← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πιερή, Αρ. Υπόθεσης:574/2016, 8/2/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Πιερή, Αρ. Υπόθεσης:574/2016, 8/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B19 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:574/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Πιερή Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8/2/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη μαζί με κα Γ. Κέλο (ασκούμενη δικηγόρο) Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Β. Δημητριάδης Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270(Β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφάλαιο
  2. Τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα όπως έχουν καταγραφεί στην απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 11.12.2020, τα οποία παραθέτω και για σκοπούς σύνταξης της παρούσας ποινής: «Η παραπονούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το ακίνητο, ιδιοκτησίας κάποιου XXXXX. Ο αδελφός της παραπονούμενης της συνέστησε τον κατηγορούμενο, με τον οποίο ήταν φίλοι ώστε να την βοηθήσει, γεγονός το οποίο αποδέκτηκε η παραπονούμενη. Μετά από μεταξύ τους συζητήσεις, αποφάσισαν ότι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος θα αγόραζαν, από κοινού, το πιο πάνω ακίνητο, καταβάλλοντας έκαστος το ποσό των €25.
  3. Λόγω οικονομικών δυσκολιών ο κατηγορούμενος ανάφερε στην παραπονούμενη ότι, εν τέλει, δεν είναι σε θέση να αγοράσει το ½ του ακινήτου. Η παραπονούμενη, τελικά αποφάσισε να το αγοράσει αποκλειστικά η ίδια. Ο κατηγορούμενος θα αναλάμβανε να διεκπεραιώσει εκείνος τη πώληση, δηλαδή θα μεσολαβούσε εκ μέρους της παραπονούμενης για τη αγορά του και την μεταβίβαση επ'ονόματι της. Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα λάμβανε το τίμημα αγοράς του ακινήτου από την παραπονούμενη και ότι ακολούθως θα το κατέβαλε στον XXXXX. Μέσα στα πλαίσια αυτά η παραπονούμενη κατέβαλε στο κατηγορούμενο, με τρείς δόσεις, το συνολικό ποσό των €56,500 για να το παραδώσει στον XXXXX ώστε να ολοκληρωθεί, εκ μέρους της παραπονούμενης η αγορά του. Ο κατηγορούμενος όμως ουδέποτε παρέδωσε το εν λόγω ποσό στον ιδιοκτήτη του ακινήτου, το οποίο ουδέποτε μεταβιβάσθηκε στη παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος υποσχέθηκε στη παραπονούμενη ότι θα της επιστρέψει το εν λόγω ποσό που παράνομα οικειοποιήθηκε. ... Ο κατηγορούμενος επέστρεψε, πίσω στη παραπονούμενη, μόνο το ποσό των €4,500...» Στο στάδιο της έκθεσης των γεγονότων η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με οποιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες ενώ τα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας ανέρχονται στο ποσό των €
  4. Το Δικαστήριο δεν ζήτησε να ετοιμαστεί οποιαδήποτε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, σε σχέση με την κοινωνικό-οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου, αποδεχόμενος την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του, ο οποίος δεσμεύτηκε στο Δικαστήριο να παραθέσει ο ίδιος τις προσωπικές του περιστάσεις (Τηλέμαχος Τηλεμάχου v Αστυνομίας 2000

(2)ΑΑΔ 701). Αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, εισηγήθηκε, καταρχάς, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη, κατά την επιβολή της ποινής, τις ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου καθώς και τα πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Ως έχει αναφερθεί ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας XXXXX ετών, γεννηθείς το XXXXX στη Λάπηθο. Έχει 3 ετεροθαλή αδέλφια από τον προηγούμενο γάμο της μητέρας του καθώς και 3 αδέλφια, εξ αίματος, από τον γάμο της μητέρας του και του πατέρα του. Με τα ετεροθαλή του αδέλφια ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε σχέση, λόγω του ότι αυτοί ουδέποτε αποδέχθηκαν το γεγονός ότι η μητέρα τους ξαναπαντρεύτηκε τον πατέρα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος έχασε τη μητέρα του το 2009 από καρκίνο. Μετά από 4 χρόνια, δηλαδή το 2013, η αδελφή του διαγνώσθηκε, επίσης, με καρκίνο του εντέρου, όπου και απεβίωσε το 2016. Ο κατηγορούμενος, καθ' όλη τη διάρκεια της ασθένειας της αδελφής του, βρισκόταν πάντοτε δίπλα της και την στήριζε. Επίσης διέθεσε όλες του τις οικονομίες προκειμένου να παρατείνει τον χρόνο ζωής της. Ο κατηγορούμενος, αρχικά, διέμενε μαζί με την οικογένειά του σε συνοικισμό στη Λεμεσό, όπου ακολούθως μετακόμισε στη Λευκωσία. Οι συνθήκες διαβίωσής του δεν ήταν ικανοποιητικές, εφόσον ολόκληρη η οικογένεια του, η οποία απαριθμούσε 7 άτομα, ζούσε σε μια παράγκα. Σε ηλικία 3 χρονών, ο κατηγορούμενος ήταν θύμα τροχαίου δυστυχήματος. Μετά το ατύχημα, έπρεπε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο, όπου εκεί διαγνώστηκε με XXXXX. Από τη στιγμή εκείνη, ξεκίνησαν οι διάφορες XXXXX στον κατηγορούμενο και η υποβολή του σε διάφορες θεραπείες. Λόγω του τροχαίου δυστυχήματος, ο κατηγορούμενος, για περίοδο 7 ετών, δεν ήταν σε θέση να περπατήσει και βρισκόταν σε αναπηρικό καροτσάκι, μέχρι την ηλικία των 10 ετών. Ακολούθως ο κατηγορούμενος, με έξοδα του πατέρα του, μετέβηκε στην Αγγλία, για περίοδο 6 ετών, όπου με την κατάλληλη θεραπεία, το πόδι του διασώθηκε, παρά την εισήγηση των Κύπριων ιατρών ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να το αφαιρέσει. Με την επιστροφή του κατηγορούμενου από την Αγγλία ο ίδιος, για περίοδο 8 μηνών, χρησιμοποιούσε πατερίτσες. Το δεξί του πόδι, συνεπεία του δυστυχήματος, είναι 3,5 εκατοστά πιο κοντό από το άλλο και αδυνατεί να κάνει όλες τις κινήσεις. Μέχρι και σήμερα θα πρέπει να μεταβαίνει κάθε 6 μήνες στο νοσοκομείο όπου και του χορηγούνται διάφορες ενέσεις. Ο κατηγορούμενος, δεν εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία, λόγω της XXXXX και της αναπηρίας στο πόδι που αντιμετωπίζει. Μετά από πολλές ενέργειες και προσπάθειες εξεύρεσης εργασίας ο κατηγορούμενος, σε ηλικία 19 ετών, εργοδοτήθηκε ως XXXXX στο XXXXX. Στη δουλειά του στοχοποιήθηκε (bullying) από τους συναδέλφους του εφόσον οι ίδιοι ουδέποτε αποδέχθηκαν το γεγονός ότι ήταν XXXXX. Για παράδειγμα οι συνάδελφοί του σκούπιζαν τις καρέκλες όπου καθόταν ο κατηγορούμενος για να καθίσουν οι ίδιοι ως επίσης και δεν τον πλησίαζαν. Λόγω αυτών των καταστάσεων, μετά από δύο χρόνια, ο κατηγορούμενος σε ηλικία 21 ετών παραιτήθηκε. Ακολούθως, επαναπροσλήφθηκε στο XXXXX. Σήμερα λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας, ύψους €920,47, εφόσον κρίθηκε ανίκανος για εργασία το 2014, σε ποσοστό 75%. Ο κατηγορούμενος γνώρισε τη σύζυγό του και σε ηλικία 23 ετών παντρεύτηκαν, όπου και απέκτησαν 3 παιδιά. Ο μεγάλος του υιός, ενήλικας, είναι σήμερα μαθητευόμενος κομμωτής. Ο μεσαίος του υιός, ηλικίας 18 ετών, υπηρετεί τη στρατιωτική του θητεία ενώ η μικρότερη του θυγατέρα, ηλικίας 8 ετών, είναι μαθήτρια δημοτικού. Η σύζυγός του, είναι επίσης πρόσφυγας, και τους παραχωρήθηκε από την κυβέρνηση γη στο XXXXX όπου και ανήγειραν την κατοικία τους. Η οικία τους ανεγέρθηκε, μετά από προσπάθειες 7 ετών, κατόπιν πολλών στερήσεων της οικογένειας του κατηγορουμένου αλλά και μετά την σύναψη τραπεζικού δανείου. Σήμερα το δάνειο του ανέρχεται στο ποσό των €140.000, στο οποίο δεν καταβάλλεται οποιαδήποτε δόση λόγω οικονομικής του αδυναμίας. Η σύζυγός του δε εργάζεται σε κατάστημα παιδικών ρούχων με περιοδική απασχόληση (part time). Μετά τον θάνατο της μητέρας του, ο κατηγορούμενος έπεσε σε κατάθλιψη και παρακολουθείτο από ψυχολόγο-ψυχίατρο. Λαμβάνει δε προς τούτο σχετική ιατρική φαρμακευτική αγωγή. Μετά τον θάνατο της αδελφής του, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, η ψυχολογία του καταρρακώθηκε και οι επισκέψεις του στον ψυχίατρο εντατικοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα σήμερα να λαμβάνει βαριάς μορφής φαρμακευτική αγωγή. Η δε οικονομική του κατάσταση είναι άθλια, δεν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε δικό του όχημα για τις μετακινήσεις του με αποτέλεσμα να δανεισθεί όχημα από κάποιο φίλο του. Τα τελευταία 7 χρόνια ο κατηγορούμενος μεταβαίνει στο νοσοκομείο για XXXXX 2-3 φορές το μήνα (δέσμη ιατρικών εγγράφων έχουν καταχωριστεί στη παρούσα διαδικασία ως ΄Έγγραφο Α). Επίσης προβαίνει και σε XXXXX καθημερινά, μέσω φαρμακευτικής αγωγής. Δύο φορές την εβδομάδα μεταβαίνει σε νοσοκομείο όπου είναι αναγκαίο να υποβάλλεται σε XXXXX μέσω ενδοφλέβιας ένεσης. Επίσης, ο κατηγορούμενος λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή κάθε πρωί για το στομάχι του λόγω έλκους που του δημιουργήθηκε. Επίσης, έχει γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και τη νύχτα για να είναι σε θέση να κοιμηθεί πρέπει να τοποθετεί μαξιλάρια, γιατί υπάρχει πιθανότητα να κάνει εμετό και να πνιγεί. Ο κατηγορούμενος, επίσης, λαμβάνει δύο χάπια πενικιλίνης, λόγω του ότι υπεβλήθη σε σπληνεκτομή, (αφαίρεση σπλήνας) όταν βρισκόταν σε ηλικία 25 ετών. Ο κατηγορούμενος, μετά τη XXXXX, χρειάζεται περίπου 24 ώρες για να επανέλθει στη φυσιολογική του κατάσταση. Επίσης, λόγω της αναπηρίας του στο πόδι, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα όπως οστεοαρθρίτιδα, οστεοπόρωση, καθώς και έχει προγραμματισμένη εγχείρηση για να αλλάξει τα γόνατά του. Αυτήν τη στιγμή ο κατηγορούμενος, διαμένει με τον πατέρα του, λόγω του ότι οι σχέσεις του με τη σύζυγό του έχουν διαταραχθεί και βρίσκονται σε διάσταση, μετά την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου και τα όσα γεγονότα ακούστηκαν σε αυτήν. Ο κατηγορούμενος φροντίζει τον άρρωστο πατέρα του, ο οποίος πάσχει από νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτη και χρόνια δερματοπάθεια. Μοιράζεται τις ώρες φροντίδας του πατέρα του με την αδελφότεκνη του, η οποία είναι νοσοκόμα. Είναι η θέση του, ότι με βάση τα πιο πάνω σοβαρά ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ο εγκλεισμός του στις Κεντρικές Φυλακές, θα του δημιουργήσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού. Υπάρχει ορατός κίνδυνος, εάν στον κατηγορούμενο επιβληθεί άμεση ποινή φυλάκισης, να αποβιώσει. Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ότι το προσδόκιμο ζωής στους πάσχοντες XXXXX είναι τα 43 έτη. Ιδιαίτερα μετριαστικός παράγοντας, ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψιν από το Δικαστήριο, είναι το γεγονός ότι έχει διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Από την καθυστέρηση αυτήν, υπήρχε μεταβολή των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου εφόσον μεσολάβησε ο θάνατος της αδελφής του, η διάσταση του με τη σύζυγο και έχουν επιδεινωθεί τόσο τα προβλήματα υγείας του όσο και τα ψυχολογικά του προβλήματα. Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη, ότι ο κατηγορούμενος είναι ο προστάτης της οικογένειας του και ειδικά της ανήλικης θυγατέρας του. Επιπρόσθετα, σοβαρός μετριαστικός παράγοντας αποτελεί το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, εφόσον ο κατηγορούμενος για πρώτη φορά βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου. Ως έχει νομολογηθεί, ήταν πάντοτε εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, η φυλάκιση αποτελεί ύστατο μέτρο τιμωρίας, εφόσον υπαλλακτικοί τρόποι τιμωρίας, κρίνονται ανεπαρκείς. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εγκλεισμός του κατηγορούμενου σε άμεση φυλάκιση, δεν αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας, διότι η παρούσα υπόθεση είναι από τις λιγότερο σοβαρές υποθέσεις του είδους αυτού, ως διαπιστώνεται μέσα από τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Επομένως, ο εγκλεισμός του στη φυλακή, σε συσχετισμό με τις προσωπικές του περιστάσεις και τα δεδομένα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, θα είναι δυσανάλογη με το αδίκημα το οποίο ο κατηγορούμενος έχει διαπράξει. Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι η παραπονούμενη, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποίαν κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος θα μπορεί να την χρησιμοποιήσει ούτως ώστε να κινήσει μια αστική διαδικασία για να εισπράξει πίσω τα χρήματα της. Περαιτέρω, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν η απολογία του κατηγορουμένου για τον χρόνο που σπατάλησε στο Δικαστήριο και ζητά τη μέγιστη δυνατή επιείκειά του. Τέλος, ήταν η εισήγησή του, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ούτως ώστε αυτή να ανασταλεί. Έχω ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα ανάφεραν και οι δύο πλευρές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος αντανακλάται, κατ' αρχήν, μέσα από τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το ύψος της ποινής που προβλέπεται στο νόμο, ως η μέγιστη ποινή για κάθε αδίκημα, αποτελεί ένδειξη της σοβαρότητας του και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (Βραχίμης v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527. Το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου επισύρει, με βάση το άρθρο 270 (β) του Κεφ.154, ποινή φυλάκισης 14 ετών. Αυτό από μόνο του δείχνει και τη σοβαρότητα που ο νομοθέτης του αποδίδει. Σημειώνω ότι με τον Νόμο 43
(1)/2000, ημερομηνίας 7/4/2000, η πιο πάνω ποινή αυξήθηκε από τα επτά σε δέκα έτη και με τον Νόμο 84
(1)/2012, ημερομηνίας 29/6/2012, αυξήθηκε από τα δέκα σε δεκατέσσερα έτη. Οι πιο πάνω τροποποιήσεις είναι ενδεικτικές της ανησυχίας του νομοθέτη για την ανεπάρκεια των ποινών και τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος συσχετίζεται με τη φύση της ανθρώπινης σχέσης. Η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος είναι σοβαρή για τον λόγο ότι ενέχει θέμα προδοσίας και κατάχρησης ανθρώπινης εμπιστοσύνης που ένας άνθρωπος θα πρέπει να επιδεικνύει προς ένα άλλο του συνάνθρωπο. Πρόκειται ακόμη για αδίκημα που φανερώνει ασέβεια και κατάφωρα καταπατεί τα συνταγματικά δικαιώματα της κατοχής και απόλαυσης περιουσίας. Στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 801 λέχθηκε ότι: «Τα αδικήματα στα οποία έχει παραδεχθεί ενοχή ο εφεσείων είναι σοβαρά αφού αναφέρονται στην ύπαρξη και διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προσφέρουν την κατάλληλη προστασία τιμωρώντας τα πρόσωπα που παραβιάζουν την εμπιστευτική αυτή σχέση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια έχουν υποδείξει σε αριθμό υποθέσεων ότι η κατάλληλη ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης...» Στην υπόθεση Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 602, επίσης, λέχθηκε ότι: «το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου ενυπάρχει το στοιχείο της εκμετάλλευσης της εμπιστοσύνης που συμφυώς υπάρχει στη σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου όπως κατ' αναλογία συμβαίνει στη σχέση μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου. Ο εφεσείων με τις πράξεις του, παραβίασε τη σχέση εμπιστοσύνης και αυτή ακριβώς η παραβίαση, αναδεικνύεται ως το κυρίαρχο στοιχείο της υπόθεσης. Βλ. The Attorney-General of the Republic v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93.» Η φύση τέτοιων αδικημάτων σε συνδυασμό με την συχνότητα που έχει προσλάβει η διάπραξη τους τα εντάσσει στην κατηγορία αδικημάτων που χρήζουν αντιμετώπισης με αποτρεπτικές ποινές (Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210). Μέσα από τέτοιες υποθέσεις τα Δικαστήρια καλούνται να επιβάλουν τέτοιες ποινές έτσι ώστε από τη μια να προστατέψουν την κοινωνία από φαινόμενα παραβίασης εμπιστευτικής σχέσης και από την άλλη να πατάξουν το οικονομικό έγκλημα. Η επιβολής ποινής είναι ένα πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται η εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης αφενός και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη αφετέρου. Το καθήκον όμως εξατομίκευσης της ποινής ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του συγκεκριμένου παραβάτη δεν ατονεί, ακόμη και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στη ποινή (Φιλίππου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245). Πλην όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, αν και είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Θεώρηση της νομολογίας υποδεικνύει ότι η κατάλληλη ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης (Αθανασιάδης v. Αστυνομίας (ανωτέρω). Βεβαίως η κάθε υπόθεση θα πρέπει να κρίνεται με τα δικά της δεδομένα και τα δικά της χαρακτηριστικά, λαμβάνοντας επίσης υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας των συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως δεσμευτικό χαρακτήρα (Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217). Παραθέτω πιο κάτω ποινές που έχουν επιβληθεί για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Στην υπόθεση Katsouris v. The Police
(1988)2 CLR 180 ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε σε 58χρονο πρωτόδικα, μειώθηκε σε 12 μήνες για κλοπή υπό αντιπροσώπου, ποσού Λ.Κ 17500 ενόψει της επιστροφής των χρημάτων πριν την εκδίκαση της υπόθεσης, του λευκού ποινικού μητρώου και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου. Ωστόσο το Δικαστήριο τόνισε το αναπόφευκτο της επιβολής σε τέτοιου είδους αδικήματα είναι αυτή της ποινής άμεσης φυλάκισης υπογραμμίζοντας ότι η κατάχρηση της θέσης εμπιστοσύνης συνιστά σοβαρό ζήτημα που τείνει να υπονομεύσει τη βάση των οικονομικών δοσοληψιών. Στην υπόθεση Αθανασιάδης (πιο πάνω) επικυρώθηκε από το Εφετείο η 12μηνή ποινή φυλάκισης που επεβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής του, σε κατηγορία κλοπής υπό αντιπροσώπου. Στην υπόθεση εκείνη ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν ως λογιστής διατηρώντας το δικό του γραφείο μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων του, εισέπραττε χρήματα από διάφορους πελάτες του τα οποία κατέθετε σε ειδικό λογαριασμό και, αφού αφαιρούσε τα δικά του έξοδα, προέβαινε σε πληρωμές διαφόρων υποχρεώσεων των πελατών του. Λόγω προσωπικών οικονομικών δυσκολιών ο κατηγορούμενος είχε οικειοποιηθεί τα ποσά Λ.Κ 18.932 Λ.Κ 8.874,79 και Λ.Κ 1.061,63 από δύο πελάτες του. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων ως μετριαστικοί παράγοντες το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι είχαν τελικώς αποζημιωθεί από τον εφεσείοντα, μετριαστικός παράγοντας ο οποίος δεν συντρέχει στη προκειμένη περίπτωση. Στην υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(1999)2 AAΔ 109 επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο 12μηνη ποινή φυλάκισης σε αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου όπου ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν δικηγόρος, είχε οικειοποιηθεί ποσό Λ.Κ 3.000 που του εμπιστεύθηκε πελάτης του με σκοπό να το διαθέσει για τη διευθέτηση διαφοράς του με κάποια εταιρεία. Στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πιθανή επαγγελματική καταστροφή του κατηγορούμενου και η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν, έστω και με δική του ευθύνη. Στην υπόθεση Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 602 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν ότι ο εφεσείοντας ομολόγησε στην αστυνομία ότι διέπραξε το αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου, οικειοποιούμενος ποσό ύψους €5.528,04 (ισότιμο σε Λ.Κ.3.235,42), με την οποία συνεργάστηκε για την εξιχνίαση της υπόθεσης, ότι αργότερα παραδέχτηκε αμέσως στο Δικαστήριο, ότι κατέβαλε στους δικαιούχους το σύνολο των χρημάτων που παρανόμως οικειοποιήθηκε, το λευκό του ποινικό μητρώο και τις προσωπικές του περιστάσεις. Τέλος, στην υπόθεση Παναγή Κούλλα Λοϊζίδου ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2012)2 Α.Α.Δ 515 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 μηνών που επιβλήθηκε στην εφεσείουσα για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Η εφεσείουσα έκλεψε από τρίτο πρόσωπο το ποσό των €42.250 το οποίο και δεν επέστρεψε. Λήφθηκε υπόψιν η παραδοχή της, το λευκό της ποινικό μητρώο, οι προσωπικές της περιστάσεις και η πάροδος είκοσι και πλέον μηνών από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώριση της υπόθεσης, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν τη θέση του: (α) Τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα και τις συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη του. (β) Το μεγάλο ποσό των €56.500 που ο κατηγορούμενος παράνομα οικειοποιήθηκε εις βάρος της παραπονούμενης. (γ) Το ότι μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης η αξιόποινη πράξη του κατηγορουμένου και η συμπεριφορά που αυτός επέδειξε έγινε στη βάση μελετημένου σχεδίου. Μάλιστα ο κατηγορούμενος ενέπλεξε και τρίτα πρόσωπα, όπως τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, με σκοπό να υλοποιήσει τις παράνομες του πράξεις αλλά και για να ξεγελάσει τη παραπονούμενη. (δ) Το ότι ο κατηγορούμενος καταχράστηκε την σχέση φιλίας που είχε με την παραπονούμενη καθώς και εμπιστοσύνη που η τελευταία του έδειξε σχετικά με την αγορά του ακινήτου, οικειοποιούμενος παράνομα το πιο πάνω ποσό που δικαιωματικά προοριζόταν να δοθεί στον ιδιοκτήτη του ακινήτου. (ε) Το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε το πιο πάνω ποσό στη παραπονούμενη που παράνομα οικειοποιήθηκε παρά το γεγονός ότι αφενός του δόθηκε αρκετός χρόνος και αφετέρου η παραπονούμενη δεν προέβη άμεσα σε καταγγελία στην Αστυνομία αλλά του έδωσε τη δυνατότητα να επανορθώσει, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. (ζ) Ουδεμία εξήγηση δόθηκε από το κατηγορούμενο για το λόγο που αυτός προέβη στην εν λόγω παράνομη πράξη. Προς όφελος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον συνήγορο του. Σημειώνω όμως ότι αυτές είναι ήσσονος σημασίας σε αδικήματα σοβαρά όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Λαμβάνω σοβαρά υπόψη και τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα επιφέρει στον κατηγορούμενο η ποινή φυλάκισης που θα του επιβληθεί, στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στην μικρότερη θυγατέρα του, χωρίς να παραγνωρίζω ότι σήμερα, ως λέχθηκε, ο κατηγορούμενος μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγο του και δεν διαμένουν, πλέον, στο ίδιο σπίτι. Οφείλω να επισημάνω πως, οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορούμενου, συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών παραγόντων, χωρίς όμως να είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (Domotov v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 - 331). Οφείλω δε να υποδείξω πως ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τις πράξεις του, οδήγησε και επέφερε αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Επιπρόσθετα, σοβαρός μετριαστικός παράγοντας αποτελεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο το οποίο επενεργεί υπέρ του (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Λεωνίδα Ματθαίου
(1994)2ΑΑΔ). Λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος δεν έχει διαπράξει οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Παναγιώτης Ιωάννου, Ποινική Έφεση 212/2009, ημερομηνίας 21.12.2010). Λαμβάνω επίσης υπόψη τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εφόσον ως καταγράφεται μέσα από τα ιατρικά πιστοποιητικά πάσχει από XXXXX με αποτέλεσμα η πάθηση του αυτή να επιβαρύνει την ψυχική του υγεία εφόσον παρακολουθείτε από ψυχίατρο και λαμβάνει προς τούτο σχετική φαρμακευτική αγωγή. Ο κατηγορούμενος, λόγω της πιο πάνω XXXXX, παρακολουθείτε στο XXXXX και η θεραπευτική του αγωγή περιλαμβάνει XXXXX, κάθε δύο εβδομάδες περίπου, θεραπεία XXXXX η οποία γίνεται με συνδυασμό δύο σκευασμάτων, το ένα σε μορφή δισκίων και το άλλο σε ενέσιμη μορφή, υποδόρια για 24 ώρες 3 φορές την εβδομάδα. Ο κατηγορούμενος είναι υποχρεωμένος να επισκέπτεται την XXXXX 1-2 φορές την εβδομάδα. Επίσης παρουσιάζει δυσμορφία των κάτω άκρων, μετά από κάταγμα και επανειλημμένες χειρουργικές επεμβάσεις πάθηση που του προκαλεί δυσκολία στην βάδιση καθώς επίσης και πρόβλημα των οστών των άνω άκρων. Έχει νομολογηθεί ότι τα προβλήματα υγείας και τα σχετικά με αυτά ιατρικά θέματα που ένας κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αποτελούν μετριαστικό παράγοντα στην ποινή που θα του επιβληθεί. Μπορούν, δηλαδή, να επηρεάσουν το μέγεθος, ή ακόμη και το είδος της ποινής (Aoun v Republic
(1987)2 Α.Α.Δ. 208). Ο βαθμός της επίπτωσης τους στην ποινή, εξαρτάται, αφενός, από την σοβαρότητα του αδικήματος και τις περιστάσεις διάπραξης του και αφετέρου, σε περίπτωση επιλογής από το Δικαστήριο για τον κατηγορούμενο της ποινής φυλάκισης, από την δυσμένεια των επιπτώσεων του εγκλεισμού του κατηγορούμενου στην φυλακή, στην κατάσταση της υγείας του (El-Beyrouty a. o. v Δημοκρατία
(1991)2 Α.Α.Δ. 543). Η κατάσταση, δηλαδή, της υγείας του κατηγορουμένου πρέπει να συνδέεται με το ίδιο το γεγονός της φυλάκισής του και τις επιπτώσεις της (El Kara v Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239, Γεωργίου ν Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 162). Στην υπόθεση Khalife v Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315 λέχθηκε επί του προκειμένου ότι: «Αν, λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας (Βλ. R. v. Leatherbarrow [1992] 13 Cr. App. R. (S) 632, R. v. Bernard [1997] 1 Cr. App. R. (S) 135 και R. v. Green [1992] 13 Cr. App. R. (S) 613).»]. Πρέπει να τίθεται ζήτημα ότι, η θεραπεία που ο κατηγορούμενος λαμβάνει, υπολείπεται, κατά κάποιο τρόπο, εκείνης την οποία ενδεχομένως θα κατάφερνε να εξασφαλίσει, αν ήταν ελεύθερος, ώστε να τίθεται ουσιαστικά ζήτημα σημαντικής έκπτωσης της ποινής του (El Kara v Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Εν πάση περιπτώσει, στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 223/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, θεωρώ πως οι αρχές των φυλακών, θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία των καταδίκων, καθ' όλο τον χρόνο κράτησής τους (Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22). Σημειώνω παράλληλα, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 28/2014, ημερομηνίας 24.2.2014). Και κάτι ακόμη. Δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών συνθηκών των κατηγορουμένου, από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν βρίσκω, από τα όσα στοιχεία μου έχουν παρουσιαστεί, η κατάσταση της υγείας του να ενέχει τέτοιο εξαιρετικό χαρακτήρα, που να μπορεί να καθορίσει το είδος της ποινής που θα του επιβληθεί. Σίγουρα, τα προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στο παρόν στάδιο, και οι δυσκολίες που αντικειμενικά αναμένεται να ενέχουν κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές, μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Αυτές, μπορούν και πρέπει να αντιμετωπιστούν από τους καθ' ύλην αρμόδιους. Σημειώνω επίσης, ότι τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου προϋπήρχαν πριν από την διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας κατά νουν τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη ως ελαφρυντικό παράγοντα το ενδεχόμενο στην περίπτωση του η ενδεχόμενη φυλάκιση του να του προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού. Για το λόγο αυτό ο κατηγορούμενος δικαιούται σημαντική έκπτωση στη ποινή που θα του επιβληθεί. Ένα ζήτημα που ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης έθιξε και το Δικαστήριο προχωρεί αμέσως στην εξέταση του είναι ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, αλλά και το γεγονός ότι υπήρξε καθυστέρηση στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου. Ασφαλώς το χρονικό διάστημα των 7 χρόνων το οποίο έχει παρέλθει, από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, είναι μετριαστικός παράγοντας που συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σενέκκη κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 285 και Γενικός Εισαγγελέας v. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267, Αβραάμ Αβραάμ ν. Αρέστη Στυλιανού
(2002)1 ΑΑΔ 50. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι αμέτοχος για την καθυστέρηση αυτή εφόσον δήλωνε τη μη παραδοχή του στην κατηγορία που αντιμετώπιζε με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Επομένως ο κατηγορούμενος έχει μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να επιχειρήσει να αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από την καθυστέρηση τη στιγμή που είναι συνυπεύθυνος και δεν είναι αμέτοχος γι' αυτήν (Βίκτωρας Τιμοθέου ν. Αστυνομίας
(2012)2ΑΑΔ 671). Ως προς τη σημασία της καθυστέρησης σημειώνω όμως ότι, ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων, η καθυστέρηση δεν είναι αρκετή για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής αλλά το ύψος της. Ούτε και θεωρώ ότι έχουν μεταβληθεί οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να διαφοροποιηθεί το είδος της ποινής λαμβάνοντας υπόψιν την σοβαρότητα και την έξαρση του εν λόγω αδικήματος. Αν και συνυπολογίζονται, είναι ικανές να επηρεάσουν το ύψος της ποινής όχι όμως το είδος της. Ως εκ τούτου η παρούσα υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις που δικαιολογείται διαφορετική ποινή από τη συνήθη ποινή, που δεν είναι άλλη από αυτή της φυλάκισης. Αποτελεί, επίσης, πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης με την καταχώρηση της υπόθεσης λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής. Λαμβάνω επίσης ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι η ενώ τα αδικήματα φέρεται να έχουν διαπραχθεί το 2014 και ως συνάγεται, μέσα από τις καταθέσεις, το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2015 εντούτοις η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε 16.2.16. Σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς το λόγο της καθυστέρησης αυτής δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων διαπιστώνεται μία καθυστέρηση περίπου 1 έτους, για την οποία δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος. Το γεγονός αυτό ασφαλώς και θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο (Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 623 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252). Σημειώνω όμως ότι η καθυστέρηση δεν είναι τέτοιου βαθμού που να εξουδετερώνει το στοιχείο της αποτροπής. Συνεκτιμώντας, λοιπόν, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προανέφερα και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, κρίνω ότι η μοναδική κατάλληλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, αναφορικά με τον κατηγορούμενο είναι αυτή της φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή πηγάζει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, σε συνδυασμό με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στον κατηγορούμενο ποινή στερητική της ελευθερίας του. Οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος, και το έχουν επηρεάσει στη προκειμένη περίπτωση σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό του Νόμου, αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μνήματα στην κοινωνία. Το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες αξιόποινες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές Συνεπώς, και έχοντας, περαιτέρω, κατά νου την αρχή της συνολικότητας της ποινής, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 μηνών στην 1η κατηγορία. Έχω εξετάσει με προσοχή το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο, δυνάμει των διατάξεων του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος με το νέο Άρθρο 3
(2)διεύρυνε την ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Πλέον το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου. Σε σχέση με την εφαρμογή που έτυχε το νέο Άρθρο 3
(2), αντλώ καθοδήγηση από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930. Στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα για την αναστολή ή όχι της ποινής, ήταν κατά πόσον οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ήταν τέτοιες που ισοζυγίζοντας τις θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί σε αυτόν μια δεύτερη ευκαιρία. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όπως έχει λεχθεί: «Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στην προκειμένη περίπτωση σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε το οποίο θα οδηγούσε σε τέτοια διαταγή από το σύνολο των περιστάσεων και των προσωπικών συνθηκών του κατηγορουμένου (Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39, Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Έλαβα υπόψη μου εκ νέου όλους ανεξαιρέτως τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, πλην όμως, δεν διαπιστώνω οποιοδήποτε λόγο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής έκτισης της ποινής φυλάκισης. Στην προκειμένη περίπτωση, η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και οι μετριαστικοί παράγοντες, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της ποινής. Το αδίκημα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, είναι ιδιαίτερα σοβαρό και η ανάγκη για αποτροπή του είναι επιτακτική. Eνδεχόμενο αναστολής ποινής φυλάκισης θα έστελνε στην κοινωνία λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους παραβάτες και δε θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου. Υπερτερεί στη προκειμένη περίπτωση η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής και η προστασία του δημοσίου συμφέροντος Η ποινή φυλάκισης είναι άμεση και ξεκινά να προσμετρά από σήμερα. (Υπ) .................................. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.