← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπαεπιφανείου, Αρ. Υπόθεσης 7708/18, 16/2/2021

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπαεπιφανείου, Αρ. Υπόθεσης 7708/18, 16/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 7708/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Παπαεπιφανείου Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 16, Φεβρουαρίου 2021 Για κατηγορούσα αρχή: κα Φ. Κακούρη Για την Κατηγορούμενη : κ. Ν. Καλλής Κατηγορούμενος : Παρών. ............. ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε συνολικά έξι

(6)κατηγορίες εκ των οποίων η 1η κατηγορία αφορά πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η 2η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης και η 3η κατηγορία οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τρόπο που η ικανότητά του για ασφαλή οδήγηση ήταν ελαττωμένη. Επιπρόσθετα, κρίθηκε ένοχος σε μια κατηγορία για παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα που τέθηκε από την αρμόδια αρχή, σε μία για παράλειψη να τηρεί το όχημά του στην αριστερή άκρη του οδοστρώματος και σε μία κατηγορία περί το ότι οδηγούσε χωρίς να είναι προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Τα κρίσιμα γεγονότα που αφορούν το επίδικο ατύχημα φαίνονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση, ημερομηνίας 8.1.2021 και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Ως δηλώθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Το Δικαστήριο πριν το στάδιο επιβολής της ποινής ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 35 ετών και διαμένει μαζί με τους γονείς του και την αρραβωνιαστικιά του στο χωρίο XXXXX. Ο Κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Λύκειο και αφού ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία μετέβη το 2005 στην Ελλάδα για σπουδές. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε στο τμήμα Νομικής του Δημοκρίτειου Θράκης. Το 2011 διέκοψε τις σπουδές του λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας. Το 2018 επανήλθε στις σπουδές του και αποφοίτησε το
  1. Ακολούθως ολοκλήρωσε την περίοδο άσκησης του στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και από τον Ιανουάριο του 2021 ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου ως αυτοτελώς εργαζόμενος. Από το ατύχημα ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε και ένεκα αυτού ανέπτυξε κατάθλιψη Διέκοψε όμως τη συνεργασία του με την ψυχολόγο και έλαβε βοήθεια από τον πνευματικό του. Περαιτέρω, στην έκθεση του γραφείου ευημερίας σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος το 2011 υπέστη εμβολή και θρόμβωση διαφόρων φλεβών και λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή. Η πιο πάνω αναφορά γίνεται με παραπομπή σε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό της Δρος XXXXX Νικολάου. Στον εν λόγω πιστοποιητικό καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από θρομβοφιλία και χρήζει μετάβασης στο εξωτερικό για θεραπευτικές ενέργειες. Παράλληλα στην έκθεση του γραφείου ευημερίας επισυνάπτονται επιστολές σε σχέση με τον χαρακτήρα του Κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα επισυνάπτεται επιστολή του κοινοτικού συμβουλίου XXXXX και συστατική επιστολή της XXXXX Παπαμιλτιάδου, δικηγόρου της Δημοκρατίας, η οποία επέβλεπε τον Κατηγορούμενο κατά την περίοδο της πρακτικής άσκησης του στη Νομική Υπηρεσία. Ακολούθως, αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου ο συνήγορος του. Ο κ. Κάλλης στην ιδιαίτερα εμπεριστατωμένη του αγόρευση υιοθέτησε ουσιαστικά το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας και ανέπτυξε την εισήγησή του σε έξι άξονες. Συγκεκριμένα επικαλέστηκε την καθυστέρηση που παρουσιάζεται από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, τη μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου, την κατάσταση της υγείας του, τον επηρεασμό του από το ατύχημα, τις πιθανές πειθαρχικές κυρώσεις και το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με τον καλό χαρακτήρα του Κατηγορουμένου. Υπέδειξε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν συμβασιούχος οπλίτης, ενώ σήμερα ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου. Επίσης, κατέθεσε την επιστολή παραίτησης του Κατηγορουμένου από την Εθνική Φρουρά και την ειδική δίαιτα που ακολουθεί ο Κατηγορούμενος. Τέλος κατέθεσε δέσμη εγγράφων από διάφορες εργαστηριακές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ο Κατηγορούμενος τα έτη 2011 και
  2. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
  3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος σε σειρά αδικημάτων που αφορούν την οδήγηση. Σε σχέση με την αντιμετώπιση των αδικημάτων που σχετίζονται με την οδήγηση, ένεκα των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα υποδείξει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάπα
(2006)2 Α.Α.Δ. 432, και Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. H ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων που σχετίζονται με τροχαίες παραβάσεις έχει επαναληφθεί και σε σειρά πιο πρόσφατων αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 166/2016, ημερομηνίας 5.10.2018, Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ.307/18 ημερομηνίας 20.11.2018 και Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 184/2018, ημερομηνίας 9.7.
  2. Περαιτέρω, στην απόφαση Καλαϊτζήδη ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), υποδείχθηκε εκ νέου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως τα αδικήματα, καθότι αυτά έχουν καταστεί δεσπόζοντα και αποτελούν μεγάλο κίνδυνο για κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί στους δρόμους και αυτή τούτη την ανθρώπινη ζωή. Αναμφίβολα στην υπό κρίση υπόθεση σοβαρότερο είναι το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, υπό το άρθρο 210 του Π.Κ, το οποίο προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι τέσσερα έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης θα προσδιοριστεί πρώτα το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής εκκινώ από ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία, ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 189/2016 και 190/2016, ημερομηνίας 20.12.2016. Περαιτέρω, έχω υπόψη μου τις κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την επιβολή ποινών σε αδικήματα υπό το άρθρο 210 του Π.Κ, οι οποίες έχουν συγκεφαλαιωθεί στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γερολέμου, ECLI:CY:AD:2017:B63, Ποιν. Εφ. 169/2016, ημερομηνίας 28.2.2017, όπου με παραπομπή στη σχετική νομολογία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 191, οι κατευθυντήριες οδηγίες αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210, δόθηκαν στην αγγλική απόφαση R. v. Guilfoyle 57Cr.App.R. 349 η οποία υιοθετήθηκε από την κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 τονίστηκε ότι «το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μη επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η Παντέλας ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, η οποία υπενθύμισε ότι στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 λέχθηκε πως «Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορούμενου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ΄ όψιν (Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491)», όπως υπενθύμισε και το τι λέχθηκε στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109. Δηλαδή ότι «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ΄ αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων». Επιπρόσθετα στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562, με αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία επί του θέματος, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τους παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη ως επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί κατά περίπτωση : «στην υπόθεση R. v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, παρατίθενται ενδεικτικά κάποιοι επιβαρυντικοί και κάποιοι ελαφρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν κατά την επιβολή ποινής σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης οδήγησης. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες αναφέρονται, επί παραδείγματι, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται». Σύμφωνα με τη νομολογία, οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές ως προς τους επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν αυτόνομο κανόνα δικαίου. Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109. Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ποινή φυλάκισης επιβάλλεται όπου το ατύχημα προκύπτει μέσα από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων, ενώ αντίθετα μια τέτοια ποινή αντενδείκνυται, όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι καλό. Συνεπώς, το πρώτο σημείο που πρέπει να κριθεί είναι το κατά πόσο το επίδικο ατύχημα προέκυψε μέσα από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων εκ μέρους του Κατηγορουμένου ή ήταν το προϊόν στιγμιαίας αβλεψίας ή λανθασμένης στάθμισης της κατάστασης. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας παρά το ότι σε αυτή κινείτο άλλο όχημα και ενώ είχε ορατότητα 136.98 μέτρων. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος δεν εισήλθε ελαφρώς μόνο στη αντίθετη λωρίδα αλλά έφτασε και μέχρι την άκρια αυτής. Τα πιο πάνω δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ατύχημα δεν οφείλεται σε στιγμιαία, αβλεψία. Ταυτόχρονα, ο Κατηγορούμενος έπραττε τα πιο πάνω ενώ η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το πενταπλάσιο του νομίμως επιτρεπόμενου. Η δε επιλογή του Κατηγορουμένου να οδηγήσει ενόσω η αναλόγια αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το πενταπλάσιο του νομίμως επιτρεπόμενου, δεικνύει από μόνη της εγωιστική συμπεριφορά και εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των τρίτων. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος όχι μόνο προκάλεσε ατύχημα οδηγώντας καθ' υπέρβαση του ορίου αλκοόλης αλλά παραγνώρισε και την άσπρη συνεχή γραμμή που βρισκόταν χαραγμένη στον δρόμο, και παρέλειψε να τηρεί το όχημά του στην αριστερή άκρη του οδοστρώματος. Τα πιο πάνω δεικνύουν αδιαφορία και για τα σήματα τροχαίας και τους κανόνες οδήγησης. Οι πιο πάνω ενέργειες του Κατηγορουμένου συνολικά ορώμενες δεικνύουν εμμονή σε επικίνδυνη οδηγική συμπεριφορά και ενέχουν έκδηλα το στοιχείο της εγωιστικής παραγνώρισης των κανόνων οδήγησης, των σημάτων τροχαίας, καθώς και της πλήρους καταφρόνησης των δικαιωμάτων των άλλων οδηγών. Συνεπώς, το επίδικο ατύχημα επήλθε ως αποτέλεσμα αμέλειας του Κατηγορουμένου, η οποία ενέχει το στοιχείο της εγωιστικής παραγνώρισης τόσο των νόμων και κανονισμών όσο και της ασφάλειας των άλλων και δεν οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία ή σε λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης. Ενόψει των πιο πάνω, το επίδικο ατύχημα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί στα ιδιαίτερα σοβαρά, εξ απόψεως γεγονότων, για τα οποία ενδείκνυται, κατ' αρχήν, ποινή φυλάκισης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδη
(2009)2 Α.Α.Δ. 537, όπου κρίθηκε ότι ενόψει του ότι ο εκεί κατηγορούμενος οδηγούσε με πλήρη αδιαφορία προς τους κανόνες οδήγησης, τα σήματα τροχαίας και με πλήρη καταφρόνηση προς τα δικαιώματα των άλλων, η επιβολή ποινής φυλάκισης ήταν αναπόφευκτη. Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον παράγοντα χρόνο, παραπέμποντάς τόσο σε νομολογία αναφορικά με την απαλλαγή του Κατηγορουμένου, όσο και σε νομολογία σε σχέση με το ότι η καθυστέρηση στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου ωφελεί τον μετριασμό της ποινής. Εισηγήθηκε δε ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ότι η υπεράσπιση δεν φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση. Κατ' αρχάς σημειώνω ότι το επιχείρημα περί απαλλαγής του Κατηγορουμένου, λόγω καθυστέρησης, δεν έχει τεθεί στο στάδιο πριν την διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου. Συνεπώς, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το ζήτημα της απαλλαγής του Κατηγορουμένου. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι όντως το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του εύλογου του χρόνου για τη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης κάποιου κατηγορουμένου συνοψίζονται στη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 407 και Κάζανου ν. Eφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ποινική Έφεση 96/19, ημερομηνίας 28.7.2020. Στην απόφαση Κάζανου (ανωτέρω) με αναφορά στη παγία νομολογία υποδείχθηκαν οι τρεις παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την κρίση περί της ύπαρξης καθυστέρησης. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Στην Procurator Fiscal v. Watson
(2002)4 All E.R. 1 (απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου) αναφέρθηκε ότι η προσέγγιση υπό του Δικαστηρίου τυχόν παραβίασης του δικαιώματος για δίκη εντός εύλογου χρόνου θα πρέπει να αφορά τρεις παράγοντες και οι οποίοι θα πρέπει να εξετάζονται: (α) η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (β) η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου και (γ) ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης υπό τις διοικητικές και δικαστικές αρχές.» Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου,
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, υπεδείχθη ότι η διαπίστωση της ενδεχόμενης παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκη εντός εύλογου χρόνου δεν εξετάζεται in abstracto, αλλά τίθεται υπό τη βάσανο του συνυπολογισμού ύπαρξης και άλλων παραμέτρων, που να δείχνουν ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ισχυρισμός της υπεράσπισης δεν τέθηκε τελικά υπό μορφή εισήγησης για απαλλαγή του Κατηγορουμένου, αλλά ως στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει το ύψος και το είδος της ποινής. Στην υπό εξέταση υπόθεση, ο συνήγορος του Κατηγορουμένου ανέφερε σχετικά ότι η ακρόαση ξεκίνησε στις 4.11.2019, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής περατώθηκε στις 22.7.2020 και η αγόρευση για το εκ πρώτης όψεως έλαβε χώρα την 1η.9.
  1. Στη βάση των πιο πάνω στήριξε την εισήγησή του περί καθυστέρησης. Η πιο πάνω εισήγηση παραγνωρίζει ότι η υπό κρίση υπόθεση τέθηκε για ακρόαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 30.9.2019 και αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης. Ακολούθως η προσκόμιση μαρτυρίας ξεκίνησε στις 16.10.2019, όπου κρίθηκε απαραίτητη η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος - ένστασης από την υπεράσπιση. Επίσης, παραγνωρίζει ότι στη δίκη εντός δίκης παρέλασαν πέντε μάρτυρες, ζητήθηκε μια φορά αναβολή από την υπεράσπιση και η απόφαση επ' αυτής επιφυλάχθηκε στις 4.3.
  2. Τελικά δόθηκε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστήριού στις 18.3.
  3. Τότε η συνέχιση της υπόθεσης αδράνησε για περίπου δυο μήνες, ένεκα των περιοριστικών μέτρων που λήφθηκαν για την αναχαίτηση της πανδημίας του covid 19 και επανάρχισε στις 22.5.
  4. Από τις 22.5.2020 η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε 12 μάρτυρες προς απόδειξη της υπόθεσής της. Επιπλέον, παραγνωρίζει το ότι σε καμμιά περίπτωση η υπόθεση, αφότου ξεκίνησε η ακρόαση, δεν αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με το επιχείρημα ότι η εισήγηση για το εκ πρώτης όψεως έγινε στις 1.9.2020 αυτό οφείλεται σε αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης και ενώ το Δικαστήριο όρισε αρχικά την υπόθεση για αγορεύσεις στις 30.7.
  5. Ταυτόχρονα υπενθυμίζεται ότι κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, ήτοι στις 8.1.2021, και πάλι ζητήθηκε χρόνος από την υπεράσπιση για λόγους που άπτονταν της πανδημίας του covid
  6. Υπό το φως των πιο πάνω και έχοντας υπόψη την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, αφού για την διεκπεραίωσή της ακουστήκαν συνολικά 17 μάρτυρες, τη στάση του Κατηγορουμένου, ο οποίος αιτήθηκε πέραν των δυο αναβολών και το γεγονός ότι μετά την έναρξη της ακρόασης, ουδεμία αναβολή δόθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν παρουσιάστηκε καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπόθεσης ή καθυστέρηση που επηρέασε το δικαίωμα του κατηγορούμενου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός εύλογου χρόνου. Παρόλα αυτά το αντικειμενικό δεδομένο του ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά το επίδικο συμβάν παραμένει. Αποτελεί δε πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 617. Όταν, όμως, για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί ο τελευταίος να την επικαλείται ως μετριαστικό παράγοντα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 273. Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, η οποία αφορούσε αδίκημα ταυτόσημο με το εξεταζόμενο. Στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου το ότι έχουν παρέλθει 46 μήνες από την διάπραξη του επίδικου ατυχήματος μέχρι την επιβολή ποινής. Ταυτόχρονα λαμβάνω υπόψη μου τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος και το ότι μέρος της καθυστέρησης μπορεί να αποδοθεί στην συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Συνακόλουθα, η όποια τυχόν καθυστέρηση παρατηρήθηκε στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να επηρεάσει το είδος της ποινής, αλλά μπορεί να επηρεάσει το ύψος αυτής. Περαιτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου δεν έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς. Αυτό που έχει μεταβληθεί είναι το επάγγελμά του. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ήταν επαγγελματίας οπλίτης και άρα ασκούσε επάγγελμα το οποίο εκ της φύσεως του απαιτεί υπευθυνότητα και προσήλωση στο καθήκον. Ταυτόχρονα ήταν εγγεγραμμένος στη νομική σχολή. Τέλος, κατά τον χρόνο διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων ήταν αρραβωνιασμένος και σκόπευε να τελέσει γάμο. Σήμερα ο Κατηγορούμενος συνεχίζει να είναι αρραβωνιασμένος ενώ το μόνο που έχει αλλάξει είναι το επάγγελμά του. Η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις όπου κάποιος κατηγορούμενος από νεαρό ανεύθυνο πρόσωπο, κατά τον χρόνο του αδικήματος, μέχρι την επιβολή της ποινής αναμορφώνεται και αναπροσανατολίζει τη ζωή του σε επωφελείς σκοπούς. Αντίθετα η ζωή του Κατηγορουμένου ήταν και πριν το ατύχημα στοχευμένη προς τον σκοπό δημιουργίας οικογένειας και ήταν ενεργός στο επαγγελματικό γίγνεσθαι μεσώ της άσκησης επαγγέλματος που απαιτούσε υπευθυνότητα. Επομένως, δεν διαπιστώνω ουσιώδη μεταβολή στις προσωπικές του Κατηγορουμένου ή μεταβολή που να επηρεάζει το είδος της αρμόζουσας ποινής. Επιπλέον ο συνήγορος του Κατηγορουμένου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα προβλήματα υγείας του αυτού. Σε σχέση με το ζήτημα των προβλημάτων υγείας σημειώνω ότι κατά κανόνα τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια ποινή. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Attorney General v. Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93. Στην απόφαση Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 144, έγινε δεκτό πως, εάν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Όμως, για να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης απαιτείται η προσκόμιση ιατρικής ή άλλης μαρτυρίας που να βεβαιώνει πως η κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου θα επιδεινωθεί λόγω της φυλάκισης ή ότι τα προβλήματα υγείας δεν μπορούν να τύχουν διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τις κεντρικές φυλακές. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Σοφοκλέους (ανωτέρω), El Kara Amira Mohammad ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 239 και Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 153/17, ημερομηνίας 27.9.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από την έκθεση του γραφείου ευημερίας προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από θρομβοφιλία και εξετάζεται από ιατρό στην Αθήνα στο Νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς. Το επόμενο ραντεβού του Κατηγορουμένου είναι προγραμματισμένο για την Τρίτη 23.2.
  2. Επίσης τέθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ακολουθεί συγκεκριμένη δίαιτα. Στη βάση των πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι τυχόν φυλάκιση του Κατηγορουμένου θα επιδεινώσει την υγεία του και θα θέσει σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή του. Έχω διεξέλθει τα ιατρικά πιστοποιητικά που έχουν τεθεί ενώπιόν μου και δεν διαπιστώνω ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας το οποίο δεν μπορεί να τύχει κατάλληλης διαχείρισης από τις κεντρικές φυλακές. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επισκέπτεται ιατρό στην Αθήνα δεν συνεπάγεται από μόνο ότι δεν μπορεί να του παρασχεθεί η κατάλληλη φροντίδα και παρακολούθηση από το τμήμα κεντρικών φυλακών. Το ίδιο ισχύει και για τη διατροφή του Κατηγορουμένου. Η αόριστη αναφορά περί το ότι χρήζει μετάβασης στο εξωτερικό για θεραπευτικές ενέργειες χωρίς οτιδήποτε που να επεξηγεί το πώς και το γιατί προκύπτει η πιο πάνω ανάγκη ή να προσδιορίζει τις απαιτούμενες ιατρικές ενέργειες, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης θα επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου ή θα θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του ή ότι η κατάσταση της υγείας του δεν μπορεί να τύχει διαχείρισης από το τμήμα κεντρικών φυλακών. Για να κατέληγε το Δικαστήριο σε τέτοιο συμπέρασμα θα έπρεπε να τεθούν συγκεκριμένα και απτά στοιχεία που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να εξάξει το δικό του συμπέρασμα. Περαιτέρω, σε σχέση με τα τραύματα που αποκόμισε ο Κατηγορούμενος από το ατύχημα και η κατάθλιψη από την οποία διαγνώστηκε λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, όμως, δεν είναι τέτοιας φύσης ή έκτασης που να επηρεάζουν το είδος της αρμόζουσας ποινής. Σε σχέση με την εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου ότι υπάρχει κίνδυνος πειθαρχικών κυρώσεων από την επιβολή ποινής, λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει από μόνος του το είδος της αρμόζουσας ποινής. Εν προκειμένω, σημειώνω ότι οι σχετικές αναφορές του κ. Καλλή τέθηκαν σε υποθετική βάση και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα περί συγκεκριμένης πειθαρχικής ποινής. Άλλωστε τυχόν εισηγήσεις περί εξωδικαστικής τιμωρίας, όπως υποδεικνύεται από τη νομολογία, πρέπει να θεμελιώνονται και να υποστηρίζονται με σαφή μαρτυρία που να κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ο καταδικασθείς θα έχει με βεβαιότητα περαιτέρω σοβαρές επιπτώσεις ως αποτέλεσμα της επιβολής σ' αυτόν ποινής φυλάκισης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Cosmin Scorteanu v. Αστυνομίας, Ποινική έφεση 214/2013, ημερομηνίας 20.1.
  3. Επιπρόσθετα, ο επηρεασμός της σταδιοδρομίας όπως έχει τεθεί, δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Τέλος, προς όφελος του Κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο, το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας, τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες καθώς και τα όσα ο συνήγορος του ανέφερε προς μετριασμό της ποινής του. Ταυτόχρονα όμως, δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το στοιχείο της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι του Νόμου και των δικαιωμάτων των τρίτων. Επίσης, δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις συνέπειες της πράξης του Κατηγορουμένου οι οποίες επέφεραν τον θάνατο της ανήλικης XXXXX Χριστοδούλου και το γεγονός ότι οι συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος κατατάσσουν αυτό στα ιδιαίτερα σοβαρά του είδους για τα οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, αρμόζει η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Έχω δε υπόψη μου ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Παναγιώτου Mάριος ν. Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ
  1. Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, τόσο μεμονωμένα όσο και σωρευτικά, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το ύψος της αρμόζουσας ποινής και όχι το είδος αυτής που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως, επιβάλλονται, επίσης, 10 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Στις κατηγορίες 2 μέχρι και 5 ουδεμία ποινή επιβάλλεται, καθώς τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται στην πρώτη κατηγορία και λήφθηκαν υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής αναφορικά με την πρώτη κατηγορία. Τέλος στην 6η κατηγορία έχοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας της ποινής κρίνω ορθότερο, όπως μην επιβάλω οποιαδήποτε ποινή. Νοείται, ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
  2. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη. Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, υποδείχθηκε ότι η εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος, οι οποίες δεικνύουν εγωιστική παραγνώριση του Νόμου και της ασφάλειας των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Συνεπώς, η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης αυτού δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωριστήκαν στον Κατηγορούμενο όπως, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ταυτόχρονα, ο χρόνος που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής, ένεκα των περιστάσεων της παρούσας και της μη ουσιώδους μεταβολής στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απεργήσει με τρόπο που να οδηγεί στην αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, ενόψει της διαπιστωθείσας αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών και των συνθηκών διάπραξης του επίδικου αδικήματος, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν αμέσως. Τα έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε € 460, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου , Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.