← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης: 9283/17, 23/4/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Φιλίππου, Αρ. Υπόθεσης: 9283/17, 23/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 9283/17 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. ΧΧΧΧΧΧ Φιλίππου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23/04/2021 Για Κατηγορούσα Αρχή: Κα Α. Μιχαήλ Για κατηγορούμενο: Κος Στ. Παπαθεοδώρου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ A. Τα επίδικα θέματα Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 9 Ιανουαρίου 2017 παράνομα εισήλθε εντός του διαμερίσματος του ΧΧΧΧΧΧ Μαρτούδη που βρίσκεται στην οδό XXXXX 41-43 με σκοπό την ενόχληση, κατά παράβαση του Άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Αντί σύνοψης της υπόθεσης, παραθέτω τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα μεταξύ των μερών. Ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο Εμπορικός Διευθυντής του ομίλου εταιρειών Tofarco. Το διαμέρισμα 55 που βρίσκεται σε πολυκατοικία στην οδό ΧΧΧΧΧΧ ΧΧΧΧΧΧ στη Λευκωσία είναι ιδιοκτησία της Tofarco. Ο παραπονούμενος, ΧΧΧΧΧΧ Μαρτούδης, ενοικίασε το επίδικο διαμέρισμα όχι από την Tofarco αλλά από κάποιον ΧΧΧΧΧΧ Ιωάννου, ο οποίος είχε συμβόλαιο με την Tofarco για να υπενοικιάζει τα διαμερίσματά της σε τρίτους. Ένας από αυτούς ήταν και ο παραπονούμενος. Λίγους μήνες πριν τα επίδικα γεγονότα ο Ιωάννου απεβίωσε ξαφνικά. Η προφορική συμφωνία που αναφέρει ο παραπονούμενος ότι είχε για ενοικίαση του διαμερίσματος από τον Ιωάννου έληγε στο τέλος του
  2. Η Tofarco, μέσω του κατηγορούμενου, προσπάθησε να ανακτήσει κατοχή του επίδικου διαμερίσματος στις 09/01/2017 σπάζοντας την κλειδαριά της εξώπορτας, κατά τρόπο που η εξώπορτα καταστράφηκε ολοκληρωτικά και έπρεπε να αφαιρεθεί τελείως. Ο κατηγορούμενος μαζί με δύο άλλους υπαλλήλους της Tofarcο έβαλαν ολόκληρη την κινητή περιουσία του παραπονούμενου που βρήκαν εντός του διαμερίσματος σε κιβώτια. Η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι: 1) ο παραπονούμενος ουδέποτε είχε νόμιμα την κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος και 2) η είσοδος του κατηγορούμενου, με οδηγίες της Tofarco, δεν διενεργήθηκε με σκοπό την όχληση του παραπονούμενου αλλά την ανάκτηση κατοχής του διαμερίσματος. Αντιθέτως, συνεχίζει η εισήγηση, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βεβαιώθηκε πως όλα τα πράγματα του παραπονούμενου θα ήταν διαθέσιμα προς αυτόν, είναι ένδειξη ότι ο σκοπός του δεν ήταν να τον οχλήσει. Σε αντίθεση των πιο πάνω, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν πως ο σκοπός ενόχλησης του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο προκύπτει μόνο και μόνο από το γεγονός ότι, αυτός με τη συνδρομή άλλων υπαλλήλων της Tofarco έσπασαν και αφαίρεσαν τελείως την πόρτα του διαμερίσματος, ώστε να μην μπορεί να διαμείνει πια ο παραπονούμενος εκεί και για να διασφαλίσουν ότι θα αναλάμβαναν την κατοχή του πάση θυσία. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Μαρτυρία στην υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή έδωσε ο παραπονούμενος, ενώ η κατάθεση του Αστυνομικού XXXXX, Κ. Κυριάκου, που διερεύνησε την υπόθεση, κατατέθηκε ως παραδεκτό μεταξύ των μερών Τεκμήριο
  1. Για την Υπεράσπιση μαρτύρησε ενόρκως ο κατηγορούμενος. Τα μόνα πρωτογενή γεγονότα που προκύπτουν από το παραδεκτό Τεκμήριο 4, τα οποία καθίστανται αυτόματα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι ότι στις 12/01/2017 ο Αστυνομικός XXXXX, Κ. Κυριάκου, με γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου ερεύνησε τον χώρο της επίδικης πολυκατοικίας. Στο ισόγειο ο κατηγορούμενος του υπέδειξε τρία χαρτοκιβώτια και μία ταξιδιωτική βαλίτσα, τα οποία ανέφερε ότι είναι περιουσία του παραπονούμενου. Τα μετέφερε στον σταθμό και αφού ο παραπονούμενος τα έλεγξε και ικανοποιήθηκε ότι ήταν σωστά, τα παρέλαβε την ίδια μέρα. Έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς και αυτός ανέφερε ''δεν παραδέχομαι, τα υπόλοιπα θα τα πω στο Δικαστήριο.'' Ο παραπονούμενος έδωσε δύο καταθέσεις στην Αστυνομία. Η μία στις 21/11/2016, Τεκμήριο 1 και η άλλη στις 10/01/2017, Τεκμήριο 2, η πρώτη πριν την επίδικη ημερομηνία και η δεύτερη αμέσως μετά. Αυτή η λεπτομέρεια έχει τη σημασία της, ως θα διαφανεί κατωτέρω. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 1, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι πρόσφατα έμαθε πως το επίδικο διαμέρισμα ήταν ιδιοκτησία της Tofarco. Μετακόμισε σ' αυτό περίπου 4 μήνες πριν τον Νοέμβριο του 2016 και το έκλεισε μέχρι το τέλος του
  2. Προπλήρωσε τον Ιωάννου €1.800, τα οποία αντιστοιχούσαν σε ενοίκια 6 μηνών. Δεν υπόγραψε γραπτό συμβόλαιο, αλλά ο Ιωάννου του έδωσε μία απόδειξη. Όταν ο παραπονούμενος την προσκόμισε στο γραφείο για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (στο εξής « ΕΕΕ») με σκοπό να καταχωρήσει αίτηση επιδότησης ενοικίου, του ανέφεραν ότι απαιτείται γραπτό συμβόλαιο και επ' ονόματί του λογαριασμός της ΑΗΚ. Αυτό το ανέφερε στον Ιωάννου, ο οποίος ανέλαβε να συντάξει γραπτό συμβόλαιο. Αυτό ποτέ δεν έγινε, διότι απεβίωσε λίγο αργότερα αναπάντεχα. Μετά τον θάνατο του Ιωάννου τον πήρε υπάλληλος της Tofarco και του ζήτησε να εγκαταλείψει το διαμέρισμα. Του εξήγησε ότι έχει ήδη προπληρώσει 6 μήνες ενοίκια μέχρι και το τέλος του 2016 στον Ιωάννου και ότι δεν θα φύγει. Ζήτησε επιστροφή των χρημάτων του ή να του βρουν άλλο διαμέρισμα. Του πρότειναν να πάει στον 7ο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας όπου υπήρχε ελεύθερο ένα μονάρι. Αυτός δέχτηκε, αλλά τελικά έκανε πίσω η διεύθυνση της Tofarco. Μερικές μέρες αργότερα υπάλληλος της Tofarco στην παρουσία του δικηγόρου της και του κοινοτάρχη, άλλαξαν τις κλειδαριές στο διαμέρισμά και θυροκόλλησαν επιστολή, η οποία αναφέρει: «Έχουμε αντιληφθεί ότι καταπατάτε παράνομα την περιουσία της εταιρείας μας, τοποθετώντας προσωπικά σας αντικείμενα εντός του διαμερίσματος 55, χωρίς την άδεια της διεύθυνσης ή εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της εταιρείας''. Ως πρώτο μέτρο έχουμε προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία και κατά δεύτερο έχουμε αλλάξει κλειδαριά. Παρακαλούμε όπως επικοινωνήσετε με τον υπεύθυνο για το κτήριο στο τηλέφωνο XXXXX00 ώστε να σας δοθεί πρόσβαση για να αφαιρέσετε τα προσωπικά σας αντικείμενα.» (Συνημμένη στην κατάθεση του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 21/11/2016). Συνεχίζει ο παραπονούμενος στην πρώτη του κατάθεσή του ότι έχει προβλήματα υγείας, δεν εργάζεται και η αναστάτωσή του από τα εν λόγω γεγονότα του προκάλεσε επιπρόσθετα προβλήματα υγείας. Στη δεύτερή του κατάθεση, ημερομηνίας 10/01/2017 ο παραπονούμενος αναφέρει ότι, μετά τα πιο πάνω γεγονότα άλλαξε την κλειδαριά του επίδικου διαμερίσματος και συνέχισε να μένει μέσα. Ισχυρίστηκε ότι του έκοψαν το ρεύμα και το νερό, ως πίεση για να αποχωρήσει. Στις 09/01/2017 και περί ώρα 3:30 πήγε να κοιμηθεί και είδε την πόρτα του διαμερίσματός του να λείπει εντελώς. Κάλεσε την Αστυνομία και διαπίστωσε ότι του πήραν όλα του τα πράγματα. Είχε χρυσαφικά, φάρμακα, ιατρικό εξοπλισμό, προσωπικό υπολογιστή, ρούχα, ρολόγια και κλινοσκεπάσματα μεγάλης αξίας. Πιστεύει ότι η πράξη αυτή έγινε με οδηγίες της Tofarco. Ο κατηγορούμενος έδωσε και αυτός δύο καταθέσεις στην Αστυνομία. Η μία, Τεκμήριο 5, είναι ημερομηνίας 21/11/2016 και η άλλη, Τεκμήριο 6, είναι ημερομηνίας 12/01/2017, πριν και μετά την επίδικη ημερομηνία αντίστοιχα. Στην πρώτη του κατάθεση ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι, η Tofarco είχε ενοικιάσει σε εταιρεία που μοναδικό διευθυντή είχε τον Ευριπίδη Ιωάννου συνολικά 12 διαμερίσματα με σκοπό αυτός να τα υπενοικιάζει. Όταν ο Ιωάννου απεβίωσε τα κλειδιά των διαμερισμάτων τους παραδόθηκαν από κάποιον υπάλληλο του, πλην του επίδικου διαμερίσματος. Υπάλληλος της εταιρείας επικοινώνησε με τον παραπονούμενο, ο οποίος του ανέφερε πως είχε συμφωνία ενοικίασης με τον αποθανόντα. Κατόπιν συνάντησης που οι εμπλεκόμενοι είχαν στα γραφεία της Tofarco, παρουσία και του ιδιοκτήτη της εταιρείας, ο παραπονούμενος παραδέχθηκε πως δεν είχε γραπτό συμβόλαιο, αλλά προπλήρωσε κάποια ενοίκια χωρίς να έχει στην κατοχή του αποδείξεις. Η συμφωνία του με τον Ιωάννου ήταν μέχρι τέλος Δεκεμβρίου του
  3. Του πρότειναν να του ενοικιάσουν άλλο διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία πιο μικρό και με 30% έκπτωση, νοουμένου ότι θα πλήρωνε μηνιαίο ενοίκιο €250 και θα έβρισκε εγγυητή. Αυτός είπε πως δεν είχε εγγυητή, ήταν άνεργος και θα έκανε αίτηση για ΕΕΕ. Η Tofarco αρνήθηκε να ενοικιάσει χωρίς εγγυητή. Τότε ο παραπονούμενος άρχισε να βρίζει στην παρουσία του Γενικού Διευθυντή της εταιρείας, λέγοντας ότι δεν πρόκειται να φύγει μέχρι το τέλος του χρόνου. Η Tofarco συμβουλεύτηκε τον δικηγόρο της, ο οποίος τους συμβούλευσε να μην μπουν μέσα στο διαμέρισμα ούτε να πειράξουν τα πράγματα του παραπονούμενου, αλλά να αλλάξουν κλειδαριά και να θυροκολλήσουν σχετική ειδοποίηση στην πόρτα, ώστε να μπορεί να παραλάβει την περιουσία του. Η αλλαγή της κλειδαριάς έγινε στις 16/11/2016 το πρωί. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο κατηγορούμενος έλαβε τηλεφώνημα από Λοχία του κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας, ο οποίος του ανέφερε ότι αυτό που έκανε ήταν παράνομο. Με οδηγίες του εν λόγω Λοχία, ο παραπονούμενος άλλαξε την κλειδαριά που έβαλε η Tofarco και συνεχίζει να διαμένει κανονικά εντός του διαμερίσματος. Η Tofarco επιθυμεί την έξωση του παραπονούμενου από το διαμέρισμα που είναι δικής της ιδιοκτησίας και το χρειάζεται για να το ενοικιάσει. Εντός του πρώτου δεκαημέρου του Οκτωβρίου η ΑΗΚ αυτόβουλα διέκοψε την ηλεκτρική παροχή σε όλα τα διαμερίσματα που ενοικίαζε ο Ιωάννου από την Tofarco, διότι ο Ιωάννου όφειλε αρκετές χιλιάδες στην ΑΗΚ. Μετά από τα επίδικα γεγονότα ο κατηγορούμενος έδωσε και δεύτερή κατάθεση, στην οποία αναφέρει ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος ανέφερε ότι θα έφευγε ως το τέλος του 2016 από το διαμέρισμα και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να επικοινωνήσουν μαζί του τηλεφωνικώς. Αφού επισκέφθηκε τέσσερις φορές το διαμέρισμα σε διαφορετικές ημερομηνίες του Γενάρη του 2017 χωρίς να τον εντοπίσει, θεώρησε ότι αυτός έφυγε από το διαμέρισμα. Τότε στις 09/01/2017, ο ίδιος μαζί με κάποιο Πιτυρή, μηχανικό της Tofarco και τον καθαριστή της πολυκατοικίας, έσπασαν την πόρτα του επίδικου διαμερίσματος και διαπίστωσαν ότι μέσα υπήρχαν προσωπικά αντικείμενα και ρουχισμός του παραπονούμενου. Τότε έβαλαν όλα τα πράγματα σε χάρτινα κιβώτια και μία βαλίτσα ταξιδιού, τα σφράγισαν και τα μετέφεραν στην αποθήκη του κτηρίου. Στις 12/01/2017 παραδόθηκαν στην Αστυνομία. Η πόρτα υπέστη ζημιά και πετάχτηκε. Κάποια φάρμακα, τα οποία βρέθηκαν στο διαμέρισμα, παραδόθηκαν την επόμενη μέρα στην Αστυνομία για εντοπισμό τους από τον ιδιοκτήτη τους και παράδοση σ' αυτόν. Ο κατηγορούμενος για σκοπούς κυρίως εξέτασής του στο Δικαστήριο καταχώρησε γραπτή δήλωση, στην οποία πέραν από τα αναφερόμενα στις καταθέσεις του αναφέρει και εξειδικεύει τα ακόλουθα: Η Tofarco δεν είχε καμία ανάμειξη στη διακοπή του ρεύματος στο επίδικο διαμέρισμα, όπως της αποδίδεται από τον παραπονούμενο, αφού αυτό έγινε από την ίδια την ΑΗΚ λόγω απλήρωτων λογαριασμών του Ιωάννου. Ανέφερε ξανά ότι ο παραπονούμενος δεν είχε ούτε συμβόλαιο με τον Ιωάννου και ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής. Σε μία από τις συναντήσεις του με την Tofarco ο παραπονούμενος είπε στον Γενικό Διευθυντή της εταιρείας να προσέχει διότι ήταν φυλακή, έχει ψυχολογικά προβλήματα και να μην τον πιέζει. Μετά τις 16/11/2016 που η Tofarco άλλαξε για πρώτη φορά την κλειδαριά του επίδικου διαμερίσματος, ο κατηγορούμενος ρώτησε την Αστυνομία αν είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν νερό στο διαμέρισμα από τη στιγμή που ο μετρητής ήταν στο όνομα της Tofarco και η Αστυνομία τους είπε όχι. Έτσι έκοψαν την παροχή νερού σ' αυτό εντός του τελευταίου δεκαημέρου του μηνός Νοεμβρίου του
  4. Έκτοτε δεν υπήρξε επικοινωνία μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου του 2016 που ο παραπονούμενος ενημέρωσε υπάλληλο της Tofarco ότι έχει βρει μίαν άλλη διευθέτηση και θα φύγει. Από την όλη εχθρική συμπεριφορά του παραπονούμενου προς τους υπαλλήλους της Tofarco και την υπόσχεσή του ότι θα έφευγε στο τέλος του 2016 θεώρησαν ότι εγκατάλειψε το διαμέρισμα χωρίς να τους παραδώσει τα κλειδιά. Με σκοπό την ανάκτηση της κατοχής του διαμερίσματος και θεωρώντας πως είχε εγκαταλειφθεί αφού δεν υπήρχε ούτε παροχή νερού, ούτε ηλεκτρισμού έσπασαν την επίδικη μέρα την κλειδαριά προκαλώντας άθελά τους ζημιά στην πόρτα, η οποία έπρεπε να αλλαχθεί. Την κινητή περιουσία που βρήκαν μέσα τη φύλαξαν στα κιβώτια ώστε να ανακτηθεί από τον νόμιμο δικαιούχο της. Το ίδιο βράδυ μετά από μεταμεσονύκτιο τηλεφώνημα της Αστυνομίας παραδόθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού μια τσάντα με όλα τα φάρμακα που είχαν βρεθεί στο διαμέρισμα. Ο κατηγορούμενος ήταν σαφής στις απαντήσεις του, χωρίς τάση υπεκφυγής. Θυμόταν με ιδιαίτερη λεπτομέρεια τα γεγονότα ακριβώς όπως συνέβηκαν και δεν έδειξε διάθεση παράθεσης γεγονότων άλλων από τα πραγματικά. Όπου του ζητούνταν κατά την αντεξέταση περισσότερες λεπτομέρειες τις έδιδε και αυτές συνήδαν με τα αρχικά του λεγόμενα και καταθέσεις. Εξήγησε πως είχε οδηγίες από την Tofarco να λάβει κατοχή του διαμερίσματος και το έπραξε με τον τρόπο που περιέγραψε. Όχι γιατί η Tofarco δεν θα μπορούσε να κινήσει διαδικασία έξωσης του παραπονούμενου, διαδικασία την οποία χρησιμοποίησε πολλές φορές για ενοικιαστές της, αλλά γιατί η Tofarco θεώρησε ότι ο παραπονούμενος το είχε εγκαταλείψει. Δεν είχε ρεύμα, δεν είχε νερό, δεν απαντούσε στις κλήσεις, ο ίδιος ο παραπονούμενος είπε ότι η συμφωνία του με τον Ιωάννου ήταν μέχρι το τέλος του 2019 και δεν έδειξε διάθεση διακανονισμού. Αντιθέτως έβριζε και προσπάθησε ετσιθελικά να μείνει, αλλάζοντας την κλειδαριά του επίδικου διαμερίσματος τον Νοέμβριο του
  5. Σε υποβολή της Κατηγορούσας Αρχής ότι παράνομα εισήλθε εντός του επίδικου διαμερίσματος, ενώ έπρεπε να κινηθεί δικαστικά για να αναλάβει κατοχή, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι αν γνώριζαν θετικά ότι ο παραπονούμενος ήταν ακόμη μέσα στο διαμέρισμα θα κινούνταν με άλλες διαδικασίες. Θεωρώ τον κατηγορούμενο ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα και προβαίνω σε ευρήματα ως η μαρτυρία του. Αντιθέτως, ο παραπονούμενος δεν μου άφησε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Είχε μία τάση να υπερβάλλει και διακατεχόταν από σαφώς εχθρική διάθεση εναντίον της Tofarco. Η μαρτυρία του δεν συνάδει με τη λοιπή αξιόπιστη και παραδεχτή μαρτυρία στην υπόθεση. Υπέπεσε, δε, σε σοβαρές αντιφάσεις. Ενώ ο κατηγορούμενος είπε ότι τα φάρμακα του παραπονούμενου παραδόθηκαν στον ίδιο μέσω της Αστυνομίας Λυκαβηττού την επίδικη μέρα, αρχικά αυτός είπε ότι δεν παρέλαβε τη σακούλα, μετά ότι την παρέλαβε και ''ήταν ούλλα πεταξούμενα μέσα'' και μετά είπε ότι είχε και ενέσεις χαλασμένες αφού την παρέλαβε 15 μέρες αργότερα. Έδωσε δηλαδή 3 διαφορετικές εκδοχές για τα φάρμακα. Επίσης θεώρησε ότι η Tofarco άδικα δεν του έδωσε δικαίωμα επαναδιαπραγμάτευσης για το επίδικο διαμέρισμα, ενώ σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του κατηγορούμενου αυτό συνέβη, αλλά δεν είχε εγγυητή να προσφέρει ώστε η Tofarco να του ενοικιάσει άλλο διαμέρισμα στην επίδικη πολυκατοικία. Ενώ σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός, Τεκμήριο 4, τα χαρτοκιβώτια και η βαλίτσα με τα προσωπικά αντικείμενα του παραπονούμενου παραλήφθηκαν από την Αστυνομία στις 12/01/2017 και την ίδια μέρα ο παραπονούμενος τα έλεγξε ότι ήταν σωστά και τα παρέλαβε, στην μαρτυρία του στο Δικαστήριο είπε ότι ήταν χωρίς ρούχα για μια εβδομάδα. Η τάση του για υπερβολή επιμαρτυρείται και από την εξής του τοποθέτηση: ''το bullying που δέχτηκα εγώ δεν το δέχτηκε κανένας μέσα στην Κυπριακή Δημοκρατία.'' Μίλησε μάλιστα για «ληστεία» του επίδικου διαμερίσματος από την Tofarco, ενώ τα γεγονότα δεν δίνουν έρεισμα σε τέτοιο συμπέρασμα. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Παρόλο, λοιπόν, που ο παραπονούμενος κρίθηκε αναξιόπιστος, τα επίδικα γεγονότα προκύπτουν σαφώς μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Επί αυτών, τα οποία κατέστησαν ευρήματα Δικαστηρίου, προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Γ. Νομική πτυχή Το Άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, που είναι η νομική βάση της κατηγορίας, προνοεί ως εξής: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». (έμφαση δική μου) Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, όπως περιορίστηκαν από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 1, είναι:
  6. Όποιος εισέρχεται
  7. σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου
  8. με σκοπό την όχλησης του κατόχου της, ή
  9. εισέρχεται νόμιμα αλλά παραμένει παράνομα,
  10. με σκοπό την όχληση του κατόχου της, διαπράττει αδίκημα. Για την ερμηνεία του όρου «κατοχή» δεν παρέχεται καθοδήγηση από το Άρθρο 4 του Κεφ. 154, αφού αυτό αναφέρεται ξεκάθαρα για την κατοχή κινητής περιουσίας[1]. Σύμφωνα με την Andreas Elia Lambides v. The Police
(1967)2 ΑΑΔ 142 η πρόθεση για διάπραξη αδικήματος ή όχλησης του κατόχου της περιουσίας πρέπει να αποτελεί την πραγματική και κυρίαρχη πρόθεση του κατηγορούμενου κατά το χρόνο που αυτός εισήλθε ή αποφάσισε να μείνει στο ακίνητο. Στην Lamdibes ο Εφεσείων, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι εισήλθε παράνομα σε ξένη περιουσία με σκοπό να οχλήσει 16χρονη κοπέλα που διέμενε εκεί, εισηγήθηκε ότι η είσοδός του ήταν νόμιμη διότι ήθελε απλώς την συμβουλεύσει να μην φλερτάρει με αγόρια. Το Εφετείο σημείωσε ότι, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, η κυριαρχούσα πρόθεση ("predominant intention") του Εφεσείοντα κατά την είσοδό του ήταν να φλερτάρει με την παραπονούμενη. Έτσι, απέρριψε την εισήγηση και επικύρωσε την πρωτόδικη καταδίκη. H Lamdibes εισήξε και στο Κυπριακό δίκαιο τις έννοιες της κυριαρχούσας και της δευτερεύουσας πρόθεσης κατά τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος, όπως ισχύει και στην Ινδία για το πανομοιότυπο αδίκημα του άρθρου 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα (βλ. The Penal Law of India, Gour, 9th Ed. Volume IV, page 3576-93 μέχρι 96). Στη Χριστάκη Ανδρέου Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1)1999, 2 Α.Α.Δ 404, όπου επίδικο ήταν το άρθρο 280 του Κεφ. 154 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η πρόθεση όχλησης αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος (Protopapas, πιο πάνω). Σύμφωνα με καλώς θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης (Βλ. Stavrinou v. Republic
(1969)2 C.L.R. 97, 104, Pefkos v. Police
(1961)C.L.R. 340, Katelaris v. Police
(1980)2 C.L.R. 230, Eracleous v. Police
(1972)2 C.L.R. 102, R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128 και Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, 262). Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. (Georghiades, πιο πάνω, σελ. 133). Την ίδια προσέγγιση βρίσκουμε και στο "The Penal Law of India" by Dr. Sir Harri Singh Gour 9th ed., Vol. IV, σελ. 3576-113 σε σχέση με την έννοια του όρου "intent to annoy" στο άρθρο 441 του Ινδικού Ποινικού Κώδικα, το λεκτικό του οποίου είναι ταυτόσημο με το δικό μας άρθρο 280. Την παραθέτουμε: "... direct evidence of intention can hardly ever be produced and the intention has in most cases to be inferred from the circumstances. There is a well-known presumption that every man intends the probable consequence of his act. The presumption is rebuttable, but if it is not rebutted it will stand. The annoyance which is spoken of in Sec. 41, I.P.C., is not intended to be instantaneous. It may happen subsequently." Το Εφετείο κατέληξε ότι, αφού ο εφεσείων γνώριζε τα άτομα που κατοικούσαν στο επίδικο διαμέρισμα, αλλά επέλεξε να εισέλθει σε αυτό από την μπαλκονόπορτα, κατά τη διάρκεια της νύκτας και επιδιώκοντας να το ερευνήσει, είχε σαφώς πρόθεση όχλησης στους ενοίκους και η καταδίκη επικυρώθηκε. Εν προκειμένω, η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη και προσπάθησε να αναλάβει κατοχή από τον παραπονούμενο, τον οποίο θεωρούσε επεμβασία. Σύμφωνα με την Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ 354 το Άρθρο 280 του Κεφ. 154 δεν σκοπεί να προστατεύσει τον ιδιοκτήτη, αλλά τον κάτοχο της περιουσίας. Εκεί βεβαίως οι παραπονούμενοι ήταν κάτοχοι και αυτή τους η ιδιότητα δεν αμφισβητήθηκε. Στην ινδική υπόθεση Marotrao Ganpatrao Jadhau v. Stats A.I.R. 1960 Bom. 481 αναφέρθηκε ότι όπου υπάρχει διαφορά μεταξύ του ιδιοκτήτη της περιουσίας και κάποιου τρίτου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι ενοικιαστής, η πρόθεση του ιδιοκτήτη δύναται να κριθεί ως εγωιστική, αλλά όχι ποινική. Σε αυτή την περίπτωση, η παράνομη είσοδος μπορεί να είναι αστικής, αλλά όχι ποινικής φύσεως( βλ. The Penal Law of India, Gour, 9th Ed. Volume IV, σελ. 3576-74). Περαιτέρω, στην απόφαση του Ανακτοσυβουλίου Sinnasamy v. The King 52 Cr. L. J. 173(P.C.) λέχθηκαν τα εξής: « Entry upon land, made under a bona fide claim of right, however ill founded in law may be, does not become criminal merely because a foreseen consequence of the entry is annoyance to the occupant. To establish criminal trespass the prosecution must prove that the real or dominant intent of the entry was to commit an offence or to insult, intimidate or annoy the occupant and that any claim of right was a mere cloak to cover the real intent, or at any rate constituted no more than a subsidiary intent" Στην υπόθεση Lambides (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε και υιοθέτησε την απόφαση του Privy Council (σε υπόθεση της Κεϋλάνης (ως λεγόταν τότε) Sinnasamy Selvanayagam v. R.
(1951)A.C. 83, P.C., στην οποία εξετάστηκε το πανομοιότυπο αδίκημα της εγκληματικής επέμβασης του Άρθρου 427 του Ποινικού Κώδικα της Κεϋλάνης. Στην εν λόγω απόφαση τονίστηκαν τα εξής, Το Ανακτοσυμβούλιο τόνισε τα εξής: «Even if the appellant did anticipate that (the Superintendent) would be annoyed, it is perfectly clear from his evidence that his dominant intention was to remain on the estate where he and his family had lived for generations and not to find himself homeless. Entry upon land, made under a bona fide claim of right, however ill-founded in law that claim may be, does not become criminal merely because a foreseen consequence of the entry is annoyance to the occupant". Θεωρώ ότι η κατοχή που αναφέρεται στο άρθρο 280 του Κεφ. 154 δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από νόμιμη κατοχή. Η είσοδος σε περιουσία για την άσκηση καλόπιστου δικαιώματος σε αυτή, μπορεί όχι μόνο να λειτουργήσει ως καλή υπεράσπιση όταν εγερθεί ρητά από την πλευρά του κατηγορούμενου, αλλά και ως αποδυνάμωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, όταν δεν εγερθεί ρητά, αλλά προκύπτει σαφώς από τα γεγονότα που άκουσε το Δικαστήριο (The Penal Law of India, Gour, 9th Ed. Volume IV, page 3576-100 μέχρι 102). Εν προκειμένω ισχύει το δεύτερο. Προκύπτει από τα ενώπιον μου γεγονότα ότι: Το διαμέρισμα ήταν, αδιμφισβήτητα, ιδιοκτησία της Tofarco. H Tofarco ξεκάθαρα δεν έδωσε άδεια (licence) στον παραπονούμενο να χρησιμοποιεί το επίδικο διαμέρισμα. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τα ευρήματά μου, σε κάθε δοθείσα ευκαιρία ενεργούσε ως αδιαμφισβήτητη ιδιοκτήτης του διαμερίσματος. Η προφορική συμφωνία του παραπονούμενου με τον Ιωάννου - σύμφωνα με παραδοχή του πρώτου- έληγε στο τέλος του 2016. Άρα, κατά τον επίδικο χρόνο εν ισχύ συμφωνία ενοικίασης μεταξύ Ιωάννου και παραπονούμενου δεν υπήρχε. Έπεται πως η Tofarco, η οποία ενοικίασε το επίδικο διαμέρισμα στον Ιωάννου προς υπενοικίαση, δεν δεσμευόταν από οποιαδήποτε συμφωνία με τον παραπονούμενο από την 1/1/2017 και εντεύθεν. Δεν δόθηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο παραπονούμενος ενέπιπτε εντός του περί Ενοικιοστασίου Νόμου, Ν. 23/83ως θέσμιος ενοικιαστής, ώστε να δύναται να παραμείνει στο επίδικο διαμέρισμα υπό αυτή του την ιδιότητα. Επομένως, στη βάση όλων των πιο πάνω ο παραπονούμενος δεν κατείχε νόμιμα το επίδικο διαμέρισμα. Έπεται ότι ο κατηγορούμενος, υπό την ιδιότητά του ως Εμπορικός Διευθυντής της Tofarco, εύλογα θεωρούσε ότι είχε καλή τη πίστη δικαίωμα επί του επίδικου διαμερίσματος. Επιπλέον, κρίνω ότι η πρόθεσή του κατηγορούμενου κατά την είσοδό του στο επίδικο διαμέρισμα ήταν να αναλάβει κατοχή και όχι να οχλήσει τον παραπονούμενο. Επομένως, η κυριαρχούσα πρόθεσή του (για να χρησιμοποιήσω την έκφραση της Lambides) κατά την είσοδο δεν ήταν η όχληση, ασχέτως εάν αυτή τελικά προκλήθηκε. Πριν ολοκληρώσω οφείλω να αναφέρω και το εξής. Εάν ο παραπονούμενος κατείχε νόμιμα το επίδικο διαμέρισμα, τότε ακόμα και αν κυριαρχούσα πρόθεσή του κατηγορούμενου κατά την είσοδο ήταν η ανάληψη κατοχής, ενδεχομένως να καταδικαζόταν, αφού αδιαφόρησε για την όχληση που προκάλεσε η μεταγενέστερη ενέργεια του να φυλάξει τα πράγματα του παραπονούμενου σε κιβώτια. Επαναλαμβάνω, ότι δεν είναι σχήμα οξύμωρο εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη να κριθεί ένοχος για ποινική όχληση κατόχου της δικής του περιουσίας, διότι το άρθρο 280 προστατεύει τον νόμιμο κάτοχο και όχι τον ιδιοκτήτη. Αν ιδιοκτήτης ακινήτου δεν μπορούσε ποτέ, ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, να κριθεί ένοχος σε αυτό το αδίκημα, τότε οποιοσδήποτε ιδιοκτήτης θα μπορούσε να εισέλθει ανενόχλητος και να αναλάβει κατοχή από το νόμιμο κάτοχο της, χωρίς κυρώσεις. Τούτο, βέβαια, δεν ισχύει. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] "κατοχή" - (α) "να κατέχει" ή "να έχει στην κατοχή" περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλ' επίσης και το να έχει σε γνώση του ότι είναι στην πραγματική κατοχή ή τη φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή το να φυλάγει σε οποιοδήποτε χώρο (είτε αυτός ανήκει στον ίδιο ή κατέχεται από αυτό είτε όχι) για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου (β) σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, αν ένας ή περισσότερα από αυτά έχουν κάποιο πράγμα υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, το πράγμα αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.