← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12436/19, 1/2/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12436/19, 1/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12436/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 1/2/2021 Για κατηγορούσα αρχή: Κα Θεοδότου, για να ακούσει απόφαση κος Τσαγγαρίδης Για τον Κατηγορούμενη: Κος Αναστασίου για να ακούσει απόφαση κα Βρυωνίδου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 1 κατηγορία για παράλειψη συμμόρφωσης σε σήμα τροχαίας κατά παράβαση του κανονισμού 58

(2)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/
  1. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος την 13/9/2018, στη Λεωφόρο Τσερίου, στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX65, δεν συμμορφώθηκε σε σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την αρμόδια αρχή για τον έλεγχο ή την ρύθμιση της τροχαίας κίνησης, δηλαδή οδηγούσε επί ζωγραφιστής νησίδας. Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή, παρουσίασε δύο μάρτυρες Κατηγορίας, την αστυφύλακα XXXXX, κα XXXXX Κωνσταντίνου (στο εξής η ΜΚ1) και την κα XXXXX Μιχαήλ (στο εξής η ΜΚ2). Η ΜΚ1 ανάφερε ότι ήταν η εξεταστής της υπόθεσης. Κατάθεσε ως τεκμήρια την κατάθεση της ίδιας (Τεκμήριο 1), αντίγραφο του εξωδίκου που είχε εκτυπώσει για το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος (Τεκμήριο 2), πρόχειρο σχεδιαγράφημα της περιοχής όπου σύμφωνα με την Κατηγορούσα αρχή ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα (Τεκμήριο 3), γραπτή ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου (Τεκμήριο 4) και αντίγραφο γραπτής ανακριτικής Κατάθεσης της ΜΚ2 (Τεκμήριο 5). Οι αναφορές και η γνώμη της ΜΚ1 σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν το ατύχημα δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές καθώς η ΜΚ1 δεν είναι εμπειρογνώμονας για να μπορεί να προσφέρει μαρτυρία γνώμης, ούτε και ήταν παρών στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο για να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Η αποδεκτή μαρτυρία της ΜΚ1 περιορίζεται στις ενέργειες της κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, στην λήψη των σχετικών καταθέσεων και την ετοιμασία του Τεκμηρίου
  2. Η ΜΚ1 ανάφερε ότι το Τεκμήριο 3 το ετοίμασε η ίδια και το υπόγραψαν τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η ΜΚ2, αφού συμφώνησαν με το περιεχόμενο του. Η ΜΚ2 αναγνώρισε την γραπτή κατάθεση της (Τεκμήριο 5) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Το Τεκμήριο 5 είναι αντίγραφο, αφού ως έχει αναφερθεί από την ΜΚ1 το πρωτότυπο βρίσκεται στο φάκελο του δυστυχήματος με στοιχεία ΒΚΟ, αύξων αριθμός
  3. Δεν υπήρξε ένταση στην κατάθεση του αντιγράφου και ως εκ τούτου το Τεκμήριο 5 γίνεται αποδεκτό σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)(β) του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9). Σύμφωνα με τη ΜΚ2, κατά τον επίδικο χρόνο, είχε εκκινήσει με το όχημα της από χώρο στάθμευσης γυμναστηρίου που βρίσκεται στην παρακείμενη περιοχή (συγκεκριμένα επί της Λεωφόρου Τσερίου, όπως φαίνεται στο πάνω μέρος του Τεκμηρίου 3), και επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο για να προβεί σε παράνομη αναστροφή κατεύθυνσης, έτσι ώστε να κατευθυνθεί στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί προς τον κυκλικό κόμβο Τσερίου (που φαίνεται στην αριστερή πλευρά του Τεκμηρίου 3). Σύμφωνα με την ΜΚ2, πριν να εισέλθει από τον χώρο στάθμευσης στη Λεωφόρο Τσερίου, έλεγξε δεξιά της τον δρόμο και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε οχήματα με κατεύθυνση από τον κυκλικό κόμβο Τσερίου προς Στρόβολο, εισήλθε στην Λεωφόρο Τσερίου, αρχικά στην αριστερή λωρίδα και οδηγώντας με ταχύτητα περί τα 30 ΧΑΩ μετακινήθηκε δεξιότερα, οδηγώντας επί της ζωγραφιστής νησίδας έτσι ώστε να περάσει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Στρόβολο προς τον κυκλικό κόμβο Τσερίου. Κάποια στιγμή άκουσε «μαρσάρισμα» μοτοσικλέτας, και είδε από το δεξιό καθρεφτάκι του οδηγού μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, σε απόσταση περίπου 30 μέτρων πίσω της, να οδηγεί στη δεξιά πλευρά του δρόμου, δηλαδή δίπλα από την κτιστή νησίδα, και να κατευθύνεται προς το μέρος της. Ανήμπορη να αντιδράσει λόγω της θέσης που βρισκόταν, παρέμεινε εκεί μέχρι που η μοτοσικλέτα συγκρούστηκε στον δεξιό μπροστινό τροχό και το φτερό του οχήματος της. Κατά την αντεξέταση της, ανάφερε ότι όταν έγινε η σύγκρουση το όχημα της ήταν σχεδόν ακινητοποιημένο και ότι η σύγκρουση έγινε κατά την προσπάθεια της να γυρίσει το όχημα της λοξώς δεξιά για να το ακινητοποιήσει λαμβάνοντας θέση από όπου θα μπορούσε να επιχειρήσει αναστροφή πορείας όταν η εξ' αντιθέτου λωρίδα κυκλοφορίας θα ήταν ελεύθερη από οχήματα. Ξεκαθάρισε ότι τον Κατηγορούμενο τον είδε από το δεξιό πλάγιο καθρεφτάκι του οδηγού και ότι όταν ακινητοποιήθηκε το όχημα της, η μπροστινή του πλευρά δεν έβλεπε ούτε τον Στρόβολο, ούτε τον κυκλικό κόμβο Τσερίου αλλά το απέναντι χωράφι. Κατά την αντεξέταση της ήταν απόλυτη ότι όταν είδε τον Κατηγορούμενο από το δεξιό πλάγιο καθρεφτάκι της ο τελευταίος οδηγούσε επί της ζωγραφιστής νησίδας. Αφού ολοκλήρωσε την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Αρχικά αναγνώρισε την γραπτή ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος βγήκε από τον κυκλικό κόμβο Τσερίου εισερχόμενος στην Λεωφόρο Τσερίου με κατεύθυνση προς Στρόβολο οδηγώντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε ένα αυτοκίνητο να βγαίνει από αριστερά και να μπαίνει κάθετα και να του αποκόπτει την ευθεία πορεία του. Είχε αντιληφθεί το όχημα τελευταία στιγμή και δεν θυμάται τι έκανε. Πιστεύει ότι προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το φρένο χωρίς όμως να ήταν σίγουρος. Λόγω του ότι δεν είχε χρόνο για να αντιδράσει συγκρούστηκε με το μπροστινό δεξιό τροχό και φτερό του οχήματος της ΜΚ2. Ο Κατηγορούμενος στη γραπτή ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4) αναφέρει ότι αυτός υπέδειξε την πορεία του στην ΜΚ1 πάνω στο Τεκμήριο 3 (σημειώνεται ως Β2) και ότι συμφωνεί πλήρως με το Τεκμήριο 3. Απέδωσε την αντίφαση, μεταξύ, του Τεκμηρίου 3 που δείχνει ότι η πορεία του ήταν στη δεξιά λωρίδα και του Τεκμηρίου 4 όπου ανάφερε ότι η πορεία του ήταν στην αριστερή λωρίδα, σε λάθος της ΜΚ1. Κατά την αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι η ταχύτητα της μοτοσικλέτας του ήταν πολύ χαμηλή και ότι είδε το όχημα της ΜΚ2 την τελευταία στιγμή σε πολύ μικρή απόσταση. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ακριβώς την απόσταση αλλά ήταν πολύ κοντά. Αρνήθηκε ότι οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ανάφερε ότι δεν θυμάται με βεβαιότητα ποια ήταν η αντίδραση του όταν αντιλήφθηκε ότι η ΜΚ2 του απέκοψε την πορεία του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97, Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Η ΜΚ1 μου έκανε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Ήταν σταθερή στις απαντήσεις της και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της. Εξάλλου, όπως έχω προαναφέρει, η μαρτυρία της σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και η γνώμη που προσέφερε δεν είναι αποδεχτή αφού η ίδια δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, ούτε έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Η ΜΚ2 επίσης μου άφησε πολύ καλή εντύπωση. Δεν δίστασε να παραδεχτεί την δική της ευθύνη για την σύγκρουση αν και διευκρίνισε ότι κατά την άποψη της είχε και ο Κατηγορούμενος συντρέχουσα αμέλεια. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της. Έχει δώσει άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και κατέθεσε με φυσικότητα και ήταν σταθερή στις απαντήσεις της πείθοντας το Δικαστήριο ότι ακριβώς κατέθεσε τα γεγονότα όπως πραγματικά είχαν εξελιχτεί. Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία της στο σύνολο της, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η ΜΚ2 ήταν ειλικρινής και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Η εντύπωση που μου άφησε ο Κατηγορούμενος ως μάρτυρας ήταν θετική. Και αυτός έδωσε μαρτυρία με φυσικότητα και ευθύτητα και δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι δεν θυμάται καλά τα γεγονότα από την στιγμή που είδε το όχημα της ΜΚ2 να του αποκόπτει το δρόμο. Ήταν εμφανές ότι ο Κατηγορούμενος ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, όπως αυτός την αντιλήφθηκε, χωρίς να προσπαθεί να δώσει μαρτυρία που να βοηθά την υπεράσπιση του. Αναφορικά με την ουσιώδους σημασίας αντίφαση στην μαρτυρία του, σε σχέση με την λωρίδα στην οποία οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του πριν την σύγκρουση, αποδέχομαι ότι μάλλον αυτό οφείλεται σε λάθος. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ξεκάθαρα ότι οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα, συνεπώς η λογική εξήγηση είναι ότι η ΜΚ1 το σημείωσε λάθος στο Τεκμήριο 3 και ο Κατηγορούμενος δεν το είχε προσέξει. Σε σχέση με την άλλη φαινόμενη αντίφαση, όπου στο Τεκμήριο 4 αναφέρει ότι σηκώθηκε μόνος του μετά τη σύγκρουση ενώ κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι σηκώθηκε με τη βοήθεια 2 ατόμων που ήταν παρών στη σκηνή, κρίνω ότι το δεύτερο δεν αναιρεί κατ' ανάγκη το πρώτο. Κρίνω ότι μάλλον ο Κατηγορούμενος παράλειψε να αναφέρει το γεγονός αυτό στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 4) ως περιττή λεπτομέρεια παρά ότι έλεγε ψέματα. Αυτό ήταν εμφανές και από την αντίδραση του όταν του υποδείχτηκε η φαινομενική αντίδραση, όπου ο Κατηγορούμενος δεν φάνηκε να κλονίζεται καθόλου. Δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου από το σημείο που αντιλήφθηκε το όχημα της ΜΚ2 να του αποκόπτει το δρόμο και μετά, καθώς όπως ο ίδιος ανέφερε, δεν είναι σίγουρος για το τι έγινε μετά. Ευρήματα Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία στο σύνολο της και αντιπαραβάλλοντας τα όσα έχουν αναφέρει οι μάρτυρες, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 13/9/2018, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του έχοντας εξέλθει από τον κυκλικό κόμβο Τσερίου, οδηγώντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας προς τον Στρόβολο. Ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι δεν θυμάται πώς αντέδρασε όταν είδε μπροστά του το όχημα της ΜΚ2, πιθανότατα λόγω του σοκ που υπέστη συνεπεία της σύγκρουσης. Συνεπώς, στο συγκεκριμένο σημείο προτιμώ την μαρτυρία της ΜΚ2, η οποία όπως ανάφερε, ενώ το όχημα της βρισκόταν σε επιβράδυνση και είχε σχεδόν ακινητοποιηθεί στο σημείο όπου στη συνέχεια επήλθε η σύγκρουση, άκουσε «μαρσάρισμα» μηχανής και είδε από το δεξιό καθρεφτάκι του οδηγού, σε απόσταση περίπου 30 μέτρων, τη μοτοσικλέτα του Κατηγορουμένου να κατευθύνεται προς τα πάνω της και στη συνέχεια επήλθε η σύγκρουση στο σημείο που φαίνεται στο Τεκμήριο 3. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει αναπόδραστα το συμπέρασμα ότι όταν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το όχημα της ΜΚ2, δεν φρέναρε αλλά επιχείρησε να το προσπεράσει από δεξιά. Τα αίτια της σύγκρουσης δεν ενδιαφέρουν καθόλου το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, ούτε ο καταμερισμός της όποιας ευθύνης. Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος οδήγησε επί της ζωγραφιστής νησίδας. Προκύπτει ξεκάθαρα από τη μαρτυρία, ότι ο Κατηγορούμενος όντως οδήγησε επί της ζωγραφιστής νησίδας. Συγκεκριμένα το εύρημα αυτό προκύπτει από τα ακόλουθα: · Τη ρητή μαρτυρία της ΜΚ2, η οποία κατά την αντεξέταση της ανάφερε ότι τον είδε να οδηγεί επί της ζωγραφιστής νησίδας. · Από το σημείο της σύγκρουσης και το τελικό σημείο όπου βρέθηκαν τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα. Κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία της ΜΚ1 ότι το όχημα XXXXX33 είχε μετακινηθεί λίγο κατά την σύγκρουση, αλλά η μετακίνηση όπως είχε περιγραφεί, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ήταν τόση ώστε να επηρεάζει το πιο πάνω εύρημα. · Από το γεγονός ότι η γραμμή της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος όντως οδήγησε επί ζωγραφιστής νησίδας πλην όμως το έκανε στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση στην αγωνία της στιγμής. Έχοντας προβεί σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος έχει οδηγήσει επί ζωγραφιστής νησίδας, απομένει να εξεταστεί κατά πόσον η υπεράσπιση που έχει προωθηθεί από τον Κατηγορούμενο μπορεί να επιτύχει με βάση τη νομολογία. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 58
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις: ... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας» Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 2 των πιο πάνω κανονισμών: «σήμα τροχαίας» ορίζεται ως «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένο ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν προς μετάδοσις εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένων επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων.» Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 71 των Κανονισμών διαλαμβάνει τα εξής: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Τέλος, ο Κανονισμός 72 των Κανονισμών προνοούσε κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ότι ο παραβάτης οποιασδήποτε διάταξης των Κανονισμών είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή σε χρηματική ποινή μέχρι €1.708,00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Σημειώνεται ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η ζωγραφιστή νησίδα επί της οποίας οδήγησε ο Κατηγορούμενος αποτελεί σήμα τροχαίας. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος όπως προκύπτουν από το άρθρο 58
(2)(δ) είναι τα ακόλουθα: Α) οδήγηση ή ευθύνη ή έλεγχος μηχανοκίνητου οχήματος Β) κατά την οποία να υπάρχει μη συμμόρφωση με σήμα τροχαίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι στην ουσία παραδεχτό ότι ο Κατηγορούμενος έχει οδηγήσει επί της ζωγραφιστής νησίδας, η οποία αποτελεί σήμα τροχαίας. Η γραμμή της υπεράσπισης, όπως αυτή προωθήθηκε κατά την αντεξέταση αλλά και κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου στηρίχτηκε στα ακόλουθα σημεία:
  1. Ότι η Κατηγορούσα αρχή δεν υπέβαλε στον Κατηγορούμενο ότι κινήθηκε σε νησίδα. Αυτός ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί καθώς η συνήγορος της Κατηγορούσας αρχής είχε υποβάλει στον Κατηγορούμενο ότι η πορεία του ήταν ως το Β2 στο Τεκμήριο 3, όπου φαίνεται ότι με βάση την πορεία αυτή ο Κατηγορούμενος οδήγησε ξεκάθαρα επί της ζωγραφιστής νησίδας. Εξάλλου, η γραμμή της υπεράσπισης δεν είχε αμφισβητήσει το γεγονός αυτό κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας για να το έχει καταστήσει και επίδικο.
  2. Ότι δεν έχει αποδειχτεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea) Κατά την αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, είχε αναφέρει ότι δεν έχει αποδειχτεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει υποβληθεί κατά την τελική του αγόρευση αλλά κρίνω ότι συνάγεται από το σύνολο της τελικής του αγόρευσης ότι η πλευρά της υπεράσπισης διατηρεί αυτή τη θέση. Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα κατά πόσον το συγκεκριμένο αδίκημα είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε η υποκειμενική υπόσταση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία, το θέμα της προσέγγισης της ερμηνείας μιας ποινικής διάταξης για να διαγνωστεί κατά πόσο επιβάλλει ή όχι αυστηρή ευθύνη κρίνεται αρχικά από το λεκτικό της διάταξης και αν υπάρχει αμφιβολία από τη φύση του νομοθετήματος - ρυθμιστικής ή αυστηρώς ποινικής - όπως και από το πρόβλημα που το νομοθέτημα αποσκοπεί να επιλύσει (βλ. Sea Island & Tours Ltd v. Κ.Ο.Τ.
(1995)2 ΑΑΔ 196, Aestas Trading Ltd κ.α. v. Κ.Ο.Τ. Π.Ε. 78/14, 3/9/2015, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας V. Αντώνη Δημητρίου
(2010)2 ΑΑΔ 196 και Παντελής Κασάπη v. Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λάρνακας, Π.Ε. 78/17 ημερ. 19/4/2018). Για παράδειγμα, πράξεις που απαγορεύονται από το Νόμο και τιμωρούνται από αυτόν, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας πολιτικής, ή δημόσιας ευημερίας, όχι σπάνια αποτελούν αντικείμενο αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας V. Αντώνη Δημητρίου ανωτέρω). Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Wilkinson's Road Traffic Offences, 27 έκδοση, παράγραφος 6.11, το αδίκημα αυτό στην Αγγλία είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης[1]. Από το λεκτικό του άρθρου 58
(2)(δ) των δικών μας κανονισμών, προκύπτει ότι το αδίκημα είναι ξεκάθαρα αδίκημα αυστηρής ευθύνης και δεν χρειάζεται η απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος είχε όντως πρόθεση να οδηγήσει επί της ζωγραφιστής νησίδας. Αυτό μας οδηγεί στο επόμενο σημείο στο οποίο στηρίχτηκε η υπεράσπιση, το οποίο αποτέλεσε και την κορωνίδα της υπερασπιστικής γραμμής. 3. Ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε στη νησίδα ως επιλογή του στην αγωνία της στιγμής στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, του 2004 παράγραφος Α4.3, σελίδα 66, «Liability is in general strict, not absolute. General defences to crime, with rare exceptions, apply to suck offences». Σε δική μου μετάφραση «Η ευθύνη είναι σε γενικές γραμμές αυστηρή, όχι απόλυτη. Γενικές υπερασπίσεις σε ποινικό αδίκημα, με σπάνιες εξαιρέσεις, ισχύουν σε τέτοια αδικήματα». Περαιτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, του 2004 παράγραφος Α1.6, σελίδα 6, κάτω από τον τίτλο "Voluntary and Involuntary Conduct", «The vast majority of criminal offences require acts or omissions on the defendant's part, and these acts or omissions must ordinarily be willed or "voluntary". D does not therefore commit criminal damage if his enemies throw him from an upstairs window onto a roof of a car below. Nor is this merely because he lacks the requisite mens rea for that offence. It is because involuntary movements cannot ordinarily constitute the actus reus of any offence, not even one of strict liability. As ashworth explains, "it is not merely a denial of fault. It is more a denial of asuthorship.. in these circumstances, it is fair to say that it was not D's act, but something which happened to D" (Principles of Criminal Law, 2nd edition, p.p. 96-97). Physical compulsion is merely one possible cause of involuntary conduct. Such conduct may also be caused by uncontrollable reflex actions or by a physical collapse brought on by injury or illness. If, for example, D suffers a sudden and unforeseen stroke or blackout whilst driving his car, which then careers through red traffic light and collides with another vehicle, no offence is committed by him. The same rule would apply if D loses control of his car when attacked by a swarm of bees." Σε δική μου μετάφραση, Η συντριπτική πλειοψηφία των ποινικών αδικημάτων απαιτούν ενέργειες ή παραλείψεις από πλευράς του Κατηγορουμένου, και αυτές οι ενέργειες ή παραλήψεις πρέπει κανονικά να είναι ηθελημένες ή «με πρόθεση». Ο D δεν διαπράττει ποινική ζημιά αν οι εχθροί του τον πετάξουν από το παράθυρο πάνω ορόφου πάνω στην οροφή ενός αυτοκινήτου. Ούτε αυτό οφείλεται απαραίτητα στη μη ύπαρξη της απαραίτητης υποκειμενικής υπόστασης (mens rea). Οφείλεται στο γεγονός ότι ακούσιες ενέργειες δεν μπορούν κατά κανόνα να συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση (actus reus) οποιουδήποτε αδικήματος, ούτε καν σε αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Όπως το εξηγεί ο Ashworth, «δεν είναι απλή άρνηση ευθύνης. Είναι περισσότερο άρνηση κυριότητας. κάτω από αυτές τις περιστάσεις, θα μπορούσε ορθά να λεχθεί ότι δεν ήταν καν ενέργεια του D, αλλά κάτι το οποίο συνέβηκε στον D" (Principles of Criminal Law, 2nd edition, p.p. 96-97) Η φυσική παρόρμηση είναι απλά μια πιθανή αιτία μη ηθελημένης ενέργειας. Τέτοια ενέργεια μπορεί επίσης να έχει προκληθεί από ανεξέλεγκτες αντανακλαστικές αντιδράσεις ή από φυσική κατάρρευση που επέρχεται από τραυματισμό ή ασθένεια. Αν, για παράδειγμα, ο D υποφέρει από ένα ξαφνικό και απρόβλεπτο έμφραγμα ή σκοτοδίνη ενώ οδηγεί το αυτοκίνητο του, και ο οποίος στη συνέχεια περνά με κόκκινο φως τροχαίας και συγκρούεται με άλλο όχημα, δεν έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα. Ο ίδιος κανόνας θα ίσχυε αν ο D έχανε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του όταν του επιτέθηκε ένα σμήνος από μέλισσες.» Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι, η υπεράσπιση που προβάλλεται δεν είναι ότι δεν έχει αποδειχτεί η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος αλλά η υποκειμενική του υπόσταση αφού, αν ο Κατηγορούμενος οδήγησε επί της ζωγραφιστής νησίδας ως αντανακλαστική αντίδραση για να αποφύγει την σύγκρουση, τότε μπορεί να κριθεί ότι δεν έχει αποδειχτεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. «Αγωνία της στιγμής» Ο συνήγορος υπεράσπισης ανάφερε επανειλημμένα ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος οδήγησε επί της ζωγραφιστής νησίδας ήταν ως αντίδραση στην αγωνία της στιγμής για να αποφύγει την σύγκρουση. Σύμφωνα με τη νομολογία, η οδική συμπεριφορά ενός οδηγού, εξετάζεται στο πλαίσιο όλων των γεγονότων που την συνθέτουν (βλ. Χριστοδούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7/2019, ημερ. 20/1/2020). Ένας οδηγός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν στην αγωνία της στιγμής δεν παίρνει την καλύτερη αποτρεπτική ενέργεια, νοουμένου ότι ακολουθεί μια λογική πορεία. (βλ. Χριστοδούλου v. Αστυνομίας ανωτέρω, Ξυπτερά Κώστας V. Χριστόδουλου Κυπριανού
(1997)1 ΑΑΔ 1696 και Κώστα Σωκράτους V. Δημήτρη Λοΐζου κ.α.
(2013), 1 ΑΑΔ 905. Στις πιο πάνω υποθέσεις, αναγνωρίστηκε η υπεράσπιση της αγωνίας της στιγμής. Όλες οι πιο πάνω υποθέσεις διακρίνονται από την υπό εξέταση υπόθεση αφού αφορούν αμέλεια. Οι δύο μάλιστα δεν είναι καν ποινικές υποθέσεις. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, ο βαθμός αμέλειας για ένταξη της στο Άρθρο 8 του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου αρ. 86/72 δεν είναι μεγαλύτερος από την αμέλεια στις αστικές υποθέσεις (Ανδρέας Νεοφύτου v. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 409) και η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι ως προς το βάρος απόδειξης, (Χαραλάμπους v. Mc Gill, Π.Ε. 38/2015, ημερ. 18/12/19). Συνεπώς, παρά το ότι είναι πολιτικές υποθέσεις μπορούν να ακολουθηθούν σε ποινικές υποθέσεις όπου εξετάζεται αμέλεια με βάση το άρθρο 8 του Ν. 86/72. Θεωρώ ότι, παρόλο που οι πιο πάνω αποφάσεις αφορούν υποθέσεις αμέλειας, δεν μπορεί να αποκλειστεί η συγκεκριμένη υπεράσπιση στο συγκεκριμένο αδίκημα καθώς, αν αποδεχτεί το δικαστήριο ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε επί της ζωγραφιστής νησίδας στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση, και ότι η επιλογή του αυτή ήταν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις, θα ήταν άδικο και παράλογο να βρεθεί ένοχος. Κατάληξη Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι, παρόλο που από νομικής άποψης τα επιχειρήματα του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης είναι ορθά και μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση στο συγκεκριμένο αδίκημα, εντούτοις με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να επιτύχει η συγκεκριμένη υπεράσπιση. Ο λόγος είναι γιατί η αντίδραση του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να κριθεί ως λογική υπό της περιστάσεις. Ο Κατηγορούμενος, οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει, και σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, την ώρα που βρισκόταν ήδη σε προσπάθεια να προσπεράσει το όχημα της ΜΚ2 είχε απόσταση από αυτό περίπου 30 μέτρων. Κρίνω συνεπώς, ότι υπό αυτές τις περιστάσεις, η λογική αντίδραση θα ήταν να ελαττώσει ταχύτητα και όχι να επιχειρήσει να προσπεράσει από δεξιά και δη στο συγκεκριμένο σημείο, όπου ο δρόμος ήταν σεσημασμένος με ζωγραφιστή νησίδα επί της οποίας απαγορευόταν η οδήγηση. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, προκύπτει σαφέστατα ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στην κατηγορία που αντιπετωπίζει. [Υπ.] .......... Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] άρθρο 36 του Road Traffic Act 1988, . "a person driving or propelling a vehicle who fails to comply with the indication given by the sign is guilty of an offence" Wilkinson's Road Traffic Offences, 27 έκδοση, Sources, παράγραφος A18.118 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.