Prime Insurance Company Ltd ν. ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS CO. LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1226/2016, 10/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1226/2016 Μεταξύ: Prime Insurance Company Ltd Παραπονούμενη εναντίον
- ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS CO. LIMITED
- XXXXX Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10.3.2021 Για την Παραπονούμενη: κ. Χρ. Χρυσάνθου Για τους Κατηγορούμενους: κα Ε. Ιωάννου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 4 κατηγορίες και καθένας από τους κατηγορούμενους αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες. Η 1η κατηγορούμενη εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 και 3 και ο 2ος κατηγορούμενος τις κατηγορίες 2 και
- Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής και οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος αφορούν το αδίκημα της συμμετοχής στην έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Οι λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας έχουν ως εξής: «Η Κατηγορούμενη 1 εξέδωσε προς όφελος της παραπονούμενης έναντι νομίμου και καλού ανταλλάγματος την υπ' αρ. XXXXX9699 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για το ποσό των €5.000,00 η οποία αφού παρουσιάστηκε κατά ή μετά την 17/12/2012, ημερομηνία κατά την οποία ήταν πληρωτέα στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε γιατί η κατηγορούμενη 1 (χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση της δια ανακλήσεως (Stop Payment)». Οι λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας έχουν ως εξής: «Ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως αξιωματούχος ή/και διευθυντής της κατηγορούμενης 1, ή/και υπό την ιδιότητα του ως υπογραφέας του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1, παρείχε συνδρομή στην κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη του αδικήματος που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία». Οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 3 και 4 είναι όμοιες με τις αντίστοιχες λεπτομέρειες των κατηγοριών 1 και 2 εκτός από τον αριθμό της επίδικης επιταγής και την ημερομηνία πληρωμής της και ως εκ τούτου κρίνω ότι δεν είναι αναγκαίο να επαναληφθούν. Η επιταγή που αναφέρεται στις κατηγορίες 3 και 4 έχει αριθμό XXXXX9700, είναι και αυτή ποσού €5.000,00 και ήταν πληρωτέα στις 22.12.
- Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 4 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Ιακωβίδης ο οποίος κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ισχυρίστηκε ότι είναι ο οικονομικός διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία συγχωνεύθηκε με τη Demco Insurance Ltd και η οποία συνεχίζει προς όφελός της όλες τις εργασίες, τις νομικές διαδικασίες και συμβάσεις στις οποίες η Demco ήταν μέρος. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως τεκμήριο 1 αντίγραφο του Διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερομηνίας 2.2.2012 αναφορικά με την ως άνω συγχώνευση. Ισχυρίστηκε ότι στις 21.5.2008 συνάφθηκε μεταξύ της Demco και της κατηγορούμενης 1 Σύμβαση Ασφαλιστικού Πράκτορα σύμφωνα με την οποία η Demco κατέστησε την κατηγορούμενη 1 ασφαλιστικό της πράκτορα και της ανέθεσε να αναλαμβάνει εκ μέρους της εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Αντίγραφο της εν λόγω σύμβασης κατέθεσε ως τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν και εξακολουθεί να είναι ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης
- Κατά την υπογραφή της ως άνω μεταξύ τους σύμβασης η Demco άνοιξε στο όνομα της κατηγορούμενης 1 χρεοπιστωτικό λογαριασμό ο οποίος χρεωνόταν με τα ασφάλιστρα των ασφαλιστηρίων που εξέδιδε η Demco με τη διαμεσολάβηση της κατηγορούμενης 1 και ο οποίος πιστωνόταν με τις πληρωμές της τελευταίας προς αυτή. Κατέθεσε ως τεκμήριο 4 αντίγραφο του εν λόγω λογαριασμού. Ισχυρίστηκε επίσης πως επειδή η κατηγορούμενη 1 όφειλε προς την παραπονούμενη μεγάλα ποσά και ο δείκτης ζημιών του χαρτοφυλακίου της ήταν υψηλός, γεγονότα τα οποία το καθιστούσαν ζημιογόνο για την εταιρεία, η τελευταία ενημέρωσε την κατηγορούμενη 1 ότι με βάση τις πρόνοιες της μεταξύ τους σύμβασης θα τερμάτιζε τη σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα ημερομηνίας 21.5.
- Προς τούτο η εταιρεία στις 3.10.2012 απέστειλε μέσω των δικηγόρων της επιστολή προς την κατηγορούμενη 1 με την οποία την πληροφόρησε ότι μετά την πάροδο 60 ημερών η σύμβαση ημερομηνίας 21.5.2008 θα τερματιζόταν. Επειδή η κατηγορούμενη 1 όφειλε μεγάλα χρηματικά ποσά προς την εταιρεία η κατηγορούμενη 1 υπέγραψε προς όφελος της εταιρείας γραμμάτιο συνήθους τύπου ημερομηνίας 22.3.2012 για το ποσό των €155.381,
- Ισχυρίστηκε πως το εν λόγω γραμμάτιο το υπέγραψε ως εγγυητής ο κατηγορούμενος
- Αντίγραφο του ως άνω γραμματίου κατέθεσε ως τεκμήριο
- Το οφειλόμενο ποσό του γραμματίου και το οφειλόμενο υπόλοιπο του χρεοπιστωτικού λογαριασμού αποτέλεσαν αντικείμενο της αγωγής 5939/2012 του Ε.Δ. Λεμεσού στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ της εταιρείας. Έναντι του χρεωστικού της υπολοίπου η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε 2 μεταχρονολογημένες επιταγές με την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 17.12.2012 και 22.12.2012 για το ποσό των €5.000,00 η καθεμιά. Κατέθεσε ως τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα τις εν λόγω επιταγές της Τράπεζας Κύπρου οι οποίες έχουν αριθμό 03809699 και
- Όταν οι επιταγές κατατέθηκαν στην τράπεζα την ημέρα που ήταν πληρωτέες δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία ασφαλιστικού πράκτορα μεταξύ της παραπονούμενης και της κατηγορούμενης 1 τερματίστηκε λόγω των υψηλών χρεωστικών υπολοίπων της τελευταίας προς την παραπονούμενη και του υψηλού δείκτη ζημιάς της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει σε ποιον παραδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ούτε πότε η παραπονούμενη εταιρεία τις έλαβε ούτε ποιος τις υπέγραψε. Προτού ο Μ.Κ.2 δώσει μαρτυρία οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν από κοινού διάφορα έγγραφα τα οποία είχαν κατατεθεί στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής με αριθμό 5939/2012 του Ε.Δ. Λεμεσού καθώς και αντίγραφα των πρακτικών διαφόρων ημερομηνιών τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια 13 μέχρι
- Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. Σπύρος Σωκράτους ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και πως οι κατηγορούμενοι είναι πελάτες της εν λόγω τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι ο κάτοχος του λογαριασμού με αριθμό XXXXX2344 είναι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία και κατέθεσε ως τεκμήριο 19 αντίγραφο της κατάστασης του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από τις 13.12.2012 έως τις 31.12.
- Ισχυρίστηκε πως στην εν λόγω κατάσταση φαίνεται ότι στις 14.12.2012 έγινε ανάκληση της πληρωμής της επιταγής με αριθμό XXXXX9700 και της επιταγής με αριθμό XXXXX
- Ισχυρίστηκε ότι στην κατάσταση λογαριασμού φαίνεται επίσης ότι η επιταγή με αριθμό XXXXX9699 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 18.12.2012 και επιστράφηκε την ίδια ημέρα χωρίς να τιμηθεί με την αιτιολογία ότι η πληρωμή της ανακλήθηκε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δικαίωμα υπογραφής για τον ως άνω λογαριασμό είχε ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου και κατέθεσε ως τεκμήριο 20 αντίγραφα του δείγματος της υπογραφής του. Ισχυρίστηκε ότι στην επιταγή τεκμήριο 10 τέθηκαν 2 σφραγίδες. Η σφραγίδα με κόκκινο μελάνι ημερομηνίας 18.12.2012 τέθηκε από την Τράπεζα Κύπρου και με αυτή σημειώθηκε ότι η πληρωμή της επιταγής ανακλήθηκε από τον εκδότη της. Κατέθεσε επίσης αντίγραφο των γραπτών οδηγιών ημερομηνίας 14.12.2012 που δόθηκαν για την ανάκληση της πληρωμής των επιταγών με αριθμό XXXXX9699 και XXXXX9700 το οποίο σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Σε σχέση με την επιταγή με αριθμό XXXXX9700 ισχυρίστηκε ότι και αυτή φέρει 2 σφραγίδες. Η σφραγίδα ημερομηνίας 24.12.2012 τέθηκε από την Ελληνική Τράπεζα και η σφραγίδα με ημερομηνία 27.12.2012 από την Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών δόθηκαν από την κατηγορούμενη 1 και ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε το εν λόγω έντυπο. Ισχυρίστηκε ότι εντοπίζει διαφορές στο δείγμα υπογραφής που φαίνεται στο τεκμήριο 20 με την υπογραφή στο τεκμήριο 21, επειδή όμως η υπογραφή στο έντυπο τεκμήριο 21 λήφθηκε στην παρουσία υπαλλήλου της τράπεζας ήταν η θέση του ότι η υπογραφή σε αυτό τέθηκε από το πρόσωπο που είχε δικαίωμα υπογραφής για τον εν λόγω λογαριασμό. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα μετά που έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 14.12.2012, τεκμήριο 3 προς αναγνώριση, την οποία η κατηγορούμενη 1 της απέστειλε, κάλεσε τον κ. XXXXX Κωνσταντίνου για υπογράψει για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 το σχετικό έντυπο ανάκλησης που τηρεί η τράπεζα έτσι ώστε να γίνει η ανάκληση των επιταγών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 ούτε όταν δόθηκε το δείγμα υπογραφής τεκμήριο 20 καθώς επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο στο τεκμήριο 20 είναι η υπογραφή του κ. Ανδρέα Κωνσταντίνου. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Αγαπίου ο οποίος κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ισχυρίστηκε ότι από το έτος 2008 έως τον Φεβρουάριο του 2016 ήταν ο οικονομικός διευθυντής της παραπονούμενης. Ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές τεκμήρια 10 και 11 υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2 και του παραδόθηκαν από τον ίδιο προσωπικά. Η κατηγορούμενη 1 ήταν ασφαλιστικός πράκτορας της παραπονούμενης και μεταξύ τους είχαν συνάψει σχετική σύμβαση ημερομηνίας 21.5.
- Από το τέλος του 2011 ο δείκτης ζημιών του χαρτοφυλακίου της κατηγορούμενης 1 ήταν υψηλός, γεγονός που αποτελούσε κίνδυνο και ζημιά για την παραπονούμενη και για αυτό η τελευταία προέτρεψε τους κατηγορούμενους να συνεργαστούν με άλλη εταιρεία ή να ξεκινήσουν να εξοφλούν τα οφειλόμενα ποσά. Έγιναν προσπάθειες για μετάβαση των κατηγορουμένων σε άλλη εταιρεία οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν. Στα πλαίσια των εν λόγω προσπαθειών οι κατηγορούμενοι στις 22.3.2012 υπέγραψαν το γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €155.381,76 το οποίο προνοεί την αποπληρωμή του διά μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €9.711,36 έκαστη αρχής γενομένης στις 15.4.
- Το εν λόγω γραμμάτιο υπογράφηκε στην παρουσία του ιδίου και ο κατηγορούμενος 2 το υπέγραψε ως εγγυητής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι επειδή η Έφορος Ασφαλιστικών Εταιρειών για σκοπούς εγγραφής εγγεγραμμένου ασφαλιστικού πράκτορα από μια εταιρεία σε άλλη απαιτεί βεβαίωση από την πρώτη ότι ο πράκτορας δεν της οφείλει οποιαδήποτε ποσά η παραπονούμενη υπέγραψε και εφοδίασε την κατηγορούμενη 1 με τέτοια βεβαίωση ημερομηνίας 6.4.
- Η εν λόγω βεβαίωση είχε κατατεθεί ως τεκμήριο 1 προς αναγνώριση και αφού το αναγνώρισε ο μάρτυρας σημειώθηκε ως τεκμήριο 22 στη διαδικασία. Παρά τα πιο πάνω οι κατηγορούμενοι δεν μπόρεσαν να συνεργαστούν με άλλη εταιρεία και τον Σεπτέμβριο του 2012 συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο 2 και συζήτησαν τα προβλήματα που υπήρχαν στη μεταξύ τους συνεργασία και ο κατηγορούμενος 2 ενημερώθηκε για την πρόθεση της παραπονούμενης να τερματίσει τη μεταξύ τους συνεργασία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ποσό των €155.381,76 αφαιρέθηκε από τον λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 στις 30.6.2012 αφού είχε ήδη υπογραφεί το γραμμάτιο για το ίδιο ποσό. Στις 3.10.2012 η εταιρεία απέστειλε μέσω των δικηγόρων της επιστολή προς την κατηγορούμενη 1 με την οποία την πληροφόρησε ότι μετά την πάροδο 60 ημερών η σύμβαση ημερομηνίας 21.5.2008 θα τερματιζόταν. Έναντι του χρεωστικού της υπολοίπου η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε 2 μεταχρονολογημένες επιταγές με την υπογραφή του κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 17.12.2012 και 22.12.2012 για το ποσό των €5.000,00 η καθεμιά. Όταν οι επιταγές κατατέθηκαν στην τράπεζα την ημέρα που ήταν πληρωτέες δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία Demco Insurance Ltd υπέγραψε την επιστολή ημερομηνίας 6.4.2012 για να βοηθήσει την κατηγορούμενη 1 να συνάψει σύμβαση με άλλη ασφαλιστική εταιρεία επειδή θεώρησε ότι με την υπογραφή του γραμματίου ημερομηνίας 22.3.2012 τεκμήριο 6 είχε διασφαλίσει τα οικονομικά της συμφέροντα και τα ποσά που της χρωστούσε η κατηγορούμενη
- Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω γραμμάτιο αφορούσε ασφάλιστρα τα οποία η κατηγορούμενη 1 τους χρωστούσε τα οποία με την υπογραφή του γραμματίου η τελευταία αναγνώρισε ως χρέος της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η βεβαίωση τεκμήριο 22 δόθηκε προς την κατηγορούμενη 1 για να μην την στραγγαλίσουν οικονομικά, όπως επί λέξει ανέφερε, και για να της δώσουν μια ευκαιρία να αναζητήσει άλλη ασφαλιστική εταιρεία για να συνεργαστεί και να μπορέσει με αυτόν τον τρόπο να εξοφλήσει όσα τους χρωστούσε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από το τεκμήριο 7 προκύπτει ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία έκανε 3 πληρωμές προς την παραπονούμενη έναντι του χρέους της που προέκυπτε από το γραμμάτιο τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές του δόθηκαν από τον κατηγορούμενο 2 σε μια από τις συναντήσεις που είχαν και ότι το λογιστήριο ετοίμασε σχετική απόδειξη. Τέλος ισχυρίστηκε ότι δεν ξέρει ποιος υπέγραψε τις επίδικες επιταγές. Τελευταίος μάρτυρας για την παραπονούμενη (Μ.Κ.4) παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι στην υπηρεσία της παραπονούμενης από το έτος 2008 και σήμερα είναι ο διευθυντής του Γενικού Κλάδου της. Ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη από τις 21.5.2008 έως και 60 ημέρες μετά από τις 3.10.2012 διατηρούσε σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα με την κατηγορούμενη
- Ανάμεσα στα καθήκοντά του είναι ο υπολογισμός του δείκτη ζημιάς των χαρτοφυλακίων κάθε διαμεσολαβητή που συνεργαζόταν με την παραπονούμενη. Επειδή ο δείκτης ζημιών του χαρτοφυλακίου της κατηγορούμενης 1 ήταν ζημιογόνος αποφασίστηκε ο τερματισμός της σύμβασης που η παραπονούμενη διατηρούσε μαζί της. Κατέθεσε ως τεκμήριο 23 τις καταστάσεις λογαριασμού για τα έτη 2008 έως 2012 στις οποίες ισχυρίστηκε πως παρουσιάζεται ο δείκτης ζημιάς για κάθε ένα από τα ως άνω έτη. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.4 ισχυρίστηκε ότι ο δείκτης ζημιάς του χαρτοφυλακίου ενός ασφαλιστικού πράκτορα καθορίζεται από τα ποσά που η εταιρεία πληρώνει είτε προς τους πελάτες της είτε προς τρίτους για υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο υψηλός δείκτης ζημιάς της κατηγορούμενης 1, ο οποίος είχε ανοδική πορεία χρόνο με τον χρόνο, ήταν λόγος που επέτρεπε στην παραπονούμενη να τερματίσει τη σύμβαση ασφαλιστικού πράκτορα που είχε με αυτή. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων και τους εξήγησε τα δικαιώματά τους ο κατηγορούμενος 2 προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου. Κανένας από τους κατηγορούμενους δεν κάλεσε οποιονδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Η γραπτή δήλωση την οποία ο κατηγορούμενος 2 κατέθεσε σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Σε αυτή αναφέρει ότι η κατηγορούμενη 1 είχε συνεργασία με την παραπονούμενη και ότι η τελευταία στις 3.10.2012 παράνομα και χωρίς λόγο και αιτία τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία. Λόγω της συμπεριφοράς της παραπονούμενης η κατηγορούμενη 1 στις 14.12.2012 απέστειλε επιστολή προς την Τράπεζα Κύπρου για τη μη πληρωμή των 2 επίδικων επιταγών εξηγώντας πλήρως τους λόγους για τους οποίους ζητούσε τη μη πληρωμή τους. Αναφέρει επίσης ότι το γραμμάτιο είναι παράνομο και άκυρο επειδή σε αυτό αναφέρεται ότι πλήρωσαν στην κατηγορούμενη 1 ένα μεγάλο ποσό σε μετρητά ενώ κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και υπογράφηκε επειδή τον διαβεβαίωσαν ότι η συνεργασία τους θα συνεχιζόταν για πολλά χρόνια και ότι θα αφορούσε μελλοντικές υποχρεώσεις. Αναφέρει τέλος ότι ουδέποτε υπόγραψε τις επίδικες επιταγές και ουδέποτε τις παρέδωσε στον κ. Αγαπίου. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Χρυσάνθου εκ μέρους της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι οι μάρτυρες τους οποίους παρουσίασε η παραπονούμενη ήταν ειλικρινείς και η μαρτυρία τους αξιόπιστη και ότι με τη μαρτυρία τους αποδείχθηκε τόσο η έκδοση των επίδικων επιταγών όσο και η εντολή μη πληρωμής τους. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που είχε μετατεθεί στους ώμους τους και να αποδείξουν ότι υπήρχε εύλογη αιτία για να προχωρήσουν στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η κα Ιωάννου από την άλλη εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές ούτε και ποια ήταν η συνδρομή του στη διάπραξη του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται η κατηγορούμενη
- Εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε η παραπονούμενη ελλείπει το στοιχείο της παροχής βοήθειας ή παρακίνησης με οποιοδήποτε τρόπο εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 προς την 1η κατηγορούμενη στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 παρείχε συνδρομή στην κατηγορούμενη 1 ως υπογραφέας των επίδικων επιταγών και αναφέρθηκε ειδικότερα στην έλλειψη μαρτυρίας πραγματογνώμονα που να ήταν σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή του προσώπου που κατ' ισχυρισμό τις υπέγραψε καθώς επίσης και στον ισχυρισμό του Μ.Κ.2 ότι το δείγμα υπογραφής που δόθηκε στην τράπεζα έχει διαφορές από την υπογραφή που τέθηκε στις επίδικες επιταγές και ότι δεν γνωρίζει ποιος τις υπέγραψε. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους . ». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της». Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοια της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 έγινε επίσης αναφορά στο τι συνιστά «εύλογη αιτία»: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει,(«bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο ως αναφέρθηκε και πιο πάνω είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της «εύλογης αιτίας»: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Αναφορικά με το αδίκημα της συνδρομής το οποίο αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι ποινική ευθύνη διευθυντή νομικού προσώπου μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Νίκος Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd κ.ά.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινική Έφεση Αρ. 102/2014, ημερομηνίας 23.10.2015 και Terezian v. Θεοδώρου, Ποινική Έφεση Αρ. 198/2015, ημερομηνίας 2.12.2016. Επί του προκειμένου τονίζεται ότι η ιδιότητα του διευθυντή δεν επαρκεί από μόνη της για την καταδίκη του φερόμενου ως συνέργου (Ευρυβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600). Είναι αναγκαίο να προσκομίζεται μαρτυρία με την οποία να στοιχειοθετείται η συνδρομή ή η συμμετοχή του ή συμπεριφορά του διευθυντή που θα ήταν δυνατό να θεμελιώσει καταδίκη του δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η συνέργεια κατά το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη του αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής (VRONDIS BUILDERS LTD v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποινικές Εφέσεις 297/2014 και 298/2014, ημερομηνίας 17.6.2016). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και ότι η μαρτυρία του μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο. Ήταν φιλαλήθης και αυτό διαφάνηκε από το γεγονός ότι κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και δεν προσπάθησε να παρουσιάσει τα διαδραματισθέντα με ευνοϊκό τρόπο για την παραπονούμενη που είναι η εργοδότριά του. Ο Μ.Κ.2 έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ήταν ανεξάρτητο πρόσωπο το οποίο δεν είχε λόγο να ευνοήσει ούτε και ευνόησε κανένα από τους διαδίκους με τη μαρτυρία του και όσα ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Αναφέρομαι ειδικότερα στον ισχυρισμό του ότι το πρόσωπο το οποίο έχει εξουσία να υπογράφει για τον επίδικο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 ήταν ο κατηγορούμενος 2 και στον ισχυρισμό του ότι οι οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών υπογράφηκαν από το πρόσωπο το οποίο είχε εξουσία να υπογράφει για τον εν λόγω λογαριασμό στην παρουσία υπαλλήλων της Τράπεζας Κύπρου αφού προηγουμένως κλήθηκε προς τούτο από την τράπεζα. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται επίσης και από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 20 και 21 τα οποία φυλάσσονται στα αρχεία της τράπεζας στην οποία εργάζεται. Στο τεκμήριο 20 φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 για τον λογαριασμό της με αριθμό XXXXX2344 και στο τεκμήριο 21 φαίνεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε το έντυπο με τις οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών που εκδόθηκαν επί του ως άνω λογαριασμού της. Ο Μ.Κ.3 κρίνω ότι επίσης ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του, πλην του μέρους εκείνου στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια, είχε συνοχή και γίνεται αποδεκτή. Ήταν παρών όταν υπογράφηκε το γραμμάτιο τεκμήριο 6 και η παρουσία του όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του αλλά επιπλέον επιβεβαιώνεται και από την υπογραφή του στο εν λόγω έγγραφο. Λόγω της άμεσης εμπλοκής του στα διαδραματισθέντα κρίνω ότι ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα θυμάται σε ικανοποιητικό βαθμό και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο με επάρκεια. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι η παραπονούμενη υπέγραψε τη δήλωση ημερομηνίας 6.4.2012, τεκμήριο 22, για να βοηθήσει τους κατηγορούμενους να εξασφαλίσουν συνεργασία με άλλη εταιρεία αφού κρίνω ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι λογικός. Η παραπονούμενη είχε κάθε λόγο να τους βοηθούσε υπογράφοντας την εν λόγω βεβαίωση αφού έτσι θα εξυπηρετούνταν τα συμφέροντα και των 2 πλευρών επειδή οι κατηγορούμενοι θα είχαν εργασία και εισοδήματα και θα ήταν σε θέση να της εξοφλήσουν τα ποσά τα οποία της όφειλαν και για τα οποία είχαν ήδη υπογράψει το γραμμάτιο συνήθους τύπου ημερομηνίας 22.3.2012, τεκμήριο 6 και η παραπονούμενη θα εξασφάλιζε το λαβείν της. Κρίνω ότι με την υπογραφή του εν λόγω γραμματίου, το περιεχόμενο του οποίου σύμφωνα με το άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό, αποκρυσταλλώθηκε η απαίτηση της παραπονούμενης εναντίον της κατηγορούμενης 1 από τη μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας, την πληρωμή της οποίας μπορούσε να αξιώσει στη βάση του εν λόγω γραμματίου και ότι αυτό δεν την εμπόδιζε να δώσει τη βεβαίωση τεκμήριο 22 προς τους κατηγορούμενους για τον σκοπό που ανέφερα πιο πάνω. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό του Μ.Κ.3 που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές ενώπιόν του. Κρίνω ότι σε σχέση με αυτόν τον ισχυρισμό ο μάρτυρας δεν ήταν σταθερός επειδή, κατά την αντεξέτασή του, όταν του υποβλήθηκε ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος 2 που τις υπέγραψε, ισχυρίστηκε, σε αντίθεση με το τι ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του, ότι δεν μπορεί να απαντήσει και δεν ξέρει ποιος τις υπέγραψε. Τέλος σε σχέση με τον Μ.Κ.4 κρίνω ότι η μαρτυρία του αναφορικά με τον υψηλό δείκτη ζημιών του χαρτοφυλακίου της κατηγορούμενης 1 επιβεβαιώνεται από τα σχετικά τεκμήρια τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους και ως εκ τούτου κρίνω ότι πρέπει να γίνει αποδεκτή. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 να αναφέρω ότι προέβηκε σε ανώμοτη δήλωση ως ήταν δικαίωμά του. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Στην απόφαση στην υπόθεση Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R 97, αναφέρεται, σε σχέση με το χαρακτήρα της ανώμοτης δήλωσης: «What was said in a statement was not to be altogether brushed aside, but its potential effect was persuasive rather than evidential. It could not prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light." Ως εκ τούτου δεν προσδίδω οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε όσα περιέχονται στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα μιας υπόθεσης είναι όσα προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (ΤΣΙΑΤΤΕΣ ν. KOKIS SOLOMONIDES (CARTRIDGES INDUSTRIES) LTD,
(2009)1 ΑΑΔ 974). Έχοντας επίσης υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε, όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων καθώς επίσης και όσα προκύπτουν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, τα ακόλουθα αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στις 21.5.2008 συνάφθηκε μεταξύ της Demco και της κατηγορούμενης 1 εταιρείας Σύμβαση Ασφαλιστικού Πράκτορα σύμφωνα με την οποία η Demco κατέστησε την κατηγορούμενη 1 ασφαλιστικό της πράκτορα και της ανέθεσε να αναλαμβάνει εκ μέρους της εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της κατηγορούμενης
- Για τις μεταξύ τους δοσοληψίες η παραπονούμενη διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό στον οποίο σημειώνονταν όλες οι μεταξύ τους συναλλαγές. Επειδή η κατηγορούμενη 1 όφειλε στην παραπονούμενη το ποσό των €153.381,00 στις 22.3.2012 υπέγραψε προς όφελος της παραπονούμενης γραμμάτιο συνήθους τύπου για το εν λόγω ποσό. Το εν λόγω ποσό συμφωνήθηκε ότι θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €9.711,36 οι οποίες ήταν πληρωτέες την περίοδο που ξεκινούσε στις 15.4.2012 και έληγε στις 15.7.
- Η παραπονούμενη για να βοηθήσει τους κατηγορούμενους να συνεργαστούν με άλλη ασφαλιστική εταιρεία στις 6.4.2012, μεταγενέστερα της υπογραφής του ως άνω γραμματίου ημερομηνίας 22.3.2012, υπέγραψε μια βεβαίωση με την οποία δήλωσε ότι αυτοί δεν της όφειλαν οποιοδήποτε ποσό. Η παραπονούμενη στις 3.10.2012 απέστειλε προς την κατηγορούμενη 1 επιστολή μέσω των δικηγόρων της με την οποία την πληροφορούσε ότι μετά την πάροδο 60 ημερών θα τερμάτιζε τη μεταξύ τους συνεργασία κάνοντας χρήση της σχετικής πρόνοιας που προβλέπεται στο άρθρο 26Β της μεταξύ τους ως άνω σύμβασης. Η κατηγορούμενη 1 για πληρωμή του ως άνω χρέους της προς την παραπονούμενη εξέδωσε προς όφελος της τελευταίας τις επιταγές με αριθμό XXXXX9699 και XXXXX9700 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €5.000,00 η καθεμιά, οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 17.12.2012 και 22.12.2012 αντίστοιχα. Οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν επί τραπεζικού λογαριασμού τον οποίο η κατηγορούμενη 1 διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου και ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε εξουσία να υπογράφει εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 για τον εν λόγω λογαριασμό. Η επιταγή με αριθμό XXXXX9699 όταν παρουσιάστηκε στις 17.12.2012 για πληρωμή δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με σχετική σφραγίδα που τέθηκε από την Τράπεζα Κύπρου στις 18.12.
- Ομοίως η επιταγή με αριθμό XXXXX9700 όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 24.12.2012 δεν τιμήθηκε και σφραγίστηκε με σχετική σφραγίδα που τέθηκε από την Τράπεζα Κύπρου στις 27.12.
- Η σφραγίδα με την οποία σφραγίστηκαν οι ως άνω επιταγές ήταν η ακόλουθη: «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Πριν την παρουσίαση των επίδικων επιταγών για πληρωμή η κατηγορούμενη 1 στις 14.12.2012 έδωσε στην τράπεζα επί της οποίας αυτές εκδόθηκαν γραπτές οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής τους. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε το σχετικό έντυπο των οδηγιών εκ μέρους και για λογαριασμό της κατηγορούμενης
- Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σε σχέση με το κατά πόσο πληρούται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό της έκδοσης των επίδικων επιταγών κρίνω πως αποδείχθηκε η έκδοσή τους από τον τραπεζικό λογαριασμό της κατηγορούμενης
- Το γεγονός ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εντός της έννοιας του νόμου δεν αμφισβητήθηκε αφού κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 η δικηγόρος των κατηγορουμένων του υπέβαλε ότι οι τελευταίοι έδωσαν οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου για να ανακληθούν αυτές επειδή η παραπονούμενη παράνομα, κατά την εισήγησή της, ακύρωσε το μεταξύ τους συμβόλαιο. Στη συνέχεια του υπέβαλε επίσης ότι οι κατηγορούμενοι είχαν εύλογη αιτία για να τις ανακαλέσουν. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι το συμπέρασμα ότι οι επίδικες επιταγές είναι επιταγές εν τη εννοία του νόμου προκύπτει επίσης και από την παρατήρηση των ιδίων των επιταγών οι οποίες φέρουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία όπως λ.χ. γραπτή εντολή του εκδότη τους προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο νομικό πρόσωπο ήτοι την παραπονούμενη. Στην υπόθεση Ζίττη ν. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, Ποινική Έφεση Αρ. 272/15, ημερομηνίας 4.3.2016, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το γεγονός ότι ο εφεσείων ήταν διευθυντής της Εταιρείας και το μόνο πρόσωπο που είχε εξουσία να υπογράφει επιταγές που αυτή εξέδιδε, ήταν αφ΄ εαυτού ικανό στοιχείο να εκληφθεί από την Τράπεζα ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης των επιταγών ήταν δική του εφόσον μόνο αυτός της είχε δώσει δείγμα υπογραφής για ό,τι είχε σχέση με τις επιταγές της Εταιρείας. Κάτω απ΄ αυτά τα δεδομένα το βάρος απόδειξης ότι η υπογραφή στις εντολές ανάκλησης δεν ήταν του εφεσείοντα είχε μετέλθει στον ίδιο εφόσον επρόκειτο για θέμα που ήταν αποκλειστικά στη σφαίρα της δικής του γνώσης και σε τέτοιες περιπτώσεις το να εναποτίθεται το υπό αναφορά βάρος στον αποδέκτη μιας επιταγής θα αντιστρατευόταν κάθε έννοια λογικής, θα έπληττε την ασφάλεια των συναλλαγών και θα δημιουργούσε πολυπλοκότητα σε ένα ζήτημα που από τη φύση του είναι απλό». Κρίνω ότι τα ίδια μπορούν να λεχθούν με βεβαιότητα και αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο ισχυρισμός του Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν το μοναδικό πρόσωπο το οποίο είχε δικαίωμα να υπογράφει για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 δεν αμφισβητήθηκε. Λόγω των πιο πάνω και ελλείψει οποιασδήποτε περί του αντιθέτου μαρτυρίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη
- Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών από την κατηγορούμενη 1 κρίνω ότι και αυτό αποδείχθηκε αφού αυτό το στοιχείο προκύπτει από το τεκμήριο 21 το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους καθώς και από τη σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.2 την οποία για τους λόγους που προανέφερα αποδέχθηκα ως αξιόπιστη. Αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε στις 14.12.2012 για λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 το έντυπο ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών στην παρουσία υπαλλήλων της Τράπεζας Κύπρου. Κρίνω επίσης ότι τόσο το γεγονός όσο και ο λόγος της ανάκλησης της πληρωμής τους αποδεικνύονται και από τις σχετικές σφραγίδες τις οποίες έθεσε σε αυτές η τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(3)του Κεφ. 154 σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει και να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της και η σφράγιση καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα επί της επιταγής γίνονται αποδεκτά ως μαρτυρία και η σφραγίδα αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της. Κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση αυτό το τεκμήριο δεν ανατράπηκε αφού καμία περί του αντιθέτου μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους κατηγορούμενους. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός της υπογραφής του εντύπου για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επενεργεί επίσης προς επίρρωση του συμπεράσματός μου αναφορικά με την απόδειξη του συστατικού στοιχείο της έκδοσης των επίδικων επιταγών αφού δεν θα ήταν νομικά, ή, και λογικά εφικτό, να γίνεται λόγος για ανάκληση επιταγής, αν το εκδοθέν έγγραφο δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιταγή (L.C.D. DOMIKI LTD ν. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30 Ιανουαρίου 2015). Λόγω της απόδειξης των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων απομένει να εξεταστεί στη συνέχεια κατά πόσο οι κατηγορούμενοι έχουν αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της πληρωμής μιας επιταγής για «εύλογη αιτία» προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει μια επιταγή εξετάζεται αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για τη μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Λόγω τούτου κρίνω ότι είναι αντικειμενικά αδύνατο και λογικά ανεπίτρεπτο να γίνει οποιοσδήποτε λόγος για προβολή ισχυρισμού εκ μέρους τους ότι υπήρχε «εύλογη αιτία» για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός πως στο τεκμήριο 21 που προσκομίστηκε από την παραπονούμενη αναγράφεται ως λόγος ανάκλησης της πληρωμής τους η «αθέτηση συμφωνίας» δεν μπορεί να επενεργήσει προς όφελος των κατηγορουμένων αφού αυτοί δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία για να δείξουν τι αφορούσε η εν λόγω αθέτηση συμφωνίας και κατά πόσο συνιστούσε «εύλογη αιτία» για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η απουσία μαρτυρίας υποστηρικτικής της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» κρίνω ότι είναι καταλυτική για την υπεράσπιση των κατηγορουμένων αφού ελλείψει αυτής είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο να θεωρηθεί πως οι κατηγορούμενοι απέσεισαν το βάρος απόδειξης της εν λόγω υπεράσπισης. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» την οποία η πλευρά των κατηγορούμενων είχε το δικονομικό βάρος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξει δεν έχει αποδειχθεί. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός της υπογραφής εκ μέρους του κατηγορουμένου 2 του εντύπου με τις οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επαρκεί για να κριθεί ότι αποδείχθηκε η εκ μέρους του συνδρομή προς την κατηγορούμενη 1, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 20 του Κεφ. 154, στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Η συνδρομή, κατά την κρίση μου, δύναται να λάβει πολλές μορφές και δεν περιορίζεται μόνο στην υπογραφή για την έκδοση των επιταγών. Συνεπώς η 1η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 και 3 και ο 2ος κατηγορούμενος στις κατηγορίες 2 και 4. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο