← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Canciu, Αρ. Υπόθεσης:19612/2019, 22/2/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Canciu, Αρ. Υπόθεσης:19612/2019, 22/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B25 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:19612/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX XXXXX Canciu Κατηγορούμενoς Ημερομηνία: 22/2/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. A. Σιαπανή Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Λ. Βραχίμης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει την κατηγορία της κατοχής επιθετικού όπλου, κατά παράβαση προνοιών του Περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος, την 29/08/2018, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή, στη λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στη Δευτερά Λευκωσίας, χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, είχε μαζί του επιθετικό όπλο, δηλαδή ένα γεωργικό εργαλείο κοπής χόρτων με λεπίδα. Ο κατηγορούμενος δήλωσε τη μη παραδοχή του και ως εκ τούτου διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία αλλά και μέσω των παραδεκτών γεγονότων ότι, κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός του οχήματος, με αριθμούς εγγραφής XXXXX89, έχοντας συνοδηγό την πρώην φίλη του. Ο κατηγορούμενος κινείτο εντός του κύριου δρόμου Δευτεράς, με κατεύθυνση το σπίτι του. Μέλη της Αστυνομίας, οι οποίοι ήταν σταθμευμένοι επί της οδού Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' στη Δευτερά, ακριβώς έξω από το Δημοτικό σχολείο, με σκοπό την διενέργεια τροχονομικών ελέγχων, ανέκοψαν το όχημα του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος, μαζί με τη συνοδηγό, κατέβηκαν κάτω από το όχημα. Ακολούθως, αφού τα μέλη της Αστυνομίας προέβησαν σε έλεγχο των στοιχείων του κατηγορουμένου, τον πληροφόρησαν ότι θα διεξάγουν έρευνα στο όχημά του. O κατηγορούμενος έδωσε τη σχετική του συγκατάθεση. Αφού η Αστυνομία προέβηκε σε έρευνα στο όχημά του, εντόπισε, κάτω από τη θέση του οδηγού, ένα εργαλείο ομοιάζον με κατσαβίδι που κατέληγε σε λεπίδα (Τεκμήριο 4). Tο εν λόγω όργανο παρελήφθη και ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε για το αδίκημα που διέπραττε. Αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε επί λέξη "το έχω για προστασία". Αφού πληροφορήθηκε ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε "συγγνώμη κύριε, φοήθηκα μια νύχτα που με εβουρούσαν κάτι μοτόρες και έβαλα το τούτο μέσα στο αυτοκίνητο". Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η υπεράσπιση του κατηγορούμενου δεν αμφισβήτησε, επί της ουσίας, τα γεγονότα τα οποία έχουν διαδραματισθεί κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτά τα οποία έχουν αμφισβητηθεί, μέσα από την πολύ καλά δομημένη και εμπεριστατωμένη αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, ήταν ζητήματα αμιγώς νομικά και ειδικότερα ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ειδικότερα, ήταν πάντοτε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, ότι στη προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχε μαζί του οποιοδήποτε επιθετικό όπλο, δεν το κατείχε σε δημόσιο δρόμο, εφόσον αυτό βρισκόταν εντός του οχήματος του, χώρος ο οποίος αποτελεί ιδιωτικό χώρο σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις του και ότι το όργανο που εντοπίσθηκε στο όχημα του δεν αποτελεί επιθετικό όπλο με βάση την ερμηνεία που δίδεται στη κείμενη νομοθεσία. Τέλος ήταν η θέση του ότι το Τεκμήριο 4 ο κατηγορούμενος το είχε στη κατοχή του για σκοπούς αυτοάμυνας του. Προς απόδειξη της υπόθεσης η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες, τον Αστυφύλακα XXXXX XXXXX Νικολάου (Μ.Κ 1) και τον ειδικό Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Θεοχάρους (Μ.Κ 2). Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία με ενδιάμεση απόφαση του, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(Β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο 155. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως χωρίς να κλητεύσει οποιοδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ενώ βρισκόταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας, ο Μ.Κ 2 του παράδωσε τον κατηγορούμενο, την κατάθεσή του σχετικά με τη σύλληψή του τελευταίου καθώς και το όργανο το οποίο εντοπίσθηκε στο όχημα του (Τεκμήριο 4). Την 29/08/2018 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2Α και 2Β, αντιστοίχως) ενώ στις 30/08/2018 τον κατηγόρησε και γραπτώς (Τεκμήριο 3). Ο εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 5), το περιεχόμενο της οποίας συνάδει με τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα και ως εκ τούτου δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί. Ανάφερε επιπρόσθετα, ότι είναι το πρόσωπο το οποίο προέβη σε έρευνα στο όχημα του κατηγορούμενου και αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 4 είναι το όργανο το οποίο εντοπίστηκε στο όχημά του. Ο ίδιος θεώρησε ότι αυτό αποτελεί επιθετικό όργανο εν τη έννοια του Νόμου και για το λόγο αυτό προχώρησε στη καταγγελία του. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το Τεκμήριο 4 χρησιμοποιείται ως γεωργικό εργαλείο, πλην όμως αποδέχθηκε το γεγονός ότι αυτό κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιείται για κάποιο σκοπό. Αρνήθηκε, επίσης, ότι το Τεκμήριο 4 δεν κατασκευάστηκε με σκοπό να προκαλέσει ζημιά σε τρίτο πρόσωπο. Αποδέχθηκε, περαιτέρω, ότι η Αστυνομία προέβη σε σήμα στο κατηγορούμενο ώστε να ακινητοποιήσει το όχημα του και το γεγονός ότι αυτό δεν αναφέρεται στη κατάθεση οφείλεται σε δικό του λάθος. Ο κατηγορούμενος ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι αφού η Αστυνομία προέβη σε έλεγχο των στοιχείων του, ακολούθως, τον ενημέρωσε ότι επιθυμούσε να προβεί σε έλεγχο στο όχημά του, γεγονός για το οποίο ο ίδιος έδωσε τη συγκατάθεσή του εφόσον ουδέποτε οι Αστυνομικοί τον πληροφόρησαν ότι είχε το δικαίωμα να αρνηθεί. Σε σχέση με τον εντοπισμό του Τεκμηρίου 4, εντός του οχήματος του, ισχυρίστηκε ότι ανάφερε στους Αστυνομικούς ότι, πριν από περίπου 2 εβδομάδες, ενώ κατευθυνόταν στο σπίτι της πρώην φιλενάδας του με το όχημα του και στη προσπάθεια του να εξέλθει σε κύριο δρόμο από πάροδο, δεν πρόσεξε ότι, εντός του κυρίου δρόμου, κινούνταν δύο μοτοσικλέτες και παρολίγον να συγκρουστούν. Οι οδηγοί των μοτοσικλετών, ακολούθως, βρέθηκαν αμέσως πίσω από το όχημά του, του άναβαν τα φώτα τους, του φώναζαν, τον έβριζαν χυδαία και τον απείλησαν με αποτέλεσμα ο ίδιος να φοβηθεί. Επίσης στο παρελθόν, δέκτηκε επίθεση από διάφορα άτομα εφόσον τον κατηγορούσαν, άδικα, ότι χτύπησε έναν μικρό παιδί. Ανάφερε ότι δεν γνωρίζει τα ονόματα των οδηγών των μοτοσικλετών που τον απείλησαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πλην όμως διαπίστωσε ότι είναι χωριανοί του. Λόγω του πιο πάνω συμβάντος, ο ίδιος, μετά από λίγες μέρες, έψαξε στην εργαλειοθήκη του αδελφού του με σκοπό να εντοπίσει οποιοδήποτε αντικείμενο, σε περίπτωση που τα πιο πάνω πρόσωπα υλοποιήσουν τις απειλές τους, ώστε να είναι σε θέση ο ίδιος να προστατεύσει τον εαυτό του αλλά και για να τους εκφοβίσει. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι έδωσε τη συγκατάθεσή του να ερευνηθεί το όχημά του εφόσον δεν του δόθηκε άλλη επιλογή. Ουδέποτε του ανάφεραν οι Αστυνομικοί, ότι είχε δικαίωμα να αρνηθεί την έρευνα στο όχημα του ενώ αντίθετα του ανάφεραν ότι, σε περίπτωση που αρνηθεί, η Αστυνομία θα ερευνούσε σε κάθε περίπτωση το όχημα του, κατόπιν έκδοσης σχετικού εντάλματος. Για το λόγο αυτό, ως εξήγησε στο Δικαστήριο, έδωσε τη συγκατάθεση του στους Αστυνομικούς. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο λόγος που τοποθέτησε το Τεκμήριο 4 εντός του οχήματός του, ήταν επειδή δέχτηκε απειλές και σε περίπτωση που του επιτίθονταν τα εν λόγω πρόσωπα να ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Σκοπός του δεν ήταν να προκαλέσει ζημιά σε οποιαδήποτε πρόσωπα αλλά είχε σκοπό να τους εκφοβίσει. Ο ίδιος, ερωτηθείς σχετικά, παραδέχθηκε ότι δεν ήταν σωστή η ενέργειά του και ότι δεν θα έπρεπε να προβεί σε αυτήν. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι το Τεκμήριο 4 είναι επικίνδυνο όργανο αλλά εξήγησε ότι ο σκοπός χρήσης του είναι για την εκτέλεση γεωργικών εργασιών. Αποδέχθηκε επίσης το γεγονός ότι το εν λόγω εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν επιθετικό όπλο και να προκαλέσει ζημιά σε κάποιον, λόγω της αιχμηρότητάς του. Ως προς τον λόγο που στην κατάθεσή του ανάφερε ότι δεν ήθελε να κατονομάσει τα πρόσωπα που επέβαιναν στις μοτοσικλέτες, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε ανάφερε κάτι τέτοιο στην Αστυνομία και θέση του ήταν ότι τον εν λόγω ισχυρισμό τον έγραψε μονομερώς ο Αστυνομικός που του έλαβε κατάθεση. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ο Αστυνομικός του έδωσε να υπογράψει την κατάθεση του χωρίς να του δοθεί η δυνατότητα να την διαβάσει και ότι, κατά τη διάρκεια παραμονής του στον Αστυνομικό Σταθμό, δέχτηκε ρατσιστική συμπεριφορά λόγω της καταγωγής του. Ο λόγος που δεν αφαίρεσε το Τεκμήριο 4 από το όχημα του, αφού παρήλθε χρονικό διάστημα 2,5 εβδομάδων μετά από τις απειλές που δέχτηκε, ήταν γιατί ξέχασε εντελώς ότι το εν λόγω όργανο βρισκόταν ακόμη εντός του οχήματός του. Παραδέχθηκε, τέλος, τη θέση ότι δεν είχε καμία νόμιμη δικαιολογία να μεταφέρει το εν λόγω όργανο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εντός του οχήματος του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80 , Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα, ως συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι στην ολότητα της τη μαρτυρία των Μ.Κ 1 και Μ.Κ 2 αστυνομικών. Οι εν λόγω μάρτυρες περιέγραψαν με λεπτομέρεια και ειλικρίνεια τις ενέργειες που είχαν προβεί σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, μέσα από την ενάσκηση των αστυνομικών τους καθηκόντων. Τα όσα ανέφεραν ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, αντίθετα θα έλεγα ήταν παραδεκτά. Σημειώνω ότι ο Μ.Κ 1 δεν αντεξετάστηκε και ως εκ τούτου η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο Μ.Κ 2, κατά την αντεξέτασή του, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις και απαντήσεις του και δείγμα της ειλικρίνειάς του αποτελεί το γεγονός ότι δεν δίστασε να παραδεχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σταμάτησε το όχημα του κατόπιν σήματος της Αστυνομίας και όχι από μόνος του, ως αναφέρεται στην κατάθεσή του. Ο εν λόγω μάρτυρας εξιστόρησε στο Δικαστήριο πως εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα κατά τον επίδικο χρόνο, τα οποία σε συντριπτικό βαθμό δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ανατρέχοντας στη μαρτυρία του δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να ανατρέψει τη θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε για αυτόν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία των Μ.Κ 1 και Μ. Κ 2 γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη ο κατηγορούμενος δεν μου άφησε θετικές εντυπώσεις και δεν με έπεισε ως προς τη δική του εκδοχή, η οποία δεν ήταν αληθοφανής και δεν έχει λογική συνοχή. Στην προσπάθειά του να προωθήσει τις δικές του θέσεις δεν απέφυγε τις ουσιαστικές αντιφάσεις, τις αλληλοσυγκρουόμενες εκδοχές, τις υπερβολές καθώς επίσης υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της ανακριτικής της κατάθεσης και της ένορκης της μαρτυρίας. Ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Καταρχάς ο κατηγορούμενος ανέφερε, για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ότι ο ίδιος έδωσε τη συγκατάθεσή του να ερευνηθεί το όχημα του, εφόσον η Αστυνομία δεν τον ενημέρωσε, δεόντως, ότι είχε δικαίωμα να αρνηθεί. Δεν μπορεί όμως να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα από το Δικαστήριο στη θέση του αυτή εφόσον τέτοιος ισχυρισμός ουδέποτε υποβλήθηκε από την υπεράσπιση προς τους μάρτυρες κατηγορίας, όταν αυτοί έδιδαν την μαρτυρία τους ενόρκως, ώστε αυτοί να απαντήσουν επί των εν λόγω ισχυρισμών. Στην υπόθεση ΝΙΚΟΛΑΣ ΜΑΡΣΕΛΛΟ κ.α. ν. ΚΥΠΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Ποινική Έφεση 167/2013, 18/1/2017 λέχθηκε, επί του προκειμένου, ότι: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, «η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό». Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).» Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι τέτοιος ισχυρισμός ουδέποτε προβλήθηκε κατά τη λήψη της κατάθεσης του κατηγορουμένου, γεγονός το οποίο με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η θέση αυτή αποτελεί προϊόν δεύτερων σκέψεων. Αντιφατική και αλληλοσυγκρουόμενη είναι η θέση του, περαιτέρω, ότι από τη μια οι Αστυνομικοί δεν τον πληροφόρησαν ότι είχε δικαίωμα ο ίδιος να αρνηθεί την έρευνα στο όχημα του και από την άλλη ισχυρίσθηκε ότι οι Αστυνομικοί του ανάφεραν ότι σε περίπτωση που αρνηθεί έχουν την δυνατότητα να εκδώσουν σχετικό ένταλμα έρευνας του οχήματος του. Επίσης διαπιστώνω να υπάρχει διάσταση μεταξύ της ανακριτικής του κατάθεσης με τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε, ενόρκως, στο Δικαστήριο. Για παράδειγμα, ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι γνωρίζει τους 2 οδηγούς που επέβαιναν στις μοτοσικλέτες και ότι δεν επιθυμεί να τους κατονομάσει, εννοώντας προφανώς ότι τους γνωρίζει προσωπικά. Αντίθετα, κατά τη μαρτυρία του ενόρκως, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τα ονόματά τους. Περαιτέρω, ενώ στην ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι το γεωργικό εργαλείο ανήκει στον πατέρα του, στη μαρτυρία του ενόρκως ανάφερε ότι είναι του αδελφού του. Για να δικαιολογήσει τη διαφορετικότητα των θέσεων του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η Αστυνομία δεν του έδωσε να διαβάσει την κατάθεσή του και ότι τον πίεσαν να την υπογράψει. Πέραν του γεγονότος ότι τέτοιος ισχυρισμός και πάλι δεν προβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας, ούτως ώστε αυτοί να τοποθετηθούν και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν, η θέση του αυτή συγκρούεται με το ίδιο το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης η οποία φέρει την υπογραφή του κατηγορούμενου και ο οποίος βεβαιώνει ότι τα όσα περιέχονται σε αυτήν, είναι ορθά και αληθή και ότι δόθηκαν με την ελεύθερη βούλησή του. Επομένως η θέση του αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επίσης δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι κατείχε το εν λόγω γεωργικό όργανο με σκοπό να εκφοβίσει μόνο τα οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα εφόσον στη κατάθεση του δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι το κατείχε με σκοπό τη προστασία του. Επομένως και η θέση του αυτή αποτελεί ύστερες σκέψεις. Ούτε αποδεκτή μπορεί να γίνει η θέση του, ότι ο ίδιος ήταν θύμα ρατσιστικής συμπεριφοράς από τους Αστυνομικούς για τους ίδιους ακριβώς πιο πάνω λόγους. Ούτε μπορεί να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι ο λόγος που δεν αφαίρεσε το γεωργικό όργανο από το όχημα του, παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει 2 εβδομάδες από το χρονικό σημείο που δέχτηκε απειλές, ήταν επειδή το ξέχασε. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο ώστε να καταδείξω του λόγου το αληθές, ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν είναι πειστική, δεν είναι αληθής, έχει κενά και αντιφάσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρές αμφιβολίες και εύλογα ερωτηματικά ως προς τη δική του εκδοχή, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει. Ως εκ τούτου, απορρίπτω τη μαρτυρία του, στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τα αποδεκτά γεγονότα. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Όπως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της κατοχής επιθετικού όπλου, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου, Κεφ. 159. Το άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου, το οποίο ποινικοποιεί το πιο πάνω αδίκημα, αναφέρει ότι: «3.
(1)Πρόσωπο το οποίο χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, η απόδειξη των οποίων βαρύνει αυτό, έχει μαζί του σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο οποιοδήποτε επιθετικό όπλο είναι ένοχο αδικήματος, και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές της φυλάκισης και του προστίμου». Το άρθρο 2 ερμηνεύει το τί αποτελεί «δημόσιος χώρος» και τί «επιθετικό όπλο». Παραθέτω, αυτούσιο, το σχετικό άρθρο, σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει: «
  1. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά- «δημόσιος χώρος» περιλαμβάνεται οποιοδήποτε αυτοκινητόδρομο και οποιαδήποτε άλλα υποστατικά ή τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το κοινό έχει ή του επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε με πληρωμή είτε με άλλο τρόπο. «επιθετικό όπλο» σημαίνει οποιοδήποτε αντικείμενο που κατασκευάστηκε ή προσαρμόστηκε για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία, ή που προορίζεται από το πρόσωπο που το έχει μαζί του για τέτοια χρήση από αυτό.» Από το λεκτικό λοιπόν του εν λόγω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι:
  2. Ο κατηγορούμενος να έχει μαζί του,
  3. σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο,
  4. επιθετικό όπλο. Αποτελεί δε υπεράσπιση αν ο κατηγορούμενος έχει το επιθετικό όπλο με νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία. Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω υπερασπίσεων, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) βαρύνει τον κατηγορούμενο (Βrown
(1971)55 Cr App R 478). Το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 1 του αγγλικού Prevention of Crime Act 1953, ανάλυση του οποίου γίνεται στο σύγγραμμα Archbold 2015 παρ. 24-165 εώς 24-186, Σελίδες 2417-2423. Σε σχέση με την ύπαρξη του 1ου συστατικού στοιχείου του αδικήματος και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος όταν και ανακόπηκε από την Αστυνομία είχε τοποθετημένο, εντός του οχήματος του και κάτω από τη θέση του οδηγού, όπως εξάλλου παραδέχεται και ο ίδιος, το γεωργικό όργανο. Ως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα η νομική έννοια το «έχει μαζί του (has with him)» διακρίνεται από την κατοχή και ουσιαστικά θα πρέπει να αποδειχθεί μία στενότερη επαφή με το αντικείμενο από την απλή κατοχή. Ειδικότερα στις παραγράφους 24-169 και 24-170 αναφέρονται τα ακόλουθα: «(a) "has with him" Knowledge The words "has with him in any public place" mean "knowingly has with him in any public place", and it is for the prosecution to prove knowledge: R. v. Cugullere, 45 Cr.App.R. 108, CCA. In R. v. McCalla, 87 Cr.App.R. 372, CA, it was held that once a person has something knowingly, he continues to have it until he does something to rid himself of it. Merely forgetting that he has it is not enough to prevent him from continuing to have it. The decision to the contrary in R. v. Russell (R.), 81 Cr.App.R. 315, CA, was held to be per incuriam. When the forgetfulness is coupled with the particular circumstances relating to the original acquisition of the article, that combination could, given sufficient facts, be a reasonable excuse for having the offensive weapon: ibid.; and R. v. Glidewell, 163 J.P. 557, CA (forgetfulness potentially a reasonable excuse where defendant taxi-driver had not introduced the items into his car and had intended to clear them out, but forgot). 24.110a "Has with him" distinguished from possession The words "has with him" require proof of closer contact with the article than mere possession. "Every case of having is one of possessing, but it does not necessarily follow that every case of possessing is one of having ... ": McCalla, ante, and followed in R. v. Daubney, 164 J.P. 519, CA». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι αβίαστα που καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πληρείται στη προκειμένη περίπτωση το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Και τούτο γιατί αφενός ο κατηγορούμενος είχε στη κατοχή του, δηλαδή εντός του οχήματος του, το εν λόγω γεωργικό όργανο και αφετέρου είχε γνώση ότι αυτό βρίσκεται εντός του οχήματος του, όπως εξάλλου αποδέχθηκε και παραδέχθηκε ο ίδιος. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ξέχασε πως το είχε ακόμη στο όχημα του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πέραν του γεγονότος ότι ο ισχυρισμός του αυτός απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, ως έχω εξηγήσει ανωτέρω, συνάγεται από τα πιο πάνω ότι το γεγονός ότι το ξέχασε εντός του οχήματος του δεν απαλλάσσει τον κατηγορούμενο από το γεγονός ότι το είχε στην κατοχή του, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψιν, ως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγραμμα, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το εν λόγω γεωργικό όργανο όχι για να εκτελέσει οποιαδήποτε εργασία με αυτό αλλά είχε σκοπό εξ αρχής να το χρησιμοποιήσει ως επιθετικό όπλο. Ο κατηγορούμενος δεν θα υπείχε οποιαδήποτε ποινική ευθύνη εάν φρόντιζε να ξεφορτωθεί το εν λόγω γεωργικό όργανο (R v McCalla (Clevous Errol)
(1988)87 Cr App R 372). Είναι γεγονός ότι η νομική έννοια το «έχει μαζί του (has with him)», ως αναφέρθηκε πιο πάνω, διακρίνεται από την κατοχή και ουσιαστικά θα πρέπει να αποδειχθεί μία στενότερη επαφή με το αντικείμενο. Αυτό είναι ένα ζήτημα πραγματικών γεγονότων στην κάθε υπόθεση. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πάνω του και δεν κρατούσε το γεωργικό εργαλείο, όταν δηλαδή κατέβηκε από το όχημα του, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν τον απαλλάσσει από τη ποινική του ευθύνη, ως εισηγείται με κάθε σεβασμό η υπεράσπιση. Στο νομικό σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2020, παράγραφο Β12.159, Σελίδα αναφέρονται τα ακόλουθα: «The Court of Appeal remarked in Henderson [2016] EWCA Crim 965, [2016] 4 WLR 1365 and Pawlicki [1992] 1 WLR 827) that the authorities indicate that in determining whether a person has a weapon 'with him', relevand considerations include the following: (
  1. i)possession of a weapon is a wider concept than having it 'with him' (
  2. ii)having a weapon 'with him' is a wider concept than carrying it (iii) the propinquity between the person and the weapon (
  3. iv)whether the weapon is immediately available to the person (
  4. v)the accessibility of the weapon (
  5. vi)thw context of any criminal enterprise embarked upon and (vii) the purpose of the applicable statute» Ο κατηγορούμενος, ως παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε και μετέφερε το γεωργικό όργανο, με πρόθεση να το χρησιμοποιήσει ως επιθετικό όπλο σε περίπτωση που αυτός απειλείτο ανά πάσα στιγμή από τρίτο πρόσωπο έχοντας πρόθεση να το χρησιμοποιήσει. Στη προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψιν και τη παραδοχή του κατηγορουμένου για το σκοπό τον οποίο μετέφερε το εν λόγω όργανο, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος το τοποθέτησε κάτω από το όχημα του οδηγού ούτως ώστε να έχει εύκολη πρόσβαση ανά πάσα στιγμή, ότι δεν ήταν κλειδωμένο σε οποιαδήποτε θήκη ή στο καπό, με αποτέλεσμα να έχει άμεση και εύκολη πρόσβαση ώστε ανά πάσα στιγμή να το χρησιμοποιήσει όπως ο ίδιος επιθυμεί κρίνω ότι πληρείται το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος όταν ανακόπηκε από την Αστυνομία και κατέβηκε κάτω από το όχημα του για έλεγχο των στοιχείων και το γεωργικό όργανο παρέμεινε εντός του οχήματος του ασφαλώς και δεν τον απαλάσσει από το γεγονός ότι το είχε μαζί του. Διαφορετική προσέγγιση θα οδηγούσε στο ανορθόδοξο συμπέρασμα ότι η Αστυνομία δεν θα ήταν σε θέση να κατηγορήσει τον οποιοδήποτε επειδή αυτός, αν και μεταφέρει επιθετικό όπλο στο όχημα του, να μην μπορεί να τον κατηγορήσει για το αδίκημα της μεταφοράς επιθετικού οργάνου επειδή δεν το είχε πάνω του. Δεν νομίζω να ήταν αυτή η πρόθεση του Νομοθέτη. Ας μην λησμονούμε επίσης ότι το αδίκημα ποινικοποιεί την μεταφορά επιθετικού οργάνου. Στο σύγγραμμα Blackstone's (ανωτέρω) επίσης αναφέρεται στην παράγραφο Β12.160 τα εξής σχετικά: ".Similarly, in Jolie [2003] EWCA Crim 1543, [2004] 1Cr App R 3
(44)(a case decided under the CJA 1988, s.139), the Court of Appeal ruled that relevant to the element of possession was proof that the accused was either aware of the presence of the knife in the vehicle (when he made the journey in the course of which he was stopped) or that he was responsible for putting the knife in the place where it was later found." Ενόψει των πιο πάνω είμαι της γνώμης, ότι με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ότι πληρείται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σε σχέση με το 2ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή το επιθετικό όργανο να το είχε μαζί του ο κατηγορούμενος σε δημόσιο δρόμο, έχω αποφανθεί ήδη, μέσω της ενδιαμέσης απόφασης του Δικαστηρίου, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ότι πληρείται και το εν λόγω συστατικό στοιχείο του αδικήματος, παρά το γεγονός ότι αυτό βρισκόταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εντός του οχήματος του κατηγορουμένου εφόσον αυτό κινείτο σε δημόσιο δρόμο. Για σκοπούς ευκολίας παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου το οποίο και υιοθετώ και σκοπούς της παρούσας απόφασης: «Σε σχέση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι το εν λόγω γεωργικό εργαλείο βρισκόταν κάτω από τη θέση του οδηγού εντός του οχήματος του κατηγορουμένου και επομένως το εν λόγω όργανο δεν κατείχετο σε δημόσιο χώρο με βάση την πιο πάνω ερμηνευτική διάταξη του Νόμου αναφέρω ότι, ως συνάγεται μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, ναι μεν αυτό πράγματι βρισκόταν εντός του οχήματος αλλά το όχημα του κατηγορουμένου οδηγείτο εντός αυτοκινητοδρόμου και στο εν λόγω όχημα ο κατηγορούμενος είχε πρόσβαση. Περαιτέρω θα πρόσθετα ότι εάν υιοθετείτο η πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης, ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να μεταφέρει οποιοδήποτε επιθετικό όργανο εντός του οχήματος του με αποτέλεσμα να μην είναι ποινικά υπεύθυνος για τον απλό λόγο ότι το όχημα του δεν αποτελεί δημόσιο χώρο, παρά το γεγονός ότι αυτό οδηγείτο και κινείτο σε δημόσιο χώρο όπως είναι ο αυτοκινητόδρομος, πράγμα τελείως αντινομικό και παράλογο. Σίγουρα δεν ήταν η πρόθεση αυτή του Νομοθέτη με κάθε σεβασμό προς την υπεράσπιση.» Επιπρόσθετα για σκοπούς πληρότητας και εκ του περισσού είμαι της γνώμης ότι ο νομοθέτης με τη συμπερίληψη της πρόνοιας του «δημοσίου χώρου», εντός της επίδικης νομοθετικής διάταξης για την ποινικοποίηση του εν λόγω αδικήματος, δεν αναφερόταν στο χώρο, εντός του οποίου μεταφέρεται το πρόσωπο που έχει στη κατοχή του το επιθετικό όπλο, αλλά το χώρο στον οποίο κινείται ή βρίσκεται ανά πάσα στιγμή το πρόσωπο που το μεταφέρει, ανεξαρτήτως μεθόδου διακίνησης. Διαφορετική ερμηνεία θα κατέληγε στο τραγελαφικό αποτέλεσμα ένα πρόσωπο που έχει μαζί του επιθετικό όπλο να απαλάσσετο της οποιασδήποτε ποινικής ευθύνης του απλά γιατί επέλεξε να μετακινηθεί με αυτοκίνητο στη βάση της στενής θεώρησης ότι το εσωτερικό αυτοκινήτου αποτελεί ιδιωτικό και όχι δημόσιο χώρο έστω και αν κινείτο σε αυτοκινητόδρομο, ο οποίος αποτελεί δημόσιο χώρο, ενώ το ίδιο επιχείρημα να μην μπορεί να προβληθεί από κάποιο πρόσωπο που ενεργεί όπως ο πρώτος επειδή διακινείται με μοτοποδήλατο, ποδήλατο είτε πεζός, απλά γιατί η μέθοδος διακίνησης του δεν είναι τέτοια που να εμπεριέχει κάποιο «εσωτερικό χώρο» για να επιτρέπει την παράθεση τέτοιου επιχειρήματος. Είναι πασιφανές ότι ο νομοθέτης σκοπό είχε να καταστήσει παράνομο το να έχει κάποιος μαζί του σε δημόσιο χώρο επιθετικό όπλο, ανεξαρτήτως μετακίνησης του. Θα ενείχε μεγάλη σημασία ενδεχομένως η μέθοδος διακίνησης του επιθετικού όπλου αν το Δικαστήριο είχε να εξετάσει στα πλαίσια ισχυρισμού ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε το επιθετικό όπλο με νόμιμη εξουσιοδότηση ή εύλογη δικαιολογία, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εφόσον ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι μετέφερε το γεωργικό όργανο ως επιθετικό όπλο για σκοπούς δικής του προστασίας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold στη παράγραφο 24-174 αποτελεί δημόσιος χώρος ένα όχημα το οποίο βρίσκεται σε κοινοτικό χώρο στάθμευσης όπου η πρόσβαση του κοινού είναι απαγορευμένη (Havell v. DPP [1993] Crim. L.R 621) ή όταν ένα όχημα είναι σταθμευμένο σε ιδιωτική περιουσία, όπως για παράδειγμα εντός οικίας. Στη προκειμένη περίπτωση το όχημα κινείτο όχι σε χώρο όπου το κοινό είχε περιορισμένη πρόσβαση αλλά σε δημόσιο δρόμο όπου, αντίθετα το κοινό, είχε απεριόριστη πρόσβαση. Στην υπόθεση R v McCalla [1988] 87 Cr App Rep 372, 152 JP 481 ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για το γεγονός ότι εντοπίστηκε στο όχημα του, κατόπιν ανακοπής του από την Αστυνομία, ένα ρόπαλο-ματσούκι (cosh) το οποίο ανάφερε ότι το πήρε από την εργασία του και το ξέχασε εντός του οχήματος του. Καταδικάστηκε πρωτόδικα για το ότι μετέφερε επιθετικό όπλο σε δημόσιο χώρο. Στην έφεση η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε εφόσον αναφέρθηκε ότι δεν αποτελεί εύλογη δικαιολογία το γεγονός ότι το ξέχασε εντός του οχήματος του εφόσον οδηγούσε το όχημα έχοντας το πιο πάνω επιθετικό όπλο στη κατοχή του. Θεωρήθηκε επομένως ότι αποτελεί δημόσιος χώρος το γεγονός ότι το είχε εντός του οχήματος του, το οποίο οδηγείτο σε δημόσιο δρόμο. Δημόσιος χώρος επίσης κρίθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο το εσωτερικό του οχήματος ενός ταξί το οποίο οδηγείτο σε δρόμο, όταν και ανακόπηκε για έλεγχο από την Αστυνομία (Grieve v McLeod 1967 JC 32). Στην υπόθεση επίσης Densu [1998] 1 Cr App R 400, στην οποία συζητήθηκε η υπεράσπιση της εύλογης δικαιολογίας, συνάγεται ότι το εσωτερικό (boost) ενός οχήματος αποτελεί δημόσιος χώρος όταν οδηγείται σε δημόσιο δρόμο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «.if someone driving along a road where earlier there had been a demonstration were to see and pick up a police truncheon which had obviously been droppedthere and were to put it into the boot of his car, intending to take it to the nearest police station, and then were to be stopped within a few minutes, he would have a reasonable excuse for having the truncheon with him in the boot of the car" Επομένως, με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι πληρείται στη προκειμένη περίπτωση και το 2ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Στρεφόμενος στο 3ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, δηλαδή κατά πόσο το γεωργικό όργανο το οποίο έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 4, μπορεί να θεωρηθεί ως επιθετικό όπλο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου σημειώνω τα ακόλουθα: Το τί συνιστά επιθετικό όπλο, σχετικά επίσης είναι τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 24-175 μέχρι 24-178 του πιο πάνω συγγράμματος: «24-115 (c) "Offensive weapon" Three categories In R. v. Simpson (C.), 78 Cr.App.R. 115, CA, Lord Lane C.J. (considering the definition in s.1
(4), ante, § 24-106a) identified three categories of offensive weapon: those made for use for causing injury to the person, i.e. offensive per se; those adapted for such a purpose; and those not so made or adapted, but carried with the intention of causing injury to the person. In the first two categories, the prosecution do not have to prove that the defendant had the weapon with him for the purpose of inflicting injury (see Davis v. Alexander, 54 Cr.App.R. 398, DC): if the jury are sure that the weapon is offensive per se, the defendant will only be acquitted if he establishes lawful authority or reasonable excuse (see post). 24-116 Offensive per se In Simpson, ante, Lord Lane C.J. gave as instances of weapons offensive per se a bayonet, a stiletto or a handgun. A police truncheon has been held to be offensive per se: Houghton v. Chief Constable of Greater Manchester, 84 Cr.App.R. 319, CA (Civ. Div.). So have a rice-flail (Copus v. DPP [1989] Crim.L.R. 577, DC) and a swordstick (Davis v. Alexander, 54 Cr.App.R. 398, DC; R. v. Butler [1988] Crim.L.R. 696, CA). Weapons which are manufactured for an innocent purpose are not offensive per se, e.g. a razor (R. v. Petrie, 45 Cr.App.R. 72, CA); a penknife (R. v. Humphreys [1977] Crim.L.R. 225, CA); some types of sheath knife (see R. v. Williamson, 67 Cr.App.R. 35, CA, and observations thereon in Simpson, ante); a lock-knife (Patterson v. Block
(1984)81 L.S.Gaz. 2458, DC); and a machete and catapult (Southwell v. Chadwick, 85 Cr.App.R. 235, DC). In general, unless the weapon is a flick-knife or butterfly knife (see post) or, perhaps, a swordstick (the Court of Appeal in Butler, ante, thought that the trial judge had been generous in leaving the issue to the jury), the question of whether a weapon is offensive per se is for the jury to decide. 24-117 "adapted for use" This is treated in many cases as being another instance of weapons offensive per se. The example given in Simpson, ante, was a bottle broken deliberately: see Bryan v. Mott, post. 24-118 "for causing injury to the person" In Bryan v. Mott, 62 Cr.App.R. 71, DC, the Crown Court's finding that an article adapted to commit suicide was adapted "for causing injury to the person" was not challenged. For a Crown Court decision to the opposite effect, see R. v. Fleming [1989] Crim.L.R. 71». Στη προκειμένη περίπτωση το γεωργικό όργανο, το οποίο ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι είχε εντός του οχήματος του, δεν αποτελεί όργανο το οποίο αφενός είχε κατασκευαστεί για τη χρήση και πρόκληση τραυματισμού και αφετέρου δεν είχε προσαρμοστεί με τέτοιο τρόπο και με σκοπό ώστε να προκαλέσει τραυματισμό. Επομένως το Τεκμήριο 4 δεν εμπίπτει στις δύο πιο πάνω κατηγορίες, δηλαδή στη κατηγορία των αντικειμένων που κατασκευάστηκαν ή προσαρμόστηκαν για να προκαλούν όταν χρησιμοποιούνται βλάβη σε πρόσωπο ή ζημιά σε περιουσία δηλαδή στην κατηγορία των «offensive per se ή adapted for use» επιθετικών όπλων αλλά στη 3η πιο πάνω κατηγορία, δηλαδή στα όργανα τα οποία δεν έχουν κατασκευαστεί ή προσαρμοστεί για τη χρήση και πρόκληση τραυματισμού αλλά με την πρόθεση να προκαλέσουν τραυματισμό. Για να θεωρηθεί λοιπόν ως τέτοιο θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτό προοριζόταν από το κατηγορούμενο για να προκαλεί όταν χρησιμοποιείται τέτοια βλάβη ή ζημιά. Το εν λόγω γεωργικό εργαλείο έχει κατασκευαστεί για κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, όπως εξάλλου αποδέχθηκε και ο Μ.Κ 2. Να εκτελεί δηλαδή γεωργικές εργασίες για τις οποίες προορίζεται. Ταυτόχρονα όμως μπορεί προκαλέσει και τραυματισμό, λόγω της αιχμηρότητας του. Ο κατηγορούμενος στη κατάθεση του αλλά και ενόρκως προέβαλε τη θέση ότι ο λόγος που κατείχε το εν λόγω όργανο ήταν για σκοπούς προστασίας του σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση από τρίτα πρόσωπα. Περαιτέρω, ενόρκως, ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι το Τεκμήριο 4 είναι επικίνδυνο, ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν επιθετικό όπλο και να προκαλέσει ζημιά σε κάποιο πρόσωπο λόγω της αιχμηρότητάς του και ότι η ενέργεια του να μεταφέρει το εν λόγω όργανο εντός του οχήματός του, ήταν παράνομη και δεν είχε καμία νόμιμη δικαιολογία να το μεταφέρει. Δηλαδή ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι προόριζε το γεωργικό όργανο ώστε σε περίπτωση που δεχόταν απειλές να το χρησιμοποιήσει για να προκαλέσει ζημιά. Αυτός ήταν και ο λόγος που το μετέφερε εντός του οχήματος του. Επομένως με βάση την παραδοχή του κατηγορούμενου και με βάση τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο ο σκοπός που το είχε στο όχημα του δεν ήταν για να εκτελέσει με αυτό οποιεσδήποτε γεωργικές εργασίες, σκοπός για τον οποίο το Τεκμήριο 4 κατασκευάστηκε, αλλά λόγω της αιχμηρότητας του να προστατεύσει τον εαυτό του σε περίπτωση που δεχόταν απειλή αλλά και να εκφοβίσει τρίτο ή τρίτα πρόσωπα. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω αν ο κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε έυλογη δικαιολογία να μεταφέρει το εν λόγω επιθετικό όργανο. Ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε ότι το μετέφερε για σκοπούς δικής του προστασίας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstone's, B12.167 : "When a defendant claims that he had a reasonable excuse for possession of an offensive weapon because he believed he was at risk of imminent attack, it is for him to prove both the belief and the reasonableness of the belief on a balance of probabilities (N v DPP [2011] EWHC 1807 (Admin)» Στη βάση των πιο πάνω ο κατηγορούμενος με το να προβάλει την θέση ότι μετέφερε το επιθετικό όπλο για δική του προστασία, κατόπιν των απειλών που δέκτηκε, είμαι της γνώμης ότι για σκοπούς του νόμου δεν αποτελεί εύλογη δικαιολογία. Δεν αποτελεί υπεράσπιση το γεγονός ότι κάποιος μεταφέρει επιθετικό όργανο για το λόγο ότι φοβάται ότι στο μέλλον θα υποστεί οποιαδήποτε επίθεση (Grieve v McLeod 1967 JC 32) αλλά και για σκοπούς αυτοάμυνας (Patterson v PC 1080 PK (ORSE Block) [1984] Lexis Citation 148). Μεταφέροντας επιθετικό όπλο για προληπτικούς λόγους, επίσης, δεν κρίθηκε ότι αποτελεί εύλογη δικαιολογία (Evans v Hughes [1972] 1 WLR 1452). Προφανώς το να λαμβάνει κάποιος το Νόμο στα χέρια του δεν αποτελεί εύλογη δικαιολογία. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση Grieve v McLeod (ανωτέρω): «.Nevertheless I did not consider that taxi-drivers were entitled to carry offensive weapons as a general defence against possible attack any more than other members of the public.
(7)No question arose of the weapon having been carried on this occasion against a specific threat or danger. Even if it had, I would have felt difficulty in sustaining the defence of reasonable excuse, as the proper course would have been, at least in the first instance, to flee the danger or seek police protection.» Στο σύγγραμμα Blackstone's (ανωτέρω) B12.168 αναλύεται κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να επικαλεστεί ένας κατηγορούμενος την υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Self - defence Ιn Evans and Hughes [1972] 3 All ER 412, Lord Widgery CJ made the following statement of principle: '. it may be a reasonable excuse for the carrying of an offensive weapon that the carrier is in anticipation of imminent attack and is carrying it for his own personal defence'. Accordingly, the carrying of a weapon as a general precaution is insufficient to establish a reasonable excuse (Evans v. Hughes, following Evans v Wright [1964] Crim LR 466 and Grieve v Macleod [1967] Crim LR 424) and this view has been confirmed by the Court of Appeal in Densu [1998] 1 Cr App R 400), (see also Peacock [1973] Crim LR 639; Bradley v Moss [1974] Crim LR 430; Bryan v Mott
(1975)62 Cr App R 71). The correct approach had been stated by Keene LJ in McAuley [2009] EWCA Crim 2130, [2010] 1 Cr App R 11
(148)at [13], namely: 'The reference in Evans v Hughes to "imminent attack" does not write those words into the statute and it remains for a jury to determine how imminent, how soon, how likely and how serious the anticipated attack has to be to constitute a good reason for possession of the bladed article.» Στη προκειμένη περίπτωση με την απόρριψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου αλλά και με τα όσα έχουν καταδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι υπήρχε οποιοσδήποτε επικείμενος κίνδυνος, από τη στιγμή που ήδη είχαν παρέλθει 2,5 εβδομάδες από την κατ'ισχυρισμό απειλή που ο κατηγορούμενος δέκτηκε, χωρίς να επισυμβεί το παραμικρό και πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από το χρονικό σημείο που δέκτηκε επίθεση στο Δημοτικό σχολείο. Επομένως με βάση τα περιστατικά ακόμη και αν δεχόμουν τη θέση του κατηγορούμενου, ότι έλαβαν χώρα τα επίδικα περιστατικά, δεν διαπιστώνω ότι υπήρχε οποισδήποτε άμεσος κίνδυνος εναντίον του που να αποτελεί εύλογη δικαιολογία να μεταφέρει επιθετικό όργανο. Δεν παραγνωρίζω επίσης την θέση του ότι ξέχασε ο ίδιος να το αφαιρέσει από το όχημα, παραδεχόμενος εμμέσως ότι δεν συνέτρεχε κανένας κίνδυνος εναντίον του τη δεδομένη στιγμή. Συνεπακόλουθα κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.