← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώρκας, Αρ. Υπόθεσης:9110/2020, 22/2/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γιώρκας, Αρ. Υπόθεσης:9110/2020, 22/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B24 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9110/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Γιώρκας Κατηγορούμενoς Ημερομηνία: 22/2/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Κακούρη μαζί με Γ. Κέλο (ασκούμενη Δικηγόρο) Για Κατηγορούμενο: Η κα. Ι. Ιωάννου μαζί με κα. Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακρόασης, στην κατηγορία της επίθεσης η οποία προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη (1η κατηγορία) και στην κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς (2η κατηγορία). Σημειώνω εξ αρχής ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 18.2.
  2. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν καταγραφεί στην απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21/01/
  3. Αυτά είναι, εν συντομία, τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη, είναι σύζυγοι και διαμένουν μαζί με τα 2 ενήλικα παιδιά τους, σε οικία που βρίσκεται στη Λακατάμια. Στις 9/05/2020 και περί ώρα 10:40, η παραπονούμενη, όταν επέστρεψε από το ανθοπωλείο, αγοράζοντας 4 γλάστρες, βρήκε τον κατηγορούμενο να είναι στην μπροστινή αυλή της οικίας τους. Αφού ο κατηγορούμενος τη ρώτησε πού βρισκόταν, η ίδια του ανέφερε ότι πήγε και αγόρασε λουλούδια. Τότε αυτός άρχισε να την εξυβρίζει με χυδαίες φράσεις. Η παραπονούμενη του ανέφερε ότι δανείστηκε το ποσό των €15 από τη θυγατέρα τους και πως όταν ο ίδιος πληρωνόταν, θα την εξοφλούσε. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε και άρχισε πάλι να την εξυβρίζει. Στη συνέχεια, αφού η παραπονούμενη τοποθέτησε τις πρώτες 2 γλάστρες στην εξωτερική αυλή και στην προσπάθεια να μεταφέρει και τις υπόλοιπες οι οποίες βρισκόντουσαν στο όχημά της, ο κατηγορούμενος προσπάθησε ανεπιτυχώς να την κλωτσήσει, χτυπώντας με το πόδι του τις γλάστρες, οι οποίες έπεσαν στο έδαφος και έσπασαν. Και οι 2 γλάστρες ήταν αξίας €10 έκαστη. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος την έσπρωξε με τα χέρια του στην πίσω ωμοπλάτη της, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να μετακινηθεί μπροστά, να χάσει την ισορροπία της και να χτυπήσει με το πρόσωπο της πάνω στο σιδερένιο κάγκελο της αυλής. Η παραπονούμενη, όταν ο κατηγορούμενος την έσπρωξε, δεν τον είδε, γιατί του είχε γυρισμένη την πλάτη. Η θυγατέρα τους, αφού προσήλθε μετά το επεισόδιο στη σκηνή, ρώτησε τον κατηγορούμενο τι κάνει και αυτός της απάντησε "εν να τη λύσω". Ακολούθως ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την οικία. Η παραπονούμενη εξετάστηκε από γιατρό, ο οποίος διαπίστωσε ότι παρουσίασε ήπιο οίδημα στο μέτωπο, καθώς και ότι χτύπησε και μετακινήθηκε ελαφρά το πρόσθιο δεξιό δόντι της. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ανάφερε, επιπρόσθετα, ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες, ενώ τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ανέρχονται στο ποσό των €
  4. Λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, το Δικαστήριο ζήτησε όπως ετοιμαστεί σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αντίγραφο της οποίας βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 51 ετών και ασκεί το επάγγελμα του ελαιοχρωματιστή. Διαμένει με την, εν διαστάσει, σύζυγο και τα 2 του παιδιά, ηλικίας 23 και 18 ετών, αντιστοίχως, σε ιδιόκτητη οικία 3 υπνοδωματίων στη XXXXX. Η θυγατέρα του εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος, ενώ ο υιός του υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία. Η οικία διαθέτει τον απαραίτητο οικιακό εξοπλισμό για κάλυψη των αναγκών της οικογένειας. Οι συνθήκες διαβίωσης τους περιγράφησαν ως ικανοποιητικές. Ο κατηγορούμενος προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια και οι γονείς του είναι συνταξιούχοι. Έχει ακόμη 2 αδέλφια μικρότερης ηλικίας. Οι σχέσεις του με την οικογένειά του περιγράφησαν ως αρμονικές. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β' τάξη Λυκείου, όπου ακολούθως διέκοψε τη φοίτησή του. Φοίτησε στη συνέχεια για έναν χρόνο σε ιδιωτική σχολή όπου απέκτησε δίπλωμα Τραπεζοκομίας και μπάρμαν. Αμέσως μετά ανάλαβε εργασία σε τουριστικές επιχειρήσεις για περίοδο 1,5 έτους, περίπου. Ακολούθως, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία και μετά την αποστράτευσή του, άρχισε να εργάζεται ως ελαιοχρωματιστής. Σήμερα είναι αυτοεργοδοτούμενος. Αρχικά ο γάμος του με την, εν διαστάσει, σύζυγο του ήταν αρμονικός. Στη συνέχεια εξήγησε ότι η σύζυγός του παρουσίασε προβλήματα υγείας και έκτοτε άρχισαν να έχουν συγκρούσεις, μεταξύ τους, για διάφορα θέματα. Ο ίδιος αποδίδει την αλλαγή της συμπεριφοράς της συζύγου του, πιθανόν στα θέματα υγείας που αντιμετωπίζει. Σε ό, τι αφορά το περιστατικό, στην παρούσα υπόθεση, αρνείται ότι επιτέθηκε στη σύζυγό του. Ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτηση διαζυγίου και αναμένει τις δικαστικές διαδικασίες. Ο κατηγορούμενος λαμβάνει ως εισόδημα το ποσό περίπου των €215 εβδομαδιαίως ενώ δεν έχει οποιαδήποτε χρέη. Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου, υιοθέτησε, καταρχάς, το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του. Ανάφερε, επιπρόσθετα, ότι ο μισθός του κατηγορούμενου δεν είναι σταθερός και αυτός εξαρτάται ανάλογα με τις εργασίες που εκτελεί κάθε μήνα. Λόγω της πανδημίας, ο κύκλος εργασιών του έχει μειωθεί με αποτέλεσμα, ο ίδιος, να έχει μειωμένα εισοδήματα. Εστίασε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι η μοναδική πηγή εισοδήματος για την οικογένειά του, εφόσον η, εν διαστάσει, σύζυγός του δεν εργάζεται. Ο ίδιος αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου όλα τα έξοδα της οικογένειας. Επίσης, στηρίζει οικονομικά τόσο τη μεγαλύτερη του θυγατέρα όσο και τον υιό του. Ο υιός του, μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, επιθυμεί να σπουδάσει και πρόθεση του κατηγορουμένου είναι να τον βοηθήσει οικονομικά. Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ο πατέρας του κατηγορούμενου αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας (Τεκμήριο Α) και ο κατηγορούμενος είναι το μοναδικό πρόσωπο το οποίο μπορεί να τον φροντίζει και να τον μεταφέρει, όταν κρίνεται αναγκαίο, στους ιατρούς του. Τα άλλα 2 αδέλφια του, λόγω της φύσης της εργασίας τους, δεν είναι σε θέση να προσφέρουν στον πατέρα τους οποιαδήποτε βοήθεια. Επίσης βοηθά οικονομικά και τους δύο του γονείς εφόσον η σύνταξη τους είναι πολύ χαμηλή. Σήμερα, με δική του πρωτοβουλία, ο κατηγορούμενος έχει υποβάλει αίτηση διαζυγίου. Ο κατηγορούμενος πλέον τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας δεν διαμένει στη συζυγική του οικία εφόσον διαμένει είτε με τους γονείς του είτε στο όχημά του. Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, η παραπονούμενη του πέταξε όλα τα υπάρχοντα του στον δρόμο. Σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων, ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι υπήρξε μια έντονη λογομαχία, κάτι το οποίο παραδέχθηκε και η ίδια η παραπονούμενη, όπου και οι δύο εξύβρισαν ο ένας τον άλλο. Ο κατηγορούμενος δηλαδή δέκτηκε κάποιου είδους πρόκληση από την παραπονούμενη και, υπό από τις περιστάσεις αυτές, ενήργησε κάτω από συναισθηματική φόρτιση ώστε να διαπράξει τα αδικήματα για τα οποία κρίθηκε ένοχος. Θα πρέπει, επίσης, να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψιν από το Δικαστήριο το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι ο ίδιος είναι πρόσωπο καλού χαρακτήρα. Το συγκεκριμένο περιστατικό αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό και ο κατηγορούμενος, από τη μέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα, δεν επέδειξε οποιανδήποτε παραβατική συμπεριφορά, στοιχείο το οποίο επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν. Περαιτέρω, ιδιαίτερα μετριαστικός παράγοντας, αποτελεί και το γεγονός ότι είναι απομακρυσμένη η πιθανότητα ο κατηγορούμενος να επαναλάβει παρομοίας φύσης αδίκημα, διότι ο ίδιος, πλέον, δεν διαμένει στη συζυγική οικία και επομένως δεν θα έχει οποιανδήποτε στενή επαφή με την παραπονούμενη. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα οι οποιεσδήποτε μεταξύ τους πιθανές εντάσεις να εκλείψουν. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας το γεγονός αυτό θα τον επηρεάσει δυσμενώς εφόσον θα έχει άμεση επίπτωση στην εργασία του καθώς και θα επηρεαστούν και τα τρίτα πρόσωπα που οικονομικά εξαρτώνται από αυτόν εφόσον η οικογένεια του θα απωλέσει τη μόνη πηγή εισοδήματος που διαθέτει. Παρά την σοβαρότητα του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, την οποία η ευπαίδευτη συνήγορος προς τιμή της αναγνώρισε, ήταν η εισήγηση της ότι, ενόψει όλων των πιο πάνω μετριαστικών παραγόντων, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιβάλει ποινή άμεσης φυλάκισης στον κατηγορούμενο, αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης. Ο κατηγορούμενος ζητά μία 2η και τελευταία ευκαιρία και υπόσχεται στο μέλλον να μην διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος, εισηγήθηκε η ευπαίδευτη συνήγορός του, είναι πρόθυμος να δεχθεί, με βάση τον σχετικό Νόμο, διάταγμα αποκλεισμού του ίδιου από την οικογενειακή κατοικία καθώς και διάταγμα επιτήρησής του. Με βάση αυτά, ήταν η εισήγηση της, ο κατηγορούμενος δεικνύει αφενός την πρόθεση του ότι στο μέλλον δεν θα διαπράξει οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και αφετέρου δεικνύει και την έμπρακτη του μεταμέλεια. Έχω ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή και τις 2 πλευρές. Τα αδικήματα βίας στην οικογένεια (1η κατηγορία), είναι πάρα πολύ σοβαρά. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στον νόμο ως η μέγιστη ποινή, για κάθε αδίκημα αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v Αστυνομίας

(2000)2 Α.Α.Δ, 527.) Ειδικότερα για τα αδικήματα βίας στην οικογένεια, προβλέπονται αυστηρότερες ποινές σε σχέση με τα συνήθη αδικήματα βίας. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζει, κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, την ιδιαίτερη ευαισθησία του νομοθέτη και κατ' επέκταση την ευαισθησία της κοινωνίας της ίδιας όσον αφορά τη διάπραξη αυτού του είδους των αδικημάτων μέσα στην οικογένεια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)του σχετικού Νόμου, η ποινή για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας είναι φυλάκιση μέχρι 5 χρόνια και/ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ 3.000, το ανάλογο σήμερα σε ευρώ ποσό. Σε σχέση με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς (2η κατηγορία) το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και 2 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €2.562,90 ή και τις δύο ποινές μαζί. Γενικότερα, τα αδικήματα βίας θεωρούνται από τη φύση τους σοβαρά γιατί εκτός από τη σωματική ακεραιότητα του θύματος, πλήττουν κυρίως και την προσωπικότητά του. Όσον αφορά αδικήματα βίας μέσα στην οικογένεια, αυτά δημιουργούν περαιτέρω ανυπέρβλητα προβλήματα στον ψυχικό κόσμο των θυμάτων και μειώνουν την αυτοεκτίμηση τους. Η χρήση βίας πλήττει όχι μόνο τη σωματική ακεραιότητα του θύματος, αλλά καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσης έχει τονισθεί μέσα και από την σταθερή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575 τονίσθηκε ότι: «.η σοβαρότητα αυτής της φύσης αδικημάτων έγκειται στο γεγονός ότι η βία στρέφεται ενάντια στην προσωπικότητα, καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας. Η σοβαρότητα της βίας, είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464 στη σελίδα 469, «η χρήση βίας από το σύζυγο κατά της συζύγου αποτελούν ιδιαίτερη πτυχή των εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του». Γι' αυτό εξάλλου και το αδίκημα της επίθεσης, ενώ σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα επιφέρει ανώτατη ποινή ενός χρόνου φυλάκισης ή €1708 (£1000) πρόστιμο ή και τις δύο ποινές, αυξάνεται, με βάση το Άρθρο 4
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου, στα δύο χρόνια φυλάκισης ή πρόστιμο ή και στις δύο ποινές, όταν διαπράττεται εναντίον άλλου μέλους της ίδιας οικογένειας.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ 272, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Η αύξηση που έχει παρατηρηθεί τα τελευταία χρόνια στα περιστατικά βίας που ασκείται από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου (Ν. 47
(1)/94 - στο εξής "ο νόμος"). Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει ο νόμος, καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου, οποιοσδήποτε ασκεί βία η οποία προκαλεί άμεσα πραγματική σωματική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, είναι ένοχος αδικήματος που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων ή με χρηματική ποινή £3000 ή και με τις δυο ποινές· ενώ η διάπραξη επίθεσης μετά προκλήσεως πραγματικής σωματικής βλάβης, όταν το αδίκημα συντελείται έξω από το περιβάλλον της οικογένειας, τιμωρείται από τον Ποινικό Κώδικα με φυλάκιση τριών χρόνων. (Βλ. άρθρο 243 Ποινικού Κώδικα Κεφ 154.)Η διάκριση είναι εμφανής. Η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής που προβλέπει ο νόμος ενώ, ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, και η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής.» Θεωρώ επίσης σκόπιμο να αναφερθώ και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 95 που αφορούσε γενικότερα την σοβαρότητα των αδικημάτων βίας όπου εν προκειμένω αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας· πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπειά του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Σε ό,τι αφορά το αδίκημα της 2ης κατηγορίας η διάπραξη τους φανερώνει ασέβεια και καταπατεί κατάφωρα τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Επίσης, είναι αδικήματα που η διάπραξη τους προκαλεί αισθήματα φόβου και ανασφάλειας στους πολίτες για επικράτηση της παρανομίας. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουμε τον κατηγορούμενο, σύζυγο της παραπονούμενης, να της επιτίθεται, σε δύο μάλιστα χρονικά σημεία. Σε πρώτο στάδιο, o κατηγορούμενος, προσπάθησε να κλωτσήσει τη παραπονούμενη, μετά από από λεκτική αντιπαράθεση που είχαν προηγουμένως, με αποτέλεσμα να σπάσει τις δύο γλάστρες που η παραπονούμενη κρατούσε στα χέρια της. Στη συνέχεια, αφού η παραπονούμενη τοποθέτησε τις πρώτες 2 γλάστρες στην εξωτερική αυλή και στην προσπάθεια να μεταφέρει και τις υπόλοιπες που βρισκόντουσαν στο όχημά της, ο κατηγορούμενος την έσπρωξε με τα χέρια του στην πίσω ωμοπλάτη της, με αποτέλεσμα να μετακινηθεί μπροστά, χάνοντας την ισορροπία της και χτυπώντας με το πρόσωπο πάνω στο σιδερένιο κάγκελο της αυλής της. Η παραπονούμενη, όταν ο κατηγορούμενος την έσπρωξε, δεν τον είδε, γιατί του είχε γυρισμένη την πλάτη. Πρόκειται ασφαλώς για μία αντικοινωνική συμπεριφορά η οποία και ασφαλώς είναι καταδικαστέα. Επίσης θα χαρακτήριζα την εν λόγω επίθεση και άνανδρη εφόσον ο κατηγορούμενος επέλεξε να επιτεθεί στη σύζυγο του, όταν αυτή δεν μπορούσε να τον δει, με αποτέλεσμα η ίδια να μην είναι σε θέση να αμυνθεί. Επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι εντός της οικίας βρισκόταν και η ενήλικη θυγατέρα τους η οποία, ευτυχώς, δεν ήταν παρούσα στο επίδικο περιστατικό. Ο κατηγορούμενος προβαίνοντας, όμως, στις παράνομες πράξεις του, γνώριζε ότι υπήρχε ορατός κίνδυνος η θυγατέρα τους να καταστεί αυτόπτης μάρτυρας των καταδικαστέων πράξεων του, δηλαδή να βλέπει τον ίδιο της τον πατέρα να επιτίθεται στη μητέρα της. Από την άλλη, όμως, η θυγατέρα τους είδε την μητέρα της κτυπημένη εφόσον, ακολούθως, ακούγοντας τις φωνές εξήλθε της οικίας. Το γεγονός αυτό, επίσης, είναι καταδικαστέο και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν από το Δικαστήριο. Επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι η παραπονούμενη, στην προκειμένη περίπτωση, ήταν μία ανυπεράσπιστή κοπέλα, η οποία έγινε έρμαιο στις επιθετικές τάσεις του κατηγορούμενου, ο οποίος εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι είναι σωματικά πιο δυνατός από αυτήν, την κτύπησε. Το γεγονός ότι, εν μέρει, ο κατηγορούμενος προκλήθηκε από την παραπονούμενη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει καμιά δικαιολογία για την παράνομη του συμπεριφορά του εφόσον, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι ο ίδιος που ξεκίνησε να βρίζει τη παραπονούμενη με χυδαίες εκφράσεις. Επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί και το γεγονός ότι, μέχρι και σήμερα, η ίδια η παραπονούμενη φέρεται να μην τον έχει συγχωρέσει και οι σχέσεις τους είναι πλέον τυπικές. Επιβαρυντικός παράγοντας αποτελεί και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, μέχρι και σήμερα, επιμένει στη θέση του ότι δεν επιτέθηκε στη σύζυγο του μη εκφράζοντας την παραμικρή του απολογία, είτε μέσω της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας είτε μέσω της συνηγόρου του. Η μη έκφραση μεταμέλειας περιορίζει τα οποιαδήποτε περιθώρια επιείκειας από το Δικαστήριο (Κλείτου Σοφρώνης Μιχαλάκη ν. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 113). Τέλος επιβαρυντικός παράγοντας αποτελεί και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, αφού επιτέθηκε στη παραπονούμενη, και ενώ την είδε κτυπημένη αποχώρησε από την οικία χωρίς να της προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια και αδιαφορώντας πλήρως για την σωματική της ακεραιότητα. Αυτά ως προς τη νομική πτυχή της υπόθεσης και τα ενώπιον του Δικαστηρίου επιβαρυντικά γεγονότα. Παρά τη διαπιστούμενη σοβαρότητα των αδικημάτων, η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στόχος του Δικαστηρίου είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη (Θεοχάρης Θεοχάρους (ανωτέρω). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του. Σημειώνω όμως ότι αυτές είναι ήσσονος σημασίας σε αδικήματα σοβαρά όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής (Γενικός Εισαγγελεάς v Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ 331). Λαμβάνω, επίσης, υπόψιν το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, είναι η κύρια πηγή εισοδήματος της οικογένειας του, πέραν από τα εισοδήματα της θυγατέρας του, και σε ενδεχόμενο που του επιβληθεί ποινή στερητική της ελευθερίας η οικογένεια του θα επηρεαστεί, οικονομικά, σε μεγάλο βαθμό. Οφείλω να επισημάνω πως, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου, συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών παραγόντων, χωρίς όμως να είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ). Δεν παραγνωρίζω επίσης το γεγονός πως είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος που με τις πράξεις του οδήγησε και επέφερε αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ) αλλά και ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Προς όφελος επίσης του κατηγορουμένου λαμβάνω, επίσης, υπόψη το γεγονός ότι αυτός, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα παρομοίας φύσεως, παρά το γεγονός, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα, διέμενε μαζί με τη παραπονούμενη στην ίδια συζυγική εστία. Επίσης προς όφελος του κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψιν το γεγονός ότι μέσα από την παράνομη πράξη του κατηγορούμενου η παραπονούμενη υπέστη επιφανειακές σωματικές βλάβες, χωρίς οποιαδήποτε μόνιμα κατάλοιπα. Ασφαλώς και το γεγονός αυτό θα πρέπει να προσμετρήσει υπέρ του. Λαμβάνω επιπρόσθετα, ιδιαίτερα, υπόψιν το γεγονός ότι υπάρχει απομακρυσμένη πιθανότητα ο κατηγορούμενος να διαπράξει, πλέον, παρομοίας φύσεως αδικήματα εφόσον, ως αναφέρθηκε, έχει υποβάλει αίτηση διαζυγίου αλλά και τις περισσότερες ημέρες της εβδομάδας δεν διαμένει με τη σύζυγο του. Επίσης είναι πρόθυμος, ως αναφέρθη από την ευπαίδευτη συνήγορο του, να δεχθεί οποιοδήποτε διάταγμα κρίνει σκόπιμο το Δικαστήριο, στα πλαίσια της κείμενης νομοθεσίας, γεγονός το οποίο δεικνύει αφενός τη θέληση και αφετέρου την αποφασιστικότητα του να απέχει στο μέλλον από οποιεσδήποτε παραβατικές συμπεριφορές. Ασφαλώς τα πιο πάνω πάνω δεν μπορούν παρά να προσμετρήσουν προς όφελος του κατηγορουμένου. Μετριαστικός παράγοντας αποτελεί και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδρασε όχι προσχεδιασμένα αλλά κάτω από συναισθηματική φόρτιση, μετά από λεκτική αντιπαράθεση που είχε με την σύζυγο του γεγονός το οποίο έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία ότι αποτελεί μετριαστικός παράγοντας (Θεοχάρης Θεοχάρους (ανωτέρω) και σαν τέτοιος θα ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο. Δεν είναι όμως σε κάθε περίπτωση επίθεσης που αρμόζει η επιβολή ποινής, η οποία συνήθως χαρακτηρίζεται ως αποτρεπτική. Πάντοτε εξαρτάται από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, την ένταση της επίθεσης και τις επιπτώσεις στο θύμα (Θεοχάρης Θεοχάρους (ανωτέρω). Η παρούσα υπόθεση διαφοροποείται από την προαναφερόμενη υπόθεση, ως προς το ότι στη παρούσα υπόθεση η παραπονούμενη, σε αντιδιαστολή με την πιο πάνω υπόθεση, δεν έχει δηλώσει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Επίσης, και πάλι σε αντιδιαστολή με την πιο πάνω υπόθεση, η θυγατέρα τους είδε τη μητέρα τους κτυπημένη και το περιστατικό έγινε εντός της οικίας τους. Στην πιο πάνω υπόθεση το όλο περιστατικό έγινε στην εργασία της μητέρα τους και όταν τα παιδιά δεν ήταν παρόντα. Τέλος στην πιο πάνω υπόθεση ο κατηγορούμενος δήλωσε την άμεση παραδοχή του, στοιχείο το οποίο, επίσης, απουσιάζει στη προκειμένη περίπτωση. Παρά τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, καμία εκδήλωση βίας και ειδικά ενδοοικογενειακής δεν μπορεί να διαγραφεί και να δικαιολογηθεί. Όπως αναφέρθηκε και στις διάφορες υποθέσεις στις οποίες γίνεται πλήρης αναφορά πιο πάνω η βία δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η αρμόζουσα ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο, με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και για να μπορέσει, μέσω της ποινής, να αντιληφθεί το μεγάλο και σοβαρό λάθος που έχει πράξει, είναι αυτή της φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που προανέφερα είναι ικανοί να μειώσουν δραστικά μόνο το εύρος της ποινής, αλλά όχι το είδος της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου, αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μνήματα στην κοινωνία. Το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Συνεπώς, και έχοντας, περαιτέρω, κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 45 ημερών. Στη 2η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Έχω εξετάσει με προσοχή το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος με το νέο Άρθρο 3
(2)διεύρυνε την ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Πλέον «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.» Σε σχέση με την εφαρμογή που έτυχε το νέο Άρθρο 3
(2), αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα για την αναστολή ή όχι της ποινής, ήταν κατά πόσον οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί σε αυτόν μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην προκειμένη περίπτωση, αφού έχω προβεί σε εκ νέου θεώρηση όλων των πιο πάνω μετριαστικών και επιβαρυντικών παραγόντων, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να διατάξω όπως η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο ανασταλεί. Έλαβα υπόψιν μου το λευκό του ποινικό μητρώο, το γεγονός ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό, την διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος εφόσον δεν έχει προβεί σε παρόμοια φύσης αδίκημα, την πρόθεση του να τερματίσει το γάμο του, γεγονός που θα οδηγήσει στη μείωση των μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονουμένης εντάσεων αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν διαμένει πλέον στη συζυγική οικία. Λαμβάνω, επίσης, υπόψιν μου ότι από τις παράνομες του πράξεις η παραπονούμενη υπέστη πολύ ελαφρές και επιφανειακές σωματικές βλάβες και ότι ενδεχόμενο άμεσης ποινής φυλάκισης, ενδεχομένως, θα οδηγούσε τον κατηγορούμενο να υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά που θα έχει άμεσες επιπτώσεις στα μέλη της οικογενείας του, ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς που βιώνει η κοινωνία εξαιτίας της πανδημίας του Covid-
  2. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψιν μου και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 17.2.21, χρονικό διάστημα που είμαι βέβαιος ότι τον βοήθησε να αντιληφθεί αφενός την σοβαρότητα των πράξεων του και αφετέρου ότι τέτοιες παραβατικές συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν ανεκτές. Κάτω υπό τις περιστάσεις αυτές θεωρώ ότι παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστείλει την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης και να δώσει ακόμη μία ευκαιρία στον κατηγορούμενο ευελπιστώντας ότι θα την αξιοποιήσει. Απουσιάζουν εκείνα τα στοιχεία στη προκειμένη περίπτωση που θα καθιστούσαν την άμεση φυλάκιση του αναγκαία. Ως εκ τούτου η ποινή φυλακίσεως αναστέλλεται για 3 έτη από σήμερα. Περαιτέρω, κρίνω, ότι δεν συντρέχει στη προκειμένη περίπτωση η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος αποκλεισμού του κατηγορουμένου από την συζυγική οικία εφόσον τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι μεμονωμένα και δεν έχει οποιοδήποτε ιστορικό επανειλημμένων πράξεων βίας. Περαιτέρω, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν ελλοχεύει οποιοσδήποτε άμεσος κίνδυνος για την προστασία της παραπονούμενης εφόσον, μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε οποιαδήποτε νέα παραβατική συμπεριφορά. Επίσης δεν έχουν τεθεί με επάρκεια οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε ποιόν ανήκει η συζυγική οικία, γεγονός το οποίο λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο για την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Επιδικάζονται επίσης εναντίον του κατηγορούμενου €175 έξοδα της δικαστικής διαδικασίας. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής). (Υπ) .................................. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.