← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης:599/2017, 25/1/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης:599/2017, 25/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B14 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:599/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Νικολάου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25/1/2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη μαζί με κα Γ. Κέλο (ασκούμενη δικηγόρο) Για Κατηγορούμενο: Η κα. Κ. Θεοχαρίδου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα ποινική υπόθεση, συνολικά, 10 κατηγορίες. Όλες αφορούν το αδίκημα της προσβολής υφιστάμενου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, κατά παράβαση προνοιών του Περί Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας Nόμου, Ν. 59

(1)/76. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος, την 13.12.2014, στο ξενοδοχείο με την ονομασία 'Semeli', εν γνώσει του προέβηκε σε δημόσιες εκτελέσεις μουσικών έργων, οι οποίες ενέχουν προσβολή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, δηλαδή μετέδωσε μουσικά έργα (ως αυτά καταγράφονται αντιστοίχως σε κάθε έκαστη κατηγορία), άνευ της άδειας της εταιρείας "The Performing Rights Society" (στο εξής καλούμενη «η P.R.S»), δικαιούχου των πνευματικών δικαιωμάτων των πιο πάνω μουσικών έργων. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε δύο μάρτυρες, τη XXXXX Μιλέα (Μ.Κ 1) μέτοχο και γραμματέα της εταιρείας P.M. Σκουφαρίδης & Σία Λτδ (στο εξής καλούμενη «η Σκουφαρίδης») και τον Λοχία XXXXX Μ. Χ'' Θεοδούλου (Μ.Κ 2). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74
(1)(Β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία. Η ευπαίδευτη συνήγορός του κατηγορουμένου, μέσω της γραπτής αγόρευσής της, επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να απαλλάξει από το στάδιο αυτό τον κατηγορούμενο. Ήταν συνοπτικά, η εισήγησή της, ότι μεταξύ άλλων, δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και ειδικότερα το γεγονός ότι η P.R.S είναι η δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων των εν λόγω μουσικών έργων και ότι τα μουσικά έργα, τα οποία κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής εκτελέστηκαν δημόσια, δεν έχει αποδειχθεί, με την υπάρχουσα μαρτυρία, ότι ήταν τα πρωτότυπα, εφόσον μόνο αυτά τυγχάνουν προστασίας με βάση τον πιο πάνω Νόμο. Τέλος, ήταν η εισήγησή της, ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή που να επιβεβαιώνει στο Δικαστήριο ότι έγινε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οποιαδήποτε δημόσια εκτέλεση των εν λόγω μουσικών έργων και ότι, επίσης, δεν έχει αποδειχθεί, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου δοθείσα μαρτυρία, ότι τα πνευματικά δικαιώματα των συνθετών ή στιχουργών δεν έχουν αποσβεστεί, εφόσον με βάση τις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου, αυτά τυγχάνουν προστασίας μόνο για περίοδο 50 ετών, μετά την ημερομηνία εκτέλεσης ή ερμηνείας του εκάστοτε μουσικού έργου. Από την άλλη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει σε απολογία τον Κατηγορούμενο εφόσον έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στη συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας των Μ.Κ 1 και Μ.Κ 2, τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας, είναι καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της καταγγελία (Τεκμήριο 1) που υπέβαλε στην Αστυνομία. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, η εταιρεία Σκουφαρίδης εδώ και χρόνια εκπροσωπεί στην Κύπρο, δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης, την P.R.S. Η τελευταία διατηρεί εταιρεία στην Κύπρο με την επωνυμία P.R.S Ltd. Η P.R.S είναι εταιρεία με μέλη της συνθέτες μουσικής και στιχουργούς. Σκοπός της είναι η συλλογική διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων μουσικών έργων των μελών της, τα οποία εκτελούνται δημόσια. Για τον σκοπό αυτό η εν λόγω εταιρεία εκδίδει άδειες σε χρήστες μουσικής για τη χρήση μουσικού ρεπερτορίου έναντι δικαιωμάτων, τα οποία ακολούθως διανέμει στα μέλη της. Για τη συμπλήρωση των πιο πάνω δραστηριοτήτων της, η P.R.S έχει υπογράψει εδώ και χρόνια συμφωνία αμοιβαίας εκπροσώπησης με τους αντίστοιχους οργανισμούς των υπόλοιπων χωρών, ούτως ώστε τα μέλη και δικαιούχοι των υπόλοιπων οργανισμών να εκπροσωπούνται στο τόπο όπου δραστηριοποιείται ο άλλος. Με τις εν λόγω συμφωνίες η P.R.S εκπροσωπεί το παγκόσμιο ρεπερτόριο. Σε ό,τι αφορά τον ελληνικό οργανισμό πνευματικής ιδιοκτησίας (Α.Ε.Π.Ι), εκτός από το συμβόλαιο αμοιβαίας εκπροσώπησης από την P.R.S, της έχει παραχωρηθεί προσωπικά πληρεξούσιο προς προστασία των μελών της εν λόγω εταιρείας στην Κύπρο. Σε σχέση με το υποστατικό Semeli, παρά τις επιστολές της και την προσωπική της ενημέρωση προς τους διευθυντές της πιο πάνω ξενοδοχειακής μονάδας δεν έχει μέχρι και σήμερα εξασφαλιστεί σχετική άδεια μουσικής πνευματικής ιδιοκτησίας. Στις 13.12.2014 η ίδια προσωπικά επισκέφθηκε, ως πελάτης, το 'Dionysos Βar', το οποίο βρίσκεται εντός της πιο πάνω ξενοδοχειακής μονάδας, και διαπίστωσε ότι μεταδιδόταν μουσική, από την οποία απέρρεαν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας τα οποία και ηχογράφησε. Αφού μετέφερε την πιο πάνω ηχογράφηση στα αρχεία και στο ηλεκτρονικό δίκτυο της P.R.S, διαπίστωσε, πράγματι, ότι από τα εν λόγω μουσικά έργα απορρέουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα μουσικά έργα, τα οποία καταγράφονται στο κατηγορητήριο, έχουν δικαιούχους τους οποίους εκπροσωπεί η P.R.S λόγω συμβάσεων αμοιβαίας εκπροσώπησης που έχει με αντίστοιχους οργανισμούς. Σε συμπληρωματική της δήλωση (Τεκμήριο 2) προς την Αστυνομία, παρέδωσε διάφορα έγγραφα τα οποία τεκμηριώνουν, τα όσα υποστήριξε στην πιο πάνω αρχική της καταγγελία. Αντεξεταζόμενη η εν λόγω μάρτυρας και σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, η ίδια δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, λόγω αμέλειας της ως ισχυρίσθηκε, τόσο το καταστατικό της P.R.S όσο και της Σκουφαρίδης, τα οποία αναφέρουν ότι σκοπός των εν λόγω εταιρειών είναι η διαχείριση και συλλογή πνευματικών δικαιωμάτων. Αποδέχθηκε, περαιτέρω, ότι το σχετικό ειδικό πληρεξούσιο που της παραχώρησε η Α.Ε.Π.Ι δεν αναφέρει τον λόγο και το σκοπό που αυτό καταρτίστηκε. Ήταν η θέση της πως το γεγονός ότι η P.R.S και η Σκουφαρίδης είναι δικαιούχοι των πνευματικών δικαιωμάτων των εν λόγω μουσικών έργων, αποδεικνύεται αφενός μέσα από το καταστατικό των εν λόγω εταιρειών, όπου αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι εκπροσωπεί τους συνθέτες και τους στιχουργούς και αφετέρου το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και διαμέσου των παραρτημάτων ΑΕ1- ΑΕ7 του Τεκμηρίου 2, τα οποία έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Δεν ήταν σε θέση, επίσης, να καταθέσει στο Δικαστήριο, αφότου της ζητήθηκε από την υπεράσπιση κάτι τέτοιο, τη σχετική ηχογράφηση στην οποία προέβη η ίδια στο εν λόγω ξενοδοχείο, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αφού της ζητήθηκε να παρουσιάσει τις ειδικές συμφωνίες που προέβη η P.R.S με τους συγκεκριμένους συνθέτες και στιχουργούς των μουσικών έργων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ώστε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της, ότι δηλαδή η P.R.S είναι πράγματι η δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων τους, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι δεν τα έχει στην κατοχή της αφενός γιατί δεν μπόρεσαν να της αποσταλούν από το Ηνωμένο Βασίλειο, λόγω της πανδημίας του Covid-19 και αφετέρου για τον επιπρόσθετο λόγο, όπως ανέφερε, ότι αυτές αφορούν προσωπικά δεδομένα και δεν μπορούν να παρουσιαστούν. Περαιτέρω δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσον τα εν λόγω μουσικά έργα, τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εκτελέστηκαν δημόσια κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η πρώτη ή η δεύτερη εκτέλεσή τους. Σε σχετική ερώτηση για το πώς αποδεικνύεται ότι η P.R.S είναι ένα σώμα χορήγησης αδειών πνευματικών δικαιωμάτων, η εν λόγω μάρτυρας παρέπεμψε σε διάφορα έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Τέλος, αρνήθηκε ότι η πράξη της να ηχογραφήσει τα εν λόγω μουσικά έργα τα οποία εκτελέσθηκαν δημόσια, εντός του ξενοδοχείου, ήταν παράνομη. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με αυτήν, του διαβιβάστηκε στις 08.07.2015 αλληλογραφία που αφορούσε την επίδικη καταγγελία. Η εν λόγω καταγγελία έγινε στο Γραφείο Καταπολέμησης Αδικημάτων Κλοπής Πνευματικής Ιδιοκτησίας από τη Μ.Κ 1, η οποία διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα μουσικών έργων των μελών της, τα οποία εκτελούνται δημόσια και εκδίδει σχετικές άδειες για δημόσια μετάδοση μουσικής. Την 23.09.2016 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4), στην οποία ο ίδιος δήλωσε ότι το ξενοδοχείο του πληρώνει μηνιαίως, για δημόσια μετάδοση μουσικής, συγκεκριμένο ποσό στο συνδρομητικό κανάλι 'Cytavision'. Την 23.09.2016 κατηγόρησε γραπτώς (Τεκμήριο 5) τον κατηγορούμενο, ο οποίος δήλωσε τη μη παραδοχή του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ζήτησε οποιαδήποτε επιπρόσθετα πιστοποιητικά ή έγγραφα από τη Μ.Κ 1, πέραν από αυτών που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, εφόσον ο ίδιος θεώρησε ότι τα όσα είχε ενώπιον του ήταν ικανοποιητικά ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ανέφερε, ότι οι αρχικές εισηγήσεις των ανωτέρων του ήταν, για τέτοιου είδους υποθέσεις, η Αστυνομία να μην εξετάζει τα εν λόγω παράπονα και να συμβουλεύει τους παραπονούμενους, σε περίπτωση που έχουν οποιοδήποτε παράπονο, να καταχωρούν ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Αποτελεί καλά εδραιωμένη η αρχή ότι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο, για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, είναι κατά πόσο η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) έτσι ώστε να κληθεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως συνοψίζονται στην κλασσική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία, τέτοιας φύσεως, από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v Aστυνομίας, Αρ. Ποινικής Έφεσης 112/2014, ημερομηνίας 20/11/15 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα». Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Ο κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία, αρκετά ισχυρή στην ουσία της, που να καθιστά την καταδίκη του μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η νομική βάση όλων των κατηγοριών για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος στηρίζεται στον «Περί του Δικαιώματος Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Συγγενικών Δικαιωμάτων Νόμοι του 1976 μέχρι 2012», Ν. 59/76. Όλες οι κατηγορίες εδράζονται, κυρίως, στο άρθρο 14
(3)του Ν.59(Ι)/76 το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Οποιοσδήποτε ο οποίος εν γνώσει του προβαίνει ή επιτρέπει τη δημόσια εκτέλεση, παρουσίαση ή προβολή επιστημονικού, φιλολογικού, καλλιτεχνικού ή μουσικού έργου ή κινηματογραφικής ταινίας η οποία ενέχει προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας το οποίο υπάρχει σ' αυτό το έργο, ή εν γνώσει του προβαίνει ή επιτρέπει τη δημόσια εκτέλεση ερμηνείας ή εκτελέσεως, η οποία ενέχει προσβολή ή συγγενικού δικαιώματος, το οποίο προστατεύεται από τον παρόντα Νόμο, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή οποία δε θα υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες (£30,000) λίρες ή σε φυλάκιση η οποία δε θα υπερβαίνει τα τρία (3 έτη) ή και στις δύο αυτές ποινές και, σε περίπτωση δεύτερης ή οποιασδήποτε μεταγενέστερης καταδίκης, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δε θα υπερβαίνει τις τριάντα πέντε χιλιάδες (£35,000) λίρες ή σε φυλάκιση η οποία δε θα υπερβαίνει τέσσερα
(4)έτη ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 14
(3), ως προκύπτει μέσα από την εν λόγω νομοθετική διάταξη, είναι τα ακόλουθα:
(1)η δημόσια εκτέλεση μουσικού έργου,
(2)η ύπαρξη δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος
(3)η προσβολή του εν λόγω δικαιώματος και
(4)γνώση των πιο πάνω Το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου αναφέρει ποια έργα τυγχάνουν προστασίας από τον εν λόγω Νόμο. Παραθέτω, αυτούσιο, το εν λόγω άρθρο σε ό,τι εν προκειμένω διαφέρει: «Έργα και πράξεις προστατεύσιμα υπό του παρόντος Νόμου 3.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, προστατεύσιμα υπό του παρόντος Νόμου είναι— (α) Υπό μεν δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας— . (iii) μουσικά έργα· . (β) υπό δε συγγενικού δικαιώματος, ερμηνείες ή εκτελέσεις έργων από καλλιτέχνες..» 'Συγγενικό δικαίωμα' σύμφωνα με το νόμο σημαίνει το προβλεπόμενο από το νόμο συγγενικό προς την πνευματική ιδιοκτησία δικαίωμα και είναι προστατεύσιμο από το Νόμο, εφόσον αφορούν ερμηνείες ή εκτελέσεις έργων από καλλιτέχνες (άρθρα 2 και 3 του Ν. 59/76). Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του σχετικού Νόμου "ερμηνευτές ή εκτελεστές καλλιτέχνες" σημαίνει 'τα πρόσωπα, τα οποία ερμηνεύουν ή εκτελούν με οποιοδήποτε τρόπο έργα του πνεύματος, όπως οι ηθοποιοί, οι μουσικοί, οι τραγουδιστές, οι χορωδοί, οι χορευτές, οι καλλιτέχνες κουκλοθεάτρου, θεάτρου σκιών, θεάματος ποικιλιών (βαριετέ) ή τσίρκο'. Στη προκειμένη περίπτωση, θέση της κατηγορούσας αρχής είναι ότι με την δημόσια εκτέλεση των μουσικών έργων (τραγουδιών) στο εν λόγω ξενοδοχείο έχουν παραβιασθεί τα πνευματικά δικαιώματα των στιχουργών και συνθετών. Αυτούς εξάλλου εκπροσωπεί, σύμφωνα με τη Μ.Κ 1, η P.R.S. Επομένως, με βάση τις πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου κρίνω ότι τα εν λόγω πρόσωπα τυγχάνουν προστασίας από τον εν λόγω Νόμο εφόσον αυτοί για σκοπούς του Νόμου θεωρούνται μουσικοί. Πότε γίνεται η προσβολή συγγενικού δικαιώματος προστατευόμενου από το Νόμο αναφέρεται στο άρθρο 13. Όπως προκύπτει, μέσα από το εν λόγω άρθρο, η προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας συντελείται εφ' όσον η τέλεση της πράξης που συνιστά την προσβολή γίνεται χωρίς την άδεια του δικαιούχου. «Δικαιούχος πνευματικής ιδιοκτησίας» σύμφωνα με το άρθρο 13
(14)σημαίνει «τον δημιουργό, τον αρχικό δικαιούχο, τον εκδοχέα ή τον αποκλειστικό δικαιούχο αναλόγως της περίπτωσης, του σχετικού μέρους του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας». Δικαιούχοι εφ' όσον πρόκειται περί συγγενικού δικαιώματος και αφορά μουσικό έργο είναι ο ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης ή το πρόσωπον νομικό ή φυσικό, στο οποίο έχει εκχωρήσει (ο ερμηνευτής ή εκτελεστής καλλιτέχνης) τα δικαιώματα του επί του συγκεκριμένου δικαιώματος (Athina Media Services Ltd v Αστυνομίας, Π.Ε. 77/13, 4.07.2014). Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι μεταβιβάσιμο είτε δι' εκχωρήσεως είτε δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως, ή εκ του νόμου, ως κινητή περιουσία. Το άρθρο 12
(9)ορίζει ότι αυτό εφαρμόζεται αναλόγως και επί των συγγενικών δικαιωμάτων. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει στη παρούσα υπόθεση, και αποτελεί μία από τις κύριες εισηγήσεις της υπεράσπισης, είναι κατά πόσο η P.R S και κατ' επέκταση η Σκουφαρίδης έχει αποδειχθεί, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν η δικαιούχος, κατόπιν εκχώρησης στη βάση των πιο πάνω, των συγγενικών δικαιωμάτων των μουσικών έργων οι οποίες καταγράφονται σε κάθε έκαστη κατηγορία. Ως έχει αναφερθεί, το γεγονός αυτό αποτελεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αποτελεί θέση της Μ.Κ 1 ότι η Σκουφαρίδης εδώ και χρόνια εκπροσωπεί στην Κύπρο, δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης, την P.R.S. Η τελευταία διατηρεί εταιρεία στην Κύπρο με την επωνυμία P.R.S Ltd. H P.R.S έχει υπογράψει εδώ και χρόνια συμφωνία αμοιβαίας εκπροσώπησης με τους αντίστοιχους οργανισμούς των υπόλοιπων χωρών, ούτως ώστε τα μέλη και δικαιούχοι των υπόλοιπων οργανισμών να εκπροσωπούνται στη βάση που δραστηριοποιείται ο άλλος. Με τις εν λόγω συμφωνίες η P.R.S εκπροσωπεί το παγκόσμιο ρεπερτόριο αναφορικά με τους συνθέτες και στιχουργούς. Σε ό,τι αφορά τον ελληνικό οργανισμό πνευματικής ιδιοκτησίας (Α.Ε.Π.Ι), εκτός από το συμβόλαιο αμοιβαίας εκπροσώπησης από την P.R.S, της έχει παραχωρηθεί προσωπικά πληρεξούσιο προς προστασία των μελών της στην Κύπρο. Τα μουσικά έργα τα οποία καταγράφονται στο Κατηγορητήριο, έχουν δικαιούχους τους οποίους εκπροσωπεί η P.R.S λόγω συμβάσεων αμοιβαίας εκπροσώπησης που έχει με αντίστοιχους οργανισμούς. Μέσα όμως από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος της είτε της P.R.S είτε της Σκουφαρίδης στα μουσικά έργα τα οποία σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις της κατηγορούσας αρχής εκτελέστηκαν δημόσια στο ξενοδοχείο 'Semeli'. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι τα δικαιώματα των εν λόγω μουσικών έργων ανήκουν είτε στη P.R.S είτε στη Σκουφαρίδης. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον μου που να δεικνύει ότι οι εν λόγω εταιρείες είναι δικαιούχοι, κατόπιν εκχωρήσεως, των εν λόγω πνευματικών δικαιωμάτων εφόσον δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε συμβόλαιο μεταξύ των συνθετών και στιχουργών των εν λόγω μουσικών έργων είτε με την εταιρεία P.R.S είτε με την Σκουφαρίδης σε σχέση με τα πνευματικά τους δικαιώματα και/ή την εκχώρηση τους προς τις πιο πάνω εταιρείες με τους αντίστοιχους οργανισμούς άλλων χωρών, παρά τη θέση της Μ.Κ 1 ότι τέτοια συμβόλαια υπάρχουν, πλην όμως η ίδια για τους λόγους που ανάφερε δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στο Δικαστήριο. Ούτε και προσκόμισε, βεβαίως, ως η ίδια αποδέχθηκε, τις εν λόγω συμφωνίες προς την Αστυνομία. Τα δε Τεκμήρια που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύουν ότι στις πιο πάνω εταιρείες έχει εκχωρηθεί από τους στιχουργούς και συνθέτες τα εν λόγω πνευματικά δικαιώματα τους. Ούτε και αποδεικνύουν, έστω και κατ' ελάχιστο ότι η P.R.S εκπροσωπεί άλλους οργανισμούς με τους οποίους έχουν καταρτίσει συμφωνίες αμοιβαίας εκπροσώπησης. Σημειώνω, ότι τα εν λόγω μουσικά έργα που καταγράφονται στο κατηγορητήριο, τα πλείστα δεν αφορούν πνευματικά δικαιώματα που έχουν εκχωρηθεί στη P.R.S αλλά αφορούν πνευματικά δικαιώματα που έχουν εκχωρηθεί σε άλλους οργανισμούς, ως ήταν η θέση της Μ.Κ 1. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω διαπιστώνω επίσης από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία ότι η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε οποιοδήποτε καταστατικό των εν λόγω εταιρειών που να της νομιμοποιεί να ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με την είσπραξη και διαχείριση των συγγενικών και άλλων δικαιωμάτων ερμηνειών και εκτελέσεων έργων από μουσικούς καλλιτέχνες. Ούτε και προσκομίσθηκαν οποιεσδήποτε συμφωνίες είτε με αντίστοιχους οργανισμούς είτε απευθείας με τους πιο πάνω καλλιτέχνες που να δίδει δικαίωμα στις εν λόγω εταιρείες να προστατέυουν την παραβίαση οποιονδήποτε πνευματικών δικαιωμάτων. Ούτε επίσης έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή συγγενικού δικαιώματος στο κάθε μουσικό έργο. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ουδόλως προκύπτει ότι τα δικαιώματα του κάθε μουσικού έργου, ανήκουν στη P.R.S ή στην Σκουφαρίδης. Πουθενά, επίσης, δεν προκύπτει, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι τα δικαιώματα τους οι εν λόγω καλλιτέχνες των μουσικών έργων που καταγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος κάθε έκαστης κατηγορίας τα εκχώρησαν στις πιο πάνω εταιρείες ή σε άλλους οργανισμούς και αυτοί, εν συνεχεία, εκχώρησαν στην Σκουφαρίδης ή στη P.R.S το δικαίωμα είσπραξης των δικαιωμάτων για λογαριασμό των καλλιτεχνών. Συνεπώς δεν προκύπτει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία που να τεκμηριώνει ότι εκχωρήθηκε από τους καλλιτέχνες (συνθέτες και στιχουργούς στη προκειμένη περίπτωση) προς τις πιο πάνω εταιρείες το δικαίωμα είσπραξης των δικαιωμάτων για λογαριασμό των καλλιτεχνών. Αυτό είναι δυνατό βάσει του άρθρου 12 του πιο πάνω Νόμου, το οποίο εν προκειμένω δεν πληρείται στη προκειμένη περίπτωση. Αυτό έχει ως περαιτέρω συνέπεια οι ως άνω εταιρείες να μην έχει αποδειχθεί ότι έχουν καταστεί «δικαιούχοι πνευματικής ιδιοκτησίας» σύμφωνα με το άρθρο 13 του Νόμου. Εφ' όσον δε επρόκειτο περί συγγενικών δικαιωμάτων δεν έχει προσφερθεί ικανοποιητική μαρτυρία ότι έχουν καταστεί δικαιούχοι τους. Επιπρόσθετα και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, το άρθρο 15
(2)του Νόμου το οποίο περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος κάθε έκαστης κατηγορίας, ώς ίσχυε τότε κατά τον ουσιώδη χρόνο, το οποίο αργότερα με τον τροποποιητικό Νόμο 66(I)/2017 καταργήθηκε, προέβλεπε τα ακόλουθα: «
(2)Εv τω παρόvτι άρθρω- «σώμα χoρηγήσεως αδειώv" σημαίvει εταιρείαv τιvά, oίκov ή έτερov oργαvισμόv, ωv o κύριoς σκoπός ή εις εκ τωv κυρίωv σκoπώv είvαι η διαπραγμάτευσις ή η χoρήγησις αδειώv εv σχέσει πρoς έργα πρoστατευόμεvα υπό δικαιώματoς πvευματικής ιδιoκτησίας, περιλαμβάvει δε και άτoμov ασκoύv τηv αυτήv δραστηριότητα.
(3)Τεκμαίρεται ότι τα σώματα χορήγησης αδειών έχουν την αρμοδιότητα διαχείρισης ή προστασίας όλων των έργων ή όλων των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας για τα οποία δηλώνουν εγγράφως ότι έχουν μεταβιβασθεί σε αυτά οι σχετικές εξουσίες ή ότι καλύπτονται διά πληρεξούσιου. Τα σώματα χορήγησης αδειών μπορούν να ενεργούν πάντα, δικαστικώς ή εξωδίκως, στο όνομά τους είτε η αρμοδιότητά τους στηρίζεται σε μεταβίβαση της εξουσίας, είτε στηρίζεται σε πληρεξουσιότητα, και νομιμοποιούνται για την άσκηση όλων των δικαιωμάτων του δικαιούχου, που έχουν μεταβιβασθεί σε αυτά ή που καλύπτονται από την πληρεξουσιότητα.» Η Μ.Κ 1 προέβαλε τη θέση ότι η P.R.S αποτελεί σώμα χορήγησης αδειών με βάση τις συμφωνίες τις οποίες έχει υπογράψει. Με βάση το εν λόγω άρθρο ένα σώμα χορήγησης αδειών, όπως είναι κατ' ιχυρισμό η PRS στη προκειμένη περίπτωση, τεκμαίρεται ότι είναι τέτοιο εφόσον δηλώνει εγγράφως ότι έχουν μεταβιβασθεί σε αυτή οι σχετικές εξουσίες ή ότι καλύπτεται διά πληρεξούσιου. Τέτοια όμως έγγραφα ή πληρεξούσια δεν έχουν προσκομισθεί όμως στη προκειμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της να παραμείνουν απλές εικασίες και γενικότητες από τη στιγμή που αυτά αμφισβητήθηκαν σφόδρα από την υπεράσπιση. Δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι η παρούσα υπόθεση πρόκειται περί ποινικής υποθέσεως και κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος θα πρέπει να αποδεικνύεται από τη κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η τυχόν κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις οποιεσδήποτε ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Το Δικαστήριο εάν καλούσε τον κατηγορούμενο σε απολογία επί της ουσίας θα μετακυλούσε το βάρος επί του ώμου του να αποδείξει την αθωότητα του, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μία ποινική διαδικασία. Είναι καλά γνωστές οι αρχές ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Από τα όσα έχω παραθέσει ανωτέρω δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας του συστατικού στοιχείου υπό παράγραφο (β) ανωτέρω. Με βάση τα δεδομένα αυτά η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια ισχυρή μαρτυρία που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μία πραγματική πιθανότητα. Αυτό από μόνο του αποτελεί και αυτοτελή λόγο, ώστε ο κατηγορούμενος να μην κληθεί σε απολογία έτσι ώστε να προβάλει την υπεράσπιση του, εφόσον η μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, αντικειμενικά ιδώμενη και εξ όψεως, χωρίς βεβαίως να υπεισέρχομαι σε υποκειμενική αξιολόγηση της, είναι τόσο αδύναμη, γενική, αόριστη και η ποιότητα της μαρτυρίας δεν είναι τέτοια που μπορεί να ξεπεράσει το στάδιο του εκ πρώτης όψεως έτσι ώστε κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα καταδίκαζε τον κατηγορούμενο αν αυτός αποφάσιζε, σε περίπτωση που καλείτο σε απολογία, να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ως αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του. Με απλά λόγια στη προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στη προκειμένη περίπτωση είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει την καταδίκη του κατηγορούμενου (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) και Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ). Ενόψει των πιο πάνω βασικών κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής που καθορίζουν τη μοίρα της υπόθεσης θεωρώ πως παρέκλει η εξέταση άλλων σημείων που έχει εγείρει η συνήγορος του κατηγορουμένου. Συνεπακόλουθα ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος αθωώνονται και απαλλάσσονται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.