← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΒΑΡΝΑΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 7084/20, 11/2/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΒΑΡΝΑΒΑ, Αρ. Υπόθεσης: 7084/20, 11/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7084/20 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX ΒΑΡΝΑΒΑ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11/02/2021 Για κατηγορούσα αρχή: κος. Α. Τσαγγαρίδης Για τον Κατηγορούμενη: κα. Α. Καρσιάδου για Αργυρού και Δημοσθένους ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες στις οποίες καταχώρησε απάντηση μη παραδοχής με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι οι ακόλουθες: Πρώτη κατηγορία, υπέρβαση ορίου ταχύτητας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6

(2)
(3), 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 72/85, 166/87, 80(Ι)/2012 και τις ΚΔΠ 257/86 και ΚΔΠ 312/07. Δεύτερη κατηγορία, παράλειψη συμμόρφωσης από οδηγό ή πρόσωπο που έχει τον έλεγχο ή την ευθύνη μηχανοκίνητου οχήματος σε σήμα Αστυνομικού με στολή, κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(2)(στ) και 72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανομισμών 66/84 που θεσπίστηκε με βάση τα άρθρα 2 και 5, του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τις ΚΔΠ 312/07 και 189/2008 και το Νόμο 166/
  1. Τρίτη κατηγορία, χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 17 και72 των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 που θεσπίστηκαν με βάση τα άρθρα 2 και 5 του Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από την ΚΔΠ 189/2008, τον Νόμο 166/87 και την ΚΔΠ 312/
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 27/12/2019 στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου, στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX31 με ταχύτητα μεγαλύτερη του ανωτάτου ορίου ταχύτητας, δηλαδή με ταχύτητα 111 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα και παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σήμα αστυνομικού με στολή, δηλαδή του αστ. XXXXX Κ. Κωμοδρόμου, της Τροχαίας Αρχηγείου, για να ακινητοποιήσει το όχημα του μέχρις ότου του επιτρέψει να συνεχίσει την πορεία του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της τρίτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσε το ίδιο μηχανοκίνητο όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 30/6/
  3. Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες κατηγορίας, τον αστυφύλακα XXXXX κο XXXXX Κωμοδρόμο (στο εξής ΜΚ1) και τον αστυφύλακα 1024 κο XXXXX Κλεοβούλου (στο εξής ΜΚ2). Ο ΜΚ1 κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 γραπτή του κατάθεση με ημερομηνία 27/12/2019, της οποίας το περιεχόμενο αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9). Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του ΜΚ1, στις 27/12/2019 και ώρα 11:10, ενώ διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας στη Λεωφόρο Αρχαγγέλου (παρά την υπεραγορά Παπαντωνίου), έκανε σήμα στον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX31 (στο εξής το Όχημα) να σταματήσει καθότι έτρεχε με ταχύτητα 111/50 χιλιόμετρα ανά ώρα (ΧΑΩ). Ο οδηγός ανέπτυξε ταχύτητα, άναψε τα φώτα κινδύνου και συνέχισε την πορεία του προς τον κυκλικό κόμβο «Δία» όπου διέφυγε. Όπως διέκρινε, οδηγός του Οχήματος ήταν νεαρό πρόσωπο. Από περαιτέρω έλεγχο, διαπίστωσε ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ήταν ο XXXXX Βαρνάβα με Δ.Τ. XXXXX46 και ότι η άδεια κυκλοφορίας του Οχήματος έληξε τον Ιούνιο του
  4. Σε επικοινωνία με τον κύριο XXXXX Βαρνάβα, αυτός του ανάφερε ότι το Όχημα το οδηγούσε ο γιος του XXXXX Βαρνάβα, ο οποίος είναι στρατιώτης, καθώς επίσης και ότι είχε φύγει λίγο πριν από το σπίτι του στην οδό XXXXX στον Στρόβολο για να παρουσιαστεί σε φυλάκιο της Εθνικής Φρουράς. Η ταχύτητα του Οχήματος ελέγχθηκε με το φορητό ταχύμετρο 2565 το οποίο λειτουργούσε ορθά, τόσο πριν όσο και κατά την καταγγελία. Πινακίδα ορίου ταχύτητας υπήρχε στο δρόμο και ήταν ευδιάκριτη. Κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι λόγω της ψηλής ταχύτητας του οχήματος δεν πρόλαβε να δει καλά τον οδηγό του Οχήματος, γι' αυτό δεν μπορούσε να αναφέρει αν το Όχημα οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ή κάποιος άλλος. Το μόνο που πρόλαβε να δει, ήταν ότι ο οδηγός ήταν νεαρό πρόσωπο. Αναφορικά με τους αριθμούς εγγραφής του Οχήματος, ο ΜΚ1 ανάφερε ότι είχε προλάβει να διαβάσει τους αριθμούς εγγραφής και ήταν βέβαιος ότι οι αριθμοί εγγραφής του Οχήματος ήταν αυτοί που ανάφερε στο Τεκμήριο
  5. Ο ΜΚ2 κατάθεσε ως Τεκμήριο 2 γραπτή του κατάθεση, της οποίας το περιεχόμενο αναγνώρισε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9). Σύμφωνα με τον ΜΚ2, στις 16/1/2020 κατηγόρησε γραπτώς τον κύριο XXXXX Βαρνάβα με Δ.Τ. 657746, ότι επέτρεψε στον Κατηγορούμενο στις 27/12/2019 και ώρα 11:10 να οδηγεί το Όχημα χωρίς άδεια κυκλοφορίας. Ο κ. XXXXX Βαρνάβα του ανάφερε ότι στις 27/12/2019, το Όχημα το οδηγούσε ο γιος του XXXXX και ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι δεν είχε άδεια κυκλοφορίας. Σχετική ανακριτική κατάθεση του κ. XXXXX Βαρνάβα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  6. Στις 16/1/2020 και περί ώρα 13:00, επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο και όταν τον ρώτησε σχετικά με το εν λόγο περιστατικό, αυτός ανέφερε ότι πριν τις 11:00 π.μ. όντως είχε οδηγήσει το Όχημα, αφού είχε μεταβεί για να αγοράσει αγαθά για ετοιμασία φαγητού στο φυλάκιο όπου υπηρετεί αλλά την ώρα που του ανάφερε ο ΜΚ2 δεν το οδηγούσε. Στις 9/2/2020, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3), σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο το Όχημα, ισχυριζόμενος ότι τελευταία φορά που το οδήγησε ήταν το πρωί της 27ης Δεκεμβρίου 2019 κατά την επιστροφή του στο φυλάκιο μετά από έξοδο. Αρνήθηκε ότι έφυγε ξανά, αναφέροντας ότι από τις 08:00 μέχρι 12:00 βρισκόταν συνεχώς στο φυλάκιο. Είχε θέσει ερώτηση στον Κατηγορούμενο σχετικά με τη διάσταση μεταξύ των όσων του ανάφερε στο τηλέφωνο με τα όσα ανάφερε στην ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 3), όπου ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν θυμόταν να είχε αναφέρει κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία ότι είχε αποχωρήσει κάποια στιγμή από το φυλάκιο «για να φέρει υλικά για το ψήσιμο φαγητού». Ο ΜΚ2 κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 4, ημερολόγιο ενέργειας, σύμφωνα με το οποίο στις 16/1/2020 και περί ώρα 13:00, επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο, και όταν τον ρώτησε σχετικά με το πιο πάνω περιστατικό, αυτός του ανάφερε ότι κατά την ημέρα εκείνη όντως οδηγούσε το Όχημα αφού είχε μεταβεί για να αγοράσει αγαθά για ετοιμασία φαγητού στο φυλάκιο που υπηρετεί, όμως αυτό έγινε πριν τις 11:00 και πως στις 11:10 το Όχημα δεν βρισκόταν σε κίνηση. Ο ΜΚ2 ανάφερε επίσης ότι ο συγκεκριμένος δρόμος που αναγράφεται στο κατηγορητήριο συνάδει με το στρατόπεδο και τη διεύθυνση διαμονής του Κατηγορουμένου αφού είναι ένας από τους 3 πιο σύντομους δρόμους που μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει για να μεταβεί από τον ένα χώρο στον άλλο. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9) «εξ ακοής μαρτυρία" σημαίνει δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή.» Στη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 περιλαμβάνεται εξ ακοής μαρτυρία και συγκεκριμένα, η μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με τα όσα ο ΜΥ3 του ανάφερε κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία και η μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με τα όσα του ανάφερε ο Κατηγορούμενος κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία. Σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κεφ. 9 «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής». Σημειώνεται ότι δεν έχει υπάρξει ένσταση από πλευράς της υπεράσπισης σε σχέση με την αποδοχή της σχετικής μαρτυρίας. Η μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με τα όσα του ανάφερε ο Κατηγορούμενος θα ήταν ούτως η άλλως αποδεκτή μαρτυρία, ακόμα και πριν την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 32(I)/2004στο Κεφ. 9 αφού αποτελεί ομολογία του Κατηγορούμενου ότι οδήγησε το Όχημα η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο και των 3 κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Η ομολογία αποτελεί μια από τις εξαιρέσεις του κοινοδικαίου προϋπήρχαν της πιο πάνω τροποποίησης του Κεφ. 9 με βάση τις οποίες εξ ακοής μαρτυρία είναι αποδεκτή (βλ. σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη σελίδα 308, Blackstone's Criminal Practice 2004, σελίδα 2319, παράγραφος F17.1 καθώς επίσης και το σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 27th edition, σελίδα 1/222, παράγραφος 3.44). Περαιτέρω, αξιολογώντας τη μαρτυρία που δόθηκε από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 με βάση το άρθρο 27 του Κεφ. 9, και δεδομένου του ότι τα πρόσωπα που είχαν προβεί στις αρχικές δηλώσεις είχαν δώσει μαρτυρία στο δικαστήριο και αντεξετάστηκαν επί των δηλώσεων αυτών, κρίνω ότι η μαρτυρία που δόθηκε είναι αποδεκτή. Στην συνέχεια, αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και αυτός επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι την συγκεκριμένη ημέρα είχε μεταβεί στις 07:00 με το Όχημα στο φυλάκιο όπου υπηρετεί αφού εκείνη την ώρα είχε λήξει η άδεια εξόδου που είχε. Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Οχήματος είναι ο πατέρας του αλλά μόνο αυτός το οδηγεί. Κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων το Όχημα βρισκόταν σταθμευμένο έξω από το φυλάκιο και ο ίδιος εντός του φυλακίου, όπου συμμετείχε σε συμπόσιο μαζί με τους άλλους στρατιώτες και αξιωματικούς λόγω των γιορτών. Παραδέχτηκε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΚ2 πριν τη συνάντηση τους για δώσει κατάθεση, αλλά του είχε αναφέρει ότι οδήγησε το Όχημα το πρωί κατά την επιστροφή του στο φυλάκιο μετά από έξοδο, αρκετές ώρες πριν τις 11:10π.μ. Παρεμβάλλω σ' αυτό το σημείο ότι, ο Κατηγορούμενος κατά την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 3) αρνήθηκε ότι ανάφερε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΚ2 ότι είχε όντως αποχωρήσει από το φυλάκιο λίγο πριν τις 11:00 για να προμηθευτεί αγαθά για το συμπόσιο που θα είχαν στο φυλάκιο λόγω των εορτών (συγκεκριμένα είχε αναφέρει ότι δεν θυμάται να είπε κάτι τέτοιο). Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, ο διοικητής της μονάδας είχε επισκεφτεί το φυλάκιο γύρω στις 11:00 - 11:30 για να τους ευχηθεί. Ο Κατηγορούμενος ανάφερε επίσης ότι την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στο φυλάκιο 102, όπου και έδωσε την ανακριτική κατάθεση στον ΜΚ2, αλλά την συγκεκριμένη εβδομάδα ήταν αποσπασμένος στο φυλάκιο XXXXX. Κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 6, βεβαίωση υπηρεσίας οπλίτη με ημερομηνία 5/5/2020, με την οποία βεβαιώνεται ότι ο Κατηγορούμενος υπηρετούσε από τις 12/8/2019 στο XXXXX Τάγμα Πεζικού (φυλάκιο XXXXX) και ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τηρούνται στη μονάδα, στις 27/12/2019 ο Κατηγορούμενος δεν αιτήθηκε οποιαδήποτε άδεια και βρισκόταν σε υπηρεσία καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας. Στην συνέχεια έδωσε μαρτυρία για την πλευρά της υπεράσπισης ο Αντισυνταγματάρχης XXXXX Χαραλάμπους (στο εξής ο ΜΥ2), ο οποίος αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 6 και ανάφερε ότι σύμφωνα με το συγκεκριμένο έγγραφο, κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος υπηρετούσε στο XXXXX Τάγμα Πεζικού και συγκεκριμένα στο φυλάκιο XXXXX. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αρχεία της μονάδας, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε διανυκτέρευση το προηγούμενο βράδυ και επέστρεψε στο φυλάκιο στις 07:00 π.μ. Την συγκεκριμένη ημέρα, λόγω των γιορτών, είχε δώσει οδηγίες παρουσία του Διοικητή του Λόχου προχωρήσουν με το ψήσιμο και τα συναφή στις 11:30 π.μ. και να αναμένουν επίσκεψη του για ανταλλαγή ευχών. Επόμενος μάρτυρας για την υπεράσπιση κλήθηκε ο πατέρας του Κατηγορούμενου, κος. XXXXX Βαρνάβα (στο εξής ο ΜΥ3). Ο ΜΥ3 ήταν συγκατηγορούμενος του Κατηγορούμενου αλλά καταδικάστηκε από το Δικαστήριο στην κατηγορία 4 στις 13/5/2020, οπότε και η υπόθεση ολοκληρώθηκε σε σχέση με αυτόν. Ο ΜΥ3 ανάφερε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του Οχήματος. Παραδέχτηκε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΚ1 αλλά είχε διαφορετική εκδοχή σε σχέση με το περιεχόμενο της επικοινωνίας τους. Σύμφωνα με τον ΜΥ3, όντως ανάφερε στον ΜΚ1 ότι το Όχημα το οδηγεί ο Κατηγορούμενος, αλλά αρνήθηκε ότι του είχε αναφέρει ότι είχε φύγει λίγο πριν από το σπίτι τους για να παρουσιαστεί σε φυλάκιο της Εθνικής Φρουράς. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97, Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173) Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση. Έχει δώσει άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και κατέθεσε με φυσικότητα πείθοντας το Δικαστήριο ότι ακριβώς κατέθεσε τα πράγματα όπως εξελίχθηκαν στην πραγματικότητα. Δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που οδηγούσε το Όχημα. Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολο της, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και ότι τα όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ο ΜΚ2 μου άφησε επίσης καλή εντύπωση. Και αυτός κατέθεσε με φυσικότητα, δίνοντας άμεσες και σαφείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Έχοντας ακούσει τη μαρτυρία του στο σύνολο της δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής και ότι τα όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Ο Κατηγορούμενος δεν μου άφησε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας αφού ήταν διστακτικός και αμήχανος στις απαντήσεις που έδινε και ήταν εμφανές ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να δώσει τη μαρτυρία που βόλευε την υπεράσπιση του. Ειδικότερα όταν ρωτήθηκε κατά πόσον είχε βγει κάποια στιγμή εκτός φυλακίου το πρωί της 27/12/2019 ήταν έκδηλη η αμηχανία του και η διστακτικότητα του όταν έδωσε την απάντηση του. Επιπρόσθετα η μαρτυρία του παρουσιάζει συγκεκριμένα κενά και αδυναμίες, τα οποία παραθέτω στη συνέχεια. Ενώ στο Τεκμήριο 6, ημερομηνίας 4/5/2020, αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος υπηρετούσε (στο Τεκμήριο αναφέρεται η λέξη στον ενεστώτα, δηλαδή «υπηρετεί», άρα κατά τις 4/5/2020) στο φυλάκιο 107, ο Κατηγορούμενος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι το φυλάκιο που υπηρετούσε κανονικά ήταν το φυλάκιο XXXXX, αλλά την συγκεκριμένη εβδομάδα είχε αποσπαστεί στο φυλάκιο XXXXX. Προκύπτει έκδηλη ανακολουθία μεταξύ της μαρτυρίας που δόθηκε από τον Κατηγορούμενο και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, παράγοντας σχετικός με την αξιοπιστία τόσο του Κατηγορούμενου, όσο και του Τεκμηρίου
  1. Στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος, όταν του τέθηκε ερώτηση σε σχέση με την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον ΜΚ2 κατά την οποία σύμφωνα με τον τελευταίο ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι είχε βγει από το φυλάκιο για να προμηθευτεί αγαθά για το συμπόσιο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «Δεν θυμάμαι να είπα έτσι πράγμα». Από αυτή την απάντηση του Κατηγορουμένου παρατηρώ τα ακόλουθα κενά και αδυναμίες: - Κατ' αρχάς από μόνη της η απάντηση αυτή δημιουργεί ερωτηματικά. Αυτή δεν είναι μια φυσιολογική απάντηση που θα έδινε κάποιος που έρχεται αντιμέτωπος με τέτοιο ισχυρισμό, εκτός κι αν ο ισχυρισμός ήταν αληθής. Ακόμα και να δεχόμουν ότι ο Κατηγορούμενος ξέχασε τι είπε στο τηλέφωνο, με βάση τους ισχυρισμούς του θυμάται ξεκάθαρα ότι δεν είχε ξαναβγεί από το φυλάκιο αφού είχε επιστρέψει το πρωί κατά την λήξη της άδειας εξόδου του. Συνεπώς, ακόμα και να μην θυμόταν ο Κατηγορούμενος τι είχε πει στον ΜΚ2 κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία, ως θέμα κοινής λογικής η απάντηση του θα έπρεπε να ήταν κατηγορηματική και ξεκάθαρη ότι ουδέποτε είπε κάτι τέτοιο. Δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι κάποιος θα έδινε αυτή την απάντηση ενώ γνώριζε ότι ουδέποτε είχε φύγει από το φυλάκιο για προμήθεια αγαθών. - Πέραν και ανεξάρτητα από το πιο πάνω, δεν αποδέχομαι καν ότι ο Κατηγορούμενος ξέχασε το περιεχόμενο της συζήτησης που είχε με τον ΜΚ2 στο τηλέφωνο. Ο Κατηγορούμενος είχε δώσει την ανακριτική κατάθεση στις 9/2/20 και σύμφωνα με το Τεκμήριο 4, η τηλεφωνική τους επικοινωνία ήταν στις 16/1/
  2. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι σε τόσο σύντομη χρονική περίοδο ο Κατηγορούμενος δεν θυμόταν κατά πόσον είχε αναφέρει κάτι τέτοιο. Το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ανάφερε κάτι τέτοιο στον ΜΚ2 δεν είναι κάτι επουσιώδες για να μπορεί να ξεχαστεί και δη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. - Επιπλέον, η μαρτυρία που έδωσε ο Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου κατά την ανακριτική του κατάθεση ότι δεν θυμόταν τι είχε πει επί του συγκεκριμένου σημείου. Ο Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο δεν ανάφερε ότι είχε κάποιο πρόβλημα με τη μνήμη του σε σχέση με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αντίθετα απάντησε με βεβαιότητα ως προς τα διαμειφθέντα. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος στο Δικαστήριο ανάφερε «Στο τηλέφωνο το μόνο πράγμα που αναφέραμε, ρώτησε με ποιος οδηγά το αυτοκίνητο, είπα του εγώ οδηγώ το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ρώτησε με αν οδήγησα καθόλου τη συγκεκριμένη μέρα το αυτοκίνητο τζαι είπα του «ναι οδήγησα το» επειδή πήγα μέσα στο στρατόπεδο, «αλλά είναι πολλά πιο πριν που τις ώρες που μου αναφέρεις» τούτο του είπα, επειδή είναι η ώρα 07:00 με 07:30 που παρουσιαζόμαστε στο φυλάκιο. Γι' αυτόν τον λόγο μπορεί να ερμηνεύτηκε, με την άδεια σας κύριε Πρόεδρε, μπορεί να ερμηνεύτηκε διαφορετικά η απάντηση που γράφει «πριν τις 11:00», μπορεί να είναι τούτο που συζητούσατε με τον μάρτυρα 2, μπορεί να κατάλαβε διαφορετικά γι' αυτό ζήτησα την άδεια σας πριν να μιλήσω». Αυτό βέβαια ουδόλως εξηγεί το πώς ο ΜΚ2 θα μπορούσε στα πλαίσια παρερμηνείας να αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος του είπε κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία πως είχε φύγει από το φυλάκιο για να προμηθευτεί αγαθά για ετοιμασία φαγητού στο φυλάκιο. Η συγκεκριμένη αναφορά δεν θα μπορούσε να ήταν προϊόν παρερμηνείας αλλά μόνο προϊόν μυθοπλασίας. Όπως όμως εξηγώ πιο πάνω, αν ο ΜΚ2 είχε μηχανευτεί τον ισχυρισμό αυτό για να στοιχειοθετήσει τις κατηγορίες εναντίον του Κατηγορούμενου, το ελάχιστο που θα ανέμενε κάποιος θα ήταν να διαμαρτυρηθεί ο Κατηγορούμενος και όχι να ισχυριστεί ότι δήθεν δεν θυμάται να είπε κάτι τέτοιο. Με βάση τα πιο πάνω, είναι φανερή η προσπάθεια του Κατηγορουμένου να ανασκευάσει τα όσα ανάφερε στον ΜΚ2 κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία, θεωρώντας ότι χωρίς αυτήν, η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να αποδείξει την υπόθεση της. Συνεπώς, αποδέχομαι ως αληθή την μαρτυρία του ΜΚ2 ως προς τα διαμειφθέντα κατά την εν λόγω τηλεφωνική επικοινωνία, ενώ η μαρτυρία του Κατηγορουμένου τόσο στο Δικαστήριο όσο και κατά την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 3) είναι εκ των υστέρων σκέψεις για να βοηθήσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο. Δεν συμμερίζομαι τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής κατά την αντεξέταση, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπόχρεος να δώσει μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του, υπονοώντας ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την απουσία τέτοιας μαρτυρίας εναντίον του Κατηγορουμένου. Κάτι τέτοιο θα ανέτρεπε το τεκμήριο της αθωότητας και την πάγια αρχή του δικαιικού μας συστήματος, σύμφωνα με την οποία το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Ο ΜΥ2 μου άφησε γενικά καλή εντύπωση. Ήταν σαφής και περιεκτικός στις απαντήσεις που έδωσε, πλην όμως παρατηρώ ότι η μαρτυρία του ως προς το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο στο φυλάκιο δεν μπορεί να προτιμηθεί εις βάρος του συνόλου της υπόλοιπης μαρτυρίας που καταδεικνύει το αντίθετο . Ο λόγος είναι γιατί, ο ΜΥ2 υπόγραψε το Τεκμήριο 6, στηριζόμενος στα αρχεία που τηρούνται στη μονάδα και όχι σε προσωπική του γνώση των γεγονότων. Επίσης, σύμφωνα με τον ΜΥ2, αυτός φαίνεται να είχε επισκεφτεί το φυλάκιο κατά τις 11:30 π.μ. Συνεπώς ο ΜΥ2 δεν θα μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσον πριν την επίσκεψη του, ο Κατηγορούμενος είχε αποχωρήσει και προλάβει να επιστρέψει στο φυλάκιο. Προκύπτει ως θέμα κοινής λογικής ότι τυχόν σύντομη αποχώρηση από το φυλάκιο δεν καταγράφεται κατ' ανάγκη στα αρχεία της μονάδας, αφού αυτή μπορεί να έγινε χωρίς να είχε ληφθεί άδεια από κανέναν (να είχε φύγει δηλαδή ο Κατηγορούμενος «σκαστός» κατά την Κυπριακή διάλεκτο) ή με προφορική ανεπίσημη άδεια ή ανοχή από άλλο ανώτερο του Κατηγορουμένου για σύντομο χρονικό διάστημα. Ο ΜΥ3 δεν μου άφησε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Όταν ρωτήθηκε για το τι απάντησε στον ΜΚ1 όταν ο τελευταίος τον ρώτησε ποιος οδηγούσε το Όχημα κατά τον επίδικο χρόνο, ο ΜΥ3 ήταν πολύ διστακτικός και αμήχανος. Ήταν εμφανέστατο από την όλη του παρουσία στο εδώλιο του μάρτυρα ότι ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει στην υπεράσπιση του Κατηγορουμένου και όχι για να πει την αλήθεια. Η μαρτυρία του ήταν σύντομη και δεν εντοπίστηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις στις απαντήσεις του, πλην όμως αξιολογώ τον ΜΥ3 με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έδωσε και έχοντας την ευκαιρία να τον παρακολουθήσω να δίδει μαρτυρία κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και κρίνω ότι ο ΜΥ3 δεν ήταν ειλικρινής. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Προχωρώ με παράθεση της νομικής πτυχής της κάθε κατηγορίας που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. 1η Κατηγορία Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72: Άρθρο 6
(2)«Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ' όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν.» Άρθρο 6
(3)«Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή για να στοιχειοθετήσει την πιο πάνω κατηγορία, είναι τα ακόλουθα: Α) την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, Β) σε οδό, Γ) ότι στην οδό αυτή η αρμόδια αρχή είχε θέσει ως ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 ΧΑΩ Δ) ότι στην συγκεκριμένη οδό είχε τοποθετηθεί πινακίδα που αναγράφει ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν τα 50 ΧΑΩ Ε) ότι ο Κατηγορούμενος υπερέβηκε το όριο ως αναγράφεται στο Κατηγορητήριο. Στην παρούσα υπόθεση, η Υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει ότι η Λεωφόρος Αρχαγγέλου στην Έγκωμη αποτελεί οδό, ούτε ότι το ανώτατο όριο ταχύτητας που είχε τεθεί από αρμόδια αρχή ήταν 50 ΧΑΩ. Εξάλλου, ως προς τα πιο πάνω το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί και στο τεκμήριο της κανονικότητας (omnia preasumuntur rite esse acta) και να κρίνει ότι η συγκεκριμένη λεωφόρος αποτελεί οδό στην οποία το όριο έχει οριστεί από αρμόδια αρχή στα 50 χ.α.ω. (Γενικός Εισαγγελέας v Φλωρίδης
(1999)2ΑΑΔ 95 και Γεωργαλίδης v Δήμου Λάρνακος
(2001)2ΑΑΔ 789. Κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ1 σε σχέση με την ύπαρξη ευδιάκριτης πινακίδας ορίου ταχύτητας στην οδό, γεγονός που επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Το τι αμφισβητήθηκε, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα την συγκεκριμένη στιγμή στην συγκεκριμένη οδό και κατ' επέκταση ότι το οδηγούσε με ταχύτητα 111ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. 2η Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 58
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84, «Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις-» . (στ) «στις περιπτώσεις που καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημα του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν: Νοείται ότι, ο δημοτικός τροχονόμος ή ο σχολικός τροχονόμος εκτελεί τα καθήκοντα που καθορίζονται από τον περί Δήμων Νόμο» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 72 των πιο πάνω κανονισμών (όπως αυτό ίσχυε κατά τις 27/12/2019): «Πας όστις παραβαίνει οιανδήποτε των διατάξεων των παρόντων Κανονισμών ή οιονδήποτε όρον αδείας χορηγηθείσης αυτώ δυνάμει οιουδήποτε των παρόντων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλακίσεως μέχρι ενός έτους ή εις χρηματικήν ποινήν μέχρι τρεις χιλιάδες ευρώ (€3000) ή εις αμφότερας τας ποινάς αυτάς.» Σύμφωνα με τα πιο πάνω, προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος από τον Κατηγορούμενο, Β) σήμα από αστυνομικό με στολή προς τον Κατηγορούμενο για να ακινητοποιήσει το όχημα του, Γ) παράληψη συμμόρφωσης του Κατηγορούμενου με το σήμα του αστυνομικού. 3η Κατηγορία Σύμφωνα με το άρθρο 17 των των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84, «Τηρουμένων ων διατάξεων της παραγράφου
(3)του Κανονισμού 25: (α) κανένας δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει ή οδηγήσει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη χρησιμοποίηση από τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε οχήματος, εκτός των κινούμενων σε ερπύστριες, για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας, η οποία να είναι σε ισχύ,» Με βάση το άρθρο 72 των ίδιων Κανονισμών, το οποίο αναφέρεται και πιο πάνω κατά την παράθεση της νομικής πτυχής σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, παράβαση οποιασδήποτε διάταξης των Κανονισμών συνιστά αδίκημα. Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τα οποία θα πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της είναι τα ακόλουθα: Α) οδήγηση του Οχήματος από τον Κατηγορούμενο, Β) χωρίς να έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας σε σχέση με το Όχημα η οποία να είναι σε ισχύ. Ευρήματα Δεδομένου ότι η παρούσα υπόθεση στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία, προτού προχωρήσω σε παράθεση με καθαρότητα αναλυτικά των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία συνθέτουν τους κρίκους της μαρτυρίας αυτής, έτσι ώστε να κριθεί κατά πόσον η ενοχή του Κατηγορούμενου προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, προχωρώ πιο κάτω με παράθεση των αρχών που διέπουν διέπουν τη φύση, την αντίκριση και την αιτιώδη σχέση μεταξύ περιστατικής μαρτυρίας και ενοχής κατηγορουμένου. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας V. Ευριπίδης Χρίστου, Ποιν. Εφ. 20/2015, ημερομηνίας 28.9.2019, με αναφορά στην υπόθεση Παφίτης & Άλλος v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, 119-120, συνοψίστηκαν οι αποκρυσταλλωμένες οι αρχές σε σχέση με το εν λόγω θέμα: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του. Οι αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της περιστατικής μαρτυρίας διατυπώνονται σωστά στην πρωτόδικη απόφαση. Ότι αμφισβητείται κυρίως, όπως έχει σημειωθεί, είναι η ύπαρξη της περιστατικής μαρτυρίας που κρίθηκε ότι τεκμηριώνει την ενοχή των εφεσειόντων.» Σύνοψη Μαρτυρίας - Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο συγκεκριμένος δρόμος αποτελεί οδό και πως το όριο ταχύτητας ήταν 50 ΧΑΩ. - Ο ΜΚ1 κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, είχε αντιληφθεί μέσω συσκευής ανιχνεύσεως ταχύτητας, ένα όχημα με αριθμούς εγγραφής ΝΜΜ531 να κινείται με ταχύτητα 111 ΧΑΩ αντί 50 ΧΑΩ. - Στη συνέχεια, μετά από έλεγχο διαπίστωσε ότι η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΝΜΜ531 είχε λήξει από τις 30/6/2019 και πως ο ιδιοκτήτης του ήταν ο ΜΥ3, πατέρας του Κατηγορούμενου. - Έγινε παραδεχτό ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΝΜΜ531 είναι ο ΜΥ3, πατέρας του Κατηγορουμένου. - Δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η άδεια κυκλοφορίας του πιο πάνω οχήματος έληξε στις 30/6/
  1. - Έχω αποδεχτεί ότι ο ΜΥ3 είχε αναφέρει μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας στον ΜΚ1 ότι ο οδηγός του Οχήματος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε μεταβεί από την οικία τους στο φυλάκιο, - Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο δρόμος όπου διαπράχθηκε το αδίκημα συνάδει με μια από τις 3 πιο σύντομες διαδρομές που θα χρειαζόταν να πάρει ο Κατηγορούμενος για να μεταβεί από την οικία του προς το φυλάκιο. - Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε στον ΜΚ2 τηλεφωνικά ότι οδήγησε το Όχημα κατά την έξοδο του από το φυλάκιο για προμήθεια υλικών για το συμπόσιο, πλην όμως σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του είχε επιστρέψει πριν τις 11:00 στο φυλάκιο. Με βάση τα πιο πάνω προκύπτουν με ασφάλεια πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα πιο κάτω ευρήματα. Στις 27/12/2019 ώρα 11:10 το πρωί, στην Λεωφόρο Αρχαγγέλου στην Έγκωμη της Επαρχίας Λευκωσίας, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX31, με ταχύτητα 111 χιλιόμετρα ανά ώρα αντί 50 χιλιόμετρα ανά ώρα που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Ο ΜΚ1, του έκανε σήμα να σταματήσει αλλά ο Κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα, άναψε τα φώτα κινδύνου και διέφυγε. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα κατά τον επίδικο χρόνο ενώ η άδεια κυκλοφορίας του είχε λήξει από 30/6/2019 χωρίς να είχε ανανεωθεί. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα, προκύπτει σαφέστατα ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1, 2 και
  2. [Υπ.] .......... Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.