← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΙ (ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΤΕΣ) ΛΤΔ ν. RENTSARA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2716/2015, 18/4/2021

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΙ (ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΤΕΣ) ΛΤΔ ν. RENTSARA LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2716/2015, 18/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2716/2015 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΙ (ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΤΕΣ) ΛΤΔ Παραπονούμενη εναντίον

  1. RENTSARA LIMITED, Λεωφόρος Βύρωνος 2, Λευκωσία
  2. XXXXX ΜΑΡΚΙΔΗΣ, XXXXX 2, Λευκωσία Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18.3.2021 Για την Παραπονούμενη: κ. Χρ. Χριστοδούλου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Στ. Βασιλακκάς Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 14 κατηγορίες και καθένας από τους κατηγορούμενους αντιμετωπίζει 7 κατηγορίες. Η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες με μονό αριθμό από την 1η μέχρι τη 13η και ο κατηγορούμενος 2 τις κατηγορίες με ζυγό αριθμό από τη 2η μέχρι τη 14η. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής και οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος αφορούν το αδίκημα της συνδρομής κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Τα εν λόγω αδικήματα κατά τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης φέρεται να διαπράχθηκαν κατά τους μήνες Αύγουστο μέχρι Νοέμβριο του
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας «η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2014 στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας εξέδωσε προς όφελος των παραπονούμενων την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX7723 πληρωτέα την 08/08/2014 για το ποσό των €5.000 και η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε για λόγους που αφορούν την κατηγορούμενη 1 και επιστράφηκε απλήρωτη στις 11/08/2014 με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας «ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής και/ή αξιωματούχος της πρώτης κατηγορούμενης και/ή και ως δικαιούμενος να υπογράφει επιταγές της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2014 παρείχε συνδρομή κατά την έκδοση και/ή εξέδωσε και υπέγραψε προς όφελος των παραπονούμενων στην Λευκωσία την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX7723 πληρωτέα την 08/08/2014 για το ποσό των €5.000 και η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του κατηγορουμένου 2 και επιστράφηκε απλήρωτη στις 11/08/2014 με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της». Οι λεπτομέρειες αδικήματος των υπόλοιπων επίδικων κατηγοριών είναι όμοιες με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 2 εκτός από τον αριθμό καθεμιάς από τις επίδικες επιταγές και την ημερομηνία πληρωμής της και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν. Οι 3 επιταγές που αφορούν οι κατηγορίες 1 έως 6 είναι ποσού €5.000,00 η καθεμιά, οι 2 επιταγές των κατηγοριών 7, 8, 11 και 12 ποσού €6.000,00 και οι 2 επιταγές των κατηγοριών 9, 10, 13 και 14 ποσού €9.000,00 αντίστοιχα. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε ως Μ.Κ.1 τον κ. XXXXX Πέτρου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι εκ των διευθυντών της παραπονούμενης εταιρείας. Κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του ως τεκμήριο 1 σε δέσμη τις 7 επίδικες επιταγές. Ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη ασχολείται με εκτελωνιστικές εργασίες και ότι οι επίδικες επιταγές της παραδόθηκαν από την εταιρεία M. GEO ACCESSORIES LTD. Ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιταγές αφορούν δασμούς, Φ.Π.Α. και άλλα έξοδα για εισαγωγές που έγιναν από τον πελάτη τους την εταιρεία M. GEO ACCESSORIES LTD οι οποίες τους δόθηκαν από την εν λόγω εταιρεία σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους. Ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιταγές παραχωρήθηκαν με τη σύμφωνο γνώμη του εκδότη τους στο όνομα της παραπονούμενης εταιρείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εν λόγω επιταγές όταν αρχικά παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν και στη συνέχεια η κατηγορούμενη 1 μέσω της ως άνω εταιρείας M. GEO ACCESSORIES LTD έκανε 3 πληρωμές. Αντίγραφα των εν λόγω πληρωμών κατέθεσε ως τεκμήριο
  3. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ουδέποτε μίλησε με τον κατηγορούμενο 2 ούτε και τον είχε δει στο παρελθόν. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την κατηγορούμενη 1, ουδέποτε της παρείχε υπηρεσίες και ουδέποτε είχαν μεταξύ τους οποιαδήποτε συναλλαγή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών ούτε γνώριζε τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές εκδόθηκαν. Επανέλαβε επίσης τον ισχυρισμό του ότι αυτές του παραδόθηκαν από την εταιρεία M. GEO ACCESSORIES LTD. Ισχυρίστηκε ότι το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας είναι «Ανδρέας Πέτρου και Υιοί Εκτελωνιστές Λτδ» και ότι στις επίδικες επιταγές αναγράφεται το όνομα «Α. Πέτρου Λτδ» επειδή αυτή ήταν η πρακτική που ακολουθείτο τότε στις εμπορικές συναλλαγές και οι τράπεζες αποδέχονταν τις επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη 1 έκανε 3 καταθέσεις χρηματικών ποσών έναντι των επίδικων επιταγών αλλά δεν γνώριζε το πρόσωπο που υπέγραψε τα έντυπα των εν λόγω καταθέσεων. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. Χάρης Πέτρου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης. Ισχυρίστηκε ότι από την έρευνα που έκανε στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών διαπίστωσε ότι διευθυντές της κατηγορούμενης 1 είναι η εταιρεία Atreus Executive & Shipping Services Ltd και ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της εταιρείας Atreus Executive & Shipping Services Ltd όπως και η κα XXXXX Σάββα η οποία επίσης είναι και η γραμματέας της. Κατέθεσε τα εν λόγω έγγραφα ως τεκμήρια 3 και
  4. Ισχυρίστηκε τέλος ότι τον κατηγορούμενο 2 τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη έλαβε τις επίδικες επιταγές από κάποιον πελάτη της. Δεν γνώριζε κατά πόσο οι εν λόγω επιταγές ήταν λευκές όταν δόθηκαν στον πελάτη τους ούτε εάν συμπληρώθηκαν στη συνέχεια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η παραπονούμενη δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την κατηγορούμενη 1 και ότι δεν γνωρίζει ποιος συμπλήρωσε στις επίδικες επιταγές το όνομα «Α. Πέτρου και Υιοί Λτδ». Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Χ'' Λαμπή η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε πως η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών είχε γίνει ηλεκτρονικά από τον πελάτη της Τράπεζας Κύπρου και ότι ως λόγος ανάκλησής τους αναφέρθηκε το «other arrangement». Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 5 το δείγμα της υπογραφής του προσώπου το οποίο ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Σύμφωνα με αυτό δικαίωμα υπογραφής είχε ένας εκ των XXXXX Μαρκίδη και XXXXX Μαρκίδη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη 1 παλαιότερα είχε άλλο όνομα και κατέθεσε ως τεκμήριο 6 αντίγραφο του σχετικού πιστοποιητικού αλλαγής ονόματος από το μητρώο του Εφόρου Εταιριών. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών έγινε από τον κ. XXXXX Μαρκίδη επειδή ο κωδικός πρόσβασης που χρησιμοποιήθηκε για να δοθεί η εν λόγω εντολή ανήκει σε εκείνον. Ισχυρίστηκε επίσης ότι απαραίτητη προυπόθεση για να εξαργυρωθεί μια επιταγή είναι η σωστή αναγραφή του ονόματος του δικαιούχου. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αυτοί επέλεξαν να ασκήσουν το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή τους. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Ο κ. Χριστοδούλου εκ μέρους της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία που παρουσίασε η παραπονούμενη προκύπτει ότι η πληρωμή των επίδικων επιταγών ανακλήθηκε από τον εκδότη τους. Εισηγήθηκε επίσης ότι η μη προσαγωγή μαρτυρίας από τους κατηγορούμενους υποδηλώνει ότι αυτοί δεν απέδειξαν την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών και λόγω των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχους τους κατηγορούμενους. Ο κ. Βασιλακκάς από την άλλη εισηγήθηκε ότι στην παρούσα υπόθεση η παραπονούμενη δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους κατηγορούμενους ούτε έδωσε οτιδήποτε σε σχέση με αξία στην κατηγορούμενη 1 εκδότρια των επιταγών ούτε και είχε οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Εισηγήθηκε επίσης ότι απουσιάζει μαρτυρία κατά πόσο η εταιρεία M. GEO ACCESSORIES LTD ήταν νομιμοποιημένος κομιστής σε σχέση με την κατηγορούμενη 1 και ότι υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη 1 έκδωσε τις επιταγές οι οποίες έφθασαν στην κατοχή της παραπονούμενης χωρίς να δοθεί ή να έχει λάβει η ίδια κάποια αξία για αυτές και ότι η τελευταία δεν είναι νομιμοποιημένος κομιστής τους. Επιπλέον και ειδικότερα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, ο κ. Βασιλακκάς εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εντολή ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών δόθηκε από τον κατηγορούμενο 2 αφού, κατά την εισήγησή του, η Μ.Κ.3 δεν απέκλεισε την πιθανότητα κάποιο τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποίησε τους κωδικούς του και να προέβη στην ανάκλησή τους. Εισηγήθηκε επίσης ότι για να κριθεί ο κατηγορούμενος 2 ως συνεργός δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι κατά την ημέρα υπογραφής των επίδικων επιταγών γνώριζε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα ουσιώδη γεγονότα και ότι είχε και την ανάλογη πρόθεση. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της». Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοια της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά «εύλογη αιτία»: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει,(«bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο ως αναφέρθηκε και πιο πάνω είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της «εύλογης αιτίας»: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Αναφορικά με το αδίκημα της συνδρομής το οποίο αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνέργου (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη του αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (VRONDIS BUILDERS LTD v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 297/2014 και 298/2014, ημερομηνίας 17.6.2016). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288,τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και ο εν λόγω μάρτυρας δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέτασή του. Οι ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση ισχυρισμοί του ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στην παραπονούμενη από την εταιρεία M. GEO ACCESSORIES LTD και ότι η παραπονούμενη δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την κατηγορούμενη 1 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ο άλλος ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές με τη σύμφωνη γνώμη του εκδότη τους παραχωρήθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία. Αποδεκτός για τον ίδιο λόγο γίνεται και ο άλλος ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές όταν παρουσιάστηκαν για πληρωμή δεν τιμήθηκαν ο οποίος επιβεβαιώνεται επίσης και από τις σχετικές σφραγίδες που τέθηκαν από την τράπεζα στις εν λόγω επιταγές. Από τη μαρτυρία του αποδέχομαι επίσης και τον ισχυρισμό του ότι η κατηγορούμενη 1 έκανε 3 πληρωμές προς την παραπονούμενη συνολικού ποσού €3.000,00 αφού στα σχετικά έντυπα των εν λόγω πληρωμών αναφέρεται ότι αυτές έγιναν έναντι μιας από τις επίδικες επιταγές και συγκεκριμένα της επιταγής με αριθμό XXXXX
  1. Κρίνω ότι δεν θα ήταν λογικό να θεωρηθεί ότι κάποιο άλλο πρόσωπο εκτός από τον εκδότη της εν λόγω επιταγής έκανε τις σχετικές πληρωμές αφού υπόχρεος για την πληρωμή της είναι μόνο ο εκδότης της. Αναφορικά με τον Μ.Κ.2 κρίνω ότι και η δική του μαρτυρία είναι αξιόπιστη, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί του ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας «Ανδρέας Πέτρου και Υιοί (Εκτελωνιστές) Λτδ», ότι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας είναι η εταιρεία Atreus Executive & Shipping Services Ltd και ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της εταιρείας Atreus Executive & Shipping Services Ltd δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Αποδεκτός γίνεται επίσης και ο άλλος ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν στην παραπονούμενη από την εταιρεία M. GEO ACCESSORIES LTD αφού αυτός ο ισχυρισμός συνάδει με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 τον οποίο για τους λόγους που προανέφερα αποδέχθηκα ως αξιόπιστο. Τέλος σε σχέση με την Μ.Κ.3 και τον ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος 2 έδωσε εντολή για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών ηλεκτρονικά κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι λογικός αφού στηρίζεται σε όσα η ίδια διαπίστωσε από τα ηλεκτρονικά συστήματα και αρχεία της Τράπεζας Κύπρου στα οποία έχει πρόσβαση στα πλαίσια των καθηκόντων της και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός. Όπως ισχυρίστηκε η μάρτυρας ο κατηγορούμενος 2 ήταν το μοναδικό πρόσωπο που είχε τους κωδικούς πρόσβασης για να εισέλθει στο ηλεκτρονικό σύστημα της τράπεζας και η ίδια διαπίστωσε ότι με τη χρήση των εν λόγω κωδικών του κατηγορούμενου 2 επιτεύχθηκε η είσοδος σε αυτό και δόθηκε η εντολή ανάκλησης με την αιτιολογία ότι έγινε κάποια άλλη ρύθμιση, «other arrangement», όπως ανέφερε επί λέξει. Ο εν λόγω ισχυρισμός της δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρία και ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτος και γίνεται αποδεκτός και για αυτόν τον επιπλέον λόγο. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή τα ακόλουθα είναι τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η παραπονούμενη είναι εταιρεία με την επωνυμία «ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΙ (ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΤΕΣ) ΛΤΔ» και στα πλαίσια συνεργασίας της με την εταιρεία M. GEO ACCESSORIES LTD η τελευταία της παρέδωσε τις πιο κάτω 7 επιταγές της Τράπεζας Κύπρου: 1) επιταγή με αριθμό XXXXX7723 ποσού €5.000,00 ημερομηνίας 8.8.2014, 2) επιταγή με αριθμό 11057724 ποσού €5.000,00 ημερομηνίας 29.8.2014, 3) επιταγή με αριθμό XXXXX7725 ποσού €5.000,00 ημερομηνίας 19.9.2014, 4) επιταγή με αριθμό XXXXX7726 ποσού €6.000,00 ημερομηνίας 10.10.2014, 5) επιταγή με αριθμό XXXXX7727 ποσού €9.000,00 ημερομηνίας 31.10.2014, 6) επιταγή με αριθμό XXXXX7728 ποσού €6.000,00 ημερομηνίας 14.11.2014 και 7) επιταγή με αριθμό XXXXX7729 ποσού €9.000,00 ημερομηνίας 28.11.
  2. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν από λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 εταιρείας που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Οι εν λόγω επιταγές με τη σύμφωνο γνώμη του εκδότη τους παραχωρήθηκαν στην παραπονούμενη εταιρεία η οποία πριν τις παρουσιάσει στην τράπεζα για να τιμηθούν συμπλήρωσε σε αυτές το όνομα του δικαιούχου το οποίο ήταν μέχρι τότε κενό. Σε 6 από αυτές συμπλήρωσε τις λέξεις «A. Petrou Ltd» και σε μια άλλη τις λέξεις «A. Petrou & Υιοί Ltd». Η 1η επιταγή παρουσιάστηκε στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στις 8.8.2014 όπου και τοποθετήθηκε σχετική σφραγίδα και στις 11.8.2014 τοποθετήθηκε σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Η 2η επιταγή παρουσιάστηκε στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στις 29.8.2014 όπου και τοποθετήθηκε σχετική σφραγίδα και την 1.9.2014 τοποθετήθηκε σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Η 3η επιταγή παρουσιάστηκε στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στις 19.9.2014 όπου και τοποθετήθηκε σχετική σφραγίδα και στις 22.9.2014 τοποθετήθηκε σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Η 4η επιταγή παρουσιάστηκε στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στις 10.10.2014 όπου και τοποθετήθηκε σχετική σφραγίδα και στις 13.10.2014 τοποθετήθηκε σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Η 5η επιταγή παρουσιάστηκε στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στις 31.10.2014 όπου και τοποθετήθηκε σχετική σφραγίδα και στις 3.11.2014 τοποθετήθηκε σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Η 6η επιταγή παρουσιάστηκε στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στις 14.11.2014 όπου και τοποθετήθηκε σχετική σφραγίδα και στις 17.11.2014 τοποθετήθηκε σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Τέλος η 7η επιταγή παρουσιάστηκε στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα στις 28.11.2014 όπου και τοποθετήθηκε σχετική σφραγίδα και την 1.12.2014 τοποθετήθηκε σφραγίδα με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Οι εν λόγω επιταγές είναι δίγραμμες και στην πρόσθια όψη τους καθεμιά από αυτές φέρει τις λέξεις « A/C PAYEE ONLY» (άρθρα 76 και 82 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262). Οι ως άνω επιταγές δεν τιμήθηκαν επειδή ο κατηγορούμενος 2 έδωσε εντολή για την ανάκληση της πληρωμής τους μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Τράπεζας Κύπρου. Ο κατηγορούμενος 2 για να εισέλθει στο ηλεκτρονικό σύστημα της εν λόγω τράπεζας χρησιμοποίησε τους σχετικούς κωδικούς οι οποίοι του είχαν δοθεί από την τράπεζα. Στις 10.9.2014 η κατηγορούμενη 1 εταιρεία κατέθεσε σε λογαριασμό της παραπονούμενης εταιρείας στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ το ποσό των €2.000,00 και δήλωσε στη σχετική απόδειξη είσπραξης ως σκοπό της κατάθεσης ότι η πληρωμή έγινε έναντι της επιταγής με αριθμό XXXXX
  3. Το ίδιο έπραξε στις 14.10.2014 και στις 12.11.2014 όπου κατέθεσε το ποσό των €500,00 κάθε φορά. Η κατηγορούμενη 1 κατέθεσε συνολικά το ποσό των €3.000,
  4. Έκτοτε ουδέν ποσό καταβλήθηκε από τους κατηγορούμενους προς την παραπονούμενη για τις ως άνω επιταγές. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών κρίνω πως αποδείχθηκε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τραπεζικό λογαριασμό που ανήκει στην κατηγορούμενη
  5. Το ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου προκύπτει από την παρατήρηση των ιδίων των επιταγών οι οποίες φέρουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία όπως λ.χ. γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κρίνω πως η αναγραφή, σε 6 από τις επίδικες επιταγές, ως δικαιούχου τους της «A. Petrou Ltd» και σε μια άλλη εξ αυτών της «A. Petrou & Υιοί Ltd» αντί της «ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΙ (ΕΚΤΕΛΩΝΙΣΤΕΣ) ΛΤΔ», που είναι το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας, αποτελεί μια απλή λανθασμένη περιγραφή νομικής οντότητας (Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v. Action Construction & Development Ltd κ.ά. Ποινική Έφεση Αρ. 184/2014, ημερομηνίας 10.2.2016) και ότι η λανθασμένη περιγραφή δεν επηρεάζει το δικαίωμά της παραπονούμενης να προωθήσει την παρούσα υπόθεση. Κρίνω επίσης ότι από τη στιγμή που στις εν λόγω επιταγές αναγράφηκε το όνομα της παραπονούμενης εταιρείας ως δικαιούχου αυτών, έστω και με την περιγραφή στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, και όχι το όνομα οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, είναι λογικά αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι ο δικαιούχος τους είναι η παραπονούμενη εταιρεία η οποία, λόγω και της πρόνοιας του άρθρου 30
(2)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι είναι κάτοχός τους κατά προσήκοντα τρόπο. Στην υπόθεση L.C.D. DOMIKI LTD ν. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30 Ιανουαρίου 2015, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μια επιταγή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ.
  1. Μάλιστα στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange 24η Έκδ. σελ. 31-33, γίνεται μνεία των περιπτώσεων των μη συμπληρωμένων συναλλαγματικών εγγράφων, θεωρουμένων τότε ως inchoate instruments, τα οποία όμως καθίστανται κανονικά αξιόγραφα εφόσον συμπληρώνονται δεόντως από τον κομιστή ή τον κάτοχο του. Όπως αναφέρεται, «A bill which is incomplete at the time of issue is to be treated, when delivered in accordance with the section, as though it had never been defective at all.». Το «section» εδώ, είναι το s. 20 του Bills of Exchange Act
  2. Και επίσης η παράλειψη της ένθεσης του ονόματος του δικαιούχου («payee») και άλλων ουσιαστικών στοιχείων, μπορούν να θεραπευτούν με τη συμπλήρωση τους από τον κάτοχο, δυνάμει του ως άνω s. 20 του Bills of Exchange Act 1882 (δέστε και Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques 17η Έκδ. σελ. 102-111). Στην Κύπρο υπάρχει ανάλογη πρόνοια στο άρθρο 12 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ως τροποποιήθηκε, σχετική δε ανάλυση γίνεται στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά: Τραπεζική Επιταγή
(1987), σελ. 39-46. Η ουσία είναι ότι η ασυμπλήρωτη επιταγή δύναται να τύχει συμπλήρωσης από τον κάτοχο της και θεωρείται για όλους τους σκοπούς κανονική και νόμιμη. Συμπληρώνεται εδώ ότι «επιταγή» κατά το άρθρο 73 του Κεφ. 262, ως τροποποιήθηκε, είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει και όλες οι πρόνοιες του Νόμου αυτού σε σχέση με συναλλαγματικές εφαρμόζονται και στις επιταγές». Κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ομοιάζουν με αυτή της πιο πάνω υπόθεσης. Το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 στην εταιρεία M. GEO ACCESSORIES LTD χωρίς να είναι συμπληρωμένο σε αυτές το όνομα της παραπονούμενης δεν αποτελεί κώλυμα για να θεωρηθεί ότι αυτές είναι επιταγές εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ. 154 ούτε και για να καταστεί νόμιμα η παραπονούμενη δικαιούχος τους. Λόγω των πιο πάνω καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των 7 επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 από σχετικό λογαριασμό της που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 σημειώνω ότι και αυτό αποδείχθηκε αφού αυτό προκύπτει από τις επίδικες επιταγές τεκμήριο 1 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους καθώς επίσης και από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.3 την οποία για τους λόγους που προανέφερα αποδέχθηκα ως αξιόπιστη. Κρίνω ότι τόσο το γεγονός όσο και ο λόγος της ανάκλησης της πληρωμής τους αποδεικνύονται επίσης και από τις σχετικές σφραγίδες τις οποίες έθεσε σε αυτές η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ. 154 σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει και να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της και η σφράγιση καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα επί της επιταγής γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία και η σφραγίδα αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της. Κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση αυτό το τεκμήριο δεν ανατράπηκε αφού καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους κατηγορούμενους. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός της ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών επενεργεί επίσης προς επίρρωση του συμπεράσματός μου αναφορικά με την απόδειξη του συστατικού στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών αφού δεν θα ήταν νομικά, ή, και λογικά εφικτό, να γίνεται λόγος για ανάκληση επιταγής, αν το εκδοθέν έγγραφο δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιταγή (L.C.D. DOMIKI LTD ν. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30 Ιανουαρίου 2015). Στην υπόθεση Ζίττη ν. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση Αρ. 272/15, ημερομηνίας 4.3.2016, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό». Κρίνω ότι τα ίδια μπορούν να λεχθούν με βεβαιότητα και αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το βάρος απόδειξης ότι οι εντολές ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών δεν είχαν δοθεί από τους κατηγορούμενους είχε μετέλθει πλέον σε αυτούς και ελλείψει οποιασδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι έχει αποδειχθεί ότι οι εν λόγω εντολές δόθηκαν από τους κατηγορούμενους. Προέκυψε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο το οποίο έδωσε την εν λόγω εντολή μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της Τράπεζας Κύπρου στο οποίο εκείνος είχε πρόσβαση κάνοντας χρήση των κωδικών οι οποίοι του είχαν δοθεί. Λόγω της απόδειξης των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων απομένει να εξεταστεί στη συνέχεια κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της πληρωμής μιας επιταγής για «εύλογη αιτία» προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία για να ανακαλέσει μια επιταγή εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για τη μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Λόγω τούτου κρίνω ότι είναι αντικειμενικά αδύνατο και λογικά ανεπίτρεπτο να γίνει λόγος για ύπαρξη ισχυρισμού από την πλευρά τους ότι υπήρχε «εύλογη αιτία» για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η απουσία μαρτυρίας υποστηρικτικής της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» κρίνω ότι είναι καταλυτική για την υπεράσπιση των κατηγορουμένων αφού ελλείψει αυτής είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να θεωρηθεί πως οι κατηγορούμενοι απέσεισαν το βάρος απόδειξης της εν λόγω υπεράσπισης. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» την οποία η πλευρά των κατηγορούμενων είχε το δικονομικό βάρος, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να αποδείξει, δεν έχει αποδειχθεί. Κρίνω επίσης πως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 έδωσε τις οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επαρκεί για να κριθεί ότι αποδείχθηκε η εκ μέρους του συνδρομή προς την κατηγορούμενη 1, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 20 του Κεφ. 154, στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Η συνδρομή, κατά την κρίση μου, δύναται να λάβει πολλές μορφές και δεν περιορίζεται μόνο στην υπογραφή για την έκδοση των επιταγών. Συνεπώς η 1η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11 και 13 και ο 2ος κατηγορούμενος ένοχος στις κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12 και 14. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.