← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:9371/2017, 18/3/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης:9371/2017, 18/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B39 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9371/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και-

  1. XXXXX Αντρέου
  2. XXXXX Χαραλάμπους Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 18/3/
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. A. Σιαπανή Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Κληρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκης εντός Δίκης) O 2ος κατηγορούμενος στη παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο 2ος κατηγορούμενος, την 8.10.16, στη Λευκωσία, παράνομα προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη στον XXXXX Μιχαήλ (στο εξής καλούμενος «ο παραπονούμενος»). Σημειώνω ότι ο 1ος κατηγορούμενος, o oποίος αντιμετώπιζε την ίδια κατηγορία, απαλλάγηκε από αυτήν λόγω μη επίδοσης σε αυτόν του κατηγορητηρίου. Ο 2ος κατηγορούμενος δήλωσε τη μη παραδοχή του με αποτέλεσμα να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία, η έναρξη της οποίας έλαβε χώρα την 8.12.
  4. Πρώτος μάρτυρας ο οποίος κλήθηκε να καταθέσει για την κατηγορούσα αρχή ήταν ο Λοχίας XXXXX, XXXXX Σταυρινός. Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του, ο εν λόγω μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει ως Τεκμήριο, αντίγραφο φωτογραφίας (Τεκμήριο Α στα πλαίσια της κυρίως δίκης) η οποία εκτυπώθηκε από το μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook (στο εξής «το Facebook»). Την επίδικη φωτογραφία την προσκόμισε ο παραπονούμενος στην Αστυνομία και με την οποία αναγνώρισε, ως το πρόσωπο που του επιτέθηκε τον 2ο κατηγορούμενο, κατονομάζοντας τον. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του 2ου κατηγορούμενου, ήγειρε ένσταση ως προς την νομιμότητα και αποδεκτότητα του εν λόγω Τεκμηρίου, λόγω του ότι η διαδικασία και ο τρόπος που αυτό περιήλθε στην κατοχή της Αστυνομίας και του παραπονουμένου, παραβιάζει βασικά συνταγματικά δικαιώματα του 2ου κατηγορούμενου και ειδικότερα το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου της αλληλογραφίας και επικοινωνίας (Άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος). Κατά συνέπεια ήταν η θέση του ότι η εν λόγω φωτογραφία δεν μπορεί να κατατεθεί ως Τεκμήριο. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του διέταξε όπως διεξαχθεί δίκη εντός δίκης ώστε να αποφασισθεί αφενός κατά πόσο η επίδικη φωτογραφία αποκτήθηκε από τη Αστυνομία παράνομα καθώς και αν με την κατάθεση της ως Τεκμήριο, ενώπιον του Δικαστηρίου, παραβιάζονται οποιαδήποτε συνταγματικά του δικαιώματα. Στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης κατάθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, 3 μάρτυρες, ο Λοχίας XXXXX XXXXX Σταυρινού (Μ. Κ 1 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης), ο παραπονούμενος και ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Νεοφύτου (Μ.Κ 3 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης). Εκ μέρους της υπεράσπισης κατάθεσε ο 2ος κατηγορούμενος. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ. Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1 για σκοπούς δίκης εντός δίκης). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ο ίδιος υπηρετεί στο Τ.Α.Ε Λευκωσίας και ήταν ένα από τα πρόσωπα που ανάλαβε τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Στις 18.10.2016 ο παραπονούμενος, στα πλαίσια συμπληρωματικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 3 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης) αναγνώρισε, με τη βοήθεια φωτογραφίας (Τεκμήριο 2 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης), την οποία εκτύπωσε ο ίδιος από τον λογαριασμό του στο Facebook και παρέδωσε κατά την κατάθεση του, 2 από τα 3 πρόσωπα που του επιτέθηκαν, κατονομάζοντάς τα. Μετά από εξετάσεις που ο ίδιος διενήργησε στη βάση της περιγραφής και της επίδικης φωτογραφίας που προσκόμισε ο παραπονούμενος, αναγνωρίστηκαν και ταυτοποιήθηκαν μεταξύ άλλων και ο 2ος κατηγορούμενος. Στις 4.02.2017 ο παραπονούμενος στα γραφεία του Τ.Α.Ε αναγνώρισε, ως ένα από τα πρόσωπα που τον χτυπήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, τον 2ο κατηγορούμενο. Απαντώντας σε προφορικές ερωτήσεις επιβεβαίωσε ότι ο 2ος κατηγορούμενος αναγνωρίστηκε και ταυτοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με την βοήθεια της φωτογραφίας που είχε προσκομιστεί. Ο 2ος κατηγορούμενος είχε αναγνωριστεί, προηγουμένως, από πληροφοριοδότες της Αστυνομίας όσο και από συναδέλφους του, εφόσον είχε απασχολήσει στο παρελθόν την Αστυνομία. Κατάθεσε τέλος τα ημερολόγια ενεργείας του (Τεκμήριο 4 και 5 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης). Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα για το πώς κατέληξε η επίδικη φωτογραφία στην κατοχή του παραπονουμένου αλλά ούτε και τον τρόπο που αυτή εκτυπώθηκε. Σε σχετική ερώτηση αν ο ίδιος διερεύνησε, κατά πόσο ο παραπονούμενος είχε οποιαδήποτε συγκατάθεση από τον 2ο κατηγορούμενο να εκτυπώσει την επίδικη φωτογραφία, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι, από τη στιγμή που αυτή ήταν αναρτημένη σε λογαριασμό, ο οποίος ήταν ανοικτός σε κοινή θέαση στο Facebook, δεν απαιτείτο να ληφθεί η οποιαδήποτε συγκατάθεση. Δεν προέβη, επίσης ως αποδέχτηκε, σε οποιανδήποτε έρευνα κατά πόσο ο 2ος κατηγορούμενος διατηρούσε λογαριασμό στο Facebook. Αρνήθηκε ότι ο τρόπος που η Αστυνομία χειρίστηκε και επεξεργάστηκε την επίδικη φωτογραφία, με σκοπό την αναγνώριση των ατόμων που απεικονίζονται σε αυτή, ήταν κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του 2ου κατηγορούμενου, προσθέτοντας ότι η φωτογραφία αυτή έχει βοηθήσει απλά την Αστυνομία προς αναγνώριση και εντοπισμό του 2ου κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ότι είναι η φωτογραφία την οποία παρέδωσε στην Αστυνομία. Υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, λόγω των τραυματισμών που υπέστη από την κατ' ισχυρισμό του εναντίον του επίθεση ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τα πρόσωπα που τον κτύπησαν. Κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης του, προέβη σε κάποιες έρευνες και ρώτησε διάφορα γνωστά του πρόσωπα στη προσπάθεια του να πληροφορηθεί τουλάχιστον ποιά άτομα ήταν παρόντα, κατά τη στιγμή της επίθεσης. Με τη βοήθεια του λογαριασμού του, που ο ίδιος διατηρεί στο Facebook, ανακάλυψε, μέσω των φίλων του που κάνουν δημοσιεύσεις (post) σε διάφορες φωτογραφίες, την επίδικη φωτογραφία, στην οποία φαίνονται κάποια πρόσωπα να βρίσκονται σε παρέα, πιθανότατα σε κέντρο διασκέδασης. Από αυτά τα πρόσωπα, αναγνωρίζει μεταξύ άλλων και τον 2ο κατηγορούμενο. Το πρόσωπο αυτό, όπως ο ίδιος αναγνώρισε, ήταν παρών τόσο κατά τη λεκτική αντιπαράθεση εντός του κέντρου διασκέδασης που είχε με τον 1ο κατηγορούμενο, όσο και την ώρα που δέκτηκε την επίθεση, έξω από το νυκτερινό κέντρο που βρισκόταν. Εξηγώντας, προφορικά, στο Δικαστήριο για το πώς περιήλθε στην κατοχή του η επίδικη φωτογραφία ανάφερε, καταρχάς, ότι ο κατηγορούμενος δεν διατηρεί λογαριασμό στο Facebook. Ο ίδιος επισκέφθηκε το προφίλ του 1ου κατηγορουμένου, το οποίο οι οποιεσδήποτε δημοσιεύσεις του, συμπεριλαμβανομένων και φωτογραφιών, βρισκόντουσαν σε ανοιχτή θέαση και ο οποιοσδήποτε μπορούσε να έχει πρόσβαση. Επιβεβαίωσε ότι με τον 1ο κατηγορούμενο δεν είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους «αίτημα φιλίας». Αφού επισκέφθηκε το εν λόγω προφίλ εντόπισε την επίδικη φωτογραφία. Όπως εξήγησε, περαιτέρω, στο Δικαστήριο όταν ένα πρόσωπο διατηρεί λογαριασμό στο Facebook έχει την επιλογή όλα τα δεδομένα και τις φωτογραφίες του να τα έχει κλειδωμένα, δηλαδή να μην μπορεί να έχει πρόσβαση ο οποιοσδήποτε και μόνο όταν αποδεχτεί 'αίτημα φιλίας', από κάποιο πρόσωπο, ο τελευταίος αποκτά πρόσβαση σε αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το προφίλ του 1ου κατηγορουμένου ήταν ανοιχτό και προσβάσιμο από όλους. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε ότι, πριν το κατ' ισχυρισμό συμβάν, δεν γνώριζε τον 2ο κατηγορούμενο. Αποδέχθηκε, επίσης, ότι η επίδικη φωτογραφία δεν λήφθηκε από το νυχτερινό κέντρο, έξω από το οποίο δέκτηκε την επίθεση και ούτε γνωρίζει το πρόσωπο που την έβγαλε. Αρνήθηκε ότι οι ενέργειες που προέβη ήταν παράνομες, κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του 2ου κατηγορουμένου, προσθέτοντας ότι η επίδικη φωτογραφία ήταν ανοιχτή προς το κοινό και δεν ήταν κλειδωμένη, κατ' επιλογή του 1ου κατηγορούμενου. Αρνήθηκε, τέλος, ότι την επίδικη φωτογραφία δεν την εκτύπωσε από το Facebook. Ο Μ.Κ 3 υπηρετεί στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων της Αστυνομίας. Κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Τα προσόντα του και το σχετικό του βιογραφικό (Τεκμήριο 6 στη δίκη εντός δίκης) δεν αμφισβητήθηκαν. Εξήγησε στο Δικαστήριο την ακολουθητέα διαδικασία για το πώς κάποιο πρόσωπο αποκτά λογαριασμό στο Facebook. Ειδικότερα ανάφερε, ότι, κατά τη δημιουργία λογαριασμού στο Facebook, ο χρήστης καλείται να συμπληρώσει κάποια στοιχεία και απαραίτητη προϋπόθεση είναι να είναι άνω των 13 ετών. Αφού ο χρήστης συμπληρώσει τα στοιχεία του, ακολούθως, αποδέχεται τους όρους του Facebook, μεταξύ των οποίων, και ότι αυτό έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα δεδομένα του χρήστη, τα οποία ο ίδιος δημοσιεύει, για σκοπούς διαφήμισης. Ο χρήστης με το να ανεβάσει κάποιες φωτογραφίες ή στοιχεία του στο Facebook τα καθιστά δημόσια, δηλαδή βρίσκονται σε δημόσια θέα. Υπάρχουν κάποιες ρυθμίσεις που μπορεί να προβεί ένας χρήστης, με τις οποίες επιλέγει όπως άλλος χρήστης του Facebook θα μπορεί να δει το προφίλ του, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι φωτογραφίες του, τα σχόλιά του και οι οποιεσδήποτε αναρτήσεις του στο λογαριασμό του. Έχει επίσης την επιλογή ένας χρήστης να διατηρεί το προφίλ του ανοικτό στον οποιοδήποτε, χωρίς μάλιστα ο τελευταίος να είναι απαραίτητο να διατηρεί και λογαριασμό στο Facebook. Εξηγώντας στο Δικαστήριο τι εννοεί με τον όρο δημόσια θέα, ανάφερε ότι ο οποιοσδήποτε, μέσω του μηχανισμού αναζήτησης στο διαδίκτυο της πλατφόρμας Google, μπορεί να αναζητήσει το λογαριασμού κάποιου χρήστη στο Facebook και να εμφανιστούν οι φωτογραφίες του, αν το προφίλ του, βεβαίως, είναι ανοικτό και δεν είναι κλειδωμένο. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε ότι υπάρχουν περιπτώσεις στο Facebook που δημιουργούνται ψεύτικοι λογαριασμοί με διάφορα ψευδώνυμα. Ο 2ος κατηγορούμενος, υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 7 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης). Σύμφωνα με αυτήν, τον 1ο κατηγορούμενο τον γνώρισε πριν από περίπου 5 με 6 χρόνια όχι όμως ως XXXXX Ανδρέου αλλά ως XXXXX Παφίτη. Σε σχέση με την επίδικη φωτογραφία ο ίδιος δεν θυμάται από ποιόν τραβήχτηκε και μέχρι σήμερα δεν έχει αντίγραφο αυτής. Ο ίδιος δεν διατηρεί λογαριασμό στο Facebook εφόσον δεν επιθυμεί η ιδιωτική του ζωή να προβάλλεται σε δημόσια θέα αλλά και ούτε γνωρίζει κατά πόσο αυτή η επίδικη φωτογραφία βρίσκεται ή βρισκόταν αναρτημένη στο διαδίκτυο. Ούτε γνωρίζει, επίσης, εάν σε αυτήν υπήρξε κάποια υπόδειξη του ονόματός του. Την εν λόγω επίδικη φωτογραφία την είδε για πρώτη φορά όταν του την υπέδειξε ο Αστυνομικός στον σταθμό που είχε κληθεί για ανάκριση. Ο ίδιος, μετά την λήψη της κατάθεσης του, προσπάθησε να την εντοπίσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ουδέποτε ο ίδιος έδωσε τη συγκατάθεσή του στον οποιοδήποτε ώστε αυτή να δημοσιευτεί και σίγουρα όχι να χρησιμοποιηθεί για έρευνες εναντίον του. Ο παραπονούμενος ανέφερε ψέματα προς το Δικαστήριο σε σχέση με τον τρόπο που είχε στην κατοχή του την εν λόγω επίδικη φωτογραφία, για τον πολύ απλό λόγο ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν διατηρεί λογαριασμό με το όνομα XXXXX Αντρέου αλλά, αντίθετα, διατηρεί λογαριασμό στο όνομα XXXXX Παφίτης (Τεκμήριο 8 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης). Ο λόγος που δεν ερωτήθηκε ο παραπονούμενος σε σχέση με το ζήτημα αυτό από τον συνήγορο του, ήταν γιατί μετά, τη μαρτυρία του τελευταίου, θυμήθηκε αυτήν τη λεπτομέρεια ο ίδιος. Είναι η θέση του ότι η εν λόγω φωτογραφία δεν ήταν δημοσιευμένη στο διαδίκτυο, με τρόπο που αναφέρει ο παραπονούμενος. Η φωτογραφία αυτή απεικονίζει ιδιωτική στιγμή του σε εστιατόριο και νιώθει έντονα ότι ως τέτοια δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για οποιανδήποτε ενέργεια χωρίς τη συγκατάθεσή του. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος, κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσής, δεν επιθυμούσε να απαντήσει οτιδήποτε σε σχέση με το περιεχόμενο της επίδικης φωτογραφίας. Αποδέχθηκε, το γεγονός ότι στην εν λόγω φωτογραφία απεικονίζει και τον ίδιο. Δεν θυμόταν σε ποιο μέρος βγήκε η εν λόγω φωτογραφία αλλά ούτε και θυμάται πότε αυτή λήφθηκε. Αναγνώρισε επίσης ότι στην εν λόγω φωτογραφία απεικονίζεται και ο 1ος κατηγορούμενος, με τον οποίο είναι φίλοι. Αρνήθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος στην επίδικη φωτογραφία πόζαρε με σκοπό την λήψη της από τρίτο πρόσωπο ισχυριζόμενος, περαιτέρω, ότι αυτή λήφθηκε χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ότι θα τον αποθανάτιζαν επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι ο ίδιος δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του ώστε αυτή να δημοσιευτεί στο διαδίκτυο. Για σκοπούς προστασίας της ιδιωτικής του ζωής πάντοτε ο ίδιος ζητά από οποιοδήποτε πρόσωπο τον βγάζει φωτογραφία να μην την δημοσιεύει στο διαδίκτυο. Δεν θυμόταν όμως, όπως διευκρίνισε, κατά πόσο εκείνη τη μέρα απαγόρευσε ρητά στον οποιονδήποτε να την δημοσιεύσει. Ανάφερε, επίσης, ερωτηθείς σχετικά ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο 1ος κατηγορούμενος, τον ουσιώδη χρόνο που εντόπισε την φωτογραφία ο παραπονούμενος, σε ποιο όνομα διατηρούσε το προφίλ του. Τέλος ανάφερε, ότι με το να εκτυπώσει το προφίλ του 1ου κατηγορούμενου ο ίδιος δεν παραβίασε οποιαδήποτε προσωπικά δεδομένα του τελευταίου, εφόσον ο λογαριασμός του ήταν ανοιχτός και βρισκόταν σε δημόσια θέα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Mε δεδομένη την ένσταση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση, αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η επίδικη φωτογραφία δεν λήφθηκε ή εξασφαλίστηκε κατά παράβαση των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο θα πρέπει, αναπόφευκτα, να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία σε σχέση με το ζήτημα αυτό και να καταλήξει σε ανάλογα ευρήματα ώστε ακολούθως να μπορεί να αποφανθεί επί της πιο πάνω ενστάσεως. Η αξιολόγηση μαρτυρίας στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και να γίνεται μόνο στον βαθμό που κρίνεται απολύτως απαραίτητο για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα της. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορουμένου. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που δυνατόν να επηρεάσουν τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του, όπως για παράδειγμα, γενικά συμπεράσματα αξιοπιστίας του (Ioannides v Republic

(1968)2 CLR 169, 201 και Petri v Police
(1968)2 CLR 40, 70). Είναι λοιπόν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Δικαστήριο αξιολόγησε τη μαρτυρία, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, για τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας και χωρίς να υπεισέλθει σε ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ουσία της υπεράσπισης του 2ου κατηγορουμένου. Η μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, στην ουσία της δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Αυτό που αποτελεί αντικείμενο διαφοράς είναι αν κατά πόσο η επίδικη φωτογραφία λήφθηκε, κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του 2ου κατηγορουμένου. Δεν διαπιστώνω, σε σχέση με κανέναν μάρτυρα που κατέθεσε εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής προσπάθεια απόκρυψης η παραποίησης γεγονότων. O M.K 1 απλά αναφέρθηκε κάτω υπό ποιές περιστάσεις περιήλθε η επίδικη φωτογραφία στη κατοχή της Αστυνομίας και τις ενέργειες που προέβη, ακολούθως, στο πλαίσιο του περιεχομένου αυτής, για τον εντοπισμό του 2ου κατηγορουμένου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του η οποία θα έλεγα ότι επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε. Δέχομαι επίσης τη μαρτυρία του παραπονούμενου ότι ο ίδιος αντέγραψε και εκτύπωσε την επίδικη φωτογραφία από το λογαριασμό που διατηρούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο 1ος κατηγορούμενος. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι το προφίλ του 1ου κατηγορούμενου ήταν ανοικτό και όχι κλειδωμένο και συνεπακόλουθα ο οποιοσδήποτε τρίτος μπορούσε να έχει πρόσβαση. Η μαρτυρία του έχει συνοχή και παρέμεινε σταθερή κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να μην αποδεκτή τη μαρτυρία του. Οι θέσεις του ουδόλως κλονίστηκαν από την υπεράσπιση, ως εξηγώ κατωτέρω. Ο Μ.Κ 3 εξήγησε στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, τις επιλογές που έχει ένας χρήστης που διατηρεί λογαριασμό στο Facebook κατά πόσο το περιεχόμενο του προφίλ του θα είναι ή όχι ανοικτό στον οποιοδήποτε. Αποδέχομαι τις θέσεις του εφόσον έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Στρεφόμενος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του 2ου κατηγορουμένου θα έλεγα καταρχάς ότι κάποιες θέσεις του δεν έρχονται σε αντίθεση με τις πιο πάνω θέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και δεν συγκρούονται ευθέως με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους. Ο 2ος κατηγορούμενος αποδέχεται τη θέση ότι είναι φίλος με τον 1ο κατηγορούμενο και ότι απεικονίζεται, μεταξύ άλλων, στην επίδικη φωτογραφία και ο ίδιος. Επίσης αποδέχθηκε ότι αυτή λήφθηκε σε κάποια ταβέρνα και ουδεμία σχέση έχει με το κατ'ισχυρισμό επεισόδιο, γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ότι ο ίδιος δεν έδωσε οποιαδήποτε συγκατάθεση να δημοσιευτεί η επίδικη φωτογραφία, ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν διατηρεί οποιοδήποτε λογαριασμό με το όνομα XXXXX Αντρέου αλλά XXXXX Παφίτης αλλά και ότι η επίδικη φωτογραφία είναι προϊόν μοντάζ διαπιστώνω ότι αυτοί είναι μετέωροι, γενικοί αλλά και ισχυρισμοί οι οποίοι δεν ήταν απόλυτα θετικοί και ξεκάθαροι ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ανάλογα ευρήματα. Σε σχέση με τη θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε συγκατάθεση ώστε να μην δημοσιευθεί η επίδικη φωτογραφία σημειώνω ότι ο 2ος κατηγορούμενος, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ανάφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο, τον ουσιώδη χρόνο, ανάφερε στα πρόσωπα που ήταν παρόντα κατά την λήψη της επίδικης φωτογραφίας ότι ο ίδιος επιθυμεί αυτή να μην δημοσιευθεί. Σε σχέση τώρα με τη θέση του ότι ο 1ος κατηγορούμενος διατηρεί λογαριασμό στο Facebook με την ονομασία XXXXX Παφίτης, θέλοντας προφανώς να καταδείξει το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ψεύδεται και πάλι, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, ανάφερε ότι ο ίδιος προέβη σήμερα στην εν λόγω έρευνα και δεν είναι σε θέση να αναφέρει κατά πόσο τον ουσιώδη χρόνο, που ο παραπονούμενος προέβη σε έρευνα, σε ποιο όνομα ο 1ος κατηγορούμενος διατηρούσε προφίλ. Σημειώνω επίσης ότι τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στον παραπονούμενο κατά την αντεξέταση του ώστε αυτός να τοποθετηθεί επί του εν λόγω ισχυρισμού. Τέλος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος δεν πόζαρε και δεν γνώριζε ότι τρίτο πρόσωπο θα έβγαζε την επίδικη φωτογραφία δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί βλέποντας κανείς το τί ακριβώς απεικονίζει η επίδικη φωτογραφία αβίαστα καταλήγει κάποιος στο συμπέρασμα ότι ο 2ος κατηγορούμενος πόζαρε ώστε τρίτο πρόσωπο να τον αποθανατίσει. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Στις 18.10.2016 ο παραπονούμενος παρέδωσε στην Αστυνομία την επίδικη φωτογραφία. Ο παραπονούμενος αναγνώρισε, με τη βοήθεια φωτογραφίας, τον 2ο κατηγορούμενο, που σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς του επιτέθηκε, κατονομάζοντάς τον. Η Αστυνομία δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα για το πώς κατέληξε η φωτογραφία στην κατοχή του παραπονούμενου, αλλά ούτε και τον τρόπο που αυτή εκτυπώθηκε. Η επίδικη φωτογραφία απεικονίζει, μεταξύ άλλων, τον 2ο κατηγορούμενο να ποζάρει σε ταβέρνα όπου βρισκόταν με τρίτα άλλα πρόσωπα. Ο παραπονούμενος εντόπισε την επίδικη φωτογραφία αφού επισκέφθηκε το προφίλ του 1ου κατηγορουμένου, το οποίο οι οποιεσδήποτε δημοσιεύσεις του, συμπεριλαμβανομένων και των φωτογραφιών του, βρισκόντουσαν σε ανοιχτή θέαση και ο οποιοσδήποτε μπορούσε να έχει πρόσβαση. Ένας χρήστης, ο οποίος διατηρεί λογαριασμό στο Facebook έχει την επιλογή να διατηρεί το προφίλ του ανοικτό στον οποιοδήποτε, χωρίς μάλιστα ο τελευταίος να είναι απαραίτητο να διατηρεί και λογαριασμό στο Facebook. Η επίδικη φωτογραφία απεικονίζει, μεταξύ άλλων, τον 2ο κατηγορούμενο να γευματίζει μαζί με φίλους του σε ταβέρνα και ο τελευταίος γνώριζε, εφόσον πόζαρε, ότι τρίτο πρόσωπο, φίλος του, θα τον αποθανάτιζε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Σύμφωνα με την Κυπριακή Νομολογία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δεν υπάρχει στην Κύπρο δυνατότητα έγκρισης της προσαγωγής, ως αποδεικτικού μέσου, μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Έτσι μαρτυρία, η οποία λαμβάνεται ή προκύπτει ως αποτέλεσμα της παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, τα οποία κατοχυρώνονται στο Δεύτερο Μέρος του Συντάγματος, αποκλείεται ως μαρτυρία, άσχετα με την αποδεικτική της αξία και το σκοπό για τον οποίο λήφθηκε. Εκεί και όπου διαπιστώνεται παραβίαση συνταγματικά κατοχυρωμένου θεμελιώδους δικαιώματος και ελευθεριών η μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή και δεν υπάρχει διακριτική ευχέρεια στάθμισης του οφέλους που μπορεί να προκύψει από μια τέτοια παραβίαση με τη βλάβη που μπορεί να προκαλέσει (Δημοκρατία ν. Κυπριανίδη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, Georghiou ν. Republic
(1984)2 C.L.R. 65, Merthodja v. Police
(1987)2 C.L.R. 227, Al-Hamad κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, Enotiades ν. Police
(1986)2 C.L.R. 64, Psaras v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132 και Αστυνομία ν. Γιάλλουρος
(1992)2 Α.Α.Δ. 147). Αυτό σε αντιδιαστολή με το τι ισχύει στο κοινοδίκαιο (R v. Sang
(1979)2 All E.R. 1222, Blackstone's Criminal Practice, 1995, σελ. 1793 και Alfred Robert Apicella
(1986)82 Cr. App. R. 295, 298). Το άρθρο 15 του Συντάγματος προβλέπει: «
  1. Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.
  2. Δεν χωρεί επέμβασις κατά την άσκησιν του δικαιώματος τούτου, ειμή τοιαύτη οία θα ήτο σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον ή προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή.» Το άρθρο 17 του Συντάγματος, μετά την τροποποίηση του 2010, δυνάμει του περί της Έκτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμου, Ν 51(Ι)/2010, προνοεί ότι: «
  3. Έκαστος έχει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφ' όσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται διά μέσων μη απαγορευομένων υπό του νόμου.
  4. Δε χωρεί επέμβαση κατά την άσκηση του δικαιώματος τούτου, εκτός αν η επέμβαση αυτή επιτρέπεται σύμφωνα με το νόμο, στις ακόλουθες περιπτώσεις: Α. Προσώπων που τελούν υπό φυλάκιση ή προφυλάκιση. Β. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και η επέμβαση αποτελεί μέτρο το οποίο σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναγκαίο μόνο προς το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή την αποτροπή, διερεύνηση ή δίωξη των ακόλουθων σοβαρών ποινικών αδικημάτων: (α) Φόνος εκ προμελέτης ή ανθρωποκτονία, (β) εμπορία ενηλίκων ή ανηλίκων προσώπων και αδικήματα που σχετίζονται με την παιδική πορνογραφία, (γ) εμπορία, προμήθεια, καλλιέργεια ή παραγωγή ναρκωτικών φαρμάκων, ψυχοτρόπων ουσιών ή επικίνδυνων φαρμάκων, (δ) αδικήματα που σχετίζονται με το νόμισμα ή το χαρτονόμισμα της Δημοκρατίας και (ε) αδικήματα διαφθοράς για τα οποία προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω. Γ. Κατόπιν δικαστικού διατάγματος, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, για τη διερεύνηση ή δίωξη σοβαρού ποινικού αδικήματος για το οποίο προβλέπεται, σε περίπτωση καταδίκης, ποινή φυλάκισης πέντε ετών και άνω και η επέμβαση αφορά πρόσβαση στα σχετικά με ηλεκτρονική επικοινωνία δεδομένα κίνησης και θέσης και στα συναφή δεδομένα που είναι αναγκαία για την αναγνώριση του συνδρομητή ή και του χρήστη.» Τα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος στην ουσία αντιστοιχούν στο άρθρο 8 ΕΣΔΑ, το οποίο προστατεύει σε μια παράγραφο τα δικαιώματα που προστατεύουν εν λόγω άρθρα (ως επίσης και τα άρθρα 14 και 16) (Α. Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2001, σελ. 104). Το άρθρο 8 της ΕΣΑΔ προνοεί τα ακόλουθα: «
  5. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
  6. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.» Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1996)4 Α.Α.Δ. 1100 αναλύθηκε το τί περιλαμβάνει η έννοια της ιδιωτικής ζωής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Στην έννοια του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής περικλείονται όλα τα στοιχεία που συναποτελούν τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας και λειτουργίας κάθε ανθρώπου. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν ολόκληρο το εύρος της σωματικής και ψυχοπνευματικής κατάστασης του ατόμου που έχει αναφαίρετο δικαίωμα να καλλιεργεί όπως ο ίδιος επιθυμεί, με μοναδικό περιορισμό τις νομοθετικές ρυθμίσεις, που εισάγονται σύμφωνα με τη παράγραφο 2 του άρθρου 15 του Συντάγματος (και την ανάλογη της Σύμβασης). Η εκδήλωση της ιδιωτικής ζωής προεκτείνεται στις ιδιαίτερες πνευματικές αναζητήσεις και στη συναναστροφή των ανθρώπων για ψυχική, πνευματική και σωματική επικοινωνία. Τα ιδιάζοντα ήθη και έθιμα και συνήθειες μιας χώρας, σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη συμπεριφορά, που σε μια συνεχώς εξελισσόμενη και δημοκρατική κοινωνία δυνατό να αποτελούν και αντικείμενο διχογνωμίας, δεν αποτελούν κριτήριο για την ερμηνεία και εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως διασφαλίζονται στο Σύνταγμα και τη Σύμβαση. Η ερμηνεία των σχετικών άρθρων του Συντάγματός μας και της Διεθνούς Συμβάσεως για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που είναι κατά την ταπεινή μου άποψη ένας εμπνευσμένος κώδικας ενιαίας συμπεριφοράς των συμβαλλομένων κρατών και των πολιτών τους, πρέπει να εναρμονίζεται. Η χώρα μας δέχθηκε να διαμορφώσει και κατευθύνει τη λειτουργία της, στα ζητήματα που αφορά η Σύμβαση, σύμφωνα με τους κανόνες της, όπου τούτοι δεν είναι αντίθετοι με το Σύνταγμα.» Στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715 αναγνωρίζεται η απαίτηση κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατία να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας η προσωπικότητα και ατομικότητά του. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β' Έκδοση, του Γ. Μπαμπινιώτη «προσωπικότητα», κατά μια ερμηνεία (την πρώτη) είναι «το σύνολο των φυσικών... χαρακτηριστικών ενός προσώπου∙ το σύνολο των επιμέρους στοιχείων που εξατομικεύουν και χαρακτηρίζουν ένα πρόσωπο:» Σύμφωνα με το ίδιο λεξικό «ατομικότητα», κατά μια ερμηνεία (την πρώτη) είναι «η ιδιαιτερότητα ή η αυτοτέλεια κάθε ανθρώπου ως προσώπου», ενώ με βάση τη δεύτερη ερμηνεία είναι «η ιδιότητα ή το σύνολο των ιδιοτήτων μιας οντότητας, ενός ατόμου, που το αντιδιαστέλλουν προς τα άλλα άτομα τού ίδιου είδους ή προς το σύνολο γενικά.» Στην απόφαση του ΕΔΑΔ, Reklos And Davourlis ν. Greece (Applιc. 1234/05, ημερομηνίας, 15/1/09), επίσης, έγινε ανασκόπηση της έννοιας της ιδιωτικής ζωής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: « 39. In general terms, the Court observes that according to its case-law "private life" is a broad concept not susceptible to exhaustive definition. The notion encompasses the right to identity (see Wisse v. France, no. 71611/01, § 24, 20 December 2005) and the right to personal development, whether in terms of personality (see Christine Goodwin v. the United Kingdom [GC], no. 28957/95, § 90, ECHR 2002-VI) or of personal autonomy, which is an important principle underlying the interpretation of the Article 8 guarantees (see Evans v. the United Kingdom [GC], no. 6339/05, § 71, ECHR 2007-..., and Pretty v. the United Kingdom, no. 2346/02, § 61, ECHR 2002-III). 40. A person's image constitutes one of the chief attributes of his or her personality, as it reveals the person's unique characteristics and distinguishes the person from his or her peers. The right to the protection of one's image is thus one of the essential components of personal development and presupposes the right to control the use of that image. Whilst in most cases the right to control such use involves the possibility for an individual to refuse publication of his or her image, it also covers the individual's right to object to the recording, conservation and reproduction of the image by another person. As a person's image is one of the characteristics attached to his or her personality, its effective protection presupposes, in principle and in circumstances such as those of the present case (see paragraph 37 above), obtaining the consent of the person concerned at the time the picture is taken and not simply if and when it is published. Otherwise an essential attribute of personality would be retained in the hands of a third party and the person concerned would have no control over any subsequent use of the image.» Η ιδιωτική ζωή αποτελεί ευρεία έννοια η οποία δεν επιδέχεται εξαντλητικό ορισμό. Η έννοια συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα της ταυτότητας. Η εικόνα ενός ατόμου αποτελεί ένα από τα κύρια γνωρίσματα της προσωπικότητάς του, καθώς φανερώνει τα μοναδικά χαρακτηριστικά του και το διακρίνει από τα άλλα άτομα. Το δικαίωμα του ατόμου για προστασία της εικόνας του, προϋποθέτει το δικαίωμα ελέγχου της χρήσης της και τη δυνατότητα του ατόμου να αρνηθεί τη δημοσίευσή της και καλύπτει το δικαίωμά του να αντιτίθεται στη λήψη, διατήρηση και αναπαραγωγή της από άλλο πρόσωπο. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, είναι πρόδηλο ότι η επίδικη φωτογραφία απεικονίζει τον 2ο κατηγορούμενο να γευματίζει με φίλους του σε εστιατόριο. Ασφαλώς και το περιεχόμενο αυτής απεικονίζει ιδιωτικές στιγμές του 2ου κατηγορούμενου και προσωπικά του δεδομένα, όχι όμως ευαίσθητα εφόσον δεν τον απεικονίζει να διαπράττει κάτι το επιλήψιμο και παράνομο. Το κρίσιμο όμως ερώτημα που προκύπτει στη προκειμένη περίπτωση και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει είναι κατά πόσο η κατοχή της επίδικης φωτογραφίας εκ μέρους της Αστυνομίας και συνεπακόλουθα η κατάθεση της ως Τεκμήριο στο Δικαστήριο, κάτω υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, παραβιάζει την ιδιωτική ζωή του 2ου κατηγορουμένου, η οποία τυγχάνει προστασίας από το Άρθρο 15 του Συντάγματος. Η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Ξεδιπλώνω το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Η επίδικη φωτογραφία, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ήταν αναρτημένη στο Facebook, και ειδικότερα στο προφίλ του 1ου κατηγορουμένου, με τον οποίο ο 2ος κατηγορούμενος είναι φίλος. Το προφίλ του 1ου κατηγορουμένου, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν ήταν κλειδωμένο έτσι που να επιτρέπει περιορισμένη πρόσβαση μόνο στους 'φίλους' του αλλά ήταν ανοικτό και πρόσβαση είχε σε αυτό, οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη προκειμένη περίπτωση ο παραπονούμενος, είτε διατηρούσε προφίλ στο Facebook είτε όχι. Επομένως η επίδικη φωτογραφία είχε αναρτηθεί σε δημόσια θέα και ήταν προσβάσιμη. Από τη στιγμή που αυτή ήταν προσβάσιμη στον οποιοδήποτε, κατ' επιλογή του 1ου κατηγορουμένου, η χρήση της και η εκτύπωση της από τον παραπονούμενο και συνεπακόλουθα η παράδοση της στην Αστυνομία δεν παραβιάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα συνταγματικά δικαιώματα του 2ου κατηγορουμένου. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Martin & Ors Gabriele v Giambrone P/A Giambrone & Law [2013] NIQB 48 (5 March 2013) όπου λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «However I should comment that I do not accept the claim made by the defendant that the document posted on Facebook by the defendant is: (
  1. a)confidential; or (
  2. b)the plaintiffs must have known it to be confidential. [10] When the defendant decided to make the posting on Facebook even if it was only to his friends, he did so in the sure knowledge that those "friends" were able to forward the posting on to whomsoever they wished. In any event the posting was not made just to the defendant's friends but to the public at large. In those circumstances the document was put into the public domain and if there was any argument that it was confidential or private, that argument was destroyed by the posting on Facebook to which the general public had, I find, unfettered access. As Lord Goff said in Attorney General v Guardian Newspapers (No 2) [1990] AC 109 at 282: "Once (information) has entered what is called the public domain .. then as a general rule, the principle of confidentiality can have no application to it." [11] If I am wrong, and the information was confidential and/or private then it is important to look at whether or not those who received the information would have known that they were bound by a duty of confidence. In Campbell v MGN Ltd [2004] UKHL 22 at paragraph 14 Lord Nicholls said: "This cause of action has now firmly shaken off the limiting constraint of the need for an initial confidential relationship. In doing so it has changed its nature. In this country this development was recognised clearly in the judgment of Lord Goff of Chieveley in A-G v Guardian Newspapers Ltd (No 2) [1990] 1 AC 109. Now the law imposes a duty of confidence whenever a person receives information he knows or ought to know is fairly and reasonably to be regarded as confidential. Even this formulation is awkward. The continuing use of the phrase duty of confidence and the description of the information as confidential is not altogether comfortable. Information about an individual's private life would not, in ordinary usage, be called confidential. The more natural description today is that such information is private. The essence of the tort is better encapsulated now as misuse of private information." [12] In my view neither the plaintiffs nor their solicitor could have understood the posting to be impressed with a "duty of confidence" or to be private information. In fact, someone reading the posting is much more likely to have come to the conclusion that the posting was a deliberate act of defiance by the defendant to his creditors and was intended to make it clear to them that regardless of what they did they could not hope to win the final battle. [13] Finally, I was not addressed as to the effect of Article 8 or Article 10 of the European Convention on Human Rights on this dispute. In any event for the reason which I have given I do not consider that the Article 8 rights of the third-named defendant were engaged. I am not sure Article 10 was engaged either. Any arguments about how the ECHR may impact on the issue of disclosure falls to be considered in a case in which the plaintiff or the defendant's Convention rights are engaged and detailed arguments are made to the court.» Στην Αμερικάνικη υπόθεση Largent vs Reed, Case No. 2009-1823 (C.P. Franklin, Penn. Nov. 8, 2011) τονίσθηκε με εμφατικότητα ότι οι δημοσιεύσεις στο Facebook δεν αποτελούν και δεν καλύπτονται από το προνόμιο της ιδιωτικότητας. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Pennsylvania disfavors privileges, and the law recognizes only a limited number of privileges. Joe v. Prison Health Servs., Inc., 782 A.2d 24, 30-31 (Pa. Cmwlth. 2001). There is no confidential social networking privilege under existing Pennsylvania law McMillan 2010 'WL 4403285. There is no reasonable expectation of privacy in material posted on Facebook. Almost all information on Facebook is shared with third parties, and there is no reasonable privacy expectation in such information. 10Cf. Commonwealth v. Proetto, 771 A.2d 823, 828 (Pa. Super. 2001). When a user communicates on Facebook, her posts may be shared with strangers. McMillan, 2010 WL 4403285. And making a Facebook page "private" does not shield it from discovery. Simply Storage Mgmt., 270 F.R.D. at 434; Patterson v. Turner Constr. Co., N.Y.S.2d ---, 2011 N.Y. Slip Op. 07572, 2011 WL 5083155 (App. Div. Oct. 27, 2011). This is so because, as explained above, even "private" Facebook posts are shared with others. The Court holds that no general privacy privilege protects Jennifer Largent's Facebook material from discovery. No court has recognized such privilege, and neither will we. By definition, there can be little privacy on a social networking website. Facebook's foremost purpose is to "help you connect and share with the people in your life." That can only be accomplished by sharing information with others. Only the uninitiated or foolish could believe that Facebook is an online lockbox of secrets. » (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Με το σκεπτικό του Δικαστηρίου εξάλλου συμφωνεί και ο 2ος κατηγορούμενος. Και τούτο γιατί ο ίδιος, στα πλαίσια της μαρτυρίας του, κατάθεσε ως Τεκμήριο 8 στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης αντίγραφο του προφίλ του λογαριασμού του 1ου κατηγορουμένου. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε αν ο ίδιος, πριν την εκτύπωση του εν λόγω λογαριασμού, έλαβε οποιαδήποτε συγκατάθεση από αυτόν, ο 2ος κατηγορούμενος ανάφερε ότι δεν χρειαζόταν να λάβει τέτοια, από τη στιγμή που ο εν λόγω λογαριασμός ήταν ανοικτός και προσβάσιμος στον οποιοδήποτε. Αυτό ακριβώς επεσυνέβη και με τον παραπονούμενο. Και τούτο γιατί ο ίδιος έλαβε τη κατοχή της επίδικης φωτογραφἰας κάτω υπό τις ίδιες περιστάσεις. Συνεπώς ο 2ος κατηγορούμενος δεν μπορεί να επικαλείται οποιαδήποτε παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και ότι δεν λήφθηκε από αυτόν οποιαδήποτε συγκατάθεση από τη στιγμή που ο ίδιος έπραξε το ίδιο αλλά και που ρητά και ξεκάθαρα δήλωσε ότι δεν απαιτείται να ληφθεί οποιαδήποτε συγκατάθεση από τη στιγμή που το περιεχόμενο ενός προφίλ βρίσκεται σε δημόσια θέα. Θα ήταν ενδεχομένως διαφορετική η προσέγγιση του Δικαστηρίου αν ο λογαριασμός του 1ου κατηγορουμένου δεν ήταν προσβάσιμος στον οποιοδήποτε αλλά αντίθετα ήταν προσβάσιμος μόνο σε όσους ο τελευταίος είχε κάνει αποδεκτό «αίτημα φιλίας» και ο παραπονούμενος, προσποιούμενος κάποιον άλλο, υπέβαλλε αίτημα φιλίας το οποίο θα γινόταν αποδεκτό προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αποκτήσει πρόσβαση σε αυτό. Δεν είναι όμως αυτή η προκειμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει επίσης το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος εις γνώση του και με τη θέληση του δέκτηκε να τον αποθανατίσουν αναγνωρίζοντας, ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο η επίδικη φωτογραφία να δημοσιευτεί σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, όπως ο ίδιος εξάλλου παραδέχθηκε, έχοντας πάντοτε ως δεδομένο ότι υπήρχε η πιθανότητα, ενόψει και της ραγδαίας ανάπτυξης της τεχνολογίας αλλά και της αύξησης της χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιδιαίτερα από νεαρά πρόσωπα, αυτή να αναρτηθεί στο προφίλ οποιουδήποτε χρήστη στο Facebook από τους φίλους του, όπως εξάλλου έπραξε ο 1ος κατηγορούμενος. Στην Αυστραλιανή υπόθεση Strauss v Police [2013] SASC 3; 115 SASR 90; 224 A Crim R 389 λέχθηκε ότι: «Facebook: a substantial increase in the risk of contamination of evidence With Facebook comes the ever increasing social practice of groups of people having simultaneous electronic communications involving not just the two persons who might have a telephone conversation, or the number of people who might meet in a room, but an unlimited number of people at an unlimited number of physical locations. As Burd and Horan state in the context of a discussion of the contamination of jury pools:Over the past two decades, the internet has upgraded and revolutionised the way in which we communicate and disseminate information. Newspapers are read online, televised broadcasts are stored and watched on YouTube, radio segments are available via podcast, Facebookers, bloggers and tweeters can share ideas, opinions and images with the world at large. Criminal matters have been, and continue to be, the subject of talkback radio debate, as well as television series, movies, Facebook, tweets, blogs and YouTube videos. Significantly, everything posted on the internet can be archived and accessed instantly at the click of a mouse. There is very little limit on who can contribute to this sphere of ideas and what can be published, stored and later retrieved. Essentially anyone can be a publisher on the internet. Although the authors here use the phrase "click of a mouse", it must also be remembered that a high percentage of users now have the ability to use such functions on internet-enabled mobile phones and thus to exchange information virtually anywhere, at any time and practically simultaneously with the occurrence, or at least in the immediate aftermath, of a subject event.[34] Thus, the opportunities for witnesses to contact one another after the occurrence of a crime and to discuss their perceptions of the event and the appearance or identity of the offender are greatly increased. Such witnesses may also involve others who were not present at the scene and seek their opinion.» Επίσης δεν παραγνωρίζω και το γεγονός ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν ανάφερε ρητά στον οποιονδήποτε να μην δημοσιεύσει το περιεχόμενο της επίδικης φωτογραφίας. Συνεπώς μπορεί να θεωρηθεί ότι ο 2ος κατηγορούμενος έδωσε την τεκμαιρόμενη συναίνεση του από τη στιγμή που ρητά δεν απαγόρευσε στον οποιονδήποτε να την δημοσιεύσει, δεν αρνήθηκε να ποζάρει και ο ίδιος δεν αντέδρασε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Ο 2ος κατηγορούμενος, αν έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον οποιουδήποτε τρίτου προσώπου ή εναντίον του 1ου κατηγορούμενου δικαιούται να στραφεί εναντίον τους ώστε να διεκδικήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματα του, αν θεωρεί, βέβαια, ότι αυτά έχουν παραβιαστεί και κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν δικαιούται να έχει οποιοδήποτε παράπονο είτε έναντι του παραπονουμένου είτε έναντι της Αστυνομίας για την εκτύπωση μίας φωτογραφίας η οποία, τονίζω, βρισκόταν σε δημόσια θέα. Ακόμη ένα στοιχείο, το οποίο με οδηγεί στο ότι η επίδικη φωτογραφία, δεν παραβιάζει τα οποιαδήποτε συνταγματικά δικαιώματα του 2ου κατηγορουμένου και που συνεπακόλουθα οδηγεί το Δικαστήριο να την κάνει αποδεκτή ως Τεκμήριο, αποτελεί το γεγονός ότι το περιεχόμενο της δεν είναι αυτοενοχοποιητικό για τον 2ο κατηγορούμενο, εφόσον δεν τον απεικονίζει να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη σε σχέση με το αδίκημα που αντιμετωπίζει αλλά απλά τον απεικονίζει να γευματίζει με τους φίλους του. Η επίδικη φωτογραφία, ως ανάφερε ο Μ.Κ 1 και ο ίδιος ο παραπονούμενος, ήταν το μέσο απλά για να ταυτοποιηθεί και αναγνωρισθεί ο 2ος κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι την στιγμή του εντοπισμού της επίδικης φωτογραφίας το όνομα του ήταν άγνωστο για τον παραπονούμενο. Ο σκοπός για τον οποίο επιχειρείται η κατάθεση της φωτογραφίας είναι για να επεξηγηθούν οι περαιτέρω ενέργειες των ανακριτών και δεν επιδιώκεται η κατάθεση της για σκοπούς εξ ακοής μαρτυρίας για τα όσα σχετικά με αυτή ανάφερε ο παραπονούμενος, ο οποίος, όπως κατάθεσε στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης, αναμένεται να καταθέσει και στην κυρίως δίκη. Ζητήματα ορθής ή μη αναγνώρισης του 2ου κατηγορουμένου από τον παραπονούμενο δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο και ενδεχομένως, είναι ζήτημα που, αν εγερθεί, θα το απασχολήσει σε μελλοντικό στάδιο, στα πλαίσια της κυρίως δίκης, κατά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσας μαρτυρίας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο της επίδικης φωτογραφίας αλλά και η σχετικότητα της θα αξιολογηθεί στο τέλος, μαζί με το σύνολο της μαρτυρίας, και θα συνεκτιμηθεί μαζί με όλους τους παράγοντες για να αποφασισθεί ποια βαρύτητα θα της δοθεί τελικά από το Δικαστήριο. Συνεπακόλουθα η ένσταση της υπεράσπισης απορρίπτεται και η επίδικη φωτογραφία κατατίθεται ως Τεκμήριο 4 στα πλαίσια της κυρίως δίκης. (Υπ) ............. Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.