιάσει. Εκείνος που είπε ναι. Τα έπιασε, τα έλεγξε πάνω στο μηχάνημα του, τα ζύγισε και μου είπε ότι θα τα αγοράσει για 3500 ευρώ. Εγώ δέχτηκα και αφού πληρώθηκα έφυγα. Με την γυναίκα που ήταν εκεί δεν μίλησα καθόλου.» Ζητήθηκε από τον ΜΚ1 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του να δηλώσει κατά πόσο η γυναίκα στην οποία αναφέρεται στην κατάθεση βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Ο ΜΚ1 απάντησε αρνητικά. Ερωτήθηκε ακολούθως κατά πόσο είχε τηλεφωνικές συνομιλίες με την κατηγορούμενη στις 13.5.2016, 16.5.2016, 21.5.2016 και 23.5.
- Ο ΜΚ1 απάντησε «με όλο το σεβασμό προς το Δικαστήριο και προς εσάς, έκανα χρήση ουσιών, δεν θυμούμαι τίποτε που εκείνο το διάστημα και μετά.» Κατά την αντεξέταση, ζητήθηκε από το ΜΚ1 να επιβεβαιώσει ότι η γυναίκα που είχε δει στο κατάστημα αγοράς χρυσού εκείνη την ημέρα δεν βρίσκεται στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ1 συμφώνησε. Ανέφερε επίσης αντεξεταζόμενος ότι μπορεί την περίοδο εκείνη να είχε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις με διάφορα άτομα στην προσπάθεια του να πωλήσει χρυσαφικά που είχε κλέψει. Δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας ήταν ο κ. XXXXX Δημητρίου (ΜΚ2), λειτουργός της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου. Αναγνώρισε δέσμη με τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που είχε συλλέξει δυνάμει σχετικού διατάγματος. Αφορούν αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων από και προς το τηλέφωνο του ΜΚ1 την επίδικη περίοδο. Από τον αριθμό τηλεφώνου του ΜΚ1, προκύπτει ότι έγιναν 4 κλίσεις προς τον αριθμό
- Ο αριθμός αυτός είναι αριθμός προπληρωμένης υπηρεσίας και δεν υπήρχαν καταχωρημένα στοιχεία για τον ιδιοκτήτη. Οι κλίσεις έγιναν στις 13.5.2016 στις 12:53, 16.5.2016 στις 16:13, στις 21.5.2016 στις 15:46 και 17:01 καθώς και στις 23.5.2016 στις 17:
- Αυτή είναι συνοπτικά η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί μέχρι αυτό το στάδιο. Επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο δεν γίνεται λεπτομερής αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως έχω μελετήσει όλη τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, στο βαθμό που όφειλα και στο βαθμό που αρμόζει για τους περιορισμένους σκοπούς αυτού του σταδίου της διαδικασίας. Προχωρώ να εξετάσω την ουσία της εισήγησης του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι η μαρτυρία κατηγορίας δεν συνδέει την παραπονούμενη με τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Ο ΜΚ1 δεν αναγνώρισε την κατηγορούμενη ως την κοπέλα που είχε δει στο κατάστημα όταν πώλησε τα κλοπιμαία χρυσαφικά. Προσθέτει ότι άλλη μαρτυρία που να συνδέει την κατηγορούμενη με τα κλοπιμαία δεν υπάρχει ενώ δεν έχει ανευρεθεί στην κατοχή της κατηγορούμενης περιουσία που να σχετίζεται ή να προέρχεται από τις δύο διαρρήξεις. Ο συνήγορος υπεράσπισης δέχθηκε ότι το κινητό τηλέφωνο με αριθμό XXXXX10 για το οποίο εντοπίστηκαν οι προαναφερόμενες 4 κλήσεις με το κινητό του ΜΚ1, χρησιμοποιείτο από την κατηγορούμενη για σκοπούς της εργασίας της. Όμως εισηγήθηκε ότι οι 4 αυτές κλίσεις δεν συνιστούν επαρκή μαρτυρία ώστε να στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Η θέση της συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής είναι διαφορετική. Υποστήριξε ότι η κατηγορούμενη πρέπει να κληθεί σε απολογία γιατί η μαρτυρία κατηγορίας αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως ενοχή. Έχω εξετάσει τα εκατέρωθεν επιχειρήματα σε συνάρτηση με τη μαρτυρία και τις νομικές αρχές που διέπουν το παρόν στάδιο της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης. Όπως έχω επισημάνει πιο πάνω, ένας κατηγορούμενος δεν επιτρέπεται να καλείται σε απολογία για να «διορθώσει» ή να «καλύψει» ενδεχομένως με τη μαρτυρία του, κενά, ασάφειες ή αδυναμίες στη μαρτυρία κατηγορίας. Η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη παρουσιάσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, η κατηγορούμενη διέπραξε το αδίκημα της κλεπταποδοχής διότι αυτή «αποδέχτηκε και κατακράτησε περιουσία που γνώριζε ότι ήταν κλοπιμαία». Όμως δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη αποδέχτηκε και κατακράτησε περιουσία που είχε κλαπεί κατά τις δύο ανωτέρω διαρρήξεις. Ο ΜΚ1 στην κατάθεση του ανέφερε ότι πώλησε την περιουσία σε κάποιο Ρουμάνο. Αναφέρθηκε σε μια γυναίκα που ήταν παρούσα, με την οποία δεν μίλησε και δεν είχε καμία συναλλαγή. Επιπρόσθετα, δεν αναγνώρισε την κατηγορούμενη ως την γυναίκα εκείνη. Άλλη μαρτυρία ή στοιχεία που να δείχνουν ή έστω να εισηγούνται ότι η κατηγορούμενη είχε ποτέ στην κατοχή της περιουσία που είχε κλαπεί κατά τις ως άνω διαρρήξεις, δεν έχει παρουσιαστεί. Τα στοιχεία που αντλήθηκαν από τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα δεν είναι ικανά να συνδέσουν την κατηγορούμενη με το αδίκημα της κλεπταποδοχής. Ούτε και η αναφορά στην κατάθεση του Λοχ. XXXXX (Τεκμήριο 8) ότι η XXXXX Κλώναρου (η οποία δεν παρουσιάστηκε για να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο) αναγνώρισε την «XXXXX Ζαμάνα» ως το πρόσωπο «που κατέβηκε από ένα αυτοκίνητο χρώματος μαύρου την μέρα που πήγαν να πωλήσουν τα χρυσαφικά», είναι ικανή να κάνει την απαραίτητη σύνδεση. Ενόψει αυτών των κενών, κρίνω ότι η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με την 1η κατηγορία. Αυτό το συμπέρασμα προκρίνει και την τύχη των κατηγοριών 2, 3 και
- Οι κατηγορίες αυτές αφορούν αδικήματα που αποδίδονται στην κατηγορούμενη σε σχέση με την περιουσία που ήταν το αντικείμενο της κλεπταποδοχής. Εφόσον δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην 1η κατηγορίες, οι υπόλοιπες αυτές κατηγορίες παραμένουν μετέωρες. Ακολουθεί ότι ούτε αναφορικά με εκείνα τα αδικήματα έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως ενοχή. Η μαρτυρία κατηγορίας είναι ελλιπής σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει την κατηγορούμενη. Συνεπώς η κατηγορούμενη δεν πρέπει να κληθεί σε απολογία. Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. ............ Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]Άρθρο 74
(1)(β), περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 [2]Ενδεικτικά AzinasandanothervPolice
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Παναγιώτου κ.α. ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Δράκος κ.α. Ποινικές Εφέσεις 5-9/12 ημερομηνίας 11.12.2012. Παραπέμπω επίσης στις PracticeNote
(1962)1 AllE.R. 449, RvGalbraith
(1981)2 AllE.R. 1061, Ποινική Δικονομίας στην Κύπρο, Γ. Πική, σελ 198 [3]Σχετική η Γενικός Εισαγγελέας ν Ευστάθιος Θεοδώρου, Ποινική Έφεση 7107/2013, ημερομηνίας 13.2.2002 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο