← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1527/17, 27/1/2021

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1527/17, 27/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B10 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1527/17 XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ Παραπονούμενος -εναντίον- XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα. Χ. Ηλιοφώτου για ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ Ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Χατζηχριστοφή μαζί με κα. Μ. Νικολαΐδου για ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΟΡΚΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της έκδοσης επιταγής η οποία δεν εξοφλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά ή περί την 24/3/2010 εξέδωσε προς τον Παραπονούμενο την επιταγή υπ' αριθμό XXXXX2522 της MARFIN LAIKI BANK CYPRUS για το ποσό των €10.860 (εφεξής η «Επιταγή») και την οποία ο Κατηγορούμενος, χωρίς εύλογη αιτία, προκάλεσε με πράξη του τη μη εξόφληση της. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία, δηλώθηκαν εκ συμφώνου και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία καταγράφονται στο Έγγραφο Α και τα οποία καθίστανται ταυτόχρονα μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου:
  1. Ο Κατηγορούμενος κατά ή περί την 24/3/2010 εξέδωσε την Επιταγή ημερομηνίας πληρωμής 24/3/2010 για το ποσό των €10.860 προς τον Παραπονούμενο, XXXXX Νικολάου.
  2. Το αντάλλαγμα της Επιταγής ήταν η αγορά από τον Κατηγορούμενο καρτών κινητής τηλεφωνίας SOEASY, από την εταιρεία του Παραπονούμενου.
  3. Ο Κατηγορούμενος με εντολή του προς την εκδότρια Τράπεζα ανακάλεσε την Επιταγή, πριν την ημερομηνία που παρουσιάστηκε για πληρωμή.
  4. Η Επιταγή αφού παρουσιάστηκε από τον Παραπονούμενο στην Τράπεζα για πληρωμή επιστράφηκε με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ». Περαιτέρω, προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, τον ίδιο τον Παραπονούμενο, ο οποίος κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την Επιταγή. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως για την προώθηση της υπεράσπισης του, υιοθετώντας γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 2 -
  1. Κάλεσε, επίσης, και ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον Νίκο Ηλία (ΜΥ2), ο οποίος κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε τα Τεκμήρια 8 και
  2. Ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον Κατηγορούμενο μέσα από την επαγγελματική συνεργασία που είχαν, στο πλαίσιο της οποίας ο Κατηγορούμενος αγόραζε από τον ίδιο και την εταιρεία του κάρτες κινητής τηλεφωνίας και πακέτα σύνδεσης τηλεφωνίας SOEASY και MTN. Ανέφερε επίσης ότι η Επιταγή του παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 24/3/2010, κατά την παράδοση στον Κατηγορούμενο εμπορευμάτων ίσης αξίας, την οποία κατέθεσε αυθημερόν στην Τράπεζα και η οποία, προς έκπληξή του, επιστράφηκε απλήρωτη κατόπιν εντολής του Κατηγορούμενου, χωρίς ο τελευταίος να τον ενημερώσει ότι θα σταματούσε την πληρωμή της. Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που ισχυρίστηκε ότι έκανε και παρά τις υποσχέσεις του Κατηγορούμενου, ουδέν ποσό έλαβε μέχρι σήμερα έναντι του χρέους που αφορά η Επιταγή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι τον Κατηγορούμενο τον γνωρίζει περισσότερο από 30 έτη, είχαν κοινή παρέα και κοινούς συνεργάτες. Αναφορικά με το χρόνο που διέρρευσε πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ισχυρίστηκε ότι είχε ζητήσει επανειλημμένα από τον Κατηγορούμενο να πληρώσει το χρέος της Επιταγής, επικοινωνώντας μαζί του και τηλεφωνικώς αλλά και μέσω τρίτων, και όταν διαπίστωσε ότι οι υποσχέσεις του δεν ήταν ειλικρινείς και ότι ο ίδιος τον κορόιδευε, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να καταχωρήσουν την παρούσα υπόθεση σημειώνοντας ότι δεν έχει εγείρει εναντίον του οποιαδήποτε άλλη διαδικασία για την είσπραξη της οφειλής λόγω της πιο πάνω γνωριμίας τους. Αρνήθηκε σχετική υποβολή που του έγινε ότι αμέσως μετά την κατάθεση της Επιταγής είχε συμφωνήσει με τον Κατηγορούμενο όπως το χρέος της πληρωνόταν σε είδος, με προϊόντα που θα του παρέδιδε ο Κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το περίπτερο ΕΛΛΑΣ (εφεξής το «Περίπτερο») άνηκε στην εταιρεία ΘΑΣΟΣ ΗΛΙΑ ΛΤΔ (εφεξής η «Εταιρεία»), την οποία αγόρασε το έτος 2012, ισχυριζόμενος επίσης ότι δεν είχε προηγουμένως οποιαδήποτε σχέση με την εν λόγω Εταιρεία ούτε εργαζόταν σε αυτήν ή στο Περίπτερο της, το οποίο απλώς γνώριζε εφόσον το προμήθευε με προϊόντα. Δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να υπάρχει η υπογραφή του σε συγκεκριμένα τιμολόγια του Κατηγορούμενου που αφορούσαν την παράδοση προϊόντων προς το Περίπτερο καθ' ότι, όπως ανέφερε, επειδή ο Κατηγορούμενος πολλές φορές δεν είχε χρήματα να τον πληρώνει για τα εμπορεύματα που αγόραζε από κοντά του, του παρέδιδε προϊόντα εκδίδοντας αντίστοιχα τιμολόγια προς το Περίπτερο πληρωμένα τοις μετρητοίς, τα οποία ο Παραπονούμενος, για να τον διευκολύνει, τα παρέδιδε στη συνέχεια στο Περίπτερο από το οποίο πληρωνόταν το ποσό του κάθε τιμολογίου. Αυτό, όπως ανέφερε, έγινε σίγουρα μετά την επίδικη κατάσταση και δεν αφορούσε το χρέος της Επιταγής, η οποία εκδόθηκε για συγκεκριμένες κάρτες κινητής τηλεφωνίας, και για την οποία, επανέλαβε, ότι δεν είχε κάνει οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία με τον Κατηγορούμενο. Επαναλαμβάνοντας ότι ουδέποτε συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο να του παρέχει κάρτες κινητής τηλεφωνίας λαμβάνοντας οποιαδήποτε άλλα εμπορεύματα παρά μόνο με μετρητά και επιταγές, στη συνέχεια ανέφερε ότι οποιαδήποτε εμπορεύματα παρέλαβε από τον Κατηγορούμενο ήταν έναντι λογαριασμού που έχει ο Κατηγορούμενος στην εταιρεία του ο οποίος παρουσιάζει μέχρι σήμερα οφειλόμενα υπόλοιπα για τα οποία δεν έχει εγείρει εναντίον του οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία λόγω της γνωριμίας τους. Στη συνέχεια, πρόσθεσε ότι παραλάμβανε από αυτόν εμπορεύματα για να τον βοηθήσει όταν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ήθελε να αγοράσει από τον ίδιο κάρτες κινητής τηλεφωνίας αλλά δεν είχε τα αναγκαία χρήματα όπου, σε αυτές τις περιπτώσεις, εξέδιδε τιμολόγιο τοις μετρητοίς για τις κάρτες και ο Κατηγορούμενος εξέδιδε τιμολόγιο τοις μετρητοίς για εμπορεύματα ίσης αξίας, τα οποία παρέδιδε στον Παραπονούμενο και ο Παραπονούμενος του παρέδιδε αντίστοιχο ποσό περίπου σε κάρτες κινητής τηλεφωνίας, ώστε να εξοφλούνταν αμφότερα τα τιμολόγια μέσω μιας καθαρά λογιστικής πράξης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, ο λόγος που εκδόθηκε η Επιταγή ήταν επειδή κατά την παραλαβή των καρτών ο Κατηγορούμενος δεν είχε φέρει μαζί του μετρητά για να πληρώσει εκείνη τη στιγμή το αντίτιμο τους, ως ήταν η συμφωνία τους, και ο λόγος που η Επιταγή εκδόθηκε στο όνομα του και όχι στο όνομα της εταιρείας του ήταν για να εξαργυρωθεί αμέσως με την παρουσίαση της στην Τράπεζα επειδή αν εκδίδονταν στο όνομα της εταιρείας του θα έπρεπε να παρέλθουν 7 - 8 μέρες για να πληρωθεί η επιταγή. Ενώ ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η Επιταγή θα παρουσιάζονταν στην Τράπεζα για πληρωμή, όταν ο Παραπονούμενος την παρουσίασε του ανέφεραν από την Τράπεζα ότι δεν υπήρχε διαθέσιμο ποσό και του είπαν να την καταθέσει, όπως και έπραξε, σημειώνοντας ότι η συμφωνία που έχει με τη CYTA και τις Τράπεζες και οι πληρωμές που γίνονται στην CYTA και στις Τράπεζες αναλόγως για την αγορά καρτών ήταν με επιταγές του ιδίου. Ανέφερε επίσης ότι τα οικονομικά του προβλήματα δημιουργήθηκαν από το 2013 λόγω του κουρέματος και της καρτοτηλεφωνίας και ότι ο λόγος που κινήθηκε το 2017 ήταν επειδή μεσολάβησαν οι υποσχέσεις του Κατηγορούμενου ότι θα πλήρωνε το χρέος της Επιταγής. Επανεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν επιστράφηκε η Επιταγή απλήρωτη επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο εκνευρισμένος και ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας και δεν μπορούσε να καλύψει την Επιταγή ζητώντας του να την κρατήσει για λίγο χρονικό διάστημα ανενεργή μέχρι να του πλήρωνε το ποσό που αυτή αφορά, κάτι που, όπως ανέφερε, δεν έπραξε και τον κορόιδευέ για 5 έτη, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι η συνεργασία τους συνεχίστηκε και μετά την έκδοση της Επιταγής. Ο Κατηγορούμενος μαρτύρησε για τη συνεργασία που είχε με τον Παραπονούμενο και την εταιρεία του, NAN TRADING LTD, από την οποία αγόραζε κάρτες κινητής τηλεφωνίας με τις οποίες εφοδίαζε το περίπτερό του. Ισχυρίστηκε ότι, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας τους, ο Παραπονούμενος αποδεχόταν μεταχρονολογημένες επιταγές είτε επ' ονόματι του είτε επ' ονόματι της εταιρείας του για την εξόφληση των καρτών που αγόραζε. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε διάφορα τιμολόγια της NAN TRADING LTD, μεταξύ των οποίων και το τιμολόγιο που αφορά την αγορά των καρτών για την πληρωμή των οποίων εξέδωσε την Επιταγή (Τεκμήριο 2), η οποία, ως ισχυρίστηκε, ήταν μεταχρονολογημένη αφού παραδόθηκε την ίδια ημέρα που παρέλαβε τις κάρτες, δηλαδή στις 9/3/
  3. Λόγω της φιλίας που είχε με τον Παραπονούμενο και λόγω του ότι ο Παραπονούμενος διαχειριζόταν το Περίπτερο, πριν την κατάθεση της Επιταγής πρότεινε στον Παραπονούμενο και ο τελευταίος αποδέχθηκε αντί να λάβει το αντίτιμο της Επιταγής να του εφοδιάζει το Περίπτερο με είδη περιπτέρου, αποπληρώνοντας έτσι σε είδος την Επιταγή. Αυτό ισχυρίστηκε ότι άρχισε να κάνει από την επομένη (10/3/2010), παρουσιάζοντας σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 6) καθώς και επιπρόσθετα τιμολόγια που εξέδωσε στο πλαίσιο υλοποίησης της εν λόγω συμφωνίας (Τεκμήριο 7), επιπρόσθετος όρος της οποίας, ως ανάφερε, ήταν όπως κάθε τιμολόγιο που θα εξέδιδε προς το Περίπτερο, πάντα σε σχέση με την Επιταγή, παρέμενε στην κατοχή του προς απόδειξη των συναλλαγών ενώ ο Παραπονούμενος θα κατέθετε την Επιταγή για να εξασφαλίσει ότι θα υλοποιούνταν η πιο πάνω συμφωνία. Συνεπώς, ως υποστήριξε, με την κατάθεση της Επιταγής στις 24/3/2010, είχε ήδη συμφωνήσει με τον Παραπονούμενο την αποπληρωμή της Επιταγής με τα εμπορεύματα που θα εφοδίαζε το Περίπτερο, σημειώνοντας ότι πριν την έκδοση της Επιταγής δεν είχε οποιαδήποτε συνεργασία με το εν λόγω Περίπτερο και ο μοναδικός λόγος που το προμήθευε με προϊόντα ήταν προς εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας που έκανε με τον Παραπονούμενο. Υποστήριξε επίσης ότι, ως προκύπτει από τα τιμολόγια που κατέθεσε, η Επιταγή εξοφλήθηκε μέχρι το 2012 με τα προϊόντα που ο ίδιος παρέδωσε μέχρι τότε στο Περίπτερο και ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι από το 2012 που ο Παραπονούμενος ανέλαβε επίσημα τη διαχείριση του Περιπτέρου, υπάρχουν οφειλόμενα σε αυτόν τιμολόγια της Εταιρείας που δεν έχουν εξοφληθεί, γι' αυτό και βρίσκονται στην κατοχή του. Ως προς την εμπλοκή του Παραπονούμενου στο Περίπτερο πριν από το 2012 παρέπεμψε σε συγκεκριμένα τιμολόγια που παρουσίασε εκ των οποίων, ως ισχυρίστηκε, κάποια υπογράφονται από τον Παραπονούμενο και άλλα από τον υπάλληλο του στην εταιρεία NAN TRADING LTD. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε αρχικά ότι η εντολή μη πληρωμής της Επιταγής δόθηκε από τον ίδιο την περίοδο από 9/3/2010 μέχρι 24/3/2010 ενώ στη συνέχεια δεν αρνήθηκε ότι αυτή μπορεί να δόθηκε την περίοδο από 24/3/2010 μέχρι 30/3/2010 ούτε θυμόταν αν η Τράπεζα επικοινώνησε μαζί του μετά την κατάθεση της Επιταγής αναφέροντας ότι «Μάλλον δεν επικοινώνησε». Αν και κατά τη θέση του τα τιμολόγια που κατέθεσε ως Τεκμήρια 6 και 7 εκδόθηκαν έναντι της Επιταγής, αποδέχθηκε ότι αυτό δεν αναγράφεται κάπου σε αυτά διότι, όπως ανέφερε, είχαν «συμφωνία κυριών» με τον Παραπονούμενο, ούτε έχει οποιαδήποτε απόδειξη στην οποία να αναφέρεται ο αριθμός της Επιταγής και ότι έδωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτής και, ενώ κατά τη θέση του η Επιταγή έχει εξοφληθεί, τα Τεκμήρια 6 και 7 δεν παραδόθηκαν στον Παραπονούμενο διότι ούτε ο τελευταίος του έδωσε την Επιταγή. Επανέλαβε επίσης ότι εκ των τιμολογίων που παρουσίασε για το Περίπτερο κάποια υπογράφονται από τον Παραπονούμενο και τα υπόλοιπα από τους υπαλλήλους του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο XXXXX Ηλίας, διαφωνώντας με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν τότε διαχειριστής και ιδιοκτήτης του Περιπτέρου, αναφέροντας επίσης ότι εκείνο που γνώριζε όταν άρχισε να υλοποιεί την πιο πάνω συμφωνία ήταν ότι ο Παραπονούμενος ήταν ο διαχειριστής και ο νέος ιδιοκτήτης του Περιπτέρου, γι' αυτό και πήγε εκεί εφοδιάζοντας το Περίπτερο με προϊόντα, ενώ, ως ανέφερε, τον XXXXX Ηλία και τους άλλους που ήταν στο Περίπτερο τους γνώρισε λόγω της σχέσης του με τον Παραπονούμενο. Στη συνέχεια ανέφερε ότι μόλις πληροφορήθηκε την κατάθεση της Επιταγής, επικοινώνησε με τον Παραπονούμενο και του πρότεινε να πληρώσει σταδιακά την Επιταγή σε είδος, εφοδιάζοντας το Περίπτερο με προϊόντα τα οποία θα αφαιρούντο από το ποσό της Επιταγής, εξηγώντας ότι αυτό το έκανε επειδή αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και δεν μπορούσε να εξοφλήσει την Επιταγή, και, περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο Παραπονούμενος αποδέχθηκε την πρότασή του αυτή επειδή ήταν φίλος, ήταν τότε οικονομικά εύρωστος αφού είχε κερδίσει 3 εκατομμύρια στο Joker και δεν είχε ανάγκη το ποσό της Επιταγής. Ο Μ.Υ.2 μαρτύρησε για τη σχέση που είχε ο Παραπονούμενος με το Περίπτερο αναφέροντας ότι ήταν ο διαχειριστής του Περιπτέρου από τον Νοέμβριο του 2008, καταθέτοντας προς τούτο δύο συμφωνίες που έκαναν για τη μεταβίβαση της επιχείρησης στο όνομά του (Τεκμήρια 8 και 9) τις οποίες, ως ανέφερε, είχε ετοιμάσει η δικηγόρος του Παραπονούμενου. Ανέφερε επίσης ότι τον Κατηγορούμενο τον γνωρίζει από τις αρχές του 2010 (2/2010 ή 3/2010) επειδή εφοδίαζε το Περίπτερο με είδη περιπτέρου για τα οποία είχαν εντολή από τον Παραπονούμενο να υπογράφουν τα σχετικά τιμολόγια χωρίς να τον πληρώνουν. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι την διαχείριση του Περιπτέρου την είχε ο ίδιος μέχρι τον Νοέμβριο του 2008 και παρόλο που οι μετοχές της Εταιρείας ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι του και επ' ονόματι της μητέρας του μέχρι τον Νοέμβριο του 2012 (οπόταν και μεταβιβάστηκαν στον Παραπονούμενο), επέμενε ότι μετά τη σύναψη της συμφωνίας του 2008 την διαχείριση του Περιπτέρου ανέλαβε ο Παραπονούμενος και ο ίδιος ήταν από τότε μέχρι το Νοέμβριο του 2012 απλώς διευθυντής, εκτελώντας έως τότε τις οδηγίες που λάμβανε από τον Παραπονούμενο, μεταξύ των οποίων ήταν και ο τρόπος πληρωμής των εμπορευμάτων που έρχονταν στο Περίπτερο. Επανέλαβε επίσης ότι τον Κατηγορούμενο τον γνώρισε αρχές του 2010 διότι τότε άρχισε η συνεργασία μαζί του στο πλαίσιο της οποίας ο ίδιος και άλλοι υπαλλήλοι του Περιπτέρου είχαν εντολή από τον Παραπονούμενο να υπογράφουν απλώς τα τιμολόγια χωρίς να τον πληρώνουν. Γ. Οι Αγορεύσεις Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον Κατηγορούμενο, τα μέρη προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Η πλευρά του Παραπονούμενου, υποστήριξε ότι, από τα παραδεκτά γεγονότα στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος και ότι, σε αντίθεση με τους μάρτυρες υπεράσπισης, η μαρτυρία των οποίων δεν αποδεικνύει, κατά την εισήγηση, την ύπαρξη εύλογης αιτίας, ο Παραπονούμενος ήταν ειλικρινής και παρουσίασε αξιόπιστη και συγκροτημένη μαρτυρία που αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό, την ενοχή του Κατηγορούμενου. Στην αντίπερα όχθη, η πλευρά του Κατηγορούμενου, μέσω της δικής της αγόρευσης, υποστήριξε ότι η ποινική δίωξη στην παρούσα υπόθεση είναι καταχρηστική και θα πρέπει να τερματιστεί λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρισή της και ότι, εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης νομιμοποίησης του Παραπονούμενου στην προώθηση της, καθ' ότι η Επιταγή εκδόθηκε για την εξόφληση ανταλλάγματος που οφείλετο στην εταιρεία του Παραπονούμενου, αλλά και επειδή με την μαρτυρία που προσκόμισε η υπεράσπιση απέδειξε, στον απαιτούμενο βαθμό, την ύπαρξη εύλογης αιτία στην ανάκληση της Επιταγής. Δ. Βάρος Απόδειξης, Νομική Πτυχή και Επίδικα Ζητήματα Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που προσάπτεται εναντίον του Κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:B201, Ποιν. Έφεση 96/2014 ημ. 15/4/2016):
  1. Η έκδοση της επιταγής, και
  2. Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου (εκδότη της επιταγής) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία (βλ. N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ανωτέρω και Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Έφεση 6/18 ημ. 31/10/2018). Σύμφωνα με την N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή του η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια επίσης υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου (εκδότη της Επιταγής) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ανωτέρω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Έχοντας διεξέλθει με προσοχή την προσαχθείσα μαρτυρία αλλά και τις θέσεις των διαδίκων όπως αυτές συνάγονται μέσα από τις αγορεύσεις τους και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, τα οποία κρίνω ότι αποδεικνύουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2), μεταθέτοντας έτσι επί των ώμων του Κατηγορουμένου να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση πληρωμής της Επιταγής (βλ. Δαμιανού ν. Κανάρη ανωτέρω), έπεται ότι τα ζητήματα που παραμένουν προς εξέταση από το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι τα ακόλουθα: (α) αν ο Κατηγορούμενος νομιμοποιείτο στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, (β) αν ο Κατηγορούμενος απέσεισε το βάρος που είχε να δείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της Επιταγής κατά τρόπο ώστε να απαλλάσσεται από την ποινική του ευθύνη που το άρθρο 305 Α
(2)εναποθέτει, και (γ) αν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη δίωξη ώστε η παρούσα διαδικασία να συνιστά κατάχρηση παραβιάζοντας το θεμελιώδες δικαίωμα του Κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Ε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Ως έχει νομολογηθεί, προτού η μαρτυρία χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων θα πρέπει να αξιολογείται από το Δικαστήριο στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν. Δημοκρατία
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανασίου και Άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελεί κατεξοχήν έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου που βλέπει και παρακολουθεί τους μάρτυρες ενώ καταθέτουν κατά τη διάρκεια της δίκης. Όπως επίσης έχει καθοριστεί από την νομολογία, η αξιολόγηση μάρτυρα κρίνεται με βάση σχετικές παραμέτρους όπως η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί εν μέρει ή στην ολότητά της τη μαρτυρία ενός μάρτυρα (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατία
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω παραμέτρους και αφού είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία στο βαθμό που σχετίζεται με τα πιο πάνω επίδικα ζητήματα που παραμένουν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Ο Παραπονούμενος έκανε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας δίδοντας την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του που δόθηκε, στο πλαίσιο αυτό, έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής αφού η εκδοχή του ότι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε σε όφελος του και του παρέδωσε την Επιταγή στις 24/3/2010, την οποία κατέθεσε στην Τράπεζα αυθημερόν και η οποία επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της από τον Κατηγορούμενο υποστηρίζεται πλήρως από το περιεχόμενο και τις σφραγίδες του Τεκμηρίου 1[2] καθώς και από τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Παρέμεινε συνεπής και σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώ παράλληλα απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία του να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που έδωσε σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα ούτε έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά και επίδικα γεγονότα της υπόθεσης. Κυρίως έχω πειστεί, σε ό,τι ενδιαφέρει ειδικότερα το Δικαστήριο στην προκείμενη περίπτωση, ότι η Επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο και παραδόθηκε στον Παραπονούμενο στις 24/3/2010 για την εξόφληση καρτών κινητής τηλεφωνίας ίσης αξίας που παραδόθηκαν εκείνη την ημέρα στον Κατηγορούμενο, την οποία ο Παραπονούμενος κατέθεσε αυθημερόν στην Τράπεζα και η οποία επιστράφηκε απλήρωτη κατόπιν εντολής του Κατηγορούμενου, χωρίς ο τελευταίος να ενημερώσει τον Παραπονούμενο ότι θα σταματούσε την πληρωμή της εν λόγω Επιταγής και χωρίς ο Παραπονούμενος να είχε συμφωνήσει προηγουμένως με τον Κατηγορούμενο διαφορετικό τρόπο πληρωμής του χρέους για το οποίο αυτή εκδόθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος δεν μου άφησε θετικές εντυπώσεις και ουδόλως με έπεισε για την δική του εκδοχή γεγονότων και κυρίως για το λόγο που ανακάλεσε την πληρωμή της Επιταγής. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτός προσπάθησε μέσω της μαρτυρίας του να προβάλει και να παρουσιάσει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε να προωθήσει μια εκδοχή που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να απαλλαχθεί από την ποινική του ευθύνη. Περαιτέρω, η εκδοχή που παρουσίασε δεν είναι αληθοφανής και δεν έχει λογική συνοχή. Στην προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του υπέπεσε σε ουσιώδεις και σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε γενικές, αόριστες και εντελώς ατεκμηρίωτες θέσεις ενώ δεν δίστασε να ισχυριστεί γεγονότα που διαψεύδονται από τα ίδια τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας. Εν κατακλείδι, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εκδοχή η οποία δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Θα δώσω κάποια παραδείγματα ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του:
  1. Ισχυρίστηκε ότι η Επιταγή παραδόθηκε στις 9/3/2010 και ότι ήταν μεταχρονολογημένη, παρόλο που, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα που είχαν δηλωθεί και εγκριθεί από το Δικαστήριο, η Επιταγή εκδόθηκε κατά ή περί την 24/3/2010, δηλαδή κατά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα.
  2. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που ανακάλεσε την Επιταγή ήταν επειδή, πριν την κατάθεσή της, είχε συμφωνήσει με τον Παραπονούμενο διαφορετικό τρόπο πληρωμής της, στη συνέχεια ανέφερε ότι την ανακάλεσε μετά που πληροφορήθηκε την κατάθεσή της και το έκανε αφού, ως ισχυρίστηκε, επικοινώνησε με τον Παραπονούμενο και συμφώνησαν να τιμηθεί διαφορετικά η Επιταγή επειδή αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και δεν μπορούσε να την εξοφλήσει.
  3. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πότε ακριβώς έδωσε στην Τράπεζα εντολή μη πληρωμής της Επιταγής, αναφέροντας αρχικά ότι αυτή δόθηκε από τον ίδιο την περίοδο από 9/3/2010 - 24/3/2010, χωρίς μάλιστα στη συνέχεια να αρνηθεί ότι αυτή μπορεί να δόθηκε την περίοδο από 24/3/2010 μέχρι 30/3/
  4. Δεν ήταν βέβαιος αν η Τράπεζα επικοινώνησε μαζί του μετά την κατάθεση της Επιταγής ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε γραπτή εντολή προς την Τράπεζα που να επιβεβαιώνει ότι ο λόγος ανάκλησης πληρωμής της Επιταγής ήταν αυτός που ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο.
  5. Στην προσπάθειά του να τεκμηριώσει την ύπαρξη της υποτιθέμενης συμφωνίας που επικαλέστηκε ως αιτία για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής, ισχυρίστηκε ότι επιπρόσθετος όρος της εν λόγω συμφωνίας ήταν όπως κάθε τιμολόγιο που θα εξέδιδε προς το Περίπτερο, πάντα σε σχέση με την Επιταγή, θα παρέμενε στην κατοχή του προς απόδειξη των συναλλαγών ενώ ο Παραπονούμενος θα κατέθετε την Επιταγή για να εξασφαλίσει ότι θα υλοποιούνταν η εν λόγω συμφωνία. Η εκδοχή του αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στην κοινή λογική εφόσον δεν εξηγείται πώς θα ήταν εξασφαλισμένος ο Παραπονούμενος από την κατάθεση της Επιταγής, τη στιγμή που ο ίδιος είχε προχωρήσει σε ανάκληση της πληρωμής της αμέσως ή λίγες ημέρες μετά την κατάθεσή της.
  6. Ουδεμία λογική εξήγηση δόθηκε από τον Κατηγορούμενο για ποιο λόγο επέλεξε να εκδώσει την Επιταγή και δεν συμφώνησε εξ αρχής με τον Παραπονούμενο (πριν από την έκδοσή της) διαφορετικό τρόπο πληρωμής των καρτών κινητής τηλεφωνίας που επιθυμούσε να αγοράσει.
  7. Κανένα από τα τιμολόγια που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος ως Τεκμήρια 6 και 7 δεν επιβεβαιώνει την εκδοχή του περί της ύπαρξη συμφωνίας με τον Παραπονούμενο καθ' όσον αφορά τον τρόπο εξόφλησης της Επιταγής ή ότι το ποσό που το καθένα από αυτά αφορά λογιζόταν έναντι του χρέους της Επιταγής, όπως αντιθέτως αναγράφηκε από τον Κατηγορούμενο στο τιμολόγιο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και όπως επίσης εμφαίνεται στα τιμολόγια που κατέθεσε ως Τεκμήρια 3, 4 και 5 αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής τους. Εφόσον η πρακτική του Κατηγορούμενου ήταν να αναγράφει σε κάθε τιμολόγιο τον τρόπο πληρωμής του, διερωτάται κανείς γιατί δεν έκανε το ίδιο ή γιατί δεν απαίτησε αυτό να γίνεται στα τιμολόγια που παρουσίασε ως Τεκμήρια 6 και 7 ώστε να διασφαλίσει την βασιμότητα της εκδοχής που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτά. Υπό το πρίσμα αυτό, ο σχετικός ισχυρισμός του ότι δεν αναγράφεται κάτι στα τιμολόγια (Τεκμήρια 6 και 7) επειδή είχε κάνει με τον Παραπονούμενο «συμφωνία κυριών» δεν πείθει.
  8. Δεν εξηγήθηκε κατά τρόπο λογικό από τον Κατηγορούμενο για ποιο λόγο μέχρι σήμερα δεν επεδίωξε ή δεν απαίτησε με οποιοδήποτε τρόπο την επιστροφή της Επιταγής όταν από το 2012, ως ισχυρίστηκε, υλοποίησε την υποτιθέμενη συμφωνία που είχε μαζί του, εξοφλώντας το χρέος της Επιταγής. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, η εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου δεν γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της και απορρίπτεται. Ο Μ.Υ.2 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας δίδοντας και αυτός την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα, ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει για την εμπλοκή του Παραπονούμενου στην Εταιρεία και στη διαχείριση του Περιπτέρου, χωρίς παράλληλα να προκύπτει ότι είχε οποιοδήποτε συμφέρον να μαρτυρήσει έτσι ώστε να ευνοήσει την πλευρά που τον κλήτευσε να μαρτυρήσει. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής αφού υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια που κατέθεσε ενώ δεν δίστασε να αναγνωρίσει την υπογραφή του στα τιμολόγια που του υποδείχθηκαν εξηγώντας το λόγο που έθεσε την υπογραφή του σε αυτά. Παρέμεινε συνεπής και σταθερός στις θέσεις του κατά την κυρίως εξέτασης του, απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία του να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που θα μπορούσε να πλήξει την αξιοπιστία του και δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Έδωσε μαρτυρία για θέματα τα οποία γνώριζε χωρίς να προσπαθήσει να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός ή να επιβαρύνει καθ΄ οιοδήποτε τρόπο την άλλη πλευρά προς όφελος της υπεράσπισης. Κλήθηκε να μαρτυρήσει για την εμπλοκή που είχε ο Παραπονούμενος στην Εταιρεία και στη διαχείριση του Περιπτέρου ως επίσης και στο ότι ο Κατηγορούμενος παρέδιδε εμπορεύματα στο Περίπτερο στο πλαίσιο της συνεργασίας που είχε με τον Παραπονούμενο, σε μια προσπάθεια της πλευράς του Κατηγορούμενου να ενισχύσει την εκδοχή της ότι ο λόγος ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής ήταν ενόψει της ισχυριζόμενης συμφωνίας που επικαλέστηκε κατά τη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος. Εντούτοις, κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος δεν γνώριζε ούτε ήταν σε θέση να μαρτυρήσει για τα ζητήματα που ενδιαφέρουν το Δικαστήριο στην προκείμενη περίπτωση εφόσον δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε ανέφερε αν τα εμπορεύματα που παρέδιδε ο Κατηγορούμενος στο Περίπτερο ήταν στο πλαίσιο εκτέλεσης της ισχυριζόμενης συμφωνίας του με τον Παραπονούμενο για την εξόφληση του χρέους της Επιταγής και αν αυτή η συμφωνία ήταν ο λόγος ανάκλησης της πληρωμής της ρηθείσας Επιταγής. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν καθόλου βοηθητική ούτε προσφέρει οτιδήποτε επί της ουσίας για την επίλυση των ζητημάτων που παραμένουν προς εξέταση από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια, πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία προέβηκα ανωτέρω, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα ακόλουθα, επιπρόσθετα, ευρήματα: (i) Η Επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο και παραδόθηκε στον Παραπονούμενο στις 24/3/2010, ημερομηνία κατά την οποία ο Παραπονούμενος την κατέθεσε στην Τράπεζα για πληρωμή. (ii) Η Επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη στις 30/3/2010[3]. (iii) Ο Κατηγορούμενος δεν ενημέρωσε τον Παραπονούμενο ότι θα σταματούσε την πληρωμή της Επιταγής και ουδέποτε πριν την ανάκλησή της ο Παραπονούμενος συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο διαφορετικό τρόπο πληρωμής του χρέους που αυτή αφορά. (iv) Ο Παραπονούμενος, πέραν της παρούσας υπόθεσης, δεν έχει εγείρει εναντίον του Κατηγορούμενου οποιαδήποτε άλλη διαδικασία για την είσπραξη του χρέους που οφείλεται από τον Κατηγορούμενο. (v) Η συνεργασία του Παραπονούμενου με τον Κατηγορούμενο συνεχίστηκε και μετά την έκδοση της Επιταγής. Στ. Τελικά Συμπεράσματα και Κατάληξη Κατ' ακολουθία των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, η θέση της υπεράσπισης ότι ο Παραπονούμενος δεν νομιμοποιείτο στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εφόσον, δεδομένης της έκδοσης της Επιταγής σε όφελος του Παραπονούμενου, γεγονός το οποίο συνεπάγεται την ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος για την έκδοση της Επιταγής[4] καθιστώντας έτσι τον Παραπονούμενο κάτοχο αυτής για αξία εν τη εννοία του Κεφ. 262 και δεδομένου ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια μαρτυρία που να ανατρέπει το τεκμήριο αυτό, ο Παραπονούμενος, ως το πρόσωπο που φαίνεται σαν δικαιούχος της Επιταγής, νομιμοποιείτο να καταχωρίσει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Τα όσα προβλήθηκαν επί του προκειμένου από πλευράς υπεράσπισης σε σχέση με το αντάλλαγμα της Επιταγής ενδεχομένως να είχαν ουσία πριν την τροποποίηση του άρθρου 305 Α όταν ακόμη στο εδάφιο
(6)ρητά προέβλεπε την υπεράσπιση «Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της» (βλ. Μαυρουδή ν. Δικηγορικής Εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC, Ποιν. Έφεση 156/18 ημ. 21/2/2019). Σε κάθε περίπτωση, όπως υποδεικνύεται στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ανωτέρω) και στην NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ ανωτέρω, η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής (εδώ του Κατηγορούμενου) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α, χωρίς να εκτείνεται σε άλλες παραμέτρους ή έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση, όπως είναι η πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης. Στα περιστατικά της υπόθεσης, το θέμα δεν ήταν αν ο Παραπονούμενος έδωσε καλή αντιπαροχή για τη λήψη της Επιταγής αφού δεν ήταν αυτός ο λόγος που, κατά την υπεράσπιση, ανακόπηκε η πληρωμή της. Η δικαιολογία που προβλήθηκε από την υπεράσπιση κατά τη δίκη ήταν η ύπαρξη συμφωνίας για την πληρωμή του χρέους της Επιταγής με διαφορετικό τρόπο (σε είδος). Συνεπώς, το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής επί τη βάσει της προβαλλόμενης προς το πιστωτικό ίδρυμα δικαιολογίας και όχι αν ο Παραπονούμενος έλαβε νόμιμο αντάλλαγμα ώστε να θεωρείται νομιμοποιημένος κάτοχος αυτής, ζήτημα το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, ετέθη για πρώτη φορά μέσω της αγόρευσης του δικηγόρου της υπεράσπισης προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης. Για τους πιο πάνω λόγους, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης περί μη νομιμοποίησης του Παραπονούμενου στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης κρίνεται αβάσιμη και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Όπως προαναφέρθηκε, δεδομένης της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2), το βάρος μετατέθηκε στους ώμους του Κατηγορούμενου να καταδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής. Στα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά έχει ερμηνευτεί. Αφενός, δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τον Κατηγορούμενο με την οποία να αποδεικνύεται ότι παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα το λόγο ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής που επικαλέστηκε κατά τη δίκη, θέτοντας έτσι τέρμα στην υπεράσπιση του περί «εύλογης αιτίας» εφόσον η επίκλησή της τελεί υπό την προϋπόθεση ότι ο λόγος για την εντολή μη πληρωμής της Επιταγής δηλώθηκε γραπτώς από τον Κατηγορούμενο (ως ο εκδότης της Επιταγής) στο πιστωτικό ίδρυμα κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεχτή ως αξιόπιστη και ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ουδεμία συμφωνία έγινε μεταξύ Κατηγορούμενου και Παραπονούμενου πριν την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής αναφορικά με τον τρόπο εξόφλησης του χρέους για το οποίο αυτή εκδόθηκε. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής από τον Κατηγορούμενο δεν έχει αποδειχθεί ότι έγινε για οποιαδήποτε εύλογη αιτία. Παρά τα πιο πάνω, η υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ εφόσον εγείρεται με την υπεράσπιση ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στη δίωξη του Κατηγορούμενου και προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ότι μέχρι τις 29/12/2017, ημερομηνία καταχώρισης του υπό κρίση κατηγορητηρίου, παρήλθαν 7 έτη και 9 μήνες από την ημερομηνία διάπραξης του υπό εξέταση αδικήματος, με αποτέλεσμα να υπάρχει συζητήσιμο θέμα παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ώστε να χρήζουν εξέτασης οι σχετικοί παράγοντες για να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημήτρης Μερχή v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 67/05 και 80/05 ημ. 24/3/05, ο χρόνος της καθυστέρησης διαχωρίζεται (
  1. i)στον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης δηλαδή από την ημερομηνία που υπήρξε η καταγγελία/παράπονο η οποία είχε ως αποτέλεσμα την διερεύνηση της υπόθεσης και την καταχώρηση της και (
  2. ii)στον χρόνο από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την συμπλήρωση της εκδίκασης. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου και άλλος
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται και οι υπόλοιπες παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη. Στην Μ & Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, ECLI:CY:AD:2020:B216, Ποιν. Έφεση 104/2019 ημ. 3/7/2020, η οποία αφορούσε αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα που διαπράχθηκαν 5 ½ έτη πριν από τη δίωξη του εκεί κατηγορούμενου/εφεσίβλητου, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας το δικαστικό λόγο στην L.C.A. Domiki Ltd, Ποιν. Αιτ. 14/2018, ημ. 2.10.2018, επιβεβαίωσε την ορθότητα της πρωτόδικης κρίσης να τερματίσει υπό τις εκεί δοσμένες περιστάσεις τη διαδικασία λόγω κατάχρησης με αναφορά στην παρατηρηθείσα καθυστέρηση, κρίνοντας, αφενός, ότι το ζήτημα αυτό δύναται να εξεταστεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης και καταλήγοντας, αφετέρου, ότι: «Η χωρίς επαρκή επεξήγηση καθυστέρηση για σχεδόν 5 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, καθιστούσε την διαπίστωση κατάχρησης εύλογη και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου υπέρ του τερματισμού της διαδικασίας δικαιολογημένη». Στην μεταγενέστερη Ποινική Αίτηση της Arameat Ltd, αρ. 6/20 ημ. 7/11/2020 (η οποία, αν και απόφαση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι υψηλής πειστικής αξίας για τα Επαρχιακά Δικαστήρια[5]) που αφορούσε αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα και απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις επί γεγονότων που ανέτρεχαν στο Φεβρουάριο 2013 (16 από τις 18 κατηγορίες) σε κατηγορητήριο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση τον Νοέμβριο του 2020, το Δικαστήριο, υιοθετώντας την προσέγγιση στην Domiki ανωτέρω και αφού έκρινε ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι αιτιολόγησης της παρατηρηθείσας καθυστέρησης δεν ήταν ικανοποιητικοί και πειστικοί, δεν ενέκρινε την καταχώριση του κατηγορητηρίου επειδή, μεταξύ άλλων, διέκρινε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρισή του, αναφέροντας επί του προκειμένου ότι: «Όπως υποδείχθηκε στην L.C.A. Domiki ο έλεγχος του κατηγορητηρίου για σκοπούς καταχώρισης του δεν περιορίζεται στους κανόνες ορθής διατύπωσης και στο νομότυπο του, αλλά «πρέπει και να συνάδει με τους σκοπούς της ποινικής δίωξης ευρύτερα. Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη είναι και η πάροδος του χρόνου, η φύση των αδικημάτων, η δυνατότητα εναλλακτικής ή πρόσθετης θεραπείας και βεβαίως η ενόχληση που μπορεί να προκύψει στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης λόγω μακράς καθυστέρησης ή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας». Δεν είχε παραβλέψει το δικαστήριο στην L.C.A Domiki το περιορισμένο της προβλεπόμενης ποινικής παραγραφής στην Κύπρο σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 88, Κεφ. 155. Υπέδειξε όμως ότι τούτο «δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης όποτε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος». Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε ότι η ποινική φύση της δίωξης την διαφοροποιεί από την αστική ευθύνη. Σε τούτο προσθέτω ως χαρακτηριστικό ότι ακόμα και από πλευράς αστικής ευθύνης ο νομοθέτης έθεσε ως όριο παραγραφής τη συμπλήρωση των έξι ετών (άρθρο 8 του περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Ν. 66(Ι)/2012). Θα πρέπει να προβληματίσει το νομοθέτη το γεγονός της παραγραφής αστικής ευθύνης με παράλληλη διατήρηση δυνατότητας για ποινική δίωξη χωρίς χρονικούς περιορισμούς. Ενώ είναι η ποινική παραγραφή που θα έπρεπε, ως εκ της φύσεως της ποινικής ευθύνης, να προέχει. Εν προκειμένω, αφενός είναι το αντικειμενικό γεγονός της μακράς καθυστέρησης για 7½ και πλέον χρόνια και αφετέρου οι γενικόλογοι ισχυρισμοί που δεν θα μπορούσαν να είναι ικανοποιητικοί και πειστικοί ώστε να δικαιολογηθεί η ποινική δίωξη για αδικήματα συνοπτικής εκδίκασης με τέτοια καθυστέρηση. Στην L.C.A. Domiki κρίθηκε ότι η παρέλευση πενταετίας καθιστούσε πλέον την ιδιωτική ποινική δίωξη σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της διαδικασίας πορεία που θα έπρεπε να αναχαιτιστεί. Οι αιτητές μπορούν να καταφύγουν στην εναλλακτική θεραπεία της αστικής αξίωσης (βλ. L.C.A. Domiki) ως πιο πρόσφορη μετά από τόσα χρόνια, νοουμένου ότι θα μπορούσε να υπερπηδηθεί ο σκόπελος της παραγραφής επί τη βάσει των ισχυρισμών για μεταγενέστερη γνώση.» Εν προκειμένω, ο Παραπονούμενος αποδίδει την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στις υποσχέσεις που του έδινε κατά καιρούς ο Κατηγορούμενος ότι θα πλήρωνε το χρέος της Επιταγής, με τις προσπάθειες του να περιορίζονται απλώς σε επανειλημμένες οχλήσεις προς τον Κατηγορούμενο που έγιναν από τον ίδιο είτε μέσω τηλεφώνου είτε (μια φορά) μέσω υπαλλήλου του που τον έστειλε να συναντήσει τον Κατηγορούμενο στο χώρο όπου εργαζόταν για να του ζητήσει τη διενέργεια συνάντησης με σκοπό τη διευθέτηση του χρέους, είτε με τον ίδιο να εγείρει το ζήτημα αυτό όταν εντόπιζε τυχαία τον Κατηγορούμενο σε καταστήματα κοινών συνεργατών τους. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία του, λόγω της γνωριμίας, των σχέσεων και της πολυετούς συνεργασίας που είχε με τον Κατηγορούμενο και ενόψει των υποσχέσεων που του έδιδε ο Κατηγορούμενος ότι θα εξοφλούσε το χρέος της Επιταγής, δεν έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης ενωρίτερα, το έπραξε ωστόσο για να τιμωρηθεί ο Κατηγορούμενος όταν διαπίστωσε τελικά ότι οι υποσχέσεις του δεν ήταν ειλικρινείς και ότι «τον κορόιδευε», χωρίς εν τω μεταξύ να έχει εγείρει εναντίον του οποιαδήποτε άλλη διαδικασία για την είσπραξη της οφειλής. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, δεν αποδέχομαι ότι οι πιο πάνω, γενικόλογες, αναφορές του Παραπονούμενου, συνιστούν επαρκή επεξήγηση ώστε να δικαιολογούν την αντικειμενικά μεγάλη καθυστέρηση των 7 ετών και 9 μηνών στη δίωξη του Κατηγορούμενου, σε συνδυασμό πάντοτε με τη συνοπτική φύση της παρούσας διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο καλείται υπό τις περιστάσεις να αποδώσει ποινική ευθύνη στον Κατηγορούμενο επιβάλλοντας σε αυτόν ποινή για αδίκημα που διαπράχθηκε πριν από 11 περίπου έτη. Υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα καταχώρισης ποινικής δίωξης από ιδιώτη δεν είναι απόλυτο και δεν είναι (ούτε πρέπει να είναι) ανεξέλεγκτο, αφού η ιδιωτική ποινική δίωξη είναι απλώς ένα χρήσιμο συνταγματικό εχέγγυο κατά της αυθαίρετης, διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης των αρχών να προβούν σε δίωξη παραβατών ιδιωτικού δικαίου, εκεί όπου η αστυνομία αδρανήσει στο έργο της ή παραλείψει να προβεί στη δίωξη του φερόμενου ως παραβάτη (Ποινική Αίτηση 10/2019, ημ. 6/5/2019, K.P. BLUE DOLPHIN HOMES LTD v. Ε. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΗΣ κ.α., Πον. Έφεση 249/2018 ημ. 15/10/2020 και Κυπριανού, Ποιν. ECLI:CY:AD:2021:D4, Αίτηση 10/20 ημ. 12/1/2021). Είναι, κατά συνέπεια, πρόδηλο ότι το δικαίωμα έγερσης μιας ποινικής διαδικασίας αυτής της φύσεως (όπως η παρούσα) δεν μπορεί να συνιστά εφεδρικό βέλος στη δικονομική φαρέτρα του ιδιώτη-παραπονούμενου προς αναζήτηση τιμωρίας εναντίον του παραβάτη από Δικαστήριο ποινικής δικαιοδοσίας όταν και εφόσον διασαλευτούν οι μεταξύ τους προσωπικές, συμβατικές ή οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις ή στην περίπτωση που δεν τελεσφορούν προς όφελος του πρώτου άλλες, περιθωριακής σημασίας, προσπάθειες, όπως εκείνες που ανέφερε εν προκειμένω ότι έκανε ο Παραπονούμενος, ο οποίος οχλούσε, ανεπιτυχώς, μέσω τηλεφώνου ή με άλλους παρεμφερείς τρόπους, τον Κατηγορούμενο, επιδεικνύοντας, ταυτόχρονα και για μεγάλο χρονικό διάστημα, αδικαιολόγητη ανοχή ή πίστη στις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του Κατηγορούμενου, λόγω της γνωριμίας και των σχέσεων που διατηρούσαν. Ούτε υπεισέρχονται οποιοιδήποτε άλλοι σχετικοί παράγοντες που να αιτιολογούν την πιο πάνω μακρά καθυστέρηση στη δίωξη του Κατηγορούμενου. Αφενός, η παρούσα υπόθεση δεν εντάσσεται στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, εφόσον αφορά μία κατηγορία που δεν έχριζε οποιασδήποτε διερεύνησης ούτε υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παρουσίασε την μαρτυρία ενός μάρτυρα με την κατάθεση ενός τεκμηρίου προς απόδειξη της υπόθεσης της. Αφετέρου, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντικειμενική αδυναμία του Παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη όλο αυτό το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου άλλωστε ότι γνώριζε τον Κατηγορούμενο και γνώριζε ανά πάσα στιγμή που θα μπορούσε να τον εντοπίσει. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, κρίνω ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται από τη διάπραξη του υπό εξέταση αδικήματος μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, χωρίς να δίδεται προς τούτο οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση που να δικαιολογεί την μακρά αυτή καθυστέρηση, αναπόδραστα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορούμενου δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου, παραβιάζοντας, συναφώς, το εν λόγω θεμελιακό του δικαίωμα και καθιστώντας έτσι τη δίωξη του στην παρούσα διαδικασία καταχρηστική με αποτέλεσμα η μόνη ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις θεραπεία να είναι ο τερματισμός της παρούσας διαδικασίας. Συνακόλουθα, η ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση διακόπτεται και ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ).......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» [2] Σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)του Κεφ. 154, οι σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος καθώς και ο λόγος επιστροφής της Επιταγής που σημειώνονται επί του Τεκμηρίου 1, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [3] Σχετική είναι η σφραγίδα του πιστωτικού ιδρύματος επί του Τεκμηρίου 1. [4] Βλ. NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ ανωτέρω. [5] Βλ. Αναφορικα με την αιτηση της Ρωσικης Ομοσπονδιας για την εκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.