← Κύπρος

Παντελή ν. Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 2685/2015, 8/1/2021

Παντελή ν. Κυριάκου, Αρ. Υπόθεσης: 2685/2015, 8/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2685/2015 Μεταξύ: XXXXX Παντελή Παραπονούμενος -ν- XXXXX Κυριάκου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8.1.2021 Για τον Παραπονούμενο: κ. Καΐλης για κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Φιλοθέου για κ.κ. Ηλίας Α. Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ (ΣΕ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΝΟΜΙΚΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ) Κρίνω ότι είναι επιβοηθητικό για σκοπούς κατανόησης του θέματος στο οποίο αφορά η παρούσα απόφαση να γίνει μια αναφορά σε αδρές γραμμές στη μέχρι σήμερα πορεία της παρούσας υπόθεσης όπως αυτή προκύπτει από τον φάκελο της διαδικασίας. Στις 9.7.2015 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση στο κατηγορητήριο της οποίας περιλαμβάνονταν 2 κατηγορίες. Σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε κατηγορίες για πρόκληση μη εξόφλησης 2 επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, με αριθμό XXXXX9196 και XXXXX9197, για το ποσό των €100.000 η κάθε μια, που φέρεται να εκδόθηκαν επί της Τράπεζας Κύπρου. Στις 20.2.2020, κατόπιν σχετικού αιτήματος του δικηγόρου του παραπονούμενου στο οποίο συγκατατέθηκε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου και το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, τροποποιήθηκε το κατηγορητήριο με την προσθήκη των κατηγοριών 3 και 4 οι οποίες, σύμφωνα με την Έκθεση Αδικήματός τους, αφορούν στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Την ίδια ημέρα ο δικηγόρος του παραπονούμενου δήλωσε ότι δεν θα προσφέρει μαρτυρία για τις κατηγορίες 1 και 2 οι οποίες στη συνέχεια απορρίφθηκαν και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε σε αυτές. Στις 18.9.2020 που η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση και η πλευρά του παραπονούμενου είχε διαθέσιμους στο Δικαστήριο τους μάρτυρές της, ο τότε δικηγόρος του κατηγορούμενου, εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να απαλλαχθεί στις κατηγορίες 3 και 4 λόγω δεδικασμένου που προέκυψε από την απόσυρση και την συνακόλουθη αθώωσή του στις κατηγορίες 1 και
  1. Η εν λόγω εισήγησή του απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου η οποία δόθηκε την ίδια ημέρα από την έδρα. Στη συνέχεια και αφού κλήθηκε η πλευρά του παραπονούμενου να παρουσιάσει τον πρώτο της μάρτυρα ο δικηγόρος του κατηγορούμενου υπέβαλε αίτημα αναβολής για να υποβάλει, ως δήλωσε, νομικό ερώτημα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το αίτημά του για αναβολή εγκρίθηκε, παρά την ένσταση του δικηγόρου του παραπονούμενου, και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση αρχικά στις 25.11.2020 και στη συνέχεια στις 7.12.2020 αφού ο δικηγόρος του κατηγορούμενου στις 25.11.2020 είχε κώλυμα επειδή ευρισκόταν σε υπόθεση ενώπιον του Μονίμου Κακουργιοδικείου. Στις 3.12.2020 ο προηγούμενος δικηγόρος του κατηγορούμενου καταχώρησε την επίδικη αίτηση η οποία ορίστηκε στις 7.12.2020 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Εκείνη την ημέρα ζήτησε και του δόθηκε άδεια να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση του κατηγορούμενου λόγω διαφωνίας που υπήρχε μεταξύ τους ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης. Στις 14.12.2020 ο κατηγορούμενος διόρισε νέο δικηγόρο ο οποίος προώθησε την παρούσα αίτηση, το αιτητικό της οποίας μεταφέρω αυτολεξεί πιο κάτω, με την οποία ζητά από το Δικαστήριο όπως: «Α. Παραπεμφθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προς το Ανώτατο Δικαστήριο Νομικό Ερώτημα με το οποίο να ερωτάται το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πόσο είναι επιτρεπτό να προχωρά η εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ποινικής υπόθεσης αναφορικά με τις κατηγορίες 3 & 4 που αφορούν αδικήματα με βάση τον Ποινικό Κώδικα άρθρο 305 Α παράγραφος 1 για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα ενώ ο κατηγορούμενος μέσα στα πλαίσια της ίδιας ποινικής υπόθεσης αθωώθηκε και απαλλάχτηκε από της κατηγορίες 1 & 2 που αφορούσαν αδικήματα επίσης με βάση τον ποινικό κώδικα άρθρο 305 Α παράγραφος 2 και τα γεγονότα αφορούσαν τις ίδιες επιταγές ήτοι την επιταγή υπ' αριθμό XXXXX9196 της Τράπεζας Κύπρου κατηγορίες 1 & 3 και την επιταγή υπ' αριθμόXXXXX9197 της Τράπεζας Κύπρου κατηγορίες 2 &
  2. Β. Παραπεμφθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νομικό Ερώτημα για να αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πόσο» Η επίδικη αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 148 και 149 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 και επί των Συμφυών και Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από σχετική ένορκη δήλωση του κατηγορούμενου. Οι δικηγόροι του παραπονούμενου καταχώρησαν ένσταση στην εν λόγω αίτηση στις 18.12.2020 και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 22.12.
  3. Στην ένσταση περιλαμβάνονται 14 λόγοι ένστασης για τους οποίους προβάλλεται ότι η επίδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους στο οποίο ο καθένας τους υποστηρίζει τις θέσεις του διαδίκου τον οποίο εκπροσωπεί. Ο κ. Φιλοθέου διευκρίνισε περαιτέρω ότι η αίτηση του κατηγορούμενου προωθείται μόνο στη βάση του άρθρου 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 παρόλο που στη νομική της βάση αναγράφεται και το άρθρο
  4. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Το άρθρο 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 έχει ως ακολούθως: 148.-
(1)Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου.
(2)Σε κάθε τέτοια περίπτωση ο Πρόεδρος του Κακουργιοδικείου ή ο Δικαστής που εκδικάζει, ανάλογα με την περίπτωση, ετοιμάζει έκθεση του νομικού ζητήματος που επιφυλάχτηκε με τα περιστατικά υπό τα οποία αυτό εγέρθηκε και διαβιβάζει αντίγραφο αυτής στον Αρχιπρωτοκολλητή.
(3)Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζει και αποφασίζει για το νομικό ζήτημα που επιφυλάχτηκε και δύναται- (α) αν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο- (ι) να επικυρώσει την καταδίκη (ιι) να ακυρώσει την καταδίκη όποτε στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος αθωώνεται (ιιι) να διατάζει όπως η απόφαση του Δικαστηρίου ακυρωθεί και όπως αντί αυτής, εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο όπως έπρεπε να εκδιδόταν κατά τη δίκη (β) αν το Δικαστήριο δεν έχει εκδώσει την απόφαση του, να επαναπέμψει σε αυτό την υπόθεση μαζί με την γνωμοδότηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το νομικό ζήτημα που επιφυλάχτηκε. Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι το θέμα της παραπομπής νομικού ζητήματος προς το Ανώτατο Δικαστήριο από Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του κατώτερου Δικαστηρίου στην περίπτωση που η σχετική αίτηση δεν υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η παρούσα αίτηση δεν καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και λόγω τούτου είναι προφανές ότι το παρόν Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια επί του εγερθέντος θέματος. Η νομολογία τόνισε ότι οι εξουσίες παραπομπής νομικού ζητήματος για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο πρέπει να ασκούνται με φειδώ και μόνο σε κατάλληλες υποθέσεις (Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63). Στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. Κυριάκου, ECLI:CY:AD:2018:C262, Νομικό Ερώτημα Αρ. 374, ημερομηνίας 31.5.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Νομολογία μας είναι πλούσια αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 148
(1), τόσο όσον αφορά το τι συνιστά «νομικό ζήτημα», όσο και όσον αφορά τη φράση «που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης». «Νομικό ζήτημα» ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει αμιγώς νομικό θέμα. Δεν παρέχεται εξουσία επιφύλαξης μικτού θέματος δικαίου και γεγονότων. Στην υπόθεση In re Hadjicostas
(1984)1 C.L.R. 513, τονίστηκε ότι, αμιγές νομικό θέμα είναι εκείνο που αφορά στην εφαρμογή του Νόμου επί δεδομένων γεγονότων. Εάν, δηλαδή, τα γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει το Νόμο, δεν είναι αμφισβητούμενα, το σημείο είναι νομικό. Πρόκειται, δηλαδή, για εφαρμογή του Νόμου επί αναντίλεκτων ή μη αμφισβητούμενων γεγονότων. Πότε ένα νομικό ζήτημα, εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης, εξετάστηκε σε διάφορες αποφάσεις (Δέστε: In re Charalambous
(1974)1 C.L.R. 37, Pastellopoullos v. The Republic
(1985)2 A.A.Δ. 165, Δημοκρατία v. Kirnouyan
(1996)2 A.A.Δ. 126, Louca & Another v. Republic
(1984)2 C.L.R. 386, Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63 και Πατίκκη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 175). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στο Σύγγραμμα Γεώργιος Μ. Πικής, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση, σελ. 339 - 342. Από την προαναφερόμενη Νομολογία, είναι προφανές ότι, ένα νομικό σημείο, για να εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης, σύμφωνα με το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155, θα πρέπει να είναι επιβαλλόμενο, ούτως ειπείν, επί του πρωτόδικου Δικαστηρίου, απαιτώντας άμεση απάντηση (Δέστε: In re Charalambous [ανωτέρω]). Οι εξουσίες παραπομπής νομικού σημείου για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 148
(1)του Κεφ. 155, θα πρέπει να ασκούνται με φειδώ και μόνο σε κατάλληλες υποθέσεις, όπως τονίστηκε στην Police v. Ekdotiki Eteria (ανωτέρω). Νομικό σημείο, εγειρόμενο κατά τη διάρκεια της δίκης, σημαίνει το νομικό σημείο που αναφύεται σε στάδιο της δίκης, κατά το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί (άμεσα) για να μπορέσει η δίκη να συνεχιστεί περαιτέρω, σύμφωνα με το Νόμο και τους σχετικούς κανόνες πρακτικής της ποινικής δικονομίας (Δέστε: Pastellopoullos [ανωτέρω]). Ο πρωταρχικός ρόλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του ως Εφετείο, είναι να αναθεωρεί τις ενδιάμεσες και τελικές αποφάσεις των πρωτοδίκων Δικαστηρίων, στα πλαίσια εφέσεων, ή άλλων διαδικαστικών διαδικασιών αναθεώρησης (Δέστε: Louca [ανωτέρω]). Όπως τονίστηκε στην Πατίκκη (ανωτέρω), δεν επιφυλάσσεται, για γνωμοδότηση, οποιοδήποτε ζήτημα εγείρεται διαρκούσης της δίκης, έστω και αν αυτό ζητείται από το Γενικό Εισαγγελέα. Η χρήση στο άρθρο 148
(1)του όρου «εγειρόμενο», δεικνύει ότι θα πρέπει να επιφυλάσσονται ζητήματα, των οποίων η λύση πρέπει να είναι κρίσιμη, είτε για το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης, είτε για την κρίση κάποιας πτυχής του που προοιωνίζει το αποτέλεσμα. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν εγείρεται τέτοιο νομικό ζήτημα, μέσα στην προαναφερόμενη έννοια, τότε και αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα μπορεί ή και πρέπει να απορρίπτεται. Στην υπόθεση Kirnouyan (ανωτέρω), δόθηκαν κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 148
(1)του Κεφ.
  1. Επεξηγήθηκε η έννοια του Νομικού Ερωτήματος, που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης. Θα πρέπει να υπάρχει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο ώστε η γνωμοδότηση που ζητείται από το Ανώτατο Δικαστήριο να μη συνιστά ακαδημαϊκό εγχείρημα. Το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέφρασε άποψη για συγκεκριμένο θέμα, δεν το καθιστά απαραίτητα και εγειρόμενο, κατά τη διάρκεια της δίκης. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να παραπέμψει νομικό θέμα για γνωμάτευση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Κρίνω ότι το θέμα το οποίο εγείρεται με την παρούσα αίτηση στην ουσία του αφορά το κατά πόσο υπάρχει δεδικασμένο για τα αδικήματα των κατηγοριών 3 και 4 τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Το εν λόγω θέμα εγέρθηκε, όπως ανέφερα και πιο πάνω, σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, εξετάστηκε από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε για τους λόγους που φαίνονται στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 18.9.
  2. Κρίνω ότι το θέμα το οποίο εγείρεται με την παρούσα αίτηση δεν απαιτεί άμεση απάντηση από το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αυτό ήδη κρίθηκε από το παρόν Δικαστήριο. Κρίνω επίσης ότι με την παρούσα αίτηση επιχειρείται συγκεκαλυμμένα υπό τον μανδύα του νομικού ζητήματος να ελεγχθεί η ορθότητα της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.9.2020 με την οποία κρίθηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο αναφορικά με τις κατηγορίες 3 και
  3. Κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο αφού η διαδικασία δυνάμει του άρθρου 148 του Κεφ. 155 δεν είναι διαδικασία εφέσεως (ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. Κυριάκου, πιο πάνω). Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ορθό να ασκηθεί προς την απόρριψη της επίδικης αίτησης. Συνακόλουθα η αίτηση ημερομηνίας 3.12.2020 που καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο απορρίπτεται. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.