← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώρκας, Αρ. Υπόθεσης:9110/2020, 21/1/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώρκας, Αρ. Υπόθεσης:9110/2020, 21/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B13 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9110/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Γιώρκας Κατηγορούμενoς Ημερομηνία: 21/1/2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Κακούρη μαζί με Γ. Κέλο (ασκούμενη Δικηγόρο) Για Κατηγορούμενο: Η κα. Ι. Ιωάννου μαζί με κα. Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες. Στην μεν 1η κατηγορία κατηγορείται για το αδίκημα της επίθεσης, η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση προνοιών του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων), Ν. 119

(1)/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, την 9.05.2020, επιτέθηκε εναντίον της συζύγου του, XXXXX Γιώρκα (στο εξής «η παραπονούμενη») και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Στη δε 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, εφόσον κατά τον πιο πάνω χρόνο εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά σε 2 γλάστρες, περιουσία της παραπονούμενης. Σημειώνω εξ αρχής ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες της Απειλής (3η κατηγορία), της Δημόσιας εξύβρισης (4η κατηγορία) και της Ανησυχίας (5η κατηγορία), από τις οποίες απαλλάχθηκε, με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Παρεμβάλλω, επίσης, εδώ να αναφέρω ότι δόθηκε προτεραιότητα από το Δικαστήριο στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, παρά το γεγονός ότι αυτή έχει καταχωριστεί το
  2. Και τούτο λόγω της φύσης των αδικημάτων του κατηγορητηρίου, εφόσον το αδίκημα της 1ης κατηγορίας έχει ως έρεισμα τις πρόνοιες του Ν. 119
(1)/2020, του οποίου το άρθρο 15
(3)επιτάσσει ότι τέτοιες υποθέσεις θα πρέπει να εκδικάζονται τάχιστα από το Δικαστήρια. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είναι σύζυγοι και διαμένουν και οι δύο, μαζί με τα δύο ενήλικα παιδιά τους, σε οικία που βρίσκεται στη Λακατάμια. Κατά το χρόνο που αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στη παραπονούμενη, όταν αυτή επέστρεψε στην οικία της από το ανθοπωλείο. Σύμφωνα, πάντοτε με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ο κατηγορούμενος αφού πρώτα επιχείρησε, ανεπιτυχώς, να κλωτσήσει την παραπονούμενη σπάζοντας, εν τέλει, δύο γλάστρες τις οποίες η τελευταία κρατούσε στα χέρια της ακολούθως την έσπρωξε στη πλάτη, με αποτέλεσμα αυτή να χάσει την ισορροπία της, να κτυπήσει στην εξωτερική περίφραξη της οικίας τους και να τραυματισθεί. Από την άλλη αποτελεί βασική θέση της Υπεράσπισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, είτε άμεσα είτε περιστατικά, την ταυτότητα του κατηγορουμένου, εφόσον δεν έχει αναγνωρισθεί ότι το πρόσωπο το οποίο βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου είναι πράγματι ο XXXXX Γιώρκας, δηλαδή το πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται στο κατηγορητήριο ως το πρόσωπο το οποίο διέπραξε τα αδικήματα. Ενόψει της εισήγησης αυτής, για σκοπούς σύνταξης της παρούσας απόφασης, από τη στιγμή που αποτελεί επίδικο θέμα κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι πράγματι ο XXXXX Γιώρκας, ο κατήγορούμενος θα αναφέρεται εφεξής ως «XXXXX Γιώρκας.» Ανεξαρτήτως της πιο πάνω εισήγησης, ήταν η, περαιτέρω, θέση της υπεράσπισης ότι, σε κάθε περίπτωση, η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία κάθε έκαστης κατηγορίας. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, κατέθεσαν συνολικά 5 μάρτυρες κατηγορίας. Ειδικότερα κατέθεσαν ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Θεοδούλου (Μ.Κ 1), ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Ιωάννου (Μ.Κ 2), η παραπονούμενη (M.K 3), η Δρα XXXXX Καραϊσκάκη (Μ.Κ 4), η XXXXX Γιώρκα (Μ.Κ 5), θυγατέρα της παραπονούμενης και του XXXXX Γιώρκα και ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Γρηγορίου (Μ.Κ 6). Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τoυ XXXXX Γιώρκα, τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74(Ι)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
  1. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με αυτήν, την 10.05.2020, κατηγόρησε γραπτώς τον XXXXX Γιώρκα (Τεκμήριο 2) αναφορικά με τα αδικήματα που επεσυνέβησαν, τον ουσιώδη χρόνο, στην αυλή της οικίας του. Ο XXXXX Γιώρκας δήλωσε την παραδοχή του μόνο στη 2η κατηγορία. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι η μοναδική του ενέργεια, σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ήταν το να κατηγορήσει γραπτώς το πιο πάνω πρόσωπο. Ο Μ.Κ 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, την 9.05.2020 προσήλθε, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας, η παραπονούμενη, συνοδευόμενη από τη Μ.Κ 5, καταγγέλλοντας του ότι, περί τις 10:40 της ίδιας ημέρας, στη μπροστινή αυλή της κατοικίας της, ο σύζυγός της, XXXXX Γιώρκας, της επιτέθηκε σπρώχνοντάς την με τα χέρια του στην ωμοπλάτη, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να χτυπήσει στο μεταλλικό κάγκελο της περίφραξης της αυλής της. Η παραπονούμενη του ανάφερε ότι πονούσε τη μύτη της και ο ίδιος διαπίστωσε ότι μέρος αυτής ήταν κόκκινο. Την ίδια ημέρα της παρέδωσε ιατρικό έντυπο εξέτασης από κυβερνητικό ιατρό (Τεκμήριο 4), με σκοπό αυτή να εξετασθεί. Ακολούθως η παραπονούμενη, μετά την ιατρική της εξέταση, προέβη σε γραπτή καταγγελία εναντίον του συζύγου της (Τεκμήριο 5). Επίσης, την ίδια μέρα, έλαβε γραπτή κατάθεση από τη Μ.Κ
  2. Τη διερεύνηση της υπόθεσης ανάλαβε ο Μ.Κ
  3. Εναντίον του XXXXX Γιώρκα εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, ένταλμα σύλληψης του, όπου το απόγευμα της ίδιας μέρας συνελήφθη. Κατά την παρουσία του στην οικία της παραπονούμενης, η ίδια, του υπέδειξε τις 2 γλάστρες που υπέστησαν ζημιά, οι οποίες βρίσκονταν στη μπροστινή αυλή, δίπλα από το κάγκελο όπου χτύπησε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της. Η μια γλάστρα ήταν σπασμένη στο πάνω της μέρος, ενώ η άλλη ήταν παραμορφωμένη στο κεντρικό της μέρος. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι κατά τη στιγμή που η παραπονούμενη υπέβαλε το παράπονό της αυτή συνοδευόταν από την Μ.Κ 5, διευκρινίζοντας όμως πως ο ίδιος έλαβε ξεχωριστά καταθέσεις από τα πιο πάνω πρόσωπα. Επανέλαβε το γεγονός ότι μέρος της μύτης της παραπονούμενης ήταν κόκκινο. Ανάφερε, επίσης, ότι η παραπονούμενη του υπέδειξε τον χώρο όπου έλαβε χώρα το κατ΄ισχυρισμόν επεισόδιο. Σε σχέση με τις σπασμένες γλάστρες ο ίδιος αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα ώστε να διαπιστώσει σε ποιόν ανήκουν αυτές, υιοθετώντας απλώς τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι δηλαδή είναι δικές της. Η παραπονούμενη υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, διαμένει μαζί με τον σύζυγό της, XXXXX Γιώρκα, και τα 2 τους παιδιά, την Μ.Κ 5, ηλικίας 22 χρόνων και τον υιό της, ηλικίας 17 χρόνων, αντιστοίχως. Με τον σύζυγό της είναι παντρεμένη από το
  4. Στις 9.05.2020 και περί ώρα 10:40, όταν επέστρεψε από μια προσωπική της δουλειά στην οικεία της, βρήκε τον σύζυγό της να είναι στη μπροστινή αυλή και αφού τη ρώτησε πού βρισκόταν η ίδια του ανάφερε ότι πήγε και αγόρασε λουλούδια. Τότε αυτός άρχισε να την εξυβρίζει με χυδαίες φράσεις. Η ίδια του ανάφερε ότι δανείστηκε το ποσό των €15 από τη Μ.Κ 5 και πως όταν ο ίδιος πληρωνόταν θα την εξοφλούσε. Ο σύζυγος της αρνήθηκε και άρχισε πάλι να την εξυβρίζει. Ταυτόχρονα, όπως κρατούσε τις 2 γλάστρες, τη μια στο αριστερό της χέρι και την άλλη στο δεξί της, ο σύζυγός της κλώτσησε με το αριστερό του πόδι τη μια γλάστρα, η οποία έπεσε κάτω και με το δεξί του χέρι τη χτύπησε πάνω στο δεξιό της χέρι, με αποτέλεσμα να πέσει κάτω και η άλλη γλάστρα. Και οι δύο γλάστρες, αξίας €10 έκαστη, έσπασαν. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος την έσπρωξε με τα χέρια του στην πίσω ωμοπλάτη της, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί μπροστά, χάνοντας την ισορροπία της, και κτυπώντας με το πρόσωπο πάνω στο σιδερένιο κάγκελο της αυλής της. Εκείνη τη στιγμή, αφού έβαλε νερό στο πρόσωπό της, λόγω του ότι ζαλίστηκε, είδε τη Μ.Κ 5 να βρίσκεται πάνω στη βεράντα της κουζίνας. Η Μ.Κ 5 ρώτησε τον πατέρα της τι κάνει και αυτός της απάντησε "εν να τη λύσω". Ακολούθως ο σύζυγος της αποχώρησε από την οικία. Απαντώντας, σε προφορικές ερωτήσεις, ανάφερε ότι, ανέκαθεν, οι σχέσεις της με τον σύζυγο της ήταν προβληματικές. Τα τελευταία χρόνια ο ίδιος έγινε βίαιος, την έβριζε με πολύ αισχρά λόγια, στη παρουσία μάλιστα των παιδιών της. Η ίδια δεν αντιδρούσε λόγω του ότι φοβόταν τόσο για τον ίδιο της τον εαυτό όσο και για τα παιδιά της. Επίσης, ο σύζυγος της δεν την άφηνε να εργαστεί, παρά το γεγονός ότι η ίδια το επεδίωξε, λόγω του ότι ζήλευε. Ανάφερε ότι η Μ.Κ 5 δεν ήταν μάρτυρας στο επίδικο περιστατικό και πως το μόνο που άκουσε ήταν τις βρισιές του πατέρα της. Μετά το επίδικο συμβάν οι σχέσεις της με το σύζυγο της είναι πλέον τυπικές, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν, μέχρι και σήμερα, να διαμένουν μαζί. Λόγω των διαφόρων επεισοδίων που βίωσαν τα παιδιά, η ίδια εντόπισε διάφορα γράμματα της Μ.Κ 5, στα οποία η τελευταία άφηνε υπονοούμενα ότι θα θέσει τέρμα στη ζωή της. Το γεγονός αυτό της έδωσε δύναμη και θάρρος ώστε πλέον να αντιδράσει στη λεκτική και σωματική βία που της ασκεί ο σύζυγός της. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι η ίδια είναι ένα πρόσωπο το οποίο δεν ξοδεύει οποιαδήποτε χρήματα. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, λόγω του ότι η ίδια δεν εργάζεται, ανάλαβε όλα τα έξοδα του σπιτιού. Ανάφερε, επίσης, ότι οι καταθέσεις της ίδιας μαζί με τη Μ.Κ 5 λήφθηκαν ξεχωριστά, διευκρινίζοντας όμως ότι μετέβησαν και οι δύο μαζί στον Αστυνομικό Σταθμό. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι προέβη και στο παρελθόν σε καταγγελίες εναντίον του συζύγου της, τις οποίες, όμως, απέσυρε για χάρη των παιδιών της αλλά και κατόπιν προτροπών του ιδίου. Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, αναφορικά με το πως έλαβε χώρα το κατ' ίσχυρισμό επίδικο περιστατικό, η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μετέβη σε ανθοπωλείο αγοράζοντας 4 γλάστρες. Μόλις την είδε ο κατηγορούμενος άρχισε να τη βρίζει και η ίδια του απάντησε με τον ανάλογο τρόπο. Στη συνέχεια, αφού η ίδια τοποθέτησε τις πρώτες 2 γλάστρες στην εξωτερική αυλή και στη προσπάθεια να μεταφέρει και τις υπόλοιπές που βρισκόντουσαν στο όχημα της, ο σύζυγός της προσπάθησε, ανεπιτυχώς να την κλωτσήσει, κτυπώντας με το πόδι του τις γλάστρες, οι οποίες έπεσαν στο έδαφος και έσπασαν. Ακολούθως την έσπρωξε και η ίδια χτύπησε πάνω στα κάγκελα. Αρνήθηκε το γεγονός ότι όσα ανάφερε ενόρκως διαφέρουν με τα όσα ανάφερε στη κατάθεση της, προσθέτοντας ότι η ίδια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει ψέματα αλλά την αλήθεια. Επεξηγώντας στο Δικαστήριο με ποιο τρόπο ο σύζυγος της την χτύπησε, η ίδια ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος κλώτσησε με το αριστερό του πόδι τη δεξιά γλάστρα, την οποία η ίδια κρατούσε στο δεξί της χέρι. Ακολούθως ο σύζυγος της, αφού τοποθέτησε το πουλί στα κλουβιά που κρατούσε, την έσπρωξε. Η ίδια, όταν την έσπρωξε, δεν τον είδε, γιατί του είχε γυρισμένη τη πλάτη εφόσον προσπάθησε να μεταβεί στο όχημα της για να πάρει και τις υπόλοιπες γλάστρες. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι από την κλωτσιά του συζύγου της, η ίδια μετακινήθηκε και ο λόγος που χτύπησε, δεν ήταν επειδή την έσπρωξε ο σύζυγός της, αλλά επειδή το οδόστρωμα ήταν κατηφορικό και ενόψει του γεγονότος αυτού απώλεσε την ισορροπία της. Αρνήθηκε το γεγονός ότι ο μοναδικός λόγος που προέβη στην εν λόγω καταγγελία ήταν για να ταλαιπωρήσει το σύζυγο της και αρνήθηκε, επίσης, το γεγονός ότι ο XXXXX Γιώρκας ουδέποτε άσκησε εναντίον της οποιαδήποτε σωματική ή λεκτική βία. Η Μ.Κ 4, παθολόγος του Τμήματος Επειγόντων και Ατυχημάτων Περιστατικών (Τ.Α.Ε.Π) του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ήταν η ιατρός που εξέτασε τη παραπονούμενη. Υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της, τα ευρήματα της τα οποία καταγράφονται επί του Τεκμηρίου
  5. Σύμφωνα με αυτά, η ίδια εντόπισε στη παραπονούμενη ήπιο οίδημα στο μέτωπο καθώς και ότι χτύπησε και μετακινήθηκε ελαφρά το πρόσθιο δεξιό δόντι της. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι τα εν λόγω τραύματα της παραπονουμένης θα μπορούσαν να προκληθούν από χτύπημα πάνω σε κάγκελο. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε εξωτερικά τραύματα αλλά ούτε και οποιεσδήποτε εκδορές στη παραπονουμένη. Αρνήθηκε ότι η μετατόπιση του δοντιού μπορούσε να προκληθεί από την αμέλεια οδοντιάτρου, εφόσον, ως διαπίστωσε η ίδια, το εν λόγω δόντι δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε επέμβαση. Η Μ.Κ 5, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με αυτήν την 9.05.2020, και περί ώρα 10:40, ενώ κοιμόταν ξύπνησε από ένα θόρυβο καθώς και από φωνές που προέρχονταν από την εξωτερική αυλή του σπιτιού της. Όπως η ίδια διαπίστωσε, οι φωνές ήταν του πατέρα της. Μετά από 5 λεπτά, βγήκε έξω στη βεράντα της κουζίνας, όπου είδε την παραπονούμενη να κάθεται χάμω στο έδαφος, δίπλα από τα κάγκελα της εξωτερικής αυλής και ο πατέρας της στεκόταν σε απόσταση 1 μέτρου από αυτήν. Ο πατέρας της, συνέχισε να φωνάζει στη παραπονούμενη και η ίδια τον προειδοποίησε να μην τη κτυπήσει. Ακολούθως ο πατέρας της αποχώρησε. Στη συνέχεια ρώτησε την παραπονούμενη γιατί ο πατέρας της φωνάζει και αυτή της απάντησε ότι είναι για τα χρήματα. Η ίδια διαπίστωσε αφενός 2 σπασμένες γλάστρες να βρίσκονται κοντά στην παραπονούμενη και αφετέρου ότι μέρος της μύτης της ήταν κόκκινο. Απαντώντας σε προφορικές ερωτήσεις, ανάφερε ότι δεν έχει καλές σχέσεις με τον πατέρα της, εφόσον ο ίδιος ποτέ δεν την αποδέχθηκε ως κόρη του. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η παραπονούμενη με τον πατέρα της καυγαδίζουν επί καθημερινής βάσεως. Η παραπονούμενη δεν έλαβε διαζύγιο λόγω αφενός των οικονομικών προβλημάτων αλλά και λόγω του ότι οι ίδιοι ήταν μικρά παιδιά. Η ίδια ήταν μάρτυρας πολλών περιστατικών, στα οποία ο πατέρας της έβριζε με χυδαίο τρόπο τη μητέρα της. Σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό επίδικο επεισόδιο ανάφερε πως όταν μετέβη στην αυλή, αφού αποχώρησε ο πατέρα της, η παραπονούμενη της ανέφερε ότι ο πατέρας της κλώτσησε τις γλάστρες και ακολούθως την έσπρωξε και έπεσε, λόγω του ότι η παραπονούμενη έχασε το βήμα της από τη σπρωξιά. Της ανάφερε επίσης ότι πονεί τη μύτη της και λίγο το στόμα της. Αντεξεταζόμενη, αποδέχθηκε το γεγονός ότι η σχέση της με την παραπονούμενη είναι αρκετά στενή και η ίδια στηρίζει τη μητέρα της. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και ότι η μητέρα της επιθυμούσε να εργαστεί, πλην όμως ο πατέρας της δεν την άφηνε. Ανάφερε, σε σχέση με το κατ' ισχυρισμόν επίδικο περιστατικό, ότι τη στιγμή που ξύπνησε, άκουσε τις φωνές του πατέρα της και κατάλαβε ότι τσακωνόταν με τη παραπονούμενη. Δεν απέκλεισε, επίσης, το ενδεχόμενο να φώναζε και η μητέρα της. Όταν κατέβηκε κάτω, είδε τη μητέρα της, να σηκώνεται από κάτω και να κρατά τη μύτη της. Ήταν η θέση της, περαιτέρω, ότι η μητέρα της έβαλε νερό στο κεφάλι της και στη μύτη της όταν εισήλθε εντός της οικίας της. Ανάφερε, περαιτέρω, ότι η μητέρα της, ακολούθως, την πληροφόρησε με ποιο τρόπο τη κτύπησε ο πατέρα της και ότι ο λόγος που δεν ανάφερε στην κατάθεσή της τα πιο πάνω γεγονότα είναι επειδή, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν σοκαρισμένη. Εξήγησε, περαιτέρω, στο Δικαστήριο σε ποιο ακριβές σημείο η μύτη της μητέρας της ήταν κόκκινη (στο κάτω και πάνω μέρος της μύτης, κυκλικά). Επανέλαβε τη θέση ότι η ίδια είδε 2 σπασμένες γλάστρες. Αρνήθηκε ότι η ίδια προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να υποστηρίξει την εκδοχή της μητέρας της, προβάλλοντας τη θέση ότι ήρθε να υποστηρίξει αυτό που άκουσε και αυτό που της ανάφερε η μητέρα της, επειδή δεν αντέχει να ζει άλλο μέσα σε ένα σπίτι στο οποίο η ίδια είναι μάρτυρας συνεχών προστριβών. Ο Μ.Κ 6 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με αυτή, την 9.05.2020 και ώρα 17:30, ανέλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, όπου ακολούθως εξασφαλίσθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης του XXXXX Γιώρκα. Στη συνέχεια μετέβη, μαζί με συναδέλφους του, στην οικία του πιο πάνω προσώπου με σκοπό την εκτέλεση του. Όταν αυτός συνελήφθη και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, αυτός απάντησε «εγώ κλώτσησα τη γλάστρα και επειδή εν φάρσο το κουγκρί, έδωκε πάνω στην καγκελόπορτα». Ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον XXXXX Γιώρκα (Τεκμήριο 8). Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι όταν μετέβη στο σπίτι της παραπονούμενης, η ίδια του υπέδειξε πού ακριβώς έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμό συμβάν καθώς επίσης και τους υπέδειξε τις σπασμένες γλάστρες. Αποδέχθηκε, τέλος, το γεγονός ότι ο διάδρομος της εξωτερικής αυλής είναι πράγματι κατηφορικός. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Κ 1, Μ.Κ 2 και Μ.Κ 5 στην ολότητα της. Οι εν λόγω μάρτυρες περιέγραψαν στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες οι ίδιοι έχουν προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών τους καθηκόντων. Οι εν λόγω ενέργειες τους, επί της ουσίας, θα έλεγα ότι ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Οι πιο πάνω μάρτυρες ήταν ειλικρινείς, δεν δίστασαν να απαντήσουν σε όλες τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν και γενικά δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να οδηγήσει το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί τα όσα υποστήριξαν ενώπιον του. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία της Μ.Κ 4 στην ολότητα της. Τα ευρήματα της ουδόλως επίσης αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου παρέμειναν αναντίλεκτα. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της παραπονούμενης αναφέρω ότι η εν λόγω μάρτυρας μου άφησε σε γενικές γραμμές θετικές εντυπώσεις και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Περιέγραψε στο Δικαστήριο με απλοϊκό τρόπο το πως η ίδια βίωσε το κατ΄ισχυρισμό της επίδικο περιστατικό με τον σύζυγο της αλλά και γενικότερα τον τρόπο που αυτός την αντιμετώπιζε και της συμπεριφερόταν κατά την διάρκεια του γάμου τους αλλά και το τί την οδήγησε να υποβάλει το εναντίον του παράπονο. Παρακολουθώντας την προσεκτικά από το εδώλιο, όταν και έδιδε μαρτυρία, διαπίστωσα ότι η ίδια βρισκόταν κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση. Μπορεί η εν λόγω μάρτυρας να ανάφερε ενόρκως γεγονότα στο Δικαστήριο τα οποία διαφέρουν από τα όσα δήλωσε στη γραπτή της κατάθεση, όπως για παράδειγμα για το πως ακριβώς είχε εκτυλιχθεί το κατ' ισχυρισμό επίδικο επεισόδιο, τα οποία όμως οφείλω να σημειώσω ότι δεν ήταν ικανά ώστε να ανατρέψουν τη βασική της εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο, ότι δηλαδή ο σύζυγος της, κατά τον ουσιώδη χρόνο, προσπάθησε να την κλωτσήσει αλλά και ότι την έσπρωξε, όταν αυτή είχε γυρισμένη τη πλάτης της, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της και να κτυπήσει με το πρόσωπο της στην εξωτερική περίφραξη της οικίας της. Είναι λογικά αναμενόμενο ένας παραπονούμενος, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, όταν δίδει άμεσα κατάθεση στην Αστυνομία, όπως έπραξε εξάλλου η παραπονούμενη, να λειτουργεί κάτω από έντονα συναισθηματική φόρτιση και το γεγονός αυτό ίσως να συνέτεινε ώστε να μην παράθεσε με πλήρη ακρίβεια για το πώς ακριβώς είχαν εκτυλιχθεί τα γεγονότα, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι οποιοιδήποτε διαφοροποιήσεις της ήταν δευτερεύουσας σημασίας, δεν είχαν άμεση σχέση και ήταν έξω από το βασικό ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στη παρούσα υπόθεση, δηλαδή κατά πόσο η παραπονούμενη, πράγματι, δέκτηκε επίθεση από τον σύζυγο της. Τουναντίον η εκδοχή της παραπονούμενης υποστηρίζεται και ενισχύεται από ανεξάρτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως από την Μ.Κ 4, η οποία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η παραπονούμενη, κατά την ιατρική της εξέταση, είχε ήπιο οίδημα στο μέτωπο καθώς και μετακινήθηκε ελαφρώς το μπροστινό της δόντι αλλά και από τη μαρτυρία του Μ.Κ 2, ο οποίος, επίσης επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η παραπονούμενη είχε κοκκίνισμα στη μύτη της. Αποτελεί νομολογημένο ότι η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Γεωργίου Aνδρέας ν. Aστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 439). Επίσης η βασική της εκδοχή ενισχύεται και από την Μ.Κ 5, σε μεγάλο βαθμό, την μαρτυρία της οποίας επίσης αποδέχομαι, ως αναφέρω αμέσως κατωτέρω. Η παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, σε σχέση με τη βασική εκδοχή της, απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με ευθύτητα και με αμεσότητα και παρέμεινε σταθερή ως προς τις θέσεις της σε σχέση με τη βασική της εκδοχή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η εκδοχή της παραπονούμενης σε γενικές γραμμές γίνεται αποδεκτή. Ούτε και παραγνωρίζω τα όσα ανάφερε ο XXXXX Γιώρκας στην κατάθεση του που, όπως σχολιάζω και αξιολογώ κατωτέρω, τοποθετεί τον εαυτό του στο συμβάν εφόσον παραδέχεται ότι αφενός ότι ήταν παρών όταν η παραπονούμενη κτύπησε και αφετέρου η δική του εκδοχή ήταν ότι «κλώτσησε τη γλάστρα που κρατούσε στα χέρια της και επειδή βρισκόταν πάνω σε κατηφορική κεραμική ράμπα, γλίστρησε και από τη δύναμη κτύπησε πάνω στη καγκελόπορτα της εισόδου της αυλής.». Επίσης δεν παραγνωρίζω και την αντιφατικότητα των θέσεων της υπεράσπισης που υπέβαλαν στη παραπονούμενη ότι από τη μια ο κατηγορούμενος ουδέποτε χρησιμοποίησε οποιαδήποτε σωματική βία εναντίον της και από την άλλη την θέση της ότι ο XXXXX Γιώρκας κλώτσησε τη γλάστρα, και από τη δύναμη της κλωτσιάς και με δεδομένο το κατηφορικό δάπεδο η παραπονούμενη έχασε την ισορροπία της και κτύπησε. Οι πιο πάνω αναφορές γίνονται με σκοπό να καταδείξω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν έγινε μόνο ατομικά και ξεχωριστά αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας. Όπως έχει νομολογηθεί (Mustafa v Κακουρή κ.α
(2002)1 Α.Α.Δ 165 και Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056) είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή. Οι πιο πάνω θέσεις ενισχύουν, επίσης, σε μεγάλο βαθμό την εκδοχή της παραπονούμενης. Η Μ.Κ 5 άφησε στο Δικαστήριο, επίσης, πολύ θετικές εντυπώσεις και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Η εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Ήταν ειλικρινής και σταθερή στις απαντήσεις της. Αυτό που ήταν εμφανές παρακολουθώντας την στο εδώλιο του μάρτυρα είναι ότι η διαδικασία της δίκης ήταν δυσάρεστη για την ίδια. Την ταλαιπωρούσε το γεγονός ότι η ίδια θα έδιδε μαρτυρία εναντίον του πατέρα της. Αυτή όμως η στάση της, κατά την κρίση μου, ενίσχυσε παρά ελάττωσε την αξιοπιστία της. Πρόκειται για μάρτυρα που είχε συναίσθηση της σημασίας της μαρτυρίας της. Δείγμα της ειλικρίνειας της αποτελεί και το γεγονός ότι η ίδια αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν είδε τον πατέρα της να κτυπά τη μητέρα της. Αν όντως η ίδια πράγματι ήθελε να προωθήσει και να βοηθήσει την εκδοχή της παραπονούμενης, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι, τόσο κατά τη κατάθεση της όσο και κατά τη μαρτυρία της ενόρκως, θα υποστήριζε το αντίθετο. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης της η μαρτυρία της δεν κλονίσθηκε, αν και ανάφερε γεγονότα τα οποία δεν αναφέρονται στη κατάθεση της, τα οποία όμως δεν ήταν ικανά να ανατρέψουν την πολύ θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε για αυτήν και ως εκ τούτου αυτή γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία της Μ.Κ 5 θα έλεγα ότι ήταν υποστηρικτική (supportive) της εκδοχής που προέβαλε η παραπονούμενη εφόσον ήταν μαρτυρία η οποία τεκμηρίωνε και στήριζε τη μαρτυρία της ίδιας της παραπονούμενης ως προς τα επίδικα ζητήματα (Σ.Σ. κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 147/2016, 148/2016, 20/11/2019). Σε σχέση με την επιλογή του Μιχάλη Γιώρκα να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής περιορίζομαι να αναφέρω ότι η σιωπή (όπως και η ανώμοτη δήλωση), σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Themistocleous v. The Police
(1981)2 C.L.R. 200 και Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Παράλληλα, η επιλογή ενός κατηγορουμένου να παραμείνει σιωπηλός δεν δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129). Το Δικαστήριο, περαιτέρω, δεν πρέπει να εξάξει συμπεράσματα ενοχής, αλλά ούτε και η Κατηγορούσα Αρχή να σχολιάσει το γεγονός αυτό, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις που τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε να αναμενόταν να δοθούν κάποιες εξηγήσεις (Βρακάς ν. Δημοκρατίας
(1973)2 ΑΑΔ 139). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και ως Τεκμήριο (Τεκμήριο 8) η κατάθεση που λήφθηκε από τον XXXXX Γιώρκα. Για την κατάθεση ενός κατηγορούμενου υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σε αυτήν. Στις περιπτώσεις όμως όπου τα γεγονότα, όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή, είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση, το Δικαστήριο προδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτή. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί μέρος της κατάθεσης των κατηγορουμένων και να απορρίψει άλλο, ασχέτως αν αυτό αποτελεί άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Είναι φυσικό να αποδίδεται μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα των κατηγορουμένων. Είναι όμως, ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψεως εγκληματικές πράξεις. (Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Ο XXXXX Γιώρκας στην ανακριτική του κατάθεση ανάφερε ότι διαμένει στην οδό XXXXX 19, XXXXX και είναι παντρεμένος με την XXXXX Γιώρκα. Κατά τον ουσιώδη χρόνο επέστρεψε στην οικία του από την εργασία του. Κατά τις 10.00 π.μ, και όταν ήρθε η σύζυγος του από το ανθοπωλείο, την ρώτησε το λόγο που πήρε χρήματα από την θυγατέρα τους ενώ θα έπρεπε να περιμένει να της δώσει χρήματα ο ίδιος. Πάνω στα νεύρα του κλώτσησε τη γλάστρα που κρατούσε στα χέρια της η σύζυγος του και επειδή η ίδια βρισκόταν πάνω σε κεραμική ράμπα, γλίστρησε και από τη δύναμη κτύπησε πάνω στην καγκελόπορτα της εισόδου της αυλής. Ουδέποτε κλώτσησε την σύζυγο του και οι γλάστρες που κρατούσε η τελευταία δεν έσπασαν, έφυγε μόνο το χώμα που βρίσκοντο εντός αυτών. Ουδέποτε την έβρισε και στην θυγατέρα του απάντησε, όταν η ίδια τον προειδοποίησε να μην αγγίξει την παραπονούμενη, ότι δεν έσπρωξε την σύζυγο του απλά κλώτσησε τη γλάστρα και ακολούθως η μητέρα της κτύπησε στο κάγκελο. Ακολούθως ο ίδιος αποχώρησε γιατί έπρεπε επείγον να μεταβεί σε κάποια δουλειά. Από το περιεχόμενο της πιο πάνω κατάθεσης, καταρχάς ο XXXXX Γιώρκας συσχέτισε το δεσμό του που έχει με την XXXXX Γιώρκα και τοποθέτησε τον εαυτό του στον χρόνο και τόπο όπου διαδραματίσθηκαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τα πιο πάνω συνάδουν με την αποδεκτή μαρτυρία και επομένως γίνονται αποδεκτά. Από τα όσα, επιπρόσθετα, ανάφερε ο XXXXX Γιώρκας, μπορώ περαιτέρω να δώσω βαρύτητα μόνο ως προς την παραδοχή του ότι ο ίδιος κλώτσησε τις γλάστρες και ότι η παραπονούμενη έχασε την ισορροπία της, γεγονός που συμβαδίζει με την αποδεκτή μαρτυρία. Από την άλλη όμως σε σχέση με τις αναφορές του, ως προς τον τρόπο που η παραπονούμενη έχασε την ισσοροπία της αλλά και για το γεγονός ότι καμία γλάστρα δεν έσπασε, αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα εφόσον έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την αποδεκτή μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας και δεν αποτελούν θέσεις που δόθηκαν ενόρκως ώστε να αντικρουσθούν. Ο XXXXX Γιώρκας, με το να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, δεν έδωσε εξηγήσεις στα σημεία μάλιστα που αναμενόταν να δώσει τέτοιες, ώστε να αντικρούσει ενόρκως τις θέσεις που προέβαλαν οι μάρτυρες κατηγορίες και κυρίως για το ποια ήταν η δική του εκδοχή ως προς τον τρόπο που η παραπονούμενη υπέστη σωματικές βλάβες. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: Ο XXXXX Γιώρκας και η παραπονούμενη είναι σύζυγοι και διαμένουν και οι δύο, μαζί με τα δύο ενήλικα παιδιά τους, σε οικία που βρίσκεται στη Λακατάμια. Στις 9.05.2020, και περί ώρα 10:40, η παραπονούμενη, όταν επέστρεψε από ανθοπωλείο, αγοράζοντας 4 γλάστρες, βρήκε τον σύζυγό της να είναι στη μπροστινή αυλή και αφού τη ρώτησε πού βρισκόταν, η ίδια του ανάφερε ότι πήγε και αγόρασε λουλούδια. Τότε αυτός άρχισε να την εξυβρίζει με χυδαίες φράσεις. Η ίδια του ανάφερε ότι δανείστηκε το ποσό των €15 από τη Μ.Κ 5 και πως όταν ο ίδιος πληρωνόταν θα την εξοφλούσε. Ο σύζυγος της αρνήθηκε και άρχισε πάλι να την εξυβρίζει. Στη συνέχεια, αφού η ίδια τοποθέτησε τις πρώτες 2 γλάστρες στην εξωτερική αυλή και στη προσπάθεια να μεταφέρει και τις υπόλοιπές που βρισκόντουσαν στο όχημα της, ο σύζυγός της προσπάθησε, ανεπιτυχώς να την κλωτσήσει, κτυπώντας με το πόδι του τις γλάστρες, οι οποίες έπεσαν στο έδαφος και έσπασαν. Και οι δύο γλάστρες ήταν αξίας €10 έκαστη. Ακολούθως, ο XXXXX Γιώρκας την έσπρωξε με τα χέρια του στην πίσω ωμοπλάτη της, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί μπροστά, χάνοντας την ισορροπία της, και κτυπώντας με το πρόσωπο πάνω στο σιδερένιο κάγκελο της αυλής της. Η ίδια, όταν την έσπρωξε, δεν τον είδε, γιατί του είχε γυρισμένη τη πλάτη. Η Μ.Κ 5 ρώτησε τον πατέρα της τι κάνει και αυτός της απάντησε "εν να τη λύσω". Ακολούθως ο σύζυγος της αποχώρησε από την οικία. Την ίδια ημέρα προσήλθε, στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας, η παραπονούμενη, συνοδευόμενη από τη Μ.Κ 5, καταγγέλλοντας την πιο πάνω επίθεση που δέχθηκε από τον σύζυγο της. Μέλος της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι μέρος της μύτης της παραπονούμενης ήταν κόκκινο. Ακολούθως η παραπονούμενη εξετάσθη από τη Μ.Κ 4. Σύμφωνα με τα ευρήματα της, η παραπονούμενη παρουσίασε ήπιο οίδημα στο μέτωπο καθώς και ότι χτύπησε και μετακινήθηκε ελαφρά το πρόσθιο δεξιό δόντι της. Μετά την εξέταση της, ακολούθως, η παραπονούμενη προέβη σε γραπτή καταγγελία εναντίον του συζύγου της, XXXXX Γιώρκα. Εναντίον του XXXXX Γιώρκα εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης. Ακολούθως, το απόγευμα της ίδιας μέρας, ο αυτός συνελήφθη, δυνάμει δικαστικού εντάλματος. Κατά την πιο πάνω παρουσία των αστυνομικών στην οικία της παραπονούμενης οι αστυνομικοί διαπίστωσαν δύο γλάστρες σπασμένες. Ο διάδρομος της εξωτερικής αυλής, όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, είναι κατηφορικός. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην υπόθεση Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Ως έχει αναφερθεί αποτελεί βασική θέση της υπεράσπισης, ως τέθηκε μέσα από την καθόλα εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του κατηγορουμένου, ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι το πρόσωπο το οποίο βρίσκετο στο εδώλιο, κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο διέπραξε τα αδικήματα επί του κατηγορητηρίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόμοιο ζήτημα είχε εγερθεί και από την υπεράσπιση στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Το Δικαστήριο, μέσω της ενδιάμεσης απόφασης του, απέρριψε την εισήγηση αυτή καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε τόσο άμεση όσο και περιστατική μαρτυρία η οποία ταύτιζε τον κατηγορούμενο XXXXX Γιώρκα, με το πρόσωπο το οποίο κατηγορείτε ότι διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα. Παρά το ότι το ζήτημα αυτό έχει ήδη αποφασισθεί από το Δικαστήριο, για σκοπούς πληρότητας και με δεδομένο ότι πλέον το Δικαστήριο έχει σφαιρική και πλήρη γνώση όλων των επίδικων ζητημάτων με τη βοήθεια των στενοτυπημένων πρακτικών, θα προβώ σε πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση και θα αιτιολογήσω περαιτέρω για το πως το Δικαστήριο κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα, παραπέμποντας και σε σχετικά αποσπάσματα από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Η παρούσα διαδικασία, ως είναι πολύ καλά γνωστό, ξεκινά με την ανάγνωση των κατηγοριών στον κατηγορούμενο, ο οποίος και απαντά στις εναντίον του κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν στο εδώλιο, με το όνομα XXXXX Γιώρκας, ως εμφαίνεται στο κατηγορητήριο, κατηγορήθηκε ότι διέπραξε τα αδικήματα τα οποία του καταλογίζονται στη παρούσα υπόθεση. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος απάντησε ως ο XXXXX Γιώρκας, δήλωσε την μη παραδοχή του, ως βεβαίως αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα. Ουδέποτε έχει αμφισβητηθεί από τον ίδιο είτε από την υπεράσπιση, κατά την ανάγνωση των κατηγοριών, ότι δεν ονομάζεται XXXXX Γιώρκας. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ως έχει αναφερθεί, κατέθεσαν εκ μέρους της κατηγορούσας Αρχής 6 συνολικά μάρτυρες κατηγορίας. Ανατρέχοντας, στα σχετικά πρακτικά, πράγματι διαπιστώνω ότι ουδέποτε τέθηκε, ευθέως, οποιαδήποτε ερώτηση από τη κατηγορούσα αρχή σε οποιοδήποτε μάρτυρα, κατά πόσο ο XXXXX Γιώρκας, δηλαδή το πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στο εδώλιο είναι ο ίδιος ο XXXXX Γιώρκας, σύζυγος της παραπονούμενης ο οποίος και της επιτέθηκε. Από την άλλη όμως, τέθηκαν ερωτήσεις από την Κατηγορούσα Αρχή προς στους μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίες ταυτοποιούν και οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος, XXXXX Γιώρκας, είναι πράγματι το πρόσωπο το οποίο επιτέθηκε στη παραπονούμενη σύζυγο του. Παραπέμπω σε σχετικά αποσπάσματα των πρακτικών για να καταδείξω του λόγου το αληθές. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής προς τον Μ.Κ 1, υπεβλήθη στον εν λόγω μάρτυρα η εξής ερώτηση: «E. "Ξαναπασχολήθηκες με τον κατηγορούμενο κύριε μάρτυρα στο παρελθόν"; A. "Όχι".» Ο Μ.Κ 2, αφού υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3), στην οποία αναφέρεται σε αυτήν, ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης Μιχάλης Γιώρκας, της επιτέθηκε και ότι η παραπονούμενη προέβη σε γραπτή καταγγελία εναντίον του συζύγου της, ρωτήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή την πιο κάτω ερώτηση δίδοντας την πιο κάτω απάντησή: «E. "Είπες ότι ο κατηγορούμενος μεταφέρθηκε με ασφάλεια στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας. Τι εννοείς στο τέλος της παραγράφου"; A. "Ότι μετά τη διερεύνηση, ό, τι είχαμε να κάνουμε εκεί στην κατοικία, εισήλθαμε στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας χωρίς κανένα πρόβλημα, χωρίς καμία βία και κατευθυνθήκαμε κατευθείαν στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας για τη συνέχιση της διερεύνησης. Δεν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα ούτε από μέρους της Αστυνομίας, ούτε από μέρους του υπόπτου για θέματα συμπεριφοράς. Αυτό εννοώ με ασφάλεια". » Κατά την αντεξέταση του πιο πάνω μάρτυρα η υπεράσπιση του υπέβαλε τις ακόλουθες ερωτήσεις: «E. "Και λέτε επίσης ότι κυρία Γιώρκα, σας υπέδειξε εσάς μόνο τις γλάστρες, δεν είναι"; A. "Μάλιστα, ζήτησα εγώ να μου υποδείξει, γιατί από τη στιγμή που πήγαμε στην οικεία του κατηγορούμενου, ήταν παρούσα η κυρία Γιώρκα, ήταν σπίτι μόλις πήγαμε". E. "Ήταν παρούσα η κυρία Γιώρκα"; A. "Εννοώ, παρούσα τη στιγμή που πήγαμε. Το τι έγινε μετά, δεν ήταν παρών η κυρία Γιώρκα".» Κατά την παράθεση της μαρτυρίας της παραπονούμενης, αυτή υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο σύζυγός της ονομάζεται XXXXX Γιώρκας, με Α.Δ.Τ XXXXX38. Σημειώνω ότι στο κατηγορητήριο αναγράφεται ότι το όνομα του κατηγορούμενου, είναι XXXXX Γιώρκας και ότι ο Α.Δ.Τ που εμφαίνεται επί του κατηγορητηρίου, είναι ο αριθμός ταυτότητας που η ίδια η παραπονούμενη δήλωσε ότι έχει ο σύζυγος της, XXXXX Γιώρκας. Περαιτέρω στην κατάθεσή της, αναφέρει ότι διαμένουν στην οδό XXXXX αριθμών 19 στη XXXXX, η οποία είναι η ίδια διεύθυνση του XXXXX Γιώρκα που και πάλι εμφαίνεται στο εν λόγω κατηγορητήριο. Πέραν των πιο πάνω, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, της υποβλήθηκαν οι ακόλουθες ερωτήσεις: «E. "Κυρία μάρτυς, το 1995 παντρεύτηκες τον κατηγορούμενο"; A. "Ναι". E. "Σήμερα οι σχέσεις σου με τον κατηγορούμενο ποιες είναι κυρία μάρτυς"; A. "Απλώς είμαστε στο ίδιο σπίτι μαζί, δεν έχουμε καμία σχέση, απλώς ζούμε μαζί στο ίδιο σπίτι μόνο, τίποτε άλλο. Θέλει να με βγάλει έξω.» Κατά την αντεξέταση της, της υπεβλήθη η ακόλουθη ερώτηση: «E. "Και όλοι μαζί και ο κατηγορούμενος, ζείτε στο σπίτι, μέχρι και σήμερα μας είπατε; " A. "Ναι".» Επίσης κατά την παράθεση της μαρτυρίας, η παραπονούμενη παρέπεμπε στο γεγονός ότι είναι ο σύζυγός της ο οποίος της επιτέθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η Μ.Κ 5 επίσης στη γραπτή της κατάθεση αναφέρει ότι διαμένει και εκείνη στην οδό Καρυάτιδων αριθμό 19 (ίδια οδός που αναγράφεται ότι είναι η οδός του κατηγορούμενου), μαζί με τους γονείς της. Δηλαδή τον πατέρα της XXXXX Γιώρκα και τη μητέρα της XXXXX Γιώρκα. Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε αν είναι κόρη της XXXXX και του XXXXX Γιώρκα και απάντησε καταφατικά. Επίσης ερωτήθηκε αν ο πατέρας της προσπάθησε να της βρει εργασία, επίσης απάντησε καταφατικά. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της, της υπεβλήθη η ακόλουθη ερώτηση: «E. "Θα συμφωνήσεις μαζί μου ότι η προηγούμενη διαδικασία ήταν λίγο ψυχοφθόρα"; A. "Και για τη μάμα μου και για εμένα και για τον παπά εν ψυχοφθόρα να θωρεί την κόρη του και τη γυναίκα του ναν δαμέ.» Περαιτέρω η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε σε διάφορες ερωτήσεις και απαντήσεις ότι είναι ο πατέρας της που ήταν παρών στο επεισόδιο την ημέρα εκείνη. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ 6, του υπεβλήθη από την υπεράσπιση η ακόλουθη ερώτηση, δίδοντας ο ίδιος την πιο κάτω απάντηση: «E. "Η ερώτηση μου είναι αν εσείς" A. "Με το προσωπικό τηλέφωνο δεν επικοινωνώ με κανέναν. Επικοινώνησε ο κύριος Γιώρκας, έτον τζιαμέ να σας πει, κατά πόσο επικοινώνησε ή όχι με τον XXXXX Κυνηγό από την οικεία του".» Περαιτέρω στην ανακριτική κατάθεσή του που έδωσε ο κατηγορούμενος, αποδέχεται ότι ο ίδιος διαμένει στην οδό XXXXX 19 στη XXXXX. Είναι παντρεμένος με την παραπονούμενη XXXXX Γιώρκα και αρνήθηκε ότι εκλώτσησε τη γυναίκα του και ανάφερε στην απάντηση 14 τα ακόλουθα: «E. "XXXXX μου δεν έσπρωξα τη μάμα σου. Κλώτσησα τη γλάστρα τζιαι επήε η μάμα σου πάνω στο κάγκελο και χτύπησε και πρέπει να φύγω επείγον να πάω να κάμω μια δουλειά"» Είναι προφανές και πρόδηλο πως, από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία αλλά και με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία τα οποία ενδεικτικά έχω παραθέσει, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι πράγματι το πρόσωπο που βρισκόταν στο εδώλιο του καταηγορουμένου, κατά την ακροαματική διαδικασία, είναι ο XXXXX Γιώρκας, σύζυγος της XXXXX Γιώρκας, παραπονούμενης, δηλαδή το πρόσωπο το οποίο του προσάπτονται τα αδικήματα του κατηγορητηρίου. Η υπεράσπιση, παρά την παράθεση της πιο πάνω μαρτυρίας, στις πολυάριθμες ερωτήσεις που υπέβαλε σε όλους τους μάρτυρες κατηγορίας, ουδέποτε αμφισβήτησε, έστω και κατ' ελάχιστο, το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή το πρόσωπο που βρίσκεται στο εδώλιο, είναι ο XXXXX Γιώρκας, σύζυγος της παραπονούμενης. Το γεγονός αυτό το αναφέρω, με σκοπό όχι για να αντιστρέψω το βάρος απόδειξης που βρίσκεται πάντοτε επί τους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής για να αποδείξει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, αλλά για να καταδείξω του λόγου το αληθές, ότι παρά την πιο πάνω ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, η υπεράσπιση δεν υπέβαλε οποιανδήποτε διαφορετική θέση και ουδέποτε αμφισβήτησε το πιο πάνω γεγονός (Καττής v Aστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 438 και Iωάννου v Aστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ 538). Συνεπακόλουθα, ενόψει των πιο πάνω δεδομένων, είναι αβίαστα που καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι ο XXXXX Γιώρκας, σύζυγος της παραπονούμενης. Έπεται ότι εισήγηση της υπεράσπισης επί του προκειμένου, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή και ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 1η κατηγορία το αδίκημα της επίθεσης το οποίο προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στη παραπονούμενη. Η νομική βάση της εν λόγω κατηγορίας προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 242 του Ποινικού Κώδικα και 4
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων), Νόμου 119(Ι)/
  1. Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
  2. Ο κατηγορούμενος να επιτέθηκε παράνομα,
  3. Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του. Μέλος της οικογένειας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000, περιλαμβάνει άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Το άρθρο 242 του Κεφ.154, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κοινή επίθεση
  4. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Το άρθρο 3
(1)
(4)του Ν. 119(Ι)/2000 προνοεί ότι: «3. -
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)..
(3).
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και τις δύο ποινές.» Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Όταν το αδίκημα της επίθεσης διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου, θεωρείται κατά νόμο αυξημένης σοβαρότητας, αφού προσλαμβάνει τη μορφή βίας στην οικογένεια, η οποία χαρακτηρίζεται άκρως σοβαρή (άρθρο 4
(1)του Νόμου 119
(1)/00, ανωτέρω). Συνεπακόλουθα για σκοπούς στοιχειοθέτησης της 1ης κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της κοινής επίθεσης και επιπλέον, ότι αυτή έγινε από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο. Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν σύζυγοι επομένως θεωρούνται μέλη της οικογένειας εν τη εννοία του Ν.119
(1)/
  1. Με βάση περαιτέρω τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αφού προσπάθησε, ανεπιτυχώς να κλωτσήσει τη παραπονούμενη, κτυπώντας με το πόδι του τις γλάστρες, οι οποίες έπεσαν στο έδαφος και έσπασαν, ακολούθως την έσπρωξε με τα χέρια του στην πίσω ωμοπλάτη της, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί μπροστά, χάνοντας την ισορροπία της, και κτυπώντας με το πρόσωπο πάνω στο σιδερένιο κάγκελο της αυλής της. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος άσκησε εναντίον της παραπονούμενης πραγματική βία, δηλαδή επίθεση, η οποία εκδηλώθηκε εκ μέρους του με πρόθεση, προφανώς παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης, η οποία, εξαιτίας όσων βίωσε έχασε την ισορροπία της και κτύπησε. Το άρθρο 16 του σχετικού Νόμου προνοεί ότι «Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία». Αναγνωρίζω ότι το Δικαστήριο σε τέτοιου είδους αδικήματα απαιτείται καταρχάς να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία (Σ.Σ. κ.α v Δημοκρατία, (ανωτέρω). Στη προκειμένη περίπτωση, η μόνη μαρτυρία και η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, προέρχεται από την ίδια τη παραπονούμενη. Λόγω της φύσης των αδικημάτων ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, προέβλεψε ότι το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με την μόνη κατάθεση του θύματος, στη προκειμένη της παραπονουμένης εφόσον δεν ήταν δυνατό να εξασφαλισθεί ενισχυτική μαρτυρία. Από τη στιγμή που δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και από τη στιγμή που η εκδοχή της παραπονούμενης κρίθηκε καθόλα αξιόπιστη αλλά και με βάση την υποστηρικτική μαρτυρία της Μ.Κ 5 και Μ.Κ 4 το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε νομικό κώλυμα να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Η υπεράσπιση υπέβαλε τη θέση ότι η παραπονούμενη κτύπησε, επειδή στη προσπάθεια του ο κατηγορούμενος να την κτυπήσει αυτή έχασε την ισορροπία της με αποτέλεσμα να κτυπήσει στην εξωτερική περίφραξη. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν έχω αποδεχθεί την θέση αυτή. Ακόμη όμως και αν γινόταν αποδεκτή το γεγονός αυτό από μόνο του, κατά την κρίση μου, είναι αρκετό στο να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της 1ης κατηγορίας εφόσον και στην τοιαύτη περίπτωσή ο λόγος που η παραπονούμενη κτύπησε ήταν κατόπιν των παράνομων ενεργειών του κατηγορουμένου εφόσον γενεσιουργός αιτία του τραυματισμού της παραπονουμένης ήταν η επίθεση του κατηγορουμένου προς τις γλάστρες που κρατούσε η παραπονούμενη. Επίσης, με βάση την νομολογία επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και στην περίπτωση που δεν εκδηλώνεται οποιαδήποτε επίθεση, ως έχει λεχθεί ανωτέρω. Είναι αρκετό να δημιουργηθεί η πεποίθηση στο θύμα ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του Κατά συνέπεια, η ευθύνη του κατηγορούμενου για τη διάπραξη του αδικήματος που του καταλογίζεται στοιχειοθετείτε πλήρως. Είναι η κατάληξή μου για όλους τους παραπάνω λόγους, ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου στη σχετική κατηγορία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στη 2η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, κατά παράβαση του άρθρου 324(Ι) του Κεφ.154 το οποίο προνοεί ότι: «324.1 Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Έχοντας λοιπόν κατά νού τα πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: (α) η πρόκληση ζημιάς, (β) η ζημία να προκληθεί επί περιουσίας, (γ) η ζημία να προκληθεί εσκεμμένα, και (δ) η ζημία να προκληθεί παράνομα. Για το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι το υπό (α) ανωτέρω, εκείνο το οποίο χρειάζεται, να αποδειχθεί, είναι η πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς, μικρή ή μεγάλη και ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αξία της, αφού η αξία δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επίσης όσον αφορά την έννοια της ζημιάς, αυτή αναλύεται και στο σύγγραμμα "Blackstone's Criminal Practice 2003" στην σελίδα 431, όπου αναφέρονται τα συστατικά στοιχεία παρόμοιου αδικήματος που καθορίζει το άρθρο 1 του Αγγλικού Malicious Damage Act
  2. Σύμφωνα με το πιο πάνω σύγγραμμα, τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν ερμηνεύσει την έννοια της ζημιάς με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται σε ζημιά μόνιμης φύσης. Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ήτοι το υπό (β) ανωτέρω, είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η ζημιά προξενήθηκε σε περιουσία. Η ιδιοκτησία δε της περιουσίας δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος (Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255 - 259). Σε σχέση με το τρίτο συστατικό στοιχείο, ήτοι το υπό (γ) ανωτέρω, εκείνο που απαιτείται να αποδειχθεί είναι η εσκεμμένη δηλαδή η ηθελημένη πρόκληση της ζημιάς (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 168). Τέλος για το τέταρτο συστατικό στοιχείο, ήτοι το υπό (δ) ανωτέρω, χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η πρόκληση της ζημιάς ήταν παράνομη, δηλαδή δεν ήταν νόμιμη, δεν είχε νόμιμη αιτία (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Έχοντας λοιπόν κατά νού όλα τα πιο πάνω και υπαγάγοντας τα ευρήματά μου στη νομική πτυχή που καλύπτει την 2η κατηγορία, που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον επιβαλλόμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Και τούτο γιατί οι δύο γλάστρες της παραπονούμενης υπέστησαν ζημιά εφόσον έσπασαν μετά την κλωτσιά που έδωσε ο κατηγορούμενος σε αυτές, η εν λόγω ζημιά προκλήθηκε σε γλάστρες που θεωρούνται περιουσία, η πρόκληση της ζημιάς ήταν εσκεμμένη, ηθελημένη και η πρόκληση της ζημιάς ήταν και παράνομη, δηλαδή δεν εδράζετο σε νόμιμη αιτία. Εξάλλου δεν διαφέυγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ομολόγησε γραπτώς τη διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου τόσο η 1η όσο και η 2η κατηγορία και ως εκ τούτου κρίνεται ένοχος σε αυτές. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.