ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 9543/2020., 4/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9543/2020. Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - XXXXX ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 04/02/2021. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μαργαρίτα Μιχαήλ-Αβραμίδου. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ....................................]. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δημήτρης Τσολακίδης. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: ....................................]. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Ο Κατηγορούμενος, κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία και αντιμετωπίζει τελικώς, τις κατηγορίες με αρ. 2, 4, 5, 6, 7 και 8 στο κατηγορητήριο, που, αντιστοίχως, αφορούν τα αδικήματα: (
- i)της απειλής σε πρόσωπο, βάσει του Άρθρου 91Α [i] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»); (
- ii)της εισόδου σε περιουσία που κατέχεται από άλλο πρόσωπο με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος, βάσει του Άρθρου 280 του Κεφ. 154 [ii]; (iii) της επίθεσης σε πρόσωπο που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, βάσει των Άρθρων 3[
(1),
(2)και
(4)] και 4 [iii] του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Νόμος 119(I)/2000 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 119(Ι)/2000»); (iv) της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, βάσει του Άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154 [iv]; (v) της χρήσης δημόσιου δικτύου επικοινωνιών με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης σε άλλο πρόσωπο, βάσει του Άρθρου 149
(6)(β) [v] του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου του 2004, Νόμος 112(I)/2004 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 112(Ι)/2004»); και (vi) της κοινής επίθεσης σε πρόσωπο, βάσει των Άρθρων 3[
(1),
(2)και
(4)] και 4 του Νόμου 119(I)/2000 [vi]. 2. Σύμφωνα με την θέση που ο Κατήγορος έχει λάβει για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, θύμα της κατά νόμο τιμωρούμενης ποινικά συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, είναι η XXXXX Ζυμαρά (στο εξής καλούμενη «η Παραπονούμενη»), η οποία κατάγγειλε στην Αστυνομία γεγονότα με δράστη τον Κατηγορούμενο, που κατά τους ισχυρισμούς της έλαβαν χώρα στις 30/06/2020, 06/07/2020, 07/07/2020 και 10/07/2020 και τα οποία, μετά από διερεύνηση τους από την Αστυνομία, οδήγησαν τον Κατήγορο να προσάψει στον Κατηγορούμενο το κατηγορητήριο του αυτής της υπόθεσης [vii]. 3. Πολλά από τα γεγονότα που αφορούν τα περιστατικά αντικείμενο του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου, έχουν δηλωθεί από τους Κατήγορο και Κατηγορούμενο ως παραδεκτά και ως τέτοια έχουν, μετά από εξέταση τους από το Δικαστήριο, εγκριθεί και γίνει αποδεκτά από το Δικαστήριο για να αποτελέσουν μέρος των γεγονότων από τα οποία θα εξαγάγει τα συμπεράσματα του. 4. Εκτός από την Παραπονούμενη, που ήταν ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε προς υποστήριξη της υπόθεσης του Κατήγορου, από τον Κατήγορο, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και κατέθεσαν, κατά την ακρόαση, για τα επίδικα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, και τα ακόλουθα πρόσωπα: (
- i)ο Αστ. XXXXX, XXXXX Τσαγγάρης (στο εξής καλούμενος «ο Αστ. XXXXX, ΜΚ2»), που παρουσιάστηκε ως ο Αστυνομικός στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας, που στις 07/07/2020 δέχθηκε την καταγγελία της Παραπονούμενης του Κατηγορουμένου για το κατ' ισχυρισμό περιστατικό που έλαβε χώρα νωρίτερα το πρωί της ίδιας ημέρας στο χώρο εργασίας της; (
- ii)η Αστ. XXXXX, XXXXX Κουντουρή (στο εξής καλούμενη «η Αστ. XXXXX, ΜΚ3»), που παρουσιάστηκε ως μία εκ των Αστυνομικών του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας, που το βράδυ της 06ης/07/2020: (α) ανταποκρίθηκε σε κλήση συναδέλφων της του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας και μετέβηκε στο σπίτι της Παραπονούμενης, σχετικά με το κατ' ισχυρισμό περιστατικό που έλαβε χώρα νωρίτερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας μεταξύ της και του Κατηγορουμένου στο σπίτι της και αλλού; (β) καθώς επίσης και η Αστυνομικός, που κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 07ης/07/2020, δέχθηκε την καταγγελία της Παραπονούμενης του Κατηγορουμένου, τόσο για το εν λόγω περιστατικό, όσο και για το κατ' ισχυρισμό της περιστατικό που έλαβε χώρα στις 30/06/2020; (iii) ο Αστ. XXXXX, XXXXX Κυριάκου (στο εξής καλούμενος «ο Αστ. XXXXX, ΜΚ4»), που παρουσιάστηκε ως ο Αστυνομικός του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, που ανέλαβε την εξέταση όλων των περιστατικών που αφορούν αυτή την υπόθεση τα οποία είχαν καταγγελθεί εναντίον του Κατηγορουμένου από την Παραπονούμενη στην Αστυνομία; (
- iv)ο Υπαστυνόμος XXXXX Ευστρατίου (στο εξής καλούμενος «ο Υπαστυνόμος Ευστρατίου, ΜΚ5»), που παρουσιάστηκε: (α) ως ένας εκ των Αστυνομικών του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, που το βράδυ της 06ης/07/2020 ανταποκρίθηκε σε κλήση πολίτη ότι στο σπίτι της Παραπονούμενης ενδεχομένως να υπήρχε καβγάς; (β) και το πρόσωπο που στην συνέχεια κάλεσε τους συναδέλφους του στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας για να επιληφθούν του περιστατικού που αφορά η καταγγελία της Παραπονούμενης του Κατηγορουμένου σχετικά με το κατ' ισχυρισμό περιστατικό που έλαβε χώρα νωρίτερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας ως προαναφέρθηκε; (
- v)ο Α./Αστ. XXXXX, XXXXX Χριστυοδούλου (στο εξής καλούμενος «ο Αστ. XXXXX, ΜΚ6»), που παρουσιάστηκε ως ο Αστυνομικός του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, που στις 08/07/2020 αποδέχθηκε τηλεφωνική κλήση του Κατηγορουμένου στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας και είχε μαζί του επικοινωνία με θέμα την Παραπονούμενη; (
- vi)ο Α./Αστ. XXXXX, XXXXX Μοδέστου (στο εξής καλούμενος «ο Αστ. XXXXX, ΜΚ7»), που παρουσιάστηκε ως ο Αστυνομικός του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας του Κλιμακίου Διερεύνησης Σκηνών που στις 07/07/2020 και 09/07/2020 διερεύνησε το σπίτι και αυτοκίνητο της Παραπονούμενης σχετικά με την καταγγελία της του Κατηγορουμένου του περιστατικού της 06ης/07/2020; (vii) ο XXXXX Κυριακίδης (στο εξής καλούμενος «ο Κυριακίδης, ΜΚ8»), που παρουσιάστηκε ως ο εργοδότης της Παραπονούμενης και κατέθεσε σχετικά με το κατ' ισχυρισμό περιστατικό του πρωινού της 07ης/07/2020 στο σπίτι του, για το οποίο η Παραπονούμενη κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο; (viii) η XXXXX Ζυμαρά (στο εξής καλούμενη «η Αντιγόνη, ΜΚ9»), που παρουσιάστηκε ως η αδελφή της Παραπονούμενης και κατέθεσε, μεταξύ άλλων, για το καταγγελθέν από την Παραπονούμενη εναντίον του Κατηγορούμενου περιστατικό της 10ης/07/2020; (
- ix)η Αστ. XXXXX, XXXXX Παύλου (στο εξής καλούμενη «η Αστ. 4491, ΜΚ10»), που παρουσιάστηκε ως μία εκ των Αστυνομικών του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, που κατά την διερεύνηση της υπόθεσης από τον Αστ. XXXXX, ΜΚ4, προέβη σε κάποιες ενέργειες προς υποβοήθηση του; και (
- x)ο Δρ. XXXXX Al Rabadi (στο εξής καλούμενος «ο Δρ. Rabadi, ΜΚ11»), που παρουσιάστηκε ως ο Ιατρικός Λειτουργός του Τμήματος Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, που στις 07/07/2020 εξέτασε την Παραπονούμενη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας μετά από παραπομπή της από την Αστυνομία σχετικά με την καταγγελία της του Κατηγορουμένου, για το ισχυριζόμενο περιστατικό που έλαβε χώρα νωρίτερα το πρωί της ημέρας εκείνης. 5. Ο Κατηγορούμενος, κληθείς από το Δικαστήριο σε απολογία στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, παρέμεινε, όπως είχε δικαίωμα, σιωπηλός, και δεν κάλεσε για την υπόθεση του προς υπεράσπιση του οποιαδήποτε μαρτυρία. 6. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν και τη λογική που με βάση την ανθρώπινη εμπειρία η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά. 7. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας μου έκαναν καλή εντύπωση και έχω πεισθεί ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, κατέθεσαν ό,τι πραγματικά, κατά την αντίληψη τους και στο βαθμό που μπορούσαν να θυμηθούν, διαδραματίστηκε. Ως εκ τούτου, δίδω πίστη στην μαρτυρία τους και την αποδέχομαι στο βαθμό που αναφέρεται στην συνέχεια, για να εξαγάγω τα συμπεράσματα μου για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. 8. Άμεση μαρτυρία για τα επίδικα γεγονότα δόθηκε από την Κατηγορούμενη, η οποία, κατά την κρίση μου, κατέθεσε στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και την αλήθεια. Η μαρτυρία της, ήταν, σε ότι αφορά το γνωστικό της μέρος, συνεκτική, χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που αν υφίσταντο θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία της. Υποστηρίζεται, άλλωστε, σε καίρια της σημεία και από την μαρτυρία άλλων προσώπων, η μαρτυρία των οποίων παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ή και από πραγματική μαρτυρία. Δεν θεωρώ, ως ήταν η εισήγηση του Κατηγορουμένου, ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης χαρακτηρίζεται από υπερβολή. Πέραν του προαναφερόμενου χαρακτήρα της μαρτυρίας της, που της δίδει αξιοπιστία, στην εκτίμηση της μαρτυρίας της θετικά, προσμέτρησαν, το καθαρό της βλέμμα, η σταθερότητα των θέσεων της για τα επίδικα γεγονότα, η αμεσότητα των απαντήσεων της σε σχετικά με αυτά ερωτήματα (ειδικότερα κατά την αντεξέταση της) και η λογική που η εκδοχή της για τα επίδικα γεγονότα προσφέρει. 9. Από τις τοποθετήσεις της Παραπονούμενης για τα επίδικα γεγονότα, αλλά και την στάση της στο ειδώλιο του μάρτυρα γενικότερα, παρατήρησα όντως [viii], και έχω γι' αυτό την εντύπωση, ότι η Παραπονούμενη είναι πρόσωπο που πράγματι βίωσε τα επίδικα γεγονότα που αφορούν περιστατικά βίας, ότι αυτά την στιγμάτισαν αρνητικά και ότι με την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, παρά το γεγονός ότι, ως ανέφερε, προσπαθεί να τα ξεχάσει για να συνεχίσει με την ζωή της, διάθεση είχε μόνο, να παρουσιάσει την αλήθεια. Γι' αυτό, είναι η διαπίστωση μου, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της, η Παραπονούμενη για να παρουσιάσει τα επίδικα γεγονότα με την μεγαλύτερη δυνατή λεπτομέρεια, τα ανακάλεσε στην μνήμη της, κάτι, που λόγω του συγκλονισμού της κατά τον χρόνο που συνέβησαν, όπως και στον χρόνο μετά όταν γίνονταν και οι εξετάσεις γι' αυτά από την Αστυνομία, δεν το έπραξε στον ίδιο βαθμό. 10. Μερικές αντιφάσεις, κυρίως μεταξύ της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και της αδελφής της XXXXX, ΜΚ9 που παρατηρήθηκαν, έχοντας υπόψη και τον τρόπο που η τελευταία κατέθεσε σχετικά με τα γεγονότα που τις αφορούν, -δηλαδή, με λιγότερη σιγουριά-, δεν είναι τέτοιας φύσης ή χαρακτήρα, που δικαιολογούν απόρριψη ολόκληρης της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, ή σε κάθε περίπτωση και της αδελφής της XXXXX, ΜΚ9. Η μαρτυρία, ως προαναφέρθηκε, αξιολογείται στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά. 11. Από την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία, που, ως προαναφέρθηκε, γίνεται αποδεκτή, αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα, βρίσκω για τα επίδικα γεγονότα και σε σχέση με αυτά, τα εξής. 12. Σύμφωνα με την Παραπονούμενη, με τον Κατηγορούμενο είχαν ερωτική σχέση από τα μέσα του Μαΐου ή αρχές Ιουνίου του έτους 2020 και από τα μέσα του Ιουνίου του ίδιου έτους μέχρι και το επίδικο περιστατικό της 06ης/07/2020, συγκατοικούσαν. Γνωρίστηκαν, αρχικά, με μηνύματα που αντάλλαξαν διαδικτυακά, μέσω της πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης «facebook» και στην συνέχεια, αφού είχαν και τηλεφωνικές επικοινωνίες, συναντήθηκαν κατ' ιδίαν και έγιναν φίλοι, μέχρι και την ερωτική σχέση που σύναψαν σύντομα μετά. Η συγκατοίκησης τους, προέκυψε μετά από παράκληση του Κατηγορουμένου να τον φιλοξενήσει στο σπίτι της λόγω κάποιου προβλήματος που επικαλέστηκε ότι αντιμετώπιζε, το οποίο δεν της διευκρίνισε. 13. Ο εν λόγω ισχυρισμός της Παραπονούμενης, πρέπει να αναφερθεί, υποστηρίζεται και από την μαρτυρία του Αστ. XXXXX, ΜΚ4, ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε στο Δικαστήριο και την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 26. Σύμφωνα με τον Αστ. XXXXX, ΜΚ4, βάσει της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου, Τεκμήριο 26, ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος του ανέφερε ότι γνώριζε την Παραπονούμενη, ότι μαζί της διατηρούσε ερωτικό δεσμό και ότι λόγω τούτου διέμεναν μαζί στο σπίτι της τους τελευταίους τρείς μήνες πριν από τα επίδικα περιστατικά. Για το γεγονός αυτό, σημειώνεται, κατέθεσε στο Δικαστήριο και ο Υπαστυνόμος Ευστρατίου, ΜΚ5, σύμφωνα με την μαρτυρία του οποίου (στην οποία αναφορά γίνεται με περισσότερη λεπτομέρεια στην συνέχεια), όταν κατά το βράδυ της 06ης/07/2020 μετέβη σε σχέση με το επίδικο περιστατικό της ημέρας εκείνης στο σπίτι της Παραπονούμενης, η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει ότι με τον Κατηγορούμενο διατηρούσε ερωτικό δεσμό και συγκατοικούσαν. 14. Ο Κατήγορος, στη βάση αυτών των γεγονότων, βάσισε το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου που αφορά τις κατηγορίες 5 και 8 και τα αδικήματα αντιστοίχως της επίθεσης σε πρόσωπο που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη και της κοινής επίθεσης σε πρόσωπο, σε διατάξεις του προαναφερόμενου Νόμου 119(I)/2000. Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Νόμου 119(Ι)/2000, αυτός εφαρμόζεται όταν η συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά, αφορά σε «μέλη οικογένειας», κατά την έννοια της φράσης αυτής στο Άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000. Σύμφωνα με αυτό, «μέλος οικογένειας», -μεταξύ άλλων που δεν σχετίζονται καθόλου με τα επίδικα γεγονότα-, σημαίνει «άντρα και γυναίκα που συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο». Δηλαδή, -και χρησιμοποιώντας την συνήθη γραμματική έννοια των λέξεων και όρων αυτών για την ερμηνεία της φράσης αυτής στο Άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000-, άντρα και γυναίκα που έχουν ερωτική σχέση και ζουν μαζί στο ίδιο σπίτι και οι οποίοι, αν και δεν είναι παντρεμένοι, στην πραγματικότητα, λόγω της καθημερινότητας τους και του «βάθους» της σχέσης τους, ζουν όπως άντρα και γυναίκα που νομικά είναι συζευγμένοι. Το κριτήριο συνεπώς είναι αντικειμενικό και εφαρμόζοντας το καταλήγω ότι, από τα προαναφερόμενα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση μου, κατά τον επίδικο χρόνο, Παραπονούμενη και Κατηγορούμενος δεν συζούσαν ως αντρόγυνο, εφόσον, παρά την ερωτική τους σχέση, η συγκατοίκηση τους ήταν προσωρινή και η καθημερινότητα τους όπως και η δέσμευσης του ενός έναντι του άλλου δεν ήταν ως είναι αυτή δύο παντρεμένων προσώπων. Συνεπώς, ο Νόμος 119(Ι)/2000 δεν τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. 15. Μετά την εγκατάσταση του Κατηγορουμένου στο σπίτι της, ισχυρίστηκε περαιτέρω η Παραπονούμενη σε συνέχεια των προαναφερόμενων γεγονότων, ξεκίνησαν τα προβλήματα. Ο Κατηγορούμενος, της έκανε σκηνές ζηλοτυπίας, κατανάλωνε αλκοόλ, προκαλούσε ζημιές μέσα στο σπίτι της (σπάζοντας διάφορα αντικείμενα), φερόταν παράλογα (είχε εμμονές με τις προηγούμενες ερωτικές της σχέσεις και της έλεγε ότι παρακολουθούσε την κάθε της κίνηση και επικοινωνία), κακομεταχειρίστηκε τα κατοικίδια της ζώα, ήταν απειλητικός έναντι προσώπων του περιβάλλοντος της, αλλά και της ιδίας, και της συμπεριφερόταν βίαια. Ο Κατηγορούμενος, δεν της αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, παρά μόνο μετά την έναρξη της συγκατοίκησης τους. Της είχε συστηθεί και της παρουσιαζόταν ως XXXXX Αντωνίου, μέχρι και που της αποκάλυψε το πραγματικό του όνομα, αρχές Ιουλίου του έτους 2020, εν μέσω απειλών της ότι μπορούσε, λόγω του ποιος ήταν, να της προκαλέσει κακό. Αυτή, τον φοβόταν και του υποτασσόταν. Λόγος για τον οποίο δεν αποτάθηκε στην Αστυνομία ή αλλού. 16. Στις 30/06/2020, ανέφερε η Παραπονούμενη, στα πλαίσια ενός από τα επεισόδια ζηλοτυπίας του Κατηγορουμένου και της παράνοιας του, ο Κατηγορούμενος την ανάγκασε, συνοδεία του, να μεταβεί σε υποκατάστημα του πάροχου της, υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας, για να αλλάξει τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου. Μετέβηκαν εκεί οδηγώντας. Ο Κατηγορούμενος ήταν συνοδηγός της. Καθ' οδόν και ενόσω αυτή οδηγούσε, λόγω της απροθυμίας της στην προαναφερόμενη απαίτηση του, ο Κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, την χτύπησε με τα χέρια του στο πρόσωπο της, προκαλώντας της μώλωπα στο αριστερό μάτι. 17. Ο εν λόγω «τραυματισμός» της Παραπονούμενης στο αριστερό μάτι, παρατηρήθηκε, πρέπει να αναφερθεί, και από την Αστ. XXXXX, ΜΚ3, όταν η Παραπονούμενη για πρώτη φορά ανέφερε επίσημα το προαναφερόμενο περιστατικό στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, τις πρώτες πρωινές ώρες της 07ης/07/2020. Παρατηρήθηκε επίσης και από τον Δρ. Rabadi, ΜΚ11, που εξέτασε την Παραπονούμενη αργότερα την ημέρα εκείνη στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ο οποίος, αν και υποστήριξε ότι τέτοια πραγματογνωμοσύνη για ορθή άποψη έχουν οι ιατροδικαστές και όχι οι ιατροί όπως αυτός, εξ όσων γνωρίζει, ένας μώλωπας μπορεί να δημιουργηθεί από χτύπημα από χέρι και να είναι εμφανής για περίοδο δέκα περίπου ημερών. Η Παραπονούμενη, υποστήριξε περαιτέρω ο Δρ. Rabadi, ΜΚ11, του είχε αναφέρει ότι είχε χτυπηθεί από κάποιο άντρα επτά ημέρες προηγουμένως. Κατά την άποψη του όμως, ο μώλωπας, σύμφωνα με τα όσα κατέγραψε στο ιατρικό έντυπο, Τεκμήριο 3, δεν έδειχνε να ήταν παλαιότερος των τριών περίπου ημερών. Δεν ήταν βέβαιος όμως, -όπως προαναφέρθηκε, ο ίδιος έθεσε την επιφύλαξη ότι δεν είναι ιατροδικαστής για να έχει πραγματογνομωσύνη επί του ζητήματος-, και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, την άποψη του αυτή, δεν είμαι έτοιμος να την αποδεχθώ. Και μάλιστα, να την αποδεχθώ προς απόρριψη της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, ως ήταν η εισήγηση του Κατηγορουμένου, η οποία, σε σχέση με τα προαναφερόμενα γεγονότα, έχω πεισθεί, ήταν ειλικρινής. 18. Από τα προαναφερόμενα γεγονότα, στοιχειοθετείτε βρίσκω, στον απαιτούμενο βαθμό, η διάπραξης από τον Κατηγορούμενο, του αδικήματος της κοινής επίθεσης σε πρόσωπο, του Άρθρου 242 του Κεφ. 154, στο οποίο και τον καταδικάζω, δεδομένης της προαναφερόμενης κατηγορίας με αρ. 8 στο κατηγορητήριο, χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου, βάσει του Άρθρου 85
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), αφού πρώτα τον απαλλάσσω από την υφιστάμενη.
- Ακολούθησε, σύμφωνα με την Παραπονούμενη, του εν λόγω περιστατικού της 30ης/06/2020, μία εβδομάδα κατά την οποία η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, ως προαναφέρθηκε, συνέχιζε να είναι η ίδια. Λόγω των απειλών που δεχόταν από αυτόν και του φόβου που την διακατείχε λόγω της συμπεριφοράς του, όπως και προηγουμένως, δεν αντέδρασε και δεν απευθύνθηκε σχετικά στην Αστυνομία ή αλλού.
- Το απόγευμα της 06ης/07/2020, κατέθεσε επίσης η Παραπονούμενη, μετά που σχόλασε από την εργασία της, ο Κατηγορούμενος, όταν κατέφθασε στο σπίτι της οδηγώντας το αυτοκίνητο της, παρά το γεγονός ότι του «αντιτέθηκε» αρχικά, επειδή τον φοβήθηκε στην κατάσταση που τον παρατήρησε, ζητώντας του να μείνει στο σπίτι, την ανάγκασε, απειλώντας την ότι θα την έδερνε αν δεν τον υπάκουε, να τον μεταφέρει με το αυτοκίνητο της στο σπίτι κάποιου φίλου του στο χωριό Ανάγεια. Ο Κατηγορούμενος, φαινόταν μεθυσμένος και ήταν σε κατάσταση έξαλλη και παράφρων. Φοβήθηκε, ότι θα ασκούσε βία έναντι της και για αυτό τον λόγο, υποτάχθηκε.
- Από προαναφερόμενα γεγονότα, καταλήγω με βεβαιότητα, ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε, έναντι της Παραπονούμενης, το αδίκημα της απειλής του Άρθρου 91Α του Κεφ. 154 και γι' αυτό τον καταδικάζω στην κατηγορία με αρ. 2 στο κατηγορητήριο.
- Από το αυτοκίνητο της, ο Κατηγορούμενος είχε τηλεφωνήσει σε κάποιο πρόσωπο, ζητώντας του, ως αντιλήφθηκε, να τον προμηθεύσει με ναρκωτικά. Καθ' οδόν για τα Ανάγεια, ισχυρίστηκε επίσης η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να είναι στην ίδια κατάσταση και περαιτέρω της φώναζε και την εξύβριζε, αποκαλώντας την «βρώμα» και «πουτάνα». Σε κάποιο σημείο της διαδρομής, με ενέργειες του, προκάλεσε το αυτοκίνητο της να έρθει σε στάση και την ανάγκασε να καθίσει στην θέση του συνοδηγού για να αναλάβει αυτός την οδήγηση του. Η οδήγησης του ήταν πολύ επικίνδυνη. Λόγω τούτου, φώναζε στον Κατηγορούμενο, ζητώντας του να σταματήσει και λέγοντας του ότι ήθελε να πάει στο σπίτι της. Πάραυτα, ο Κατηγορούμενος, συνέχισε να οδηγεί για τον προορισμό του, με τον ίδιο τρόπο και ταυτόχρονα της φώναζε και την εξύβριζε προκαλώντας της πανικό. Φοβήθηκε για την ζωή της.
- Σε κάποιο σημείο της διαδρομής τους, ανέφερε επίσης η Παραπονούμενη, και σε περιοχή εντελώς άγνωστη της, ο Κατηγορούμενος, εξακολουθώντας να συμπεριφέρεται οδικά πολύ επικίνδυνα, οδήγησε το αυτοκίνητο της σε χωματόδρομο, σε κάποιο σημείο του οποίου έχασε τον έλεγχο του, με αποτέλεσμα αυτό να καταλήξει σε παρακείμενο χαντάκι. Αυτό το γεγονός, ενέτεινε την ένταση και τον θυμό του Κατηγορουμένου, ο οποίος, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, της επιτέθηκε σπρώχνοντας την στο έδαφος και με μία πέτρα, την οποία πρόταξε στο πρόσωπο της, την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Τελικά, με την πέτρα αυτή, αλλά και με άλλες, έσπασε τον ανεμοθώρακα, τον πίσω υαλοθώρακα και δύο από τα τέσσερα παράθυρα του αυτοκινήτου της. Δεν μπορούσε να καλέσει την Αστυνομία ή κάποιο άλλο πρόσωπο του περιβάλλοντος της η Παραπονούμενη, γιατί ο Κατηγορούμενος κρατούσε το τηλέφωνο της. Περπάτησαν κάποια απόσταση, μέχρι και το τροχόσπιτο του προσώπου τον οποίο ο Κατηγορούμενος ήθελε να επισκεφτεί, όπου, εκεί πιστεύει, ο Κατηγορούμενος πράγματι προμηθεύτηκε και κατανάλωσε ναρκωτικά. Η ίδια, δεν προσέγγισε το τροχόσπιτο, παρακολούθησε όμως τις κινήσεις τους από απόσταση. Με το τηλέφωνο της, ο Κατηγορούμενος, κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα, κάλεσε την υπηρεσία οδικής βοήθειας, που δεν ανταποκρίθηκε όμως, λόγω της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου κατά την επικοινωνία του με τον αντιπρόσωπο της, τον οποίο εξύβρισε. Τελικά, ο Κατηγορούμενος, της έδωσε το τηλέφωνο της για λίγο, για να καλέσει υπηρεσία ταξί, όπως και έπραξε, το οποίο μετά από λίγη ώρα τους παρέλαβε από τον κεντρικό δρόμο στην περιοχή στον οποίο περπάτησαν και τους μετέφερε στο σπίτι της. Ήταν πανικοβλημένη και τρομοκρατημένη και δεν τόλμησε να αναφέρει τίποτα στον οδηγό του ταξί κατά την επιστροφή τους στην Λευκωσία.
- Σχετικά με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό της Παραπονούμενης, υπήρξε εισήγηση από τον Κατηγορούμενο, ότι προκύπτει αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και του Αστ. 614, ΜΚ4, που είναι ενδεικτική της αναξιοπιστίας της Παραπονούμενης, καθότι, ως υποστηρίζει, η Παραπονούμενη δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια για τα επίδικα γεγονότα. Αντεξεταζόμενη γι' αυτόν από πλευράς Κατηγορουμένου, σχετικά με το κατά πόσο όταν της ελήφθη κατάθεση από την Αστυνομία της ζητήθηκε να ελέγξει από το τηλέφωνο της ώστε να αναφέρει ποια ήταν η εταιρεία υπηρεσίας ταξί που κάλεσε μετά από υπόδειξη του Κατηγορουμένου, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν της είχε ζητηθεί. Η κατάθεση της Παραπονούμενης για το προαναφερόμενο περιστατικό, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, της ελήφθη τις πρώτες πρωινές ώρες της 07ης/07/2020 στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας από την Αστ. XXXXX, ΜΚ3 και όχι από τον Αστ. XXXXX, ΜΚ4 που είναι ο Ανακριτής της υπόθεσης, -ως ανέλαβε μετά από την προαναφερόμενη καταγγελία της Παραπονούμενης και κατάθεση της στην Αστ. XXXXX, ΜΚ3-. Σημειώνω εδώ παρενθετικά ότι, η μοναδική (γραπτή) κατάθεση που ελήφθη από τον Αστ. XXXXX, ΜΚ4 της Παραπονούμενης, είναι αυτή της 13ης/07/2020, σχετικά με το επίδικο περιστατικό της 10ης/07/2020, ήτοι το Τεκμήριο
- Επισημαίνεται ότι, αντεξεταζόμενη η Παραπονούμενη, ερωτήθηκε κατά πόσο, κατά την κατάθεση της προς την Αστ. XXXXX, ΜΚ3 (και δεν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό διαφορετικά) για το επίδικο περιστατικό της 06ης/07/2020, της ζητήθηκε να ελέγξει από το κινητό της τηλέφωνο, ποια εταιρεία υπηρεσίας ταξί είχε κληθεί από αυτήν ως προαναφέρθηκε (προφανώς για να δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου που σχηματίστηκε), ερώτημα που καμία σχέση δεν έχει με αυτό που ετέθη στον Αστ. XXXXX, ΜΚ4 κατά την αντεξέταση του. Ο Αστ. XXXXX, ΜΚ4, αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε κατά πόσο ως ο Ανακριτής της υπόθεσης, είχε προσπαθήσει να εντοπίσει, μέσω κλήσεων της Παραπονούμενης στο κινητό της τηλέφωνο, τον οδηγό του ταξί της σχετικής υπηρεσίας. Και η απάντησης που δόθηκε από τον Αστ. XXXXX, ΜΚ4 ήταν, και την παραθέτω αυτολεξεί, «Ρώτησα την Παραπονούμενη. Δεν θυμάμαι, ακριβώς, τι μου έχει αναφέρει γι' αυτό το θέμα. Ήθελα να ψάξω, να τον εντοπίσω, όμως, κάτι υπήρχε με το τηλέφωνο, δεν θυμάμαι ακριβώς. Έγινε, όμως, προσπάθεια προς εντοπισμό του, χωρίς αποτέλεσμα.». Συνεπώς, όταν η Κατηγορούμενη ερωτήθηκε από τον Αστ. XXXXX, ΜΚ4, δεν ήταν κατά την κατάθεση της για το επίδικο συμβάν της 06ης/07/2020, που ως προαναφέρθηκε αυτή της λήφθηκε προγενέστερα από την Αστ. XXXXX, ΜΚ3 και συνεπώς, δεν μπορεί να λεχθεί, όπως υποστηρίχθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου, ότι υπάρχει αντίφασης μεταξύ της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και του Αστ. XXXXX, ΜΚ4 που μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία της. Αν μη τι άλλο, ας αναφερθεί, η αβεβαιότητα που εξέφρασε γι' αυτό το γεγονός ο Αστ. XXXXX, ΜΚ4, θα μπορούσε να εγείρει ζήτημα σε ότι αφορά την μαρτυρία αυτού, και σε καμία περίπτωση σε ότι αφορά αυτή της Παραπονούμενης, η οποία τοποθετήθηκε για αυτό, όταν ερωτήθηκε, χωρίς δισταγμό και όπως παρατήρησα, με σιγουριά.
- Ο Κατηγορούμενος υποστηρίζει περαιτέρω ότι, η μαρτυρία της Παραπονούμενης, σχετικά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της, πρέπει να απορριφθεί ως αναξιόπιστη, λόγω αντίφασης που προκύπτει από ισχυρισμούς της για τα γεγονότα, μεταξύ της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο και των όσων ο Αστ. XXXXX, ΜΚ4 κατά την ακρόαση ανέφερε ότι του ειπώθηκαν απ' αυτήν, για τον λόγο της μετάβασης της με τον Κατηγορούμενο οδηγώντας το αυτοκίνητο της στα Ανάγεια. Η Παραπονούμενη, σταθερά υποστήριξε με την μαρτυρία της, ως προαναφέρθηκε, ότι ο Κατηγορούμενος την ανάγκασε να οδηγήσει το αυτοκίνητο της, για να μεταβούν στο σπίτι κάποιου φίλου του στα Ανάγεια. Αντιλήφθηκε, υποστήριξε η Παραπονούμενη, από τα λεγόμενα του Κατηγηγορούμενου, από τηλεφωνική επικοινωνία του με το εν λόγω πρόσωπο καθοδόν για τον προορισμό τους, ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος ήθελε να τον επισκεφτεί, ήταν για να προμηθευτεί ναρκωτικά. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον Αστ. 614, ΜΚ4, βάσει της κατάθεσης του Κατηγορούμενου Τεκμήριο 26, ανακρινόμενος για το εν λόγω επίδικο περιστατικό στις 11/07/2020, υποστήριξε ότι, ο λόγος της μετάβασης τους με την Παραπονούμενη στα Ανάγεια, ήταν για επίσκεψη σε κάποιο φίλο του μηχανικό, για αλλαγή των φρένων στο αυτοκίνητο της Παραπονούμενης. Αυτή, ήταν μία θέση του που την πρόβαλε και κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης, αυτή ρωτήθηκε εάν κατά τον επίδικο χρόνο το αυτοκίνητο της αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα με τα φρένα του. Η Παραπονούμενη δεν το αρνήθηκε και μάλιστα ανέφερε ότι είχε προγραμματίσει ραντεβού με συγκεκριμένο μηχανικό αυτοκινήτων για να της τα αλλάξει. Της υποβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο περαιτέρω ότι, όταν αυτός στο σπίτι της εισήλθε στο αυτοκίνητο, της ανέφερε ότι θα οδηγούσαν στο φιλικό του αυτό πρόσωπο στα Ανάγεια, μηχανικό αυτοκινήτων, για να της άλλαζε τα φρένα και ότι, στην συνέχεια, τηλεφώνησε σε αυτό το πρόσωπο από το αυτοκίνητο καθοδόν για τα Ανάγεια και του το ανέφερε. Η Παραπονούμενη, δεν αρνήθηκε την πραγματικότητα αυτού του γεγονότος. Απέρριψε όμως την θέση του Κατηγορουμένου, ότι συγκατατέθηκε στο να τον οδηγήσει εκεί ή ότι ήταν σύμφωνη με το όλο ζήτημα. Αντίκρουσε επίσης την θέση του Κατηγορουμένου ότι η συμπεριφορά του ήταν με οποιοδήποτε τρόπο διαφορετική απ' αυτήν που περιέγραψε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση της. Και περαιτέρω, απέρριψε τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ότι ο κύριος λόγος που επιθυμούσε να επισκεφτεί το εν λόγω πρόσωπο στα Ανάγεια, ήταν η αλλαγή των φρένων στο αυτοκίνητο της. Αντιλήφθηκε, ήταν η θέση της Παραπονούμενης, χωρίς ο Κατηγορούμενος να της αναφέρει κάτι το συγκεκριμένο, ότι ο κύριος λόγος που ο Κατηγορούμενος ήθελε να επισκεφτεί το συγκεκριμένο πρόσωπο στα Ανάγεια, ήταν για να προμηθευτεί ναρκωτικά. Όπως η Παραπονούμενη χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την αντεξέταση της, στην προαναφερόμενη τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Κατηγορούμενος με το εν λόγω πρόσωπο, του «φώναζε να του ετοιμάσει κάτι να πιεί γιατί δεν άντεχε». Ο Κατηγορούμενος, υποστηρίζει ότι η Παραπονούμενη ψεύδεται, επειδή στον Αστ. XXXXX, ΜΚ4, σύμφωνα με τον τελευταίο, γι' αυτό το ζήτημα, ανέφερε κάτι το διαφορετικό. Από την μαρτυρία όμως του Αστ. XXXXX, ΜΚ4, που προέκυψε από την αντεξέταση του, αυτό που διαφαίνεται, είναι αβεβαιότητα του σχετικά με το τι του αναφέρθηκε από την Παραπονούμενη για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ερωτήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου, αν κατά την έρευνα που έγινε στο αυτοκίνητο της Παραπονούμενης είχε ανευρεθεί κουτί φρένων. Ο Αστ. XXXXX, ΜΚ4 θυμόταν ότι είχε δει κουτί φρένων στο πάτωμα της θέσης του συνοδηγού, το οποίο δεν αγγίχθηκε κατά την διαδικασία, εντός του οποίου δεν θυμάται αν υπήρχαν φρένα. Ερωτήθηκε περαιτέρω από πλευράς του Κατηγορουμένου, αν για το συγκεκριμένο κουτί φρένων είχε ερωτηθεί οτιδήποτε η Παραπονούμενη και ο Αστ. XXXXX, ΜΚ4, σε αντίθεση με την Παραπονούμενη, που όπως παρατήρησα έδωσε αμέσως την απάντηση της γιατί ήταν βέβαιη για το συγκεκριμένο γεγονός, ήταν πολύ δισταχτικός και φάνηκε αβέβαιος, όταν απαντώντας στο εν λόγω ερώτημα ανέφερε ότι, για το εν λόγω γεγονός, έκανε μία ερώτηση προφορικά στην Παραπονούμενη, και η απάντηση της ήταν ότι, το εν λόγω κουτί φρένων, ήταν φρένων του αυτοκινήτου της που είχαν αλλαχτεί. Καταλήγω συνεπώς, ότι, από την προαναφερόμενη μαρτυρία του Αστ. XXXXX, ΜΚ4, δεν μπορεί να ελεγχθεί η μαρτυρία της Παραπονούμενης ως αναξιόπιστη. Άλλωστε, πως είναι δυνατόν ο Κατηγορούμενος, να λαμβάνει την θέση ότι, πρόθεσης τους, επισκεπτόμενοι με την Παραπονούμενη το συγκεκριμένο πρόσωπο στα Ανάγεια, ήταν η αλλαγή των φρένων του αυτοκινήτου της, αν αυτά είχαν ήδη αλλαχτεί. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι η αβεβαιότητα που προκύπτει από την μαρτυρία του Αστ. XXXXX, ΜΚ4 για το συγκεκριμένο γεγονός, και πάλι θα μπορούσε να εγείρει ζήτημα μόνο σε ότι αφορά την δική του μαρτυρία και όχι σε σχέση με την μαρτυρία της Παραπονούμενης, η οποία τοποθετήθηκε και για αυτό, όταν ερωτήθηκε, χωρίς δισταγμό και όπως παρατήρησα, με σιγουριά.
- Καταφθάνοντας στο σπίτι της, υποστήριξε επιπρόσθετα η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος συνέχισε τις φωνές και τις απειλές, ενώ ταυτόχρονα κατανάλωνε αλκοόλ. Προκάλεσε δε και ζημιά μέσα στο σπίτι. Ακολούθησε η άφιξη της Αστυνομίας, η οποία δεν κλήθηκε από την ίδια. Χτύπησαν, τα μέλη της, δυνατά την εξώπορτα του σπιτιού της και αυτή τους άνοιξε. Ήταν τρία άτομα, Αστυνομικοί με πολιτική περιβολή. Όπως εκ των υστέρων αντιλήφθηκε από τα λεγόμενα τους, τα μέλη της Αστυνομίας, που ήταν του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, βρίσκονταν για κάποια ώρα εκτός του σπιτιού της ακούγοντας τις φωνές του Κατηγορουμένου και επενέβησαν μόνο όταν άκουσαν το σπάσιμο ενός ποτηριού, κάτι που έπραξε ο Κατηγορούμενος. Αντικρίζοντας τους, ανέφερε η Κατηγορούμενη, βρήκε το σθένος, να καταγγείλει τα όσα βίωνε με τον Κατηγορούμενο. Ο Κατηγορούμενος, καθ' υπόδειξη των μελών της Αστυνομίας, λόγω επιθυμίας της, μάζεψε τα πράγματα του από το σπίτι της, για να μεταφερθεί στην συνέχεια, εξ όσων της αναφέρθηκε, από κάποια από τα προαναφερόμενα τρία μέλη της Αστυνομίας του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, στο πατρικό του σπίτι.
- Τα γεγονότα αυτά, υποστηρίχθηκαν, πρέπει να αναφερθεί, και από τον Υπαστυνόμο Ευστρατίου, ΜΚ5, ο οποίος, όπως κατέθεσε, ήταν ένας εκ των τριών μελών του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, που μετέβησαν στο σπίτι της Παραπονούμενης, μετά από πληροφορία που έλαβε τηλεφωνικώς από πολίτη, αργά το βράδυ της 06ης/07/2020, ότι στην συγκεκριμένη διεύθυνση ακούγονταν δυνατές φωνές και ενδεχόμενα υπήρχε καβγάς. Καταφθάνοντας εκεί, ανέφερε περαιτέρω ο Υπαστυνόμος Ευστρατίου, ΜΚ5, από εντός του σπιτιού, πράγματι ακούγονταν δυνατές φωνές καβγά ή λογομαχίας και γι' αυτό επενέβησαν. Εμπλεκόμενοι στο περιστατικό, ήταν η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος, Κατηγορούμενος, φαινόταν ότι είχε καταναλώσει αλκοόλ. Επειδή πρόκυπτε ζήτημα, κατά πόσο είχαν διαπραχθεί ποινικά αδικήματα, κάλεσε τον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, που είχε τοπική αρμοδιότητα, για να επιληφθεί της υπόθεσης και πράγματι στο μέρος κατέφθασαν δύο μέλη του, μεταξύ άλλου, και η Αστ. XXXXX, ΜΚ
- Ακολούθησε, ισχυρίστηκε επίσης η Παραπονούμενη, των προαναφερόμενων γεγονότων, μεταφορά της από μέλη της Αστυνομίας του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας, που κλήθηκαν στην σκηνή από τους συναδέλφους τους, στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, όπου και, ξημερώματα της επόμενης ημέρας, κατήγγειλε το προαναφερόμενο περιστατικό. Στην συνέχεια, παρά το γεγονός ότι, από την Αστυνομία, για να είναι ασφαλής, της έγινε προτροπή να μεταφερθεί σε καταφύγιο θυμάτων βίας, επέλεξε και μεταφέρθηκε σε σπίτι οικείου της προσώπου, η διεύθυνσης του οποίου πίστευε ήταν άγνωστη στον Κατηγορούμενο, όπου και διανυκτέρευσε.
- Τα γεγονότα αυτά, υποστηρίχθηκαν και από την Αστ. XXXXX, ΜΚ3, που ήταν μία εκ των Αστυνομικών του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας που μετέβησαν στο σπίτι της Παραπονούμενης το βράδυ της 06ης/07/2020 και η Αστυνομικός που δέχθηκε την καταγγελία της Παραπονούμενης του Κατηγορουμένου για το περιστατικό, το πρωί της 07ης/07/
- Όπως η Αστ. XXXXX, ΜΚ3, υποστήριξε, στο σπίτι της Παραπονούμενης, είχαν όντως κληθεί από τον Υπαστυνόμο Ευστρατίου, ΜΚ5, ως προαναφέρθηκε.
- Είναι γεγονός, ότι, η Παραπονούμενη, τόσο κατά την κυρίως εξέταση της, όσο και κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι, κατά την διάρκεια που βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, ο Κατηγορούμενος, την καλούσε στο κινητό της τηλέφωνο, και όταν αυτή αποδεχόταν τις κλήσεις, την απειλούσε. Όπως ισχυρίστηκε, κατά την διάρκεια ενός απ' αυτά τα τηλεφωνήματα, όταν την απειλούσε, έθεσε την συνδιάλεξη τους σε ανοικτή ακρόαση και τα λόγια του Κατηγορουμένου τα άκουσε και Αστυνομικός, γένους αρσενικού («ο Αστυνομικός»), που ήταν παρόν, ο οποίος του ζήτησε να προσερχόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας. Ο Κατηγορούμενος, υποστήριξε η Παραπονούμενη, όντως το έπραξε, κατέφθασε στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας με ταξί, όπου και ενώπιον κάποιων Αστυνομικών («των Αστυνομικών») την απείλησε ότι, αν δεν τον ακολουθούσε, θα της έκαιγε το σπίτι. Οι Αστυνομικοί αυτοί, ανέφερε περαιτέρω η Παραπονούμενη, προσπάθησαν να τον συλλάβουν, αλλά τους διέφυγε. Ερωτηθείσα η Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, ποιοι ήταν αυτοί οι Αστυνομικοί ενώπιον των οποίων εκτυλίχθηκε το εν λόγω περιστατικό, η Παραπονούμενη, αναφερόμενη σε πέραν του ενός προσώπου, υποστήριξε «ότι ήταν οι Αστυνομικοί που της είχαν πάρει την κατάθεση της». Σύμφωνα με την μαρτυρία της Αστ. XXXXX, ΜΚ3, η κατάθεση της Παραπονούμενης στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας τις πρώτες πρωινές ώρες της 07ης/07/2020, λήφθηκε απ' αυτήν. Ο Κατηγορούμενος, υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον, για το προαναφερόμενο συμβάν που ισχυρίστηκε, η Αστ. XXXXX, ΜΚ3, που με βάση τα λεγόμενα της πρέπει να ήταν παρούσα, δεν έκαμε καμία αναφορά. Για το ζήτημα αυτό, πρέπει κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά την αντεξέταση της Παραπονούμενης σχετικά με τους εν λόγω ισχυρισμούς της, δεν την αμφισβήτησε ειδικά, ούτε και της υπέβαλε για τα γεγονότα αυτά, οποιαδήποτε δική του διαφορετική εκδοχή. Περαιτέρω, η Αστ. XXXXX, ΜΚ3, η μαρτυρία της οποίας στο Δικαστήριο δόθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο της δίκης, δεν ερωτήθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου, ειδικά γι' αυτούς τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης. Αντεξεταζόμενη, η Αστ. XXXXX, ΜΚ3, ερωτήθηκε κατά πόσο είχε προβεί σε οποιαδήποτε άλλη «ενέργεια», πέραν αυτών που αναφέρει στην κατάθεση της, Τεκμήριο 8 και η Αστ. XXXXX, ΜΚ3 ήταν ξεκάθαρη ότι «στο θέμα της συμπεριφοράς και της στάσης του Κατηγορούμενου, δεν αναφέρθηκε». Επανεξετάστηκε, φυσικά, για το ζήτημα αυτό, από πλευράς Κατήγορου, και η Αστ. XXXXX, ΜΚ3 περιόρισε την σύντομη αναφορά της, στην συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, την οποία παρατήρησε όταν μετέβη, μετά από κλήση του Αστυνομικού Σταθμού Ομορφίτας από τον Υπαστυνόμο Ευστρατίου, ΜΚ5, στο σπίτι της Παραπονούμενης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν θεωρώ ότι προκύπτει αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και της Αστ. XXXXX, ΜΚ3, η οποία, ενταγμένη στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού ενώπιον του Δικαστηρίου, να δικαιολογεί απόρριψη της μαρτυρίας της Παραπονούμενης. Η Παραπονούμενη, επισημαίνω, καταθέτοντας τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της για τα γεγονότα, ήταν σταθερή στην τοποθέτηση της, κατέθεσε τα γεγονότα αυτά κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της με φυσικότητα, ώστε, έχω πεισθεί ότι για το γεγονός αυτό κατέθεσε την αλήθεια.
- Το πρωί της επόμενης ημέρας, κατέθεσε επίσης η Παραπονούμενη, -δηλαδή, στις 07/07/2020-, πήγε στην εργασία της. Εργαζόταν ως παιδοκόμος ενός οκτάμηνου βρέφους, στο σπίτι του ζεύγους Κυριακίδη στον Στρόβολο. Ενώ βρισκόταν μαζί με το βρέφος και την οικιακή βοηθό των εργοδοτών της στην κουζίνα του σπιτιού, άκουσε τον Κατηγορούμενο να την καλεί να βγει έξω. Εκείνη την στιγμή, στο σπίτι βρισκόταν και ο Κυριακίδης, ΜΚ8, ο πατέρας του βρέφους, ο οποίος ξάπλωνε στο υπνοδωμάτιο του.
- Δεν ανταποκρίθηκε, ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη, στο κάλεσμα του Κατηγορουμένου, με αποτέλεσμα αυτός να εισέλθει στην κουζίνα του σπιτιού, από πόρτα που δεν ήταν κλειδωμένη. Ο Κατηγορούμενος, ήταν εξαγριωμένος και θυμωμένος. Παρατηρώντας το αυτό, έδωσε το βρέφος, που κατ' εκείνη την στιγμή το κρατούσε στην αγκαλιά της, στην οικιακή βοηθό. Άρχισε τότε, ο Κατηγορούμενος, να της φωνάζει για το γεγονός της καταγγελίας που του έκανε στην Αστυνομία, σχετικά με τα συμβάντα του περιστατικού της προηγούμενης ημέρας, από την οποία, όπως της ανέφερε, θα μπορούσε να καταλήξει στην φυλακή. Αλλά και να την απειλεί ότι «είχε έρθει το τέλος της» και ότι «θα την σκοτώσει», λέγοντας της ότι είχε ήδη το προηγούμενο βράδυ, σπάσει την μπαλκονόπορτα και παράθυρα του σπιτιού της, επειδή, όταν την αναζήτησε, αντιλήφθηκε ότι δεν διανυκτέρευσε στο σπίτι της. Περαιτέρω, και προτού αποχωρήσει από το μέρος, ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος την χτύπησε με τα χέρια του τέσσερεις φορές στο πρόσωπο και το κεφάλι, με αποτέλεσμα να της πέσουν στο πάτωμα τα γυαλιά οράσεως που φορούσε, αλλά και να τραυματιστεί στην περιοχή του δεξιού της φρυδιού, που αιμορράγησε. Η αναστάτωση που προκάλεσε το επεισόδιο αυτό, οδήγησε τον Κυριακίδη, ΜΚ8, στην κουζίνα, που την εντόπισε στην προαναφερόμενη κατάσταση.
- Αυτό το γεγονός, σημειώνεται, κατατέθηκε στο Δικαστήριο και από τον Κυριακίδη, ΜΚ8, ο οποίος, επιπρόσθετα του ότι παρατήρησε την Παραπονούμενη τραυματισμένη, ως αποτέλεσμα χτυπήματος που της κατάφερε, ως του ανέφερε η Παραπονούμενη, κάποιος άνδρας που μόλις είχε φύγει, ανέφερε ότι, από το υπνοδωμάτιο του στο οποίο βρισκόταν, είχε ακούσει την φωνή κάποιου άνδρα, που ήταν έντονη, χωρίς όμως να αντιληφθεί τα λεγόμενα του, τον οποίο ο ίδιος δεν είδε, αλλά για τον οποίο, όπως και για το προαναφερόμενο συμβάν, του αναφέρθηκε η Παραπονούμενη, όταν στην συνέχεια την βρήκε στην προαναφερόμενη κατάσταση. Σύμφωνα με την Αστ. XXXXX, ΜΚ10, το γεγονός ότι η Παραπονούμενη είχε χτυπηθεί και στο πρόσωπο της είχε αίματα, παρατηρήθηκε και από την σύζυγο του Κυριακίδη, ΜΚ8, σύμφωνα με τα λεγόμενα της οποίας, όταν αμέσως μετά του προαναφερόμενου περιστατικού επέστρεψε στο σπίτι της και αντίκρισε την Παραπονούμενη, η Παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι ο δράστης ήταν «ο XXXXX», το πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε σχέση.
- Ακολούθησε, σύμφωνα με την Παραπονούμενη, καταγγελία της του προαναφερόμενου περιστατικού στην Αστυνομία, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας, απ' όπου και παραπέμφθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, για εξέταση των τραυματισμών της. Ο Δρ. Rabadi, ΜΚ11, που ως προαναφέρθηκε την εξέτασε, διέγνωσε ότι έφερε θλαστικό τραύμα στο δεξί της φρύδι (το οποίο της σύρραψε) και αιμάτωμα κάτω από το αριστερό της μάτι.
- Οι εν λόγω τραυματισμοί της Παραπονούμενης, στο δεξί της φρύδι και αριστερό μάτι, παρατηρήθηκαν, πρέπει να αναφερθεί, και από τον Αστ. XXXXX, ΜΚ2, όταν η Παραπονούμενη ανέφερε για πρώτη φορά, το εν λόγω περιστατικό, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας, το πρωί της 07ης/07/
- Από τα προαναφερόμενα γεγονότα, καταλήγω με βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει το αδίκημα της εισόδου σε περιουσία που κατέχεται από άλλο πρόσωπο με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος του Άρθρου 280 του Κεφ. 154 και γι' αυτό τον καταδικάζω στην σχετική στο κατηγορητήριο του κατηγορία με αρ.
- Από τα προαναφερόμενα γεγονότα, βρίσκω περαιτέρω ότι στοιχειοθετείτε, στον απαιτούμενο βαθμό, και η διάπραξης από τον Κατηγορούμενο, του αδικήματος της επίθεσης σε πρόσωπο που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη του Άρθρου 243 του Κεφ. 154 στο οποίο και τον καταδικάζω, δεδομένης της προαναφερόμενης κατηγορίας με αρ. 5 στο κατηγορητήριο, χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου, βάσει του Άρθρου 85
(1)του Κεφ. 155, αφού πρώτα τον απαλλάσσω από την υφιστάμενη.
- Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 07/07/2020 και ενώ εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Αστυνομία, ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικά και της ανέφερε ότι είχε μεταβεί στο σπίτι της και της έσπασε την μπαλκονόπορτα. Συνοδευόμενη από μέλη της Αστυνομίας, μετέβηκε στο σπίτι της, όπου και διαπίστωσε ότι, πράγματι, το γυαλί της τετράφυλλης αλουμινένιας συρόμενης μπαλκονόπορτας του σαλονιού της, ήταν σπασμένο [ix].
- Όπως διαπιστώθηκε από τον Αστ. XXXXX, ΜΚ7, που διερεύνησε την σκηνή στο σπίτι της Παραπονούμενης, στην εν λόγω πόρτα, υπήρχαν ίχνη παραβίασης με εργαλείο τύπου λιβέρι, με το οποίο ασκήθηκε βία στην άκρη φύλλου αλουμινίου της και παραβιάστηκε το γυαλί της. Εξωτερικά της, ανέφερε περαιτέρω ο Αστ. XXXXX, ΜΚ7, σε πέντε διαφορετικά της σημεία, εντοπίστηκαν ίχνη πρόσφατων αγγιγμάτων, τα οποία αποσπάστηκαν για να εξεταστούν επιστημονικά.
- Όπως η Παραπονούμενη ανέφερε ότι διαπίστωσε από έλεγχο που έκανε στο σπίτι της εκείνη την ημέρα, παρά το γεγονός ότι όλες οι πόρτες και τα παράθυρα του ήταν κλειδωμένα κατά την τελευταία αναχώρηση της, ο Κατηγορούμενος είχε φαίνεται εισέλθει και στο εσωτερικό του. Βρήκε, υποστήριξε, στο νεροχύτη της κουζίνας της, ποτήρι που είχε χρησιμοποιηθεί για την πόση παγωμένου καφέ (φραπέ), όχι από την ίδια, αλλά και την ηλεκτρική μηχανή παρασκευής παγωμένου καφέ (φραπέ), με τον διακόπτη του ρευματοδότη της αναμμένο, όταν η ίδια τον είχε κλείσει. Από το σπίτι της όμως, ανέφερε, δεν έλειπε οτιδήποτε. Δηλαδή, τίποτα δεν είχε κλαπεί.
- Σύμφωνα με την μαρτυρία του Αστ. XXXXX, ΜΚ7, που, ως προαναφέρθηκε, διερεύνησε την σκηνή στο σπίτι της Παραπονούμενης, η Παραπονούμενη, που μαζί με την αδελφή της XXXXX, ΜΚ9 ήταν παρούσες κατά την διαδικασία, είχε ερωτηθεί κατά πόσο στο σπίτι της υπήρχε οτιδήποτε που δεν είχε χρησιμοποιηθεί απ' αυτήν, και σε απάντηση τους ανέφερε ότι, πριν την αποχώρηση της από το σπίτι της τελευταία φορά, ποτήρι με υπολείμματα καφέ στο νεροχύτη της κουζίνας της και καλαμάκι εντός αυτού που με την επιστροφή της εντόπισε, τα οποία του υπέδειξε, δεν βρίσκονταν εκεί. Αυτά, λόγω του ότι θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να παρείχαν μαρτυρία σχετικά με τα υπό διερεύνηση τότε αδικήματα, στην εξέλιξη της διαδικασίας, παραλήφθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Αυτά, είναι παραδεκτό από πλευράς Κατηγορουμένου, εξετάστηκαν από το Εργαστήριο Δικανικής εξέτασης του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, έκθεσης του οποίου ετοιμάστηκε από τον Δρ. Μ. Α. Καριόλου (Τεκμήριο ΠΓ4), που αποφάνθηκε ότι, γενετικό υλικό που απομονώθηκε από επιχρίσματα από αυτά, ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ που απομονώθηκε από παρειακά επιχρίσματα τα οποία, σύμφωνα με τον Αστ. XXXXX, ΜΚ4, ο Κατηγορούμενος, συγκατατέθηκε και του λήφθηκαν, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης.
- Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, υπήρξε, τουλάχιστον κατά την αντεξέταση του Αστ. XXXXX, ΜΚ7 και της αδελφής της Παραπονούμενης Αντιγόνης, ΜΚ9, ιδιαίτερη απασχόληση της πλευράς του Κατηγορουμένου, με το που είχε ανευρεθεί το εν λόγω ποτήρι και καλαμάκι εντός του σπιτιού, και εάν πριν ή κατά την διάρκεια της εξέτασης της συγκεκριμένης σκηνής στο σπίτι της Κατηγορούμενης υπήρξε οποιαδήποτε αλλοίωσης της. Κυρίως, όπως παρατηρήθηκε, από την άποψη της μετακίνησης αντικειμένων ή τις διενέργειας καθαρισμού στον χώρο. Είναι γεγονός ότι, τόσο ο Αστ. XXXXX, ΜΚ7, όσο και η αδελφή της Παραπονούμενης XXXXX, ΜΚ9, ανέφεραν διαφορετικό τόπο, σχετικά με το που θυμόνταν να τα είχαν δει. Η λιγότερο βέβαιη, σχετικά με το γεγονός αυτό, παρατήρησα, ήταν η αδελφή της Παραπονούμενης XXXXX, ΜΚ
- Αβέβαιος, βέβαια, διαπίστωσα ήταν και ο Αστ. 485 XXXXX 8, ΜΚ7, όχι όμως στον ίδιο βαθμό με την αδελφή της Παραπονούμενης XXXXX, ΜΚ
- Βέβαιη όμως εκτιμώ, ήταν η Παραπονούμενη, της οποίας η μαρτυρία για το συγκεκριμένο ζήτημα, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου ουσιαστικά. Πολύ πιο σημαντικό δε, είναι το γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν αμφισβήτησε την Παραπονούμενη ότι, τόσο το ποτήρι, όσο και το καλαμάκι ήταν αντικείμενα που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί απ' αυτήν, πριν αναχωρήσει τελευταία φορά από το σπίτι της. Ούτε και αμφισβητήθηκε σχετικά με την προαναφερόμενη παρατήρηση της του διακόπτη του ρευματοδότη της ηλεκτρικής μηχανής παρασκευής παγωμένου καφέ.
- Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία του Αστ. XXXXX, ΜΚ4, μετά το προαναφερόμενο συμβάν, εντός του σπιτιού της Παραπονούμενης, στο σαλόνι, βρέθηκε από την Αστυνομία, στο πάτωμα, κομμάτι σπασμένου γυαλιού της εν λόγω τετράφυλλης αλουμινένιας συρόμενης μπαλκονόπορτας, από το οποίο απομονώθηκε δακτυλικό αποτύπωμα, που ταυτίστηκε πλήρως με το αποτύπωμα του αριστερού αντίχειρα του Κατηγορουμένου, το οποίο με την συγκατάθεση του Κατηγορουμένου το είχε λάβει από αυτόν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Σύμφωνα δε και με την παραδεκτή μαρτυρία του Αστ. XXXXX του Εργαστηρίου Δακτυλοσκοπίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την Έκθεση του, Τεκμήριο ΠΓ1, που διενήργησε την σχετική εξέταση, η εν λόγω ταύτισης, αποτελεί εύρημα πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας.
- Απόγευμα της 08ης/07/2020, ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας από το κινητό τηλέφωνο με αριθμό κλήσης XXXXX84 και ανέφερε, μετά από εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας του, στον A./Αστ. XXXXX, ΜΚ6 που δέχθηκε την κλήση, η Αστυνομία να σύστηνε στην Παραπονούμενη να μην πήγαινε στο σπίτι της ή στο σπίτι της μητέρας της εκείνη την ημέρα, γιατί η ζωή της κινδύνευε από αυτόν. Συνδιάλεξη την οποία ο A./Αστ. XXXXX, ΜΚ6 κατέγραψε στο ημερολόγιο ενέργειας του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, Τεκμήριο
- Όπως ο A./Αστ. XXXXX, ΜΚ6, κατέθεσε στο Δικαστήριο, αντιλήφθηκε, από τον τρόπο ομιλίας του Κατηγορουμένου, ότι, πιθανόν ήταν μεθυσμένος, ο οποίος, μεταξύ άλλων, του ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι θα «αυτοκτονούσε» την Παραπονούμενη και ότι «ήπιε τα, εν ελεγχόταν, μπορούσε να κρούσει τσαι το CID». Ας σημειωθεί, ότι, σύμφωνα με την κατάθεση της Παραπονούμενης, αναφορά στην οποία με περισσότερη λεπτομέρεια γίνεται στην συνέχεια, το τηλέφωνο με αριθμό κλήσης XXXXX84 στο οποίο αναφέρθηκε και ο A./Αστ. XXXXX, ΜΚ6, ανήκει στον Κατηγορούμενο.
- Τα προαναφερόμενα γεγονότα (χρονικά από την αρχή μέχρι και του σημείου αυτού και με την αλληλουχία που αυτά έχουν), συνθέτοντας τα μαζί [x], με οδηγούν με βεβαιότητα σε καταδίκη του Κατηγορουμένου στην κατηγορία με αρ. 6 που αφορά το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία του Άρθρου 324
(1)του Κεφ.
- Νωρίς το απόγευμα της 10ης/07/2020 και ενώ βρισκόταν στο σπίτι της μαζί με την αδελφή της, ισχυρίστηκε επιπρόσθετα η Παραπονούμενη, δέχθηκε τέσσερα μηνύματα στο κινητό της τηλέφωνο, με τα οποία καλείτο να τηλεφωνήσει στο κινητό με αριθμό κλήσης XXXXX
- Ο εν λόγω τηλεφωνικός αριθμός κλήσης, γνωρίζει, ανήκε στον Κατηγορούμενο. Στην συνέχεια, δέχθηκε στο κινητό της τηλέφωνο, κλήση με απόκρυψη, αποδεχόμενη την οποία, νομίζοντας ότι ήταν κάποιος φίλος της με το όνομα XXXXX, συνδέθηκε με τον Κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισε όταν της μίλησε από την φωνή. Την τερμάτισε όμως αμέσως, μόλις αντιλήφθηκε ποιος ήταν αυτός που την κάλεσε. Του γεγονότος αυτού, ακολούθησαν άλλες τρείς ή τέσσερεις κλήσεις στο κινητό της τηλέφωνο, και πάλι με απόκρυψη, στις οποίες δεν απάντησε. Μετά από αυτό, η αδελφή της XXXXX, ΜΚ9, επικοινώνησε με την Αστυνομία τηλεφωνικά, για να καταγγείλουν το περιστατικό. Τελικά, για αυτό τον σκοπό, μετέβησαν και στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας. Καθ' οδόν για το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, δέχθηκε και πάλι κλήση από τον Κατηγορούμενο στο κινητό της τηλέφωνο από απόκρυψη, την οποία αποδέχθηκε η αδελφή της XXXXX, ΜΚ9 σε ανοικτή ακρόαση. Ο Κατηγορούμενος, ανέφερε στην αδελφή της, ότι ονομαζόταν XXXXX και της ζήτησε να την ρωτήσει ποιος ήταν ο XXXXX, στον οποίο είχε αναφερθεί όταν νωρίτερα, ως προαναφέρθηκε, του είχε απαντήσει το τηλέφωνο.
- Τα προαναφερόμενα γεγονότα, υποστηρίχθηκαν και από την αδελφή της Παραπονούμενης, XXXXX, ΜΚ9, με εξαίρεση τον ισχυρισμό της Παραπονούμενης, σχετικά με την κλήση που δέχθηκε από τον Κατηγορούμενο στο κινητό της τηλέφωνο από απόκρυψη καθ' οδόν για το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας. Σύμφωνα με την αδελφή της Παραπονούμενης, XXXXX, ΜΚ9, όταν μετά το επίδικο περιστατικό στις 10/07/2020, κάλεσε τηλεφωνικά στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας για να το αναφέρει, της ζητήθηκε να προσέρχονταν για κατάθεση σχετικά με αυτό στις 13/07/
- Συνεπώς, σε αντίθεση με την εκδοχή της Παραπονούμενης για τα γεγονότα, η αδελφή της Παραπονούμενης, XXXXX, ΜΚ9, ισχυρίστηκε ότι δεν μετέβησαν στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, την ίδια ημέρα που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό της 10ης/07/2020, αλλά μεταγενέστερα. Ενώ, επιπρόσθετα, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Παραπονούμενης, η αδελφή της Αντιγόνη, ΜΚ9, αρνήθηκε ότι κατά την διαδρομή τους με την Παραπονούμενη στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, αποδέχθηκε κλήση στο κινητό τηλέφωνο της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο ή από οποιοδήποτε πρόσωπο της ανέφερε ότι λεγόταν Πέτρος και είχε μαζί του σε ανοικτή ακρόαση την συνομιλία που ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη. Αυτή είναι μία αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και της αδελφής της Αντιγόνης, ΜΚ9, στην οποία αναφέρθηκε και ο Κατηγορούμενος που, παρά το γεγονός ότι, ως προαναφέρθηκε, αμφότερες μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες, ειδικότερα η Παραπονούμενη η οποία γενικά μου φάνηκε πιο σίγουρη και βέβαιη από την αδελφή της XXXXX, ΜΚ9 για τους ισχυρισμούς της για τα γεγονότα, θα μπορούσε να προβληματίσει. Εντούτοις, δεν προβληματίζει και δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της χρήσης δημόσιου δικτύου επικοινωνιών με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης σε άλλο πρόσωπο του Άρθρου 149
(6)(β) του Νόμου 112(Ι)/2004 της κατηγορίας με αρ. 7 στο κατηγορητήριο, αφής στιγμής αυτή αφορά ένα και μόνο τηλεφώνημα και εφόσον έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου γεγονότα από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος «έστειλε μνήματα και καλούσε στο κινητό τηλέφωνο» της Παραπονούμενης, επίμονα με πρόθεση την ενόχληση της, ως ακριβώς ορίστηκε στις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορίας. Δεν θα καταδικάσω όμως τον Κατηγορούμενο, καθότι δεν έχει αποδειχθεί από τον Κατήγορο με βεβαιότητα ότι, αυτά τα μνήματα και τηλεφωνικές κλήσεις του Κατηγορούμενου με αποδέκτη την Παραπονούμενη εστάλησαν ή έγιναν μέσω «δημοσίου δικτύου επικοινωνιών» στη βάση της ερμηνείας που δίδεται γι' αυτήν την φράση στο Άρθρο 149
(6)(β) του Νόμου 112(Ι)/2004 από το Άρθρο 4 του Νόμου 112(Ι)/
- Ο Κατηγορούμενος, πρόβαλε την θέση, βασιζόμενος ουσιαστικά στον δικαστικό λόγο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, εφόσον παραλείψεις, κατά την άποψη του, της Αστυνομίας κατά την διερεύνηση των επίδικων περιστατικών, τις οποίες και επισήμανε, οδήγησαν τον Κατήγορο να παραλείψει στο να προσαγάγει στο Δικαστήριο ουσιώδη μαρτυρία που θα μπορούσε να έχει στην διάθεση του. Δεν συμφωνώ με την θέση αυτή του Κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα και με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Smache v Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2010)2 Α.Α.Δ. 378, η αποδοχή της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, στο βαθμό που αφορά το κατηγορητήριο και τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί, δεν αφήνει κανένα κενό στην υπόθεση του Κατήγορου ώστε να μπορεί να γίνεται βάσιμα λόγος για εφαρμογή των αρχών που τέθηκαν στην υπόθεση Πέγκερος ν Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143. 48. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος: (
- i)κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται στα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 2, 4 και 6 στο κατηγορητήριο, και σε σχέση με τις κατηγορίες 5 και 8, αντιστοίχως, τον καταδικάζω στα αδικήματα της επίθεσης σε πρόσωπο που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη του Άρθρου 243 του Κεφ. 154 και της κοινής επίθεσης σε πρόσωπο του Άρθρου 242 του Κεφ. 154; και (
- ii)αθωώνεται και απαλλάσσεται στα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 5, 7 και 8 στο κατηγορητήριο. 49. Προχωρώ στην διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) ________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 91Α του Κεφ. 154, προνοεί: «91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.». [ii] Το Άρθρο 280 του Κεφ. 154, προνοεί: «280. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.». [iii] Τα Άρθρα 3 και 4 του Νόμου 119(Ι)/2000, προνοούν: «3.—
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)Ανεξάρτητα από την ερμηνεία του όρου "βία" με βάση το εδάφιο
(1)στην πιο πάνω έννοια εμπίπτουν και τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 4
(2)και 5 του παρόντος Νόμου ως επίσης και το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 147 του Ποινικού Κώδικα.
(3)Πράξη ή συμπεριφορά η οποία συνιστά βία, με βάση τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου αυτού, ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174, 175 και 177 του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ' αυτό ψυχική βλάβη. Η εν λόγω πράξη ή συμπεριφορά συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με βάση το εδάφιο
(4)του άρθρου αυτού.
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές. 4.—
(1)Όταν τα αδικήματα που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του πιο κάτω εδαφίου
(2)διαπράττονται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου μέλους, αυτά θεωρούνται, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, αυξημένης σοβαρότητας και το Δικαστήριο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατηγορία βασίζεται στα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που αναφέρονται στη δεύτερη στήλη του εδαφίου
(2)δύναται να επιβάλει τις αυξημένες ποινές που προβλέπονται στην τρίτη στήλη του ίδιου εδαφίου αντί τις ποινές που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα του Ποινικού Κώδικα.
(2)Τα αδικήματα στα oπoία αvαφέρεται τo εδάφιo
(1)είvαι τα εξής: Αδικήματα Άρθρο Ποινή (α) Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας. 151 Η φυλάκιση αυξάνεται από δύο σε πέντε χρόνια. (β) Άσεμνη επίθεση εναντίον άντρα. 152 Η φυλάκιση αυξάνεται από δύο σε πέντε χρόνια. (γ) Διαφθορά νεαρής γυναίκας ηλικίας κάτω των δεκατριών χρόνων. 153
(1)Ισόβια φυλάκιση (η ποινή παραμένει ως έχει). (δ) Απόπειρα διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας κάτω των δεκατριών χρόνων. 153
(2)Η φυλάκιση αυξάνεται από τρία σε επτά χρόνια. (ε) Διαφθορά νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρόνων μέχρι δεκαέξι. 154 Η φυλάκιση αυξάνεται από δύο σε δέκα χρόνια. (στ) Διαφθορά γυναίκας με νοητική ή/και ψυχική αναπηρία. 155 Η φυλάκιση αυξάνεται από δύο σε δώδεκα χρόνια. (ζ) Συνουσία μεταξύ αρρένων. 171 Η φυλάκιση αυξάνεται από πέντε σε δέκα χρόνια. (η) Συνουσία διά βίας. 172 Η φυλάκιση αυξάνεται από δεκατέσσερα χρόνια σε ισόβια φυλάκιση. (θ) Απόπειρες. 173
(2)Η φυλάκιση αυξάνεται από επτά σε δέκα χρόνια. (ι) Βαριά σωματική βλάβη. 231 Η φυλάκιση αυξάνεται από επτά σε δέκα χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. (ια) Τραυματισμός και ανάλογες πράξεις. 234 Η φυλάκιση αυξάνεται από τρία σε πέντε χρόνια. (Φ) Κοινή επίθεση. 242 Η φυλάκιση αυξάνεται από ένα σε δύο χρόνια ή επιβάλλεται η προβλεπόμενη χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. ». [iv] Το Άρθρο 324
(1)του Κεφ. 154, προνοεί: «324.-
(1)Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: .». [v] Το Άρθρο 149
(6)(β) του Νόμου 112
(1)/2004, προνοεί: «
(6)Πρόσωπο το οποίο- . (β) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο, μήνυμα, το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή/και χρησιμοποιεί επίμονα για τον πιο πάνω σκοπό δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700).». [vi] Βλ. πιο πάνω στην υποσημείωση τέλους iii. [vii] Σημειώνεται, ότι, ο Κατηγορούμενος, αρχικά, αντιμετώπιζε και το αδίκημα της αρπαγής ή απαγωγής προσώπου, βάσει του Άρθρου 250 του Κεφ. 154, που περιλήφθηκε στο κατηγορητήριο με την κατηγορία με αρ. 1, στο οποίο, μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του Κατήγορου, δεν κλήθηκε από το Δικαστήριο σε απολογία και αθωώθηκε και απαλλάχθηκε, για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/12/2020. Και περαιτέρω, ότι, στον Κατηγορούμενο, επιπρόσθετα, προσάφθηκε από τον Κατήγορο και το προαναφερόμενο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, βάσει του Άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154, που περιλήφθηκε στο κατηγορητήριο με την κατηγορία με αρ. 3, στο οποίο, όταν κατηγορήθηκε, δήλωσε την παραδοχή του. [viii] Δηλαδή, όπως εξέφρασε και η ίδια η Παραπονούμενη σε κάποια σημεία της εξέτασης της κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της. [ix] Για να αποκαταστήσει αυτή την ζημιά, κάτι το οποίο έπραξε σε μεταγενέστερο στάδιο, πλήρωσε, σε τεχνίτη κατασκευών αλουμινίου, €200. [x] Βλ. Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 34/2017, 18/09/2019. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο