← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης:9078/2016, 11/2/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης:9078/2016, 11/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B20 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9078/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Βασιλείου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11/2/2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη μαζί με κα Γ. Κέλο (ασκούμενη δικηγόρο) Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Ε. Χειμώνας Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα ποινική υπόθεση 10, συνολικά, κατηγορίες. Ειδικότερα στη 1η, 2η, 6η και 7η κατηγορία κατηγορείται για το αδίκημα της πλαστογραφίας εγγράφου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της 1ης και 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος, την 11.4.2012, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδόλιευση, δηλαδή στα πληρεξούσια έγγραφα που αφορούσε τη διαχείριση τεμαχίου γης με αριθμούς εγγραφής 0/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Φύλλο/Σχέδιο 30/24W1 με τα οποία ο XXXXX και XXXXX Μαλέκκου, αντιστοίχως, διόριζαν ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους τον κατηγορούμενο, συμπλήρωσε το όνομα και την ταυτότητα των προαναφερθέντων προσώπων και υπέγραψε στη θέση υπογραφής του πληρεξουσιοδότη δια των ονομάτων των πιο πάνω προσώπων χωρίς την εξουσιοδότηση τους. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 6ης και 7ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος, την 13/7/12 και 16/7/12, αντιστοίχως, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή στα πληρεξούσια έγγραφα με τα οποία οι XXXXX και XXXXX Μαλέκκου, διόριζαν ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους τον κατηγορούμενο για τη διαχείριση των κτημάτων τους, συμπλήρωσε το όνομα και την ταυτότητα των προαναφερθέντων και υπέγραψε στη θέση υπογραφής του πληρεξουσιοδότη δια των ονομάτων των πιο πάνω προσώπων χωρίς την εξουσιοδότηση τους. Στη 3η και 8η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος, εν γνώσει και δολίως, έθεσε σε κυκλοφορία τα πλαστογραφημένα πληρεξούσια έγγραφα που αναφέρονται στις πιο πάνω 4 κατηγορίες. Στη δε 4η και 9η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού δια ψευδών παραστάσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος, δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό τη καταδολίευση, εσκεμμένα εξασφάλισε στο όνομα άλλου πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, δηλαδή αφού παρουσίασε τα πλαστογραφημένα πληρεξούσια που αναφέρονται στη 1η, 2η και 6η κατηγορία, εξασφάλισε την εγγραφή του τεμαχίου γης που αναφέρεται στη 1η κατηγορία καθώς και την εγγραφή του τεμαχίου γης με αριθμό εγγραφής 10/2201 στο όνομα της εταιρείας με την ονομασία 'SPI Development & Construction Ltd', ιδιοκτησίας του XXXXX Ισαάκ, από τη Λευκωσία. Τέλος στην 5η και 10η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος απέσπασε από τον XXXXX Ισαάκ, ιδιοκτήτη της πιο πάνω εταιρείας, τα ποσά των €167,550 και €127,200, δηλαδή εξασφάλισε τα εν λόγω ποσά, αφού πώλησε στον προαναφερθέντα τα τεμάχια γης που περιγράφονται στην 1η και 9η κατηγορία, παρουσιάζοντας ως γνήσια τα πληρεξούσια έγγραφα που αναφέρονται στην 1η, 2η και 6η κατηγορία. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε 7 μάρτυρες, τη Γ/Α XXXXX XXXXX Κριτιώτου (Μ.Κ 1), τον Λοχία XXXXX XXXXX Χρυσάνθου (Μ.Κ 2), τον XXXXX Θουκιδίδη (Μ.Κ 3), πιστοποιούντα υπάλληλο, τον XXXXX Μαλέκκο (Μ.Κ 4), την XXXXX Μαλέκκου (Μ.Κ 5), την Γ/Α XXXXX XXXXX Ραφίδια (Μ.Κ 6) και τον XXXXX Ισαάκ (Μ.Κ 7). Μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, εισηγήθηκε, δυνάμει του άρθρου 74

(1)(Β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του έτσι ώστε αυτός να κληθεί από το Δικαστήριο σε απολογία. Ήταν η εισήγηση του, αγορεύοντας προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι 4 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας, αποδίδουν στον κατηγορούμενο ότι αυτός υπόγραψε τα πλαστογραφημένα πληρεξούσια έγγραφα που αναφέρονται σε κάθε έκαστη κατηγορία. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία και ειδικότερα του εμπειρογνώμονα γραφολόγου, ο εν λόγω μάρτυρας ξεκάθαρα υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος δεν συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με αυτά που του καταλογίζονται. Δηλαδή δεν φαίνεται να υπόγραψε στη θέση της υπογραφής του πληρεξουσιοδότη οποιαδήποτε από τα πληρεξούσια έγγραφα. Συνεπώς στη βάση αυτής της μαρτυρίας, ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες, ήταν πάντοτε η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του κατηγορουμένου, όλες στηρίζονται επίσης στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε τα πληρεξούσια έγγραφα, γεγονός το οποίο δεν έχει αποδειχθεί, ως ανάφερε και πιο πάνω. Ως εκ τούτου, κάλεσε το Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το στάδιο αυτό. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της υπεράσπισης, η οποία ανάφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, ούτως ώστε το Δικαστήριο να καλέσει σε απολογία τον κατηγορούμενο. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι ναι μεν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνδεθεί με την πλαστογράφηση των πληρεξουσίων εγγράφων με βάση τη μαρτυρία του γραφολόγου, πλην όμως ούτε οι παραπονούμενοι έχουν συνδεθεί με αυτά. Επομένως προκύπτει ότι τα εν λόγω πληρεξούσια είναι πλαστά εφόσον δεν τα κατάρτισαν οι ίδιοι οι παραπονούμενοι. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν στο στάδιο αυτό και οι ισχυρισμοί που έδωσε ο κατηγορούμενος, μέσα από τις καταθέσεις του, στις οποίες προβάλλει αλλοπρόσαλλους ισχυρισμούς. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει σε απολογία τον κατηγορούμενο εφόσον έχει στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Στη συνέχεια θα αναφερθώ στα κύρια σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας τα οποία είναι απαραίτητα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας, είναι καταγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης, έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, την 25/09/2012, κατέγραψε το παράπονο του Μ.Κ 4, ο οποίος κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του στο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 13/7/2012, (Τεκμήριο 11), σύμφωνα με το οποίο διόριζε τον κατηγορούμενο ως γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του. Την ίδια μέρα έλαβε από τον παραπονούμενο 10 δείγματα της υπογραφής του (Τεκμήριο 23). Την 2/7/12, κατέγραψε συμπληρωματικό παράπονο του Μ.Κ 4, στο οποίο κατάγγειλε ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του στο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 11/04/2012, (Τεκμήριο 22), σύμφωνα με το οποίο διόριζε τον κατηγορούμενο ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, για τη διαχείριση του τεμαχίου, υπ' αριθμόν XXXXX. Την 3/10/2012, ο Μ.Κ 4 είδε τον κατηγορούμενο, κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, αφού ερωτήθηκαν κατά πόσο γνωρίζονται, ανάφεραν ότι ούτε γνωρίζονται αλλά ούτε και συναντήθηκαν ποτέ. Την 5/10/2012, έλαβε δείγματα υπογραφής της Μ.Κ 5 (Τεκμήριο 24), του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 30) και του Μ.Κ 3 (Τεκμήριο 26). Την 3/10/2012, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) και την ίδια μέρα παρέλαβε από συνάδελφό της το πρωτότυπο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, μεταξύ του Μ.Κ 4 και κατηγορούμενου, ημερομηνίας 11/4/2012 (Τεκμήριο 22), πρωτότυπο ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο μεταξύ της Μ.Κ 5 και του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 11/4/2012 (Τεκμήριο 22). Την 5/10/2012, παρέλαβε από συνάδελφό της το πρωτότυπο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, μεταξύ Μ.Κ 4 και κατηγορούμενου, ημερομηνίας 13/7/2012 (Τεκμήριο 23) και το πρωτότυπο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο μεταξύ της Μ.Κ 5 και του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 16/07/2012 (Τεκμήριο 28). Την 7/10/2012, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3) και την ίδια μέρα τον κατηγόρησε και γραπτώς. Την 11/10/2012, παρέλαβε 3 πρωτότυπες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου από τον λογαριασμό της εταιρείας SPI Development & Construction Ltd, για τα ποσά των €7.500, €160.000 και €25.000, αντιστοίχως, (Τεκμήρια 19, 20 και 21). Την 11/10/2012, παρέλαβε ψηφιακό δίσκο στον οποίο υπάρχουν καταγεγραμμένες εικόνες που αφορούν κάμερα, η οποία καλύπτει τον χώρο του Τμήματος Μεταβιβάσεων του Κτηματολογίου Λευκωσίας την 25/09/2012 (Τεκμήριο 17). Κατάθεσε περαιτέρω αριθμό τεκμηρίων που έχουν συλλεχθεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης από την Αστυνομία. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι στα πληρεξούσια έγγραφα, για τα οποία έκανε αναφορά στην κυρίως εξέτασή της, η υπογραφή του πληρεξουσιοδότη, φέρεται να έχει πιστοποιηθεί από τον Μ.Κ
  1. Ο Μ.Κ 2 υπηρετεί στην υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών. Είναι ο υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας της Αστυνομίας. Για την παρούσα υπόθεση έχει καταρτίσει έκθεση, ημερομηνίας 4/06/2003 (Τεκμήριο 32). Στην ουσία ο εν λόγω μάρτυρας εξέτασε τα πληρεξούσια έγγραφα, τα οποία έχουν κατατεθεί στο όνομα των Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 στο Κτηματολόγιο, και εξέτασε αφενός κατά πόσο τα δείγματα υπογραφών που αποδίδονται στα εν λόγω πρόσωπα είναι η γνήσια η υπογραφή τους και αφετέρου κατά πόσο τα υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, ότι οι 4 αμφισβητούμενες υπογραφές που τέθηκαν στα εν λόγω πληρεξούσια, κάτω από το πληρεξουσιοδότη, δεν μπορούν να συνδεθούν με τον κατηγορούμενο εφόσον υπάρχουν αμφισβητούμενες διαφορές. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 36). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ο ίδιος, εδώ και 7 χρόνια, είναι πιστοποιών υπάλληλος. Για τον σκοπό αυτό κατέχει σφραγίδες στο γραφείο του σε καφενείο που βρίσκεται στη Λεμεσό. Ουδέποτε στο παρελθόν ο ίδιος έχει απωλέσει οποιεσδήποτε σφραγίδες, ουδέποτε του τις έκλεψαν αλλά και ουδέποτε τις έχει δώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Αφού του υποδείχθηκε το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με πληρεξουσιοδότη την Μ.Κ 5, το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με πληρεξουσιοδότη τον Μ.Κ 4, το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με πληρεξουσιοδότη τον Μ.Κ 4 και γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με πληρεξουσιοδότη την Μ.Κ 5, προέβαλε τη θέση ότι το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο έγγραφο, είναι εξ ολοκλήρου πλαστογραφημένα όσον αφορά τις δικές του υπογραφές του και τα γραφόμενα που αποδίδονται στον ίδιο. Σε σχέση με το τρίτο έγγραφο, η συμπλήρωση της ορθογώνιας σφραγίδας, έγινε από τον ίδιο, εκτός από τη γραφή του αριθμού ταυτότητας «XXXXX60». Επίσης αναγνωρίζει την υπογραφή του, κάτω από τη σφραγίδα αυτήν, και την υπογραφή του, μεταξύ της στρογγυλής σφραγίδας και της σφραγίδας του ονόματός του. Όσον αφορά τις μονογραφές Α.Θ, στα 3 χαρτόσημα, λόγω του ότι είναι κεφαλαία, δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν είναι δικά του. Ως εκ τούτου, το έγγραφο αυτό τη 13/07/2012 παρουσιάστηκε στον ίδιο συμπληρωμένο και το σφράγισε και το συμπλήρωσε. Για να προβεί σε τέτοια ενέργεια, δηλαδή να πιστοποιήσει την υπογραφή του πληρεξουσιοδότη Μ.Κ 4, πρέπει οπωσδήποτε να παρουσιάστηκε το έγγραφο από τον Μ.Κ 4 και να το υπέγραψε ο ίδιος στην παρουσία του, μετά από έλεγχο που προέβη με τα στοιχεία που του έχουν παρουσιαστεί, δηλαδή με την επίδειξη ταυτότητας του. Ο ίδιος δεν είναι σε θέση να περιγράψει τον Μ.Κ 4, αλλά θυμάται, λόγω του ονόματος, ότι πιστοποίησε κάποιο έγγραφο με το επώνυμο Μαλέκος. Για να το πιστοποιήσει όμως, θα έπρεπε να του παρουσιάστηκε ο ίδιος ο XXXXX Μαλέκκος. Σε σχέση με την XXXXX Μαλέκκου ανάφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε γι' αυτήν. Τον κατηγορούμενο δεν τον γνωρίζει αλλά θυμάται ότι, πριν λίγες μέρες, προσήλθε στο καφενείο του ο Δημήτρης Βασιλείου, αδελφός του κατηγορουμένου, αναφέροντας του ότι ο τελευταίος είχε συλληφθεί για υπόθεση πλαστογραφίας. Αντεξεταζόμενος επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ουδέποτε συνάντησε τον κατηγορούμενο. Ο M.K 4 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 37) καθώς και τις συμπληρωματικές του καταθέσεις (Τεκμήρια 38 και 39, αντιστοίχως). Σύμφωνα με αυτές είναι ο ιδιοκτήτης ολόκληρου του τεμαχίου υπ' αριθμόν XXXXX, καθώς και ιδιοκτήτης σε ποσοστό 1/2, μαζί με την Μ.Κ 5, του τεμαχίου υπ' αριθμόν XXXXX. Πριν από 10 μήνες, αποφάσισε να πωλήσει το τεμάχιο XXXXX και προς τούτο έβαλε σχετική αγγελία πώλησης σε εφημερίδα. Περί τον Μάιο του 2012, δέχτηκε τηλεφώνημα από άγνωστο πρόσωπο, από τη Λεμεσό, ο οποίος ενδιαφερόταν για την αγορά του. Απέστειλε στο εν λόγω πρόσωπο, μέσω φαξ, τον τίτλο ιδιοκτησίας του πιο πάνω τεμαχίου καθώς και την εκτιμώμενη αξία του. Έκτοτε το εν λόγω πρόσωπο ουδέποτε του ξανατηλεφώνησε. Στις 25/09/2012 ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι πωλήθηκε το τεμάχιο του, υπ' αριθμόν XXXXX, κατόπιν πλαστογραφίας της υπογραφής του σε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο εξουσιοδοτούσε τον κατηγορούμενο να ενεργεί εκ μέρους του και ότι σε σχέση με την υπόθεση αυτή είχαν ήδη συλληφθεί 3 πρόσωπα. Ο ίδιος ουδέποτε υπόγραψε τέτοιο πληρεξούσιο αλλά ούτε και γνωρίζει τέτοιο πρόσωπο με το όνομα του κατηγορούμενου. Επίσης διαπίστωσε, μέσω του κτηματολογίου, ότι το τεμάχιο XXXXX πωλήθηκε στις 12/04/2012 και η μεταβίβασή του έγινε 24/05/
  2. Πληροφορήθηκε επίσης ότι αγοραστής και των δύο τεμαχίων ήταν κάποια εταιρεία SPI Development & Construction Ltd. Ο ίδιος δεν εξουσιοδότησε κανένα πρόσωπο αλλά ούτε και υπόγραψε σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο. Επίσης ανάφερε ότι στις 3/10/2012, κλήθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας, όπου σε γραφείο είδε κάποιο πρόσωπο το οποίο πληροφορήθηκε ότι ονομάζεται XXXXX Βασιλείου. Ουδέποτε γνωρίζει αυτό το πρόσωπο και ουδέποτε είχε συναντηθεί στο παρελθόν μαζί του. Σήμερα, ανάφερε, ότι ήταν η πρώτη φορά που τον είδε. Στην παρουσία του ο κατηγορούμενος, επίσης, ανάφερε ότι δεν γνωρίζει τον ίδιο και ουδέποτε τον συνάντησε. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε τη θέση ότι ο ίδιος μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας, για να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ο οποίος ισχυριζόταν ότι τον γνώριζε. Αφού συναντήθηκαν, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ουδέποτε συνάντησε τον ίδιο στη ζωή του. Η Μ.Κ 5 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 40). Σύμφωνα με αυτήν είναι η ιδιοκτήτρια σε ποσοστό ½ του τεμαχίου γης υπ' αριθμόν 26/
  3. Ουδέποτε η ίδια υπόγραψε οποιοδήποτε ειδικό πληρεξούσιο στον κατηγορούμενο, ημερομηνίας 11/04/2012, σύμφωνα με το οποίο τον διόριζε διαχειριστή για το τεμάχιο της. Επίσης ούτε η ίδια υπόγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 16/07/2012, με πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της τον κατηγορούμενο. Ουδέποτε γνώρισε τον κατηγορούμενο και ουδέποτε τον συνάντησε. Επίσης ουδέποτε συνάντηση τον Μ.Κ
  4. Αντεξεταζόμενη αποδέχθηκε το γεγονός ότι το οικόπεδό της επιστράφηκε με απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου. Η Μ.Κ 6 εργάζεται στο εργαστήριο φωτογραφίας, εικόνας και γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 41). Σύμφωνα με αυτήν, παρέλαβε ψηφιακό δίσκο από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ημερομηνίας 25/09/2012 όπου και απομόνωσε από αυτό διάφορες φωτογραφίες. Η εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ 7 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 43). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, είναι ο διευθυντής της εταιρείας SPI Developments & Construction Ltd. Στα πλαίσια των εργασιών του συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο ο οποίος επιθυμούσε την πώληση δύο οικοπέδων του. Περί τις αρχές Απριλίου συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, στα υπό αναφορά οικόπεδα με σκοπό την επιθεώρηση τους. Ο κατηγορούμενος του υπέδειξε 2 τίτλους ιδιοκτησίας των οικοπέδων αναφέροντάς του ότι τα οικόπεδα δεν είναι υποθηκευμένα. Ο ίδιος ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το 1 από τα 2 και κατέληξαν, εν τέλει, όπως το αγοράσει στην τιμή των €200.
  5. Ο ίδιος ρώτησε τον κατηγορούμενο κατά πόσο έχει εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη για την πώληση του οικοπέδου και αυτός του ανάφερε ότι είναι ο γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών. Την επόμενη μέρα συναντήθηκαν μαζί με τον κατηγορούμενο στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ώστε να ελεγχθούν τα σχετικά πληρεξούσια, με σκοπό την υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας. Στο Κτηματολόγιο η λειτουργός, αφού εξέτασε τα εν λόγω 2 πληρεξούσια, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να γίνουν κάποιες διορθώσεις σε αυτά για να θεωρούνται έγκυρα, χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει τί ακριβώς είχε ζητηθεί από τον κατηγορούμενο. Την επόμενη μέρα του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και του ανάφερε ότι έγιναν οι σχετικές διορθώσεις που του ζητήθηκαν. Μετέβηκαν εκ νέου στο Κτηματολόγιο, όπου αφού ελέγχθηκαν αυτά, η επί καθήκοντι λειτουργός τους ενημέρωσε ότι αυτά πλέον είναι έγκυρα. Ακολούθως, μαζί με τον κατηγορούμενο, κατάρτισαν συμφωνία αγοράς του οικοπέδου, την οποία υπόγραψε ο ίδιος και ο κατηγορούμενος εκ μέρους των ιδιοκτητών, καθώς και 2 μάρτυρες. Ακολούθως η εν λόγω συμφωνία, αφού χαρτοσημάνθηκε, κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ακολούθως μετέβηκαν, μαζί με τον κατηγορούμενο, στον Φόρο Εισοδήματος όπου πληρώθηκε και ο σχετικός Φόρος. Στη συνέχεια μετέβηκαν στο Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση του οικοπέδου. Ο ίδιος κατέβαλε στον κατηγορούμενο με 2 επιταγές της εταιρείας, το συνολικό ποσό των €167.550, και ο κατηγορούμενος του εξέδωσε σχετική απόδειξη εξόφλησης του οικοπέδου. Το εν λόγω οικόπεδο, ενεγράφη στο όνομα της εταιρείας όπου εκδόθηκε και σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής. Ακολούθως ο κατηγορούμενος του τηλεφώνησε ξανά τον Ιούλιο του 2012 και του πρότεινε να αγοράσει και το άλλο οικόπεδο στην ίδια περιοχή. Αφού συναντήθηκαν και του υπέδειξε το οικόπεδο για το οποίο ήταν προς πώληση, διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτης του ήταν ο Μ.Κ 4 και ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι έχει γενικό πληρεξούσιο το οποίο ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο Λεμεσού. Ο εν λόγω μάρτυρας, συμφώνησε να αγοράσει και αυτό το οικόπεδο στην τιμή των €152.
  6. Στις 27/07/2012 υπεγράφη συμφωνία πώλησης του εν λόγω οικοπέδου μεταξύ του ιδίου και του κατηγορουμένου. Επίσης η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Την ίδια μέρα κατέβαλε στον κατηγορούμενο την προκαταβολή αγοράς του οικοπέδου, ύψους €30.000 και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €122.000 μέχρι η εταιρεία να εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα. Στις 19/09/2012 μετέβηκαν εις το Κτηματολόγιο όπου έγινε η μεταβίβαση οικοπέδου, αφού ο κατηγορούμενος εξοφλήθηκε με επιταγές για το συνολικό ποσό των €91.
  7. Το απόγευμα της ίδιας ώρας δέχθηκε τηλεφώνημα από την τράπεζα, με την οποία συνεργάζεται, όπου λειτουργός του εισηγήθηκε να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές που εξέδωσε στον κατηγορούμενο λόγω του ότι τα πληρεξούσια που είχε στη κατοχή του ο κατηγορούμενος ήταν πλαστά, πράγμα το οποίο ο ίδιος έπραξε. Ακολούθως μετέβηκε στο Κτηματολόγιο όπου συναντήθηκε με την Αστυνομία και πληροφορήθηκε ότι οι ιδιοκτήτες των 2 οικοπέδων που αγόρασε η εταιρεία του, δεν εξουσιοδότησαν τον κατηγορούμενο να τους αντιπροσωπεύει. Την ίδια ημέρα, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος του ανάφερε ότι η πράξη είναι καθαρή και ότι είχε τις σχετικές αποδείξεις αγοράς των οικοπέδων και πως τα πληρεξούσια δεν είναι πλαστά. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι το κτηματολόγιο έκανε δεκτά τα πληρεξούσια έγγραφα, βάσει των οποίων ο κατηγορούμενος αντιπροσώπευε τους παραπονούμενους. Αποδέχθηκε το γεγονός, επίσης, ότι στα πλαίσια πολιτικής αγωγής, εκδόθηκε απόφαση όπως η εταιρεία του επιστρέψει πίσω τα οικόπεδα στους Μ.Κ 4 και Μ.Κ
  8. Επιβεβαίωσε επίσης ότι, αφού ενημερώθηκε για το γεγονός ότι τα πληρεξούσια είναι πλαστά, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, ο οποίος του ανάφερε ότι ο ίδιος δεν έχει προβεί σε κάτι μεμπτό διότι πίστευε και ο ίδιος ότι τα πληρεξούσια ήταν έγκυρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ Αποτελεί καλά εδραιωμένη η αρχή ότι το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο, για να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, είναι κατά πόσο η μαρτυρία, όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του, είναι επαρκής (sufficient) έτσι ώστε να κληθεί να παρουσιάσει την υπεράσπισή του. Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως συνοψίζονται στην κλασσική επί του θέματος απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απαλλαγή του κατηγορουμένου δικαιολογείται μόνο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ώστε κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου». Το βάρος απόδειξης που έχει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία, τέτοιας φύσεως, από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v Aστυνομίας, Αρ. Ποινικής Έφεσης 112/2014, ημερομηνίας 20/11/15 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα». Το κριτήριο είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί (Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191). Ο κατηγορούμενος, όμως, πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία, αρκετά ισχυρή στην ουσία της, που να καθιστά την καταδίκη του μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Η νομική βάση της 1ης,2ης, 6ης και 7ης κατηγορίας, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της πλαστογραφίας, εδράζεται στα άρθρα 331,333 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται μέσα από το άρθρο 331. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό «πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει. Το πότε καταρτίζεται πλαστό έγγραφο αναλύεται στη διάταξη του άρθρου 333 του Κεφ.154 το οποίο διαλαμβάνει ότι: «333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (δ) υπογράφει έγγραφο- (
  1. i)με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι (
  2. ii)με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου (
  3. iv)με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.» Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης αυτή, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 334 του Κεφ.154, τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο που καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: "intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss." Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η νομολογία δεικνύει ότι η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα-γραφολόγο. Η άμεση μαρτυρία δίδεται από άτομο που επιμαρτύρησε την πράξη της πλαστογράφησης. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα-γραφολόγου είναι επίσης ουσιαστική στα πλαίσια απόδειξης κατηγορίας πλαστογραφίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άντρης Ηρακλέους κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ.1). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά κρινόμενη και εξ όψεως, χωρίς την υποκειμενική αξιολόγηση της, αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστά έγγραφα (τα γενικά και ειδικά πληρεξούσια που αναφέρονται σε κάθε έκαστη κατηγορία). Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος κάθε έκαστης κατηγορίας, είναι ο συσχετισμός του κατηγορούμενου με την πλαστογραφία των εν λόγω πληρεξουσίων εγγράφων εφόσον κατηγορείται ότι είναι ο ίδιος ο οποίος πλαστογράφησε αυτά. Ανατρέχοντας στην ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, καταρχάς αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία η οποία να επιμαρτυρεί την πράξη της πλαστογράφησης. Κανένας μάρτυρας από την κατηγορούσα αρχή δεν ανάφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να πλαστογραφεί τα εν λόγω πληρεξούσια έγγραφα ή έστω ότι είναι ο κατηγορούμενος που πλαστογράφησε με οποιαδήποτε πράξη του αυτά. Αντίθετα, οι παραπονούμενοι Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι ουδέποτε συνάντησαν στο παρελθόν τον κατηγορούμενο αλλά και ότι δεν τον γνωρίζουν. Το ίδιο ανάφερε και ο Μ.Κ 3. Η κατηγορούσα αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της, σε σχέση με την διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων κλήτευσε τον Μ.Κ 2 εμπειρογνώμονα γραφολόγο της Αστυνομίας. Ο εν λόγω μάρτυρας, αφού προέβη σε εξέταση της αμφισβητούμενης γραφής συμπλήρωσης και υπογραφών στα 4 πληρεξούσια έγγραφα, τα οποία αναφέρονται στις πιο πάνω κατηγορίες αντιστοίχως, και τα σύγκρινε με τα δείγματα γραφής και υπογραφής των Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 και του κατηγορούμενου κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο, ως καταγράφεται στην έκθεση του (Τεκμήριο 32), παράγραφος 1 κάτω από τον υπότιτλο «Αποτέλεσμα Εξέτασης»: «Οι τέσσερις αμφισβητούμενες υπογραφές στη θέση του πληρεξουσιοδότη στα πληρεξούσια έγγραφα (Σημ. 1-4) είναι γραμμένες ολογράφως. Συγκρίνοντας τόσο τις τέσσερις πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές, όσο και τη γραφή συμπλήρωση στα πληρεξούσια έγγραφα (Σημ. 1-4), με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον XXXXX Μαλέκκο (Σημ. 5.1-5.20), XXXXXX Μαλέκκου (Σημ. 6.1-6.24) και XXXXX Βασιλείου (Σημ. 7.1-7.48) βρίσκω ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κατά τη γνώμη μου κανένας από αυτούς μπορεί να συνδεθεί.» Το ίδιο συμπέρασμα, επανέλαβε και κατά τη μαρτυρία του ενόρκως. Επομένως, κάτω υπό τις περιστάσεις αυτές και κρίνοντας την ενώπιον μου μαρτυρία αντικειμενικά και με δεδομένη τη θέση του Μ.Κ 2 εμπειρογνώμονα ότι τα γραφόμενα στα πληρεξούσια, και ειδικότερα η υπογραφή στη θέση των Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 δεν μπορεί να συνδεθεί με τον κατηγορούμενο διαπιστώνω ότι δεν στοιχειοθετείτε εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας του 1ου συστατικού στοιχείου του αδικήματος, δηλαδή του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο. Αντίθετα με βάση τα συμπεράσματα του εμπειρογνώμονα γραφολόγου ο κατηγορούμενος αποσυνδέθηκε πλήρως από το ενδεχόμενο να είναι ο συγγραφέας των εν λόγω πλαστογραφημένων εγγράφων. Ούτε ο κατηγορούμενος κατηγορείται ως συναυτουργός, με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον η κατηγορούσα αρχή δεν προώθησε τέτοια θέση και εν πάσει περιπτώσει δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και η υπόλοιπη μαρτυρία πάντα αντικειμενικά ωρόμενη και όχι υποκειμενικά αξιολογούμενη, θα μπορούσε ως περιστατική μαρτυρία να θεωρηθεί ικανή ώστε το Δικαστήριο να δύναται να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η τυχόν κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις οποιεσδήποτε ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Το Δικαστήριο εάν καλούσε τον κατηγορούμενο σε απολογία επί της ουσίας θα μετακυλούσε το βάρος επί του ώμου του να αποδείξει την αθωότητα του, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μία ποινική διαδικασία. Είναι καλά γνωστές οι αρχές ότι σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Με βάση τα δεδομένα αυτά η κατηγορούσα αρχή δεν έχει παρουσιάσει τέτοια ισχυρή μαρτυρία που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μία πραγματική πιθανότητα. Αυτό από μόνο του αποτελεί και αυτοτελή λόγο, ώστε ο κατηγορούμενος να μην κληθεί σε απολογία έτσι ώστε να προβάλει την υπεράσπιση του, εφόσον η μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή, αντικειμενικά ιδώμενη και εξ όψεως, χωρίς βεβαίως να υπεισέρχομαι σε υποκειμενική αξιολόγηση της, είναι τόσο αδύναμη, γενική, αόριστη και η ποιότητα της μαρτυρίας δεν είναι τέτοια που μπορεί να ξεπεράσει το στάδιο του εκ πρώτης όψεως έτσι ώστε κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα καταδίκαζε τον κατηγορούμενο αν αυτός αποφάσιζε, σε περίπτωση που καλείτο σε απολογία, να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ως αποτελεί νόμιμο δικαίωμα του. Με απλά λόγια στη προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στη προκειμένη περίπτωση είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει την καταδίκη του κατηγορούμενου (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Δράκου κ.α., Ποινικές Εφέσεις 5-9/2012 ημερομηνίας 11.12.12 (απόφαση πλειοψηφίας) και Παναγιώτου κ.α ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) ). Συνεπακόλουθα στη βάση των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η, 2η , 6η και 7η κατηγορία. Η νομική βάση της 3ης και 8ης κατηγορίας, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εδράζεται στα άρθρα 339 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 339 του Κεφ.154 που πραγματεύεται το εν λόγω αδίκημα προνοεί ρητά τα εξής: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Μελέτη των διατάξεων του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, έχει ήδη εκτεθεί πιο πάνω σχετική παραπομπή σε αυθεντίες και νομολογία. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ένα επιπλέον στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν π.χ. είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Ένα άλλο βασικό στοιχείο, είναι η ύπαρξη δόλου κατά την κυκλοφορία του εγγράφου. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301). Η νομική βάση της 4ης και 9ης κατηγορίας, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων, εδράζεται στο άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα το οποίo διαλαμβάνει ότι: «Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθούν τα εξής συστατικά στοιχεία, ήτοι: α) η εξασφάλιση για τον εαυτό του ή άλλο πρόσωπο εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού β) η εξασφάλιση να είναι βεβαίως εσκεμμένη, ήτοι να ενέχει το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) γ) οι ενέργειες που σχετίζονται με την εξασφάλιση, να αποσκοπούν στην εξασφάλιση πιστοποιητικού, ήτοι να υπάρχει συσχέτιση και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εξασφάλισης με την εξασφάλιση του εν λόγω πιστοποιητικού. δ) οι ενέργειες θα πρέπει να συνοδεύονται με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το στοιχείο της ψευδούς παράστασης αυτή δεν είναι ανάγκη να είναι με λέξεις. Είναι αρκετή ακόμη και συμπεριφορά και πράξεις χωρίς προφορική επικοινωνία από τα οποία συνάγεται τέτοια παράσταση. Σχετική νομοθετική πρόνοια ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, είναι το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Πρέπει επίσης να αποδειχθεί ότι η απόσπαση έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος επειδή είτε εν όλο είτε εν μέρη στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση παρακινήθηκε να δώσει τα χρήματα ή την περιουσία. Με άλλα λόγια η απόσπαση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης (Archbold 35th ed. σελ. 758-780, Russel on Crime Τόμος 2, σελ. 1171 - 1184, Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861) Νομική βάση της 5ης και 10ης κατηγορίας, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, αποτελούν τα άρθρα 297 και
  1. Το άρθρο 298 διαλαμβάνει ότι: «
  2. Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημελλήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά την άποψη μου είναι τα ακόλουθα: (α) Η ύπαρξη ψευδής παράστασης. (β) Η απόκτηση περιουσίας ένεκα ψευδούς παράστασης. (γ) Πρόθεση καταδολίευσης (δ) Το ψευδές της παράστασης. Έχοντας παραθέσει τη νομική πτυχή της πιο πάνω υπόθεσης σε συσχετισμό με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και τη προσκομισθείσα μαρτυρία καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν απουσιάζει οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, έχοντας πάντοτε γνώμονα υπόψιν το μειωμένο βάρος απόδειξης στο στάδιο αυτό που βαραίνει την κατηγορούσα αρχή σε αντίθεση πάντοτε με το τελικό στάδιο. Περαιτέρω, χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας από την Κατηγορούσα Αρχή κρίνω ότι αυτή στο σύνολο της δεν εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει σε οποιαδήποτε δυνατή αξιολόγηση της. Χωρίς ενδελεχή αξιολόγηση της πιο πάνω μαρτυρίας, προκύπτει ότι υπάρχει κάποιου είδους μαρτυρία που να καθιστά την καταδίκη της 2ης κατηγορούμενης μία πραγματική δυνατότητα. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να αναφέρω πως η απαλλαγή του κατηγορουμένου από το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν απαλλάσσει αυτομάτως και τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Αδάμος Γερμανού v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 127 η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου δεν συναρτάται αναγκαστικά και με πλαστογραφία του εγγράφου από τον ίδιο τον εφεσείοντα. Συνεπακόλουθα ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στην 1η, 2η, 6η και 7η, ο οποίος αθωώνονται και απαλλάσσονται από αυτές. Σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου τον οποίο και καλώ να προβάλει την υπεράσπιση του. Το Δικαστήριο εξηγεί στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.