M & K Telefone Ltd ν. GEO. HA. MA. TELECOMMUNICATIONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1221/2016, 3/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1221/2016 Μεταξύ: M & K Telefone Ltd, εκ Λευκωσίας Παραπονούμενοι -ν-
- GEO. HA. MA. TELECOMMUNICATIONS LTD
- XXXXX Νικολάου
- XXXXX Πασχάλη Νικολάου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 3.3.2021 Για τους Παραπονούμενους: κ. Α. Πετρίδης με κα Λοϊζίδου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Γιατρού με κ. Λουκαρή Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (Για το εκ πρώτης όψεως) Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 11 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 έως 10 αποσύρθηκαν και τελικά εκδικάστηκε μόνο η 11η κατηγορία. Κρίνω ότι η αυτούσια παράθεση της εν λόγω κατηγορίας είναι επιβοηθητική για την κατανόηση των θεμάτων τα οποία πραγματεύεται η παρούσα απόφαση: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Εντέκατη Κατηγορία Έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)και 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη υπό των Ν. 186/1986, Ν. 36
(1)του 1997, Ν. 129/99και Ν. 25
(1)/2003, Ν. 70
(1)/2008, Ν. 43/1974, Άρθρο 3 και όλων των συναφών τροποποιήσεων. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι, κατά ή περί το Μάρτιο, του 2013, εξέδωσαν και παρέδωσαν, προς όφελος της εταιρείας M & K Telefone Ltd, την επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, υπ' αριθμόν XXXXX9169, ημερομηνίας 09/09/2015, διά το ποσόν των €20.000,00, η οποία, αφού ενεφανίσθη στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθη, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότου της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την ημέρα παρουσίασης της στην Τράπεζα για αποπληρωμή. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Γούναρης ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία ασχολείται με το εμπόριο ειδών τηλεφωνίας. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν αντιπρόσωπος και μεταπωλητής της παραπονούμενης στη Λεμεσό και ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν οι αξιωματούχοι της κατηγορούμενης
- Στα πλαίσια της συνεργασίας τους η παραπονούμενη διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό και ελάμβανε από την κατηγορούμενη 1 διά των υπογραφών των κατηγορουμένων 2 και 3 επιταγές. Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τους κατηγορούμενους και δόθηκε στην παραπονούμενη τον Μάρτιο του 2013 ως εγγύηση για κάλυψη αποθέματος εμπορευμάτων που βρίσκονταν στην κατοχή των κατηγορουμένων και δεν είχαν πληρωθεί. Η εν λόγω επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX9169 υπογράφηκε στην παρουσία του από την κατηγορούμενη 3 η οποία έθεσε το ποσό ολογράφως και αριθμητικά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το όνομα της παραπονούμενης και την ημερομηνία 9.9.2015 στην εν λόγω επιταγή τα έθεσε ο ίδιος όταν κατέθεσε για πρώτη φορά την επίδικη επιταγή για πληρωμή. Η επιταγή κατατέθηκε διαδοχικά σε διαφορετικές ημερομηνίες στην Τράπεζα Κύπρου, επιστράφηκε απλήρωτη και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή» και έκτοτε παραμένει ακάλυπτη. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε στη Λεμεσό στην παρουσία του από την κατηγορούμενη 3 και αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου των κατηγορούμενων ότι του παραδόθηκε στη Λευκωσία και ότι είχε υπογραφεί από τον κατηγορούμενο
- Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Χριστοφίδου Ποταμίτου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τρεχούμενο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Για τον εν λόγω λογαριασμό δικαίωμα υπογραφής είχαν 3 άτομα, ο κ. XXXXX Νικολάου, η κα XXXXX Πασχάλη και ο κ. XXXXX Νικολάου και για την έκδοση επιταγής από τον εν λόγω λογαριασμό αρκούσε η υπογραφή οποιουδήποτε από τα ως άνω άτομα. Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή 5 φορές και όλες τις φορές επιστράφηκε απλήρωτη επειδή ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθεί. Μετά που έκλεισε η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ο κ. Γιατρού, εκ μέρους των κατηγορούμενων, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ώστε να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπισή τους και κάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει. Εισηγήθηκε ότι ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος και ειδικότερα το στοιχείο της έκδοσης επιταγής λόγω του γεγονότος ότι, ως ισχυρίστηκε ο Μ.Κ.1, η επίδικη επιταγή δόθηκε προς την παραπονούμενη ως εγγύηση και όχι για πληρωμή εμπορευμάτων που η παραπονούμενη παρέδωσε στην κατηγορούμενη 1 την ημέρα που της παραδόθηκε η επίδικη επιταγή. Εισηγήθηκε επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για επιταγή αφού αυτή δόθηκε εν λευκώ ως συναλλαγματική και δεν συμπληρώθηκε από τον κάτοχό της εντός ευλόγου χρόνου ούτως ώστε να μετατραπεί σε επιταγή και να καταστεί εκτελεστή. Εισηγήθηκε τέλος ότι δεν αποδείχθηκε η ένοχη διάνοια των κατηγορούμενων 2 και 3 στη διάπραξη του επίδικου αδικήματος ως συνεργών. Από την άλλη πλευρά ο κ. Πετρίδης με αναφορά σε σχετική επί του θέματος νομολογία εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ούτως ώστε να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Εισηγήθηκε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία δεν είναι αντινομική αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων ούτως ώστε να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρεια. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε εκ νέου ότι: «στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Παράλληλα σημειώνεται ότι η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της. Σχετική είναι η απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο, το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145. Στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD v. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 299/2015, ημερομηνίας 14.5.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακοπή της δίκης δικαιολογείται όταν η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, και όταν η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό, ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable), ώστε κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Χωρίς βεβαίως παρά ταύτα, το Δικαστήριο κατά το εν λόγω στάδιο, να εμποδίζεται να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη, (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ζήτημα όμως που «διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους» (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382). Με τη διαφορά όμως, ότι το μέτρο σε αυτό το στάδιο είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό, όπως εφαρμόζεται μετά το πέρας της υπόθεσης». Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 11ης κατηγορίας όλοι οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ως εκδότες της επίδικης επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση με τη μαρτυρία που δόθηκε φαίνεται ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε επί λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα Κύπρου. Η ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία χωρίς στο παρόν στάδιο να αξιολογείται, παρά μόνο αντικειμενικά ιδωμένη, επιμαρτυρεί ότι εκδότης της επιταγής είναι η κατηγορούμενη 1 αφού η εν λόγω επιταγή φαίνεται να εκδόθηκε επί δικού της λογαριασμού. Από το πιο πάνω φαίνεται ότι δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 αφού αυτοί δεν δύνανται να είναι οι εκδότες της επίδικης επιταγής. Δηλαδή φαίνεται να ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι της έκδοσης επιταγής από τους κατηγορούμενους 2 και 3. Επομένως λόγω τούτου κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο της έκδοσης της επίδικης επιταγής εκ μέρους των κατηγορουμένων 2 και 3 και συγκεκριμένα ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι οι εκδότες της επίδικης επιταγής. Στην Έκθεση Αδικήματος της επίδικης κατηγορίας περιλαμβάνεται και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα που αφορά τους συνεργούς αλλά οι λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας δεν αναφέρουν ειδικότερα ότι οποιοσδήποτε από τους κατηγορούμενους 2 και 3 κατηγορείται ως συνεργός αφού προς τούτο δεν καταχωρήθηκε άλλη ξεχωριστή κατηγορία ούτε και δίδονται λεπτομέρειες πώς κάθε ένας από αυτούς συμμετείχε στην τέλεση του επίδικου αδικήματος ως συνεργός. Αντιθέτως, από τις εν λόγω λεπτομέρειες φαίνεται ότι και οι 3 κατηγορούμενοι κατηγορούνται συλλήβδην ως εκδότες της επίδικης επιταγής. Συνεπώς με τούτο υπόψη φαίνεται ότι η ύπαρξη ισχυρισμού εκ μέρους των παραπονουμένων ότι η κατηγορούμενη 3 υπέγραψε την επίδικη επιταγή δεν επαρκεί για να θεωρηθεί ότι εναντίον της αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ότι συμμετείχε ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος της 11ης κατηγορίας αφού, ως προανέφερα, σύμφωνα πάντοτε με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, αυτή δεν κατηγορείται ως συνεργός. Όσα ανέφερα πιο πάνω για την κατηγορούμενη 3 εφαρμόζονται και σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος επίσης κατηγορείται ως εκδότης της επίδικης επιταγής. Επιπλέον σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 από την ενώπιόν μου μαρτυρία δεν φαίνεται να υπάρχει ισχυρισμός ότι υπέγραψε την επίδικη επιταγή ή ότι συνέδραμε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στην τέλεση του επίδικου αδικήματος. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η παραπονούμενη εταιρεία δεν έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 ώστε να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπισή τους στην επίδικη κατηγορία και συνακόλουθα αυτοί αθωώνονται στην εν λόγω κατηγορία από αυτό το στάδιο. Σε αντίθετη περίπτωση θα κληθούν όχι για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, αλλά για να διορθώσουν τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Police v. Kallenos (πιο πάνω)). Αναφορικά με την κατηγορούμενη 1, στο παρόν στάδιο και έχοντας υπόψη μου την προσκομισθείσα μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά ιδωμένη, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 ούτως ώστε αυτή να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή της στην 11η κατηγορία. Λόγω των πιο πάνω οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώνονται στην 11η κατηγορία και η κατηγορούμενη 1 καλείται να προβάλει την υπεράσπισή της. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο