← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης:9078/2016, 11/3/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Βασιλείου, Αρ. Υπόθεσης:9078/2016, 11/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B38 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9078/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Βασιλείου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 11/3/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη μαζί με κα Γ. Κέλο (ασκούμενη δικηγόρο) Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Ε. Χειμώνας Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στη παρούσα ποινική υπόθεση, αντιμετωπίζει, συνολικά, 6 κατηγορίες. Ειδικότερα, στην 3η και 8η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος, εν γνώσει και δολίως, έθεσε σε κυκλοφορία πλαστογραφημένα πληρεξούσια έγγραφα, δηλαδή τα 2 ειδικἀ πληρεξούσια έγγραφα, ημερομηνίας 11.4.12, το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 13.7.12 και το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 16.7.
  2. Στη δε 4η και 9η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος, δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό τη καταδολίευση, εσκεμμένα εξασφάλισε στο όνομα άλλου πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, δηλαδή αφού παρουσίασε τα ειδικά πλαστογραφημένα πληρεξούσια που αναφέρονται πιο πάνω, εξασφάλισε την εγγραφή του τεμαχίου γης με αριθμό τεμαχίου 2615 και αφού παρουσίασε το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 13.7.12 εξασφάλισε την εγγραφή του τεμαχίου γης με αριθμό τεμαχίου 2313 στο όνομα της εταιρείας 'SPI Development & Construction Ltd' (στο εξής καλούμενη «η εταιρεία»), ιδιοκτησίας του XXXXX Ισαάκ. Τέλος, στην 5η και 10η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων. Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είναι ότι απέσπασε από τον XXXXX Ισαάκ, ιδιοκτήτη της πιο πάνω εταιρείας, τα ποσά των €167,550 και €127,200, αντιστοίχως, δηλαδή εξασφάλισε τα εν λόγω ποσά, αφού πώλησε στον προαναφερθέντα τα πιο πάνω τεμάχια γης, παρουσιάζοντας ως γνήσια τα ειδικά πληρεξούσια έγγραφα και το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 13.7.
  3. Σημειώνω εξ αρχής ότι ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε ακόμη 4 κατηγορίες (1η, 2η 6η και 7η) οι οποίες όλες αφορούσαν το αδίκημα της πλαστογραφίας. Ο κατηγορούμενος, με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, απαλλάγηκε και αθωώθηκε από αυτές. Συντριπτικά μεγάλο μέρος της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας, όπως προκύπτει μέσα από την αναντίλεκτη και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία αλλά και μέσω των παραδεκτών γεγονότων, αποτελεί κοινό τόπο των μερών. Αυτή μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ο XXXXX Μαλέκκος (Μ.Κ 4) ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του τεμαχίου υπ' αριθμό 2313 στο Γέρι (Τεκμήριο 13) ενώ ο ίδιος μαζί με την XXXXX Μαλέκκου (Μ.Κ 5) ήταν οι εξ ημισείας ιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ'αριθμό 2615(μέρος του Τεκμηρίου 15), επίσης στο Γέρι. Οι Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 αποφάσισαν να πωλήσουν το τεμάχιο τους υπ'αριθμό XXXXX και προς τούτο έβαλαν σχετική αγγελία πώλησης σε εφημερίδα. Περί τον Μάιο του 2012, ο Μ.Κ 4 δέχτηκε τηλεφώνημα από άγνωστο από τη Λεμεσό πρόσωπο, ο οποίος επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά του. Προς το σκοπό αυτό ο Μ.Κ 4 απέστειλε στο εν λόγω πρόσωπο, μέσω φαξ, τον τίτλο ιδιοκτησίας του πιο πάνω τεμαχίου καθώς και την εκτιμώμενη αξία του. Έκτοτε το εν λόγω πρόσωπο δεν ξαναεπικοινώνησε μαζί του. Στις 25.09.2012 ο Μ.Κ 4 ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι πωλήθηκε το τεμάχιο του, υπ' αριθμόν 2313, κατόπιν πλαστογραφίας της υπογραφής του στο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 13.7.12 (Τεκμήριο 22) με το οποίο εξουσιοδοτούσε τον κατηγορούμενο ως γενικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Επίσης διαπίστωσε, μέσω του κτηματολογίου, ότι το τεμάχιο, υπ'αριθμό XXXXX, σε ό,τι αφορά το μερίδιο του πωλήθηκε στις 12.04.2012 και η μεταβίβασή του ολοκληρώθηκε στις 26.4.2012 στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου, ημερομηνίας 11.4.12, με το οποίο ο ίδιος διόριζε τον κατηγορούμενο ως ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Το μερίδιο της Μ.Κ 5 πωλήθηκε, επίσης, στη βάση ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου, ημερομηνίας 11.4.12 (Τεκμήριο 22), με το οποίο, επίσης, διόριζε τον κατηγορούμενο ειδικό πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της. Αγοραστής των δύο πιο πάνω τεμαχίων ήταν η εταιρεία του Μ.Κ
  4. Στη βάση των πιο πάνω πληρεξούσιων εγγράφων ο κατηγορούμενος κατάρτισε δύο συμφωνίες πώλησης των πιο πάνω τεμαχίων υπό τις ακόλουθες περιστάσεις: Ο Μ.Κ 7, ένας εκ των διευθυντών της πιο πάνω εταιρείας, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο, στα υπό αναφορά οικόπεδα, με σκοπό την επιθεώρηση τους. Η εταιρεία του Μ.Κ 7 επέδειξε ενδιαφέρον αγοράς τους, στα πλαίσια των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της. Ο κατηγορούμενος, κατά τη πιο πάνω συνάντηση, υπέδειξε τους τίτλους ιδιοκτησίας των εν λόγω οικοπέδων, ενημερώνοντας τον ότι αυτά δεν είναι υποθηκευμένα. Η πιο πάνω εταιρεία ενδιαφέρθηκε, αρχικά, να αγοράσει το τεμάχιο, υπ' αριθμό XXXXX, έναντι του ποσού των €200.
  5. Ο Μ.Κ 7 ρώτησε τον κατηγορούμενο κατά πόσο έχει εξουσιοδότηση από τους ιδιοκτήτες, δηλαδή τους Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 για την πώληση του εν λόγω τεμαχίου, και ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι είναι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τους. Τα ειδικά πληρεξούσια έγγραφα, που είχε στη κατοχή του ο κατηγορούμενος, ελέχθησαν από το Κτηματολόγιο Λευκωσίας όπου, στη παρουσία του κατηγορουμένου, ο Μ.Κ 7 ενημερώθηκε ότι αυτά είναι έγκυρα. Ακολούθως, η εταιρεία του Μ.Κ 7 μαζί με τον κατηγορούμενο, κατάρτισαν στις 12.4.12 γραπτή συμφωνία αγοράς του πιο πάνω τεμαχίου (Τεκμήριο 15), την οποία υπόγραψε, μεταξύ άλλων, ο Μ.Κ 7 και ο κατηγορούμενος, εκ μέρους των ιδιοκτητών. Ακολούθως η εν λόγω συμφωνία, αφού χαρτοσημάνθηκε, κατατέθηκε την επόμενη ημέρα στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Στη συνέχεια ο Μ.Κ 7, μαζί με τον κατηγορούμενο, μετέβηκαν στον Φόρο Εισοδήματος όπου πληρώθηκε και ο σχετικός Φόρος και ακολούθως διευθετήθηκε η πληρωμή του αποχετευτικού και το τέλος ακίνητης ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 15). Στις 26.4.12 μετέβηκαν στο Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση του οικοπέδου υπογράφοντας και οι δύο σχετική δήλωση μεταβιβάσεως ακινήτου (Τεκμήριο 15). Η εταιρεία κατέβαλε στον κατηγορούμενο, μέσω 2 επιταγών, το συνολικό ποσό των €167.550 (Τεκμήρια 19 και 20), και ο κατηγορούμενος της εξέδωσε σχετική απόδειξη εξόφλησης του οικοπέδου. Το εν λόγω τεμάχιο, ακολούθως, ενεγράφη στο όνομα της εταιρείας όπου εκδόθηκε και σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος επικοινώνησε και πάλι, περί τον Ιούλιο του 2012, με τον Μ.Κ 7 και του πρότεινε όπως η εταιρεία του προβεί και στην αγορά του τεμαχίου υπ'αριθμό XXXXX. Αφού τα πιο πάνω πρόσωπα συναντήθηκαν και ο κατηγορούμενος υπέδειξε στον Μ.Κ 7 το οικόπεδο για το οποίο ήταν προς πώληση, ο τελευταίος διαπίστωσε ότι ιδιοκτήτης του ήταν ο Μ.Κ
  6. Ο κατηγορούμενος του ανάφερε και πάλι ότι έχει στη κατοχή του γενικό πληρεξούσιο, το οποίο όμως ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο Λεμεσού. Η εταιρεία του Μ.Κ 7 συμφώνησε να αγοράσει και αυτό το οικόπεδο έναντι του ποσού των €152.
  7. Στις 27.07.2012 υπεγράφη γραπτή συμφωνία πώλησης του εν λόγω οικοπέδου (Τεκμήριο 16) μεταξύ της εταιρείας και του κατηγορουμένου, ο οποίος υπέγραψε εκ μέρους του Μ.Κ
  8. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε, την ίδια ημέρα, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας (Τεκμήριο 16). Την ίδια μέρα η πιο πάνω εταιρεία κατέβαλε στον κατηγορούμενο την προκαταβολή αγοράς του οικοπέδου, ύψους €30.000 (Τεκμήριο 21) και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €122.000 μέχρι ωσότου η εταιρεία εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα. Στις 25/09/2012 μετέβηκαν εις το Κτηματολόγιο όπου έγινε η μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου (Τεκμήριο 16), αφού ο κατηγορούμενος εξοφλήθηκε, μέσω επιταγών, για το συνολικό ποσό των €91.
  9. Προηγουμένως είχαν καταβληθεί από την εν λόγω εταιρεία διάφοροι φόροι, το ποσό των οποίων αφαιρέθηκε από το συνολικό κόστος πώλησης. Την 3.10.2012 στο Τ.Α.Ε Λευκωσίας, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία, ο Μ.Κ 4 κλήθηκε να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο, ο οποίος στο μεταξύ είχε συλληφθεί. Κατά την αναγνώριση και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, αφού ερωτήθηκαν κατά πόσο γνωρίζονται, ανάφεραν ότι ούτε γνωρίζονται αλλά ούτε και συναντήθηκαν ποτέ. Αποτελεί επίσης παραδεκτό και μη αναντίλεκτο γεγονός ότι το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, μεταξύ του Μ.Κ 4 και κατηγορούμενου, ημερομηνίας 11/4/2012 (Τεκμήριο 22), το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο μεταξύ της Μ.Κ 5 και του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 11/4/2012 (Τεκμήριο 22), το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, μεταξύ Μ.Κ 4 και κατηγορούμενου, ημερομηνίας 13/7/2012 (Τεκμήριο 23) και το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο μεταξύ της Μ.Κ 5 και του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 16/07/2012 (Τεκμήριο 28) είναι πλαστογραφημένα εφόσον όλα τους δεν φέρουν τις γνήσιες υπογραφές τόσο του Μ.Κ 4 όσο και της Μ.Κ
  10. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αποτελεί εκδοχή του κατηγορουμένου ότι, πριν από 6 μήνες από τον ουσιώδη με τα επίδικα γεγονότα χρόνο, γνώρισε ένα πρόσωπο το οποίο του συστήθηκε ως XXXXX Μαλέκκος σε καζίνο στα κατεχόμενα. Κάποιες φορές αλληλοδανείζονταν χρήματα μεταξύ τους και πάντα τα επέστρεφε ο ένας στον άλλο. Ακολούθως ο υποτιθέμενος XXXXX Μαλέκκος του ανάφερε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης δύο οικοπέδων τα οποία επιθυμούσε να πωλήσει και τον ρώτησε αν γνωρίζει οποιοδήποτε πρόσωπο που επιθυμεί να τα αγοράσει. Τον πληροφόρησε ότι το ένα οικόπεδο πωλείται στην τιμή των €160.000 ενώ το άλλο πωλείτο στην τιμή των €110.
  11. Συμφώνησαν, μεταξύ τους, όπως ο ίδιος αγοράσει το πρώτο οικόπεδο υπ'αριθμό 2615 για το ποσό των €145.
  12. Ο κατηγορούμενος έδιδε στον υποτιθέμενο XXXXX Μαλέκκο τα κέρδη του από το καζίνο μέχρι να τον εξοφλήσει και ο τελευταίος του υπέγραφε σχετικές αποδείξεις (Τεκμήριο 14). Αφού ο κατηγορούμενος τον εξόφλησε για το ένα οικόπεδο ο XXXXX Μαλέκκος του έδωσε δύο πληρεξούσια συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα από πιστοποιούντα υπάλληλο. Ακολούθως ο ίδιος μεταβίβασε το εν λόγω οικόπεδο στην εταιρεία του Μ.Κ 7 έναντι αμοιβής. Με τα χρήματα αυτά ο ίδιος αγόρασε 3 οικόπεδα από κάποιο XXXXX Σωτηρκάτη, χωρίς όμως να τον εξοφλήσει πλήρως. Στη βάση, επομένως, της δικής του εκδοχής, ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι τα πληρεξούσια έγγραφα, στη βάση των οποίων πώλησε τα ακίνητα των Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5, προς την πιο πάνω εταιρεία ήταν πλαστά και ότι από την πώληση έλαβε το συνολικό ποσό των €197,
  13. Αποτελεί όμως βασική του θέση ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τα εν λόγω πληρεξούσια έγγραφα ήταν όντως πλαστογραφημένα. Ο κατηγορούμενος, ήταν πάντοτε η θέση του, πίστευε καλόπιστα, και για τον λόγο αυτό προέβη στις πιο πάνω πράξεις που του καταλογίζονται, ότι αυτά είχαν καταρτιστεί νομότυπα, δεν ήταν προϊόν πλαστογραφίας και ότι ο ίδιος ήταν θύμα εφόσον εξαπατήθηκε από τρίτα πρόσωπα, εννοώντας προφανώς από το υποτιθέμενο πρόσωπο που του παρουσιάσθηκε ως XXXXX Μαλέκκος. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε 7 μάρτυρες, τη Γ/Α XXXXX XXXXX Κριτιώτου (Μ.Κ 1), τον Λοχία XXXXX XXXXX Χρυσάνθου (Μ.Κ 2), τον XXXXX Θουκιδίδη (Μ.Κ 3), πιστοποιών υπάλληλο, τον Μ.Κ 4, την Μ.Κ 5, την Γ/Α XXXXX XXXXX Ραφίδια (Μ.Κ 6) και τον Μ.Κ
  14. Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. Κατατέθηκαν συνολικά και 61 Τεκμήρια. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1). Εξήγησε σε αυτή, μεταξύ άλλων, τις ενέργειες τις οποίες προέβη στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ήταν το πρόσωπο το οποίο κατέγραψε τα παράπονα του Μ.Κ
  15. Την 3.10.2012, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) και ακολούθως έλαβε στη κατοχή της τα 4 πρωτότυπα πλαστογραφημένα πληρεξούσια έγγραφα. Την 7.10.2012, έλαβε, εκ νέου, ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3) και την ίδια μέρα τον κατηγόρησε και γραπτώς. Κατάθεσε, περαιτέρω, αριθμό τεκμηρίων που έχουν συλλεχθεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης από την Αστυνομία. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι η υπογραφή του πληρεξουσιοδότη στα πληρεξούσια έγγραφα φέρεται να έχει πιστοποιηθεί από τον Μ.Κ
  16. Ο Μ.Κ 2 υπηρετεί στην υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας. Είναι ο υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας. Τα προσόντα του και η πείρα του δεν έχουν αμφισβητηθεί. Για την παρούσα υπόθεση έχει καταρτίσει έκθεση, ημερομηνίας 4/06/2003 (Τεκμήριο 32). Στην ουσία ο εν λόγω μάρτυρας εξέτασε τα πληρεξούσια έγγραφα, τα οποία έχουν κατατεθεί στο όνομα των Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 στο Κτηματολόγιο. Ειδικότερα, εξέτασε κατά πόσον τα δείγματα υπογραφών που αποδίδονται στα εν λόγω πρόσωπα είναι η γνήσια η υπογραφή τους και αφετέρου κατά πόσο τα υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, ότι οι 4 αμφισβητούμενες υπογραφές που τέθηκαν στα εν λόγω πληρεξούσια, κάτω από τον πληρεξουσιοδότη, δεν μπορούν να συνδεθούν με τον κατηγορούμενο εφόσον υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δειγμάτων που έδωσε ο κατηγορούμενος με τις υπογραφές που περιέχοντο εξ ονόματος του στα πλαστογραφημένα έγγραφα. Επίσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτά δεν φέρουν την γνήσια υπογραφή των Μ.Κ 4 και Μ.Κ
  17. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 36). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ο ίδιος, εδώ και 7 χρόνια, είναι πιστοποιών υπάλληλος. Για τον σκοπό αυτό κατέχει σφραγίδες στο γραφείο του σε καφενείο που βρίσκεται στη Λεμεσό. Ουδέποτε στο παρελθόν ο ίδιος έχει απωλέσει οποιεσδήποτε σφραγίδες, ουδέποτε του τις έκλεψαν αλλά και ουδέποτε τις έχει δώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Αφού του υποδείχθηκε το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με πληρεξουσιοδότη την Μ.Κ 5, το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με πληρεξουσιοδότη τον Μ.Κ 4, το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με πληρεξουσιοδότη τον Μ.Κ 4 και το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο με πληρεξουσιοδότη την Μ.Κ 5, ισχυρίστηκε ότι το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο από τα πιο πάνω πληρεξούσια έγγραφα, είναι εξ ολοκλήρου πλαστογραφημένα σε ό,τι αφορά τις δικές του υπογραφές του και τα γραφόμενα που αποδίδονται στον ίδιο. Σε σχέση όμως με το τρίτο έγγραφο, η συμπλήρωση της ορθογώνιας σφραγίδας, έγινε από τον ίδιο, εκτός από τη γραφή του αριθμού ταυτότητας «XXXXX60». Επίσης στο εν λόγω πληρεξούσιο αναγνωρίζει την υπογραφή του κάτω από τη σφραγίδα αυτήν και την υπογραφή του, μεταξύ της στρογγυλής σφραγίδας και της σφραγίδας του ονόματός του. Ως εκ τούτου, ήταν η θέση του ότι το έγγραφο αυτό τη 13/07/2012 παρουσιάστηκε στον ίδιο συμπληρωμένο και το σφράγισε και το συμπλήρωσε. Για να προβεί σε τέτοια ενέργεια, δηλαδή να πιστοποιήσει την υπογραφή του πληρεξουσιοδότη Μ.Κ 4, πρέπει οπωσδήποτε να παρουσιάστηκε το έγγραφο από τον Μ.Κ 4 και να το υπέγραψε ο ίδιος στην παρουσία του, μετά από έλεγχο που προέβη με τα στοιχεία που του έχουν παρουσιαστεί, δηλαδή με την επίδειξη ταυτότητας του. Σε σχέση με την Μ.Κ 5 και τον κατηγορούμενο ανάφερε ότι δεν τους γνωρίζει. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε το γεγονός ότι ουδέποτε συνάντησε τον κατηγορούμενο. Ο M.K 4 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 37) καθώς και τις συμπληρωματικές του καταθέσεις (Τεκμήρια 38 και 39, αντιστοίχως). Ο ίδιος ουδέποτε υπόγραψε οποιαδήποτε πληρεξούσια, βάση των οποίων διόριζε τον κατηγορούμενο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του αλλά ούτε και γνωρίζει τέτοιο πρόσωπο με το όνομα του κατηγορούμενου. Ο ίδιος δεν εξουσιοδότησε κανένα πρόσωπο αλλά ούτε και υπόγραψε σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο για την πώληση των τεμαχίων του. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε τη θέση ότι ο ίδιος μετέβη στο ΤΑΕ Λευκωσίας, για να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο ο οποίος ισχυριζόταν, αρχικά, ότι τον γνώριζε. Αφού συναντήθηκαν, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ουδέποτε τον συνάντησε. Η Μ.Κ 5 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 40). Ουδέποτε η ίδια υπόγραψε οποιοδήποτε ειδικό πληρεξούσιο στον κατηγορούμενο, ημερομηνίας 11/04/2012, σύμφωνα με το οποίο τον διόριζε διαχειριστή για το τεμάχιο της. Επίσης ούτε η ίδια υπόγραψε το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 16/07/2012, με πληρεξούσιο αντιπρόσωπό της τον κατηγορούμενο. Ισχυρίσθηκε ότι ουδέποτε γνώρισε τον κατηγορούμενο και ουδέποτε τον συνάντησε στη ζωή της. Επίσης ουδέποτε συνάντησε τον Μ.Κ
  18. Αντεξεταζόμενη αποδέχθηκε το γεγονός ότι το τεμάχιο της, της επιστράφηκε με απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Η Μ.Κ 6 εργάζεται στο εργαστήριο φωτογραφίας, εικόνας και γραφικών της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 41). Σύμφωνα με αυτήν, παρέλαβε ψηφιακό δίσκο από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ημερομηνίας 25/09/2012 όπου και απομόνωσε από αυτό διάφορες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται, μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος. Η εν λόγω μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε. Ο Μ.Κ 7 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 43). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, την επόμενη ημέρα συνάντησης που είχε με τον κατηγορούμενο στο Γέρι για την επιθεώρηση των τεμαχίων, συναντήθηκε μαζί με τον κατηγορούμενο στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ώστε να ελεγχθούν τα ειδικά πληρεξούσια που είχε στη κατοχή του ο κατηγορούμενος, με σκοπό την υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας. Στο Κτηματολόγιο η λειτουργός, αφού εξέτασε τα εν λόγω 2 ειδικά πληρεξούσια, ζήτησε από τον κατηγορούμενο όπως προβεί σε κάποιες διορθώσεις σε αυτά για να θεωρούνται έγκυρα, χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει τί ακριβώς είχε ζητηθεί από αυτόν. Την επόμενη μέρα του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και του ανάφερε ότι έγιναν οι σχετικές διορθώσεις που του ζητήθηκαν από το Κτηματολόγιο. Ακολούθως μετέβηκαν μαζί εκ νέου στο Κτηματολόγιο όπου, αφού ελέγχθηκαν αυτά, η επί καθήκοντι λειτουργός τους ενημέρωσε ότι αυτά πλέον είναι έγκυρα. Στις 19.09.2012 μετέβηκε εις το Κτηματολόγιο όπου έγινε η μεταβίβαση του τεμαχίου υπ' αριθμό XXXXX, αφού, προηγουμένως, ο κατηγορούμενος εξοφλήθηκε με επιταγές για το συνολικό ποσό των €91.
  19. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας δέχθηκε τηλεφώνημα από την Τράπεζα Κύπρου, με την οποία συνεργάζεται, όπου λειτουργός του εισηγήθηκε να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές που εξέδωσε στον κατηγορούμενο λόγω του ότι τα πληρεξούσια που είχε στη κατοχή του ο τελευταίος ήταν πλαστά, πράγμα το οποίο ο ίδιος έπραξε. Ακολούθως, μετέβηκε στο Κτηματολόγιο όπου συναντήθηκε με την Αστυνομία και πληροφορήθηκε ότι οι ιδιοκτήτες των 2 οικοπέδων που αγόρασε η εταιρεία του, ουδέποτε εξουσιοδότησαν τον κατηγορούμενο να τους αντιπροσωπεύει. Την ίδια ημέρα, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος του ανάφερε ότι η μεταξύ τους πώληση είναι καθαρή, ότι είχε τις σχετικές αποδείξεις αγοράς και δύο τεμαχίων και πως τα πληρεξούσια δεν ήταν πλαστά. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε το γεγονός ότι το κτηματολόγιο έκανε αποδεκτά τα πληρεξούσια έγγραφα, βάσει των οποίων ο κατηγορούμενος αντιπροσώπευε τους παραπονούμενους. Αποδέχθηκε, επίσης το γεγονός, ότι στα πλαίσια πολιτικής αγωγής, εκδόθηκε απόφαση βάση της οποίας η εταιρεία του διατάχθηκε να επιστρέψει στους Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 τα τεμάχια τους. Επιβεβαίωσε επίσης ότι, αφού ενημερώθηκε για το γεγονός ότι τα πληρεξούσια είναι πλαστά, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο, ο οποίος του ανάφερε ότι ο ίδιος δεν έχει προβεί σε κάτι μεμπτό διότι πίστευε και ο ίδιος ότι τα πληρεξούσια ήταν έγκυρα. Ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη δήλωση (Τεκμήριο 61) του υιοθέτησε το περιεχόμενο των ανακριτικών καταθέσεών του. Ήταν η θέση του ότι από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του ανάφερε στους Αστυνομικούς ότι είναι θύμα εξαπάτησης από τρίτο ή τρίτα πρόσωπα και ότι δεν έχει διαπράξει οποιαδήποτε από τα αδικήματα που του αποδίδονται. Ήταν η θέση του, επίσης, ότι ουδέποτε μετέβη στο γραφείο του Μ.Κ 3 για οποιονδήποτε σκοπό, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τον εν λόγω μάρτυρα. Ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τα πληρεξούσια έγγραφα ήταν πλαστογραφημένα. Επίσης, ο ίδιος, δεν συμπλήρωσε το όνομα και την ταυτότητα του πληρεξουσιοδότη σε κάθε ένα από τα πληρεξούσια έγγραφα και ούτε υπόγραψε στη θέση της υπογραφής του πληρεξουσιοδότη. Σε περίπτωση που ο ίδιος γνώριζε ότι τα πληρεξούσια έγγραφα ήταν πλαστογραφημένα, δεν θα τα έπαιρνε καν στην κατοχή του και θα κατάγγελλε το γεγονός αυτό στην Αστυνομία. Δηλώνει, τέλος, δε την αθωότητά του από όλες τις κατηγορίες. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν, επίσης, ως Τεκμήρια (Τεκμήρια 2 και 3, αντιστοίχως) οι ανακριτικές καταθέσεις του κατηγορουμένου, που όπως έχει αναφερθεί έχουν καταστεί αποτελούν μέρος της ανώμοτης δήλωσης του. Παραθέτω, συνοπτικά, το περιεχόμενο τους. Στην αρχική ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 2) ο κατηγορούμενος εξηγά τις συνθήκες γνωριμίας του με τον XXXXX Μαλέκκο. Στη συνέχεια αναφέρει ότι συμφώνησε με το πιο πάνω πρόσωπο όπως ο ίδιος αγοράσει το τεμάχιο, υπ'αριθμό XXXXX, για το ποσό των €145.
  20. Ο κατηγορούμενος έδιδε στον XXXXX Μαλέκκο τα κέρδη του από το καζίνο μέχρι να τον εξοφλήσει και ο τελευταίος του έδιδε σχετικές αποδείξεις (Τεκμήριο 14). Αφού του κατέβαλε το ½ της τιμής, ο XXXXX Μαλέκκος του ζήτησε τα στοιχεία της ταυτότητας του για να του ετοιμάσει 2 πληρεξούσια έγγραφα για να μπορεί ο κατηγορούμενος να προβεί στη μεταβίβαση του. Περιέγραψε στην κατάθεση του για το πως ομοίαζε ο XXXXX Μαλέκκος και ανάφερε τέλος ότι το εν λόγω πρόσωπο ουδέποτε του υπέδειξε οποιαδήποτε στοιχεία της ταυτότητας του, παρά μόνο του συστήθηκε ως ο XXXXX Μαλέκκος. Εξέφρασε την θέση, περαιτέρω, ότι δεν θέλει να δώσει οποιεσδήποτε επιπρόσθετες λεπτομέρειες γιατί ο ίδιος νιώθει συγχυσμένος και ότι έχει να πεί θα το πεί στο Δικαστήριο. Στην ανακριτική του κατάθεση Τεκμήριο 3 ο κατηγορούμενος ανάφερε, σε σχέση με το ποια ήταν η συμφωνία που κατάρτισε με τον XXXXX Μαλέκκο για την αγορά των δύο οικοπέδων, ότι παρέδωσε στο εν λόγω πρόσωπο τα χρήματα από τα κέρδη που έβγαζε ο ίδιος από τα καζίνο και, αφού τον εξόφλησε για το ένα οικόπεδο, ο XXXXX Μαλέκκος του παρέδωσε δύο πληρεξούσια έγγραφα συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα από πιστοποιών υπάλληλο. Ακολούθως ο ίδιος μεταβίβασε το εν λόγω οικόπεδο στην εταιρεία του Μ.Κ 7 έναντι αμοιβής. Με τα χρήματα αυτά ο ίδιος αγόρασε 3 οικόπεδα από κάποιο XXXXX Σωτηρκάτη, χωρίς όμως να τον εξοφλήσει πλήρως. Δεν επιθυμούσε να δώσει οποιεσδήποτε, περαιτέρω, λεπτομέρειες. Δεν γνωρίζει την Μ.Κ 5 και δεν ήθελε να αναφέρει ο,τιδήποτε σε σχέση με τα πληρεξούσια που χρησιμοποιήθηκαν για την πώληση των οικοπέδων του Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5, πλην του ότι αυτά δεν υπεγράφησαν στη παρουσία του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Κ 1, Μ.Κ 2 και Μ.Κ 6 στην ολότητα της. Και οι 3 εν λόγω μάρτυρες περιέγραψαν στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες οι ίδιοι έχουν προβεί στα πλαίσια των αστυνομικών τους καθηκόντων, οι οποίες ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Οι εν λόγω μάρτυρες ήταν ειλικρινείς και η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε. Η δε μαρτυρία τους υποστηρίζεται, πλήρως, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Αποδεκτή σε γενικές γραμμές γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ 3, πλην της θέσης του ότι σε σχέση με το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 13.7.12, προσήλθε ενώπιον του ο Μ.Κ 4 πιστοποιώντας την υπογραφή του, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν αντικειμενικός και δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Εξήγησε στο Δικαστήριο ότι τα 3 από τα 4 πληρεξούσια έγγραφα, που φέρουν την σφραγίδα και υπογραφή του, είναι πλαστά. Οι θέσεις του αυτές επιβεβαιώνονται και από την έκθεση του γραφολόγου Μ.Κ 2, περί πλαστότητας των υπογραφών του Μ.Κ 3 αλλά και μέσω της έκθεσης του πραγματογνώμονα (Τεκμήριο 45) το περιεχόμενο της οποίας δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Οι θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να απορρίψω την υπόλοιπη του μαρτυρία. Σε σχέση όμως με τη θέση του ότι για να θέσει την υπογραφή του, την οποία και αναγνώρισε, στο γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 13.7.12 με πληρεξουσιοδότη τον Μ.Κ 4 και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τον κατηγορούμενο, θα πρέπει ο ίδιος ο Μ.Κ 4 να προσήλθε ενώπιον του, ως έχω αναφέρει, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ουσιαστικά η θέση του αυτή είχε έρεισμα στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν πιστοποιεί οποιαδήποτε υπογραφή, εκτός αν προσέλθει ενώπιον του ο πληρεξουσιοδότης και βεβαιωθεί για τα στοιχεία της ταυτότητας του. Επομένως, από τη στιγμή που ο ίδιος αποδέκτηκε ότι πιστοποίησε την υπογραφή του πληρεξουσιοδότη, θα πρέπει ο Μ.Κ 4 να προσήλθε ενώπιον του. Ο ίδιος όμως δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα και με απόλυτα θετικό τρόπο ότι πράγματι ο Μ.Κ 4 ήταν παρών κατά τον ουσιώδη χρόνο που ο ίδιος πιστοποίησε την υπογραφή του. Ο εν λόγω μάρτυρας προέβη σε ένα υποθετικό συμπέρασμα, έχοντας πάντοτε στο μυαλό του ότι ο ίδιος δεν πιστοποιεί οποιεσδήποτε υπογραφές χωρίς την παρουσία του προσώπου του οποίου πρέπει να πιστοποιήσει την υπογραφή του. Αυτό όμως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν είναι αρκετό. Επιπρόσθετα, δεν έδωσε οποιεσδήποτε επαρκείς λεπτομέρειες και δεν θυμόταν πότε και κάτω από ποιες περιστάσεις προσήλθε ο Μ.Κ 4 ενώπιον του. Εξίσου σημαντικό αποτελεί και το γεγονός ότι η θέση του εν λόγω μάρτυρα για την διαχρονική σταθερή πρακτική που ακολουθεί, δεν απαντά στο καίριο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συμπέρασμα στο πώς ο Μ.Κ 4 υπέγραψε στην παρουσία του, δεικνύοντας σε αυτόν και την ταυτότητα του, δίχως να αναφέρει ο Μ.Κ 3 ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν προσωπικώς γνωστό του (ως αναγράφεται στη σφραγίδα επί του εν λόγω πληρεξουσίου), αλλά και για ποιο λόγο, ο Μ.Κ 3 να μπεί στον κόπο να γράψει χειρογράφως όλα τα άλλα στοιχεία επί της σφραγίδας και να μην καταγράψει και τον αριθμό ταυτότητας του Μ.Κ
  2. Ενόψει των πιο πάνω δεδομένων, σαφώς και δεν απάντησε ο Μ.Κ 3 στο καίριο ερώτημα τού κατά πόσον είδε πράγματι τον Μ.Κ 4 κατά τη διαδικασία. Εξάλλου η θέση του αυτή συγκρούεται με τη θέση του Μ.Κ 4 ότι ουδέποτε συνάντησε τον Μ.Κ 3, του οποίου τη μαρτυρία κάνω πλήρη αποδεκτή ως αναφέρω, κατωτέρω, αλλά και του Μ.Κ 2 ότι στα πληρεξούσια έγγραφα τα γραφόμενα και η υπογραφή του Μ.Κ 4 δεν συνδέονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με αυτόν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του, πλην του σημείου για το οποίο έχω προβεί σε ειδική αναφορά ανωτέρω. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία των Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5, παραπονουμένων. Οι θέσεις τους ότι τα πληρεξούσια έγγραφα με τα οποία διόριζαν τον κατηγορούμενο αντιπρόσωπο τους ήταν πλαστά επιβεβαιώνονται από τον Μ.Κ 2, εμπειρογνώμονα γραφολόγο. Το γεγονός επίσης ότι ουδέποτε γνώριζαν τον κατηγορούμενο και ότι ουδέποτε τον συνάντησαν επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη και δεν αντεξετάστηκαν επί των βασικών τους θέσεων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους και κοινή τους εκδοχή. Τέλος αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ 7 στην ολότητα της. Τα όσα ανάφερε στο Δικαστήριο αφενός ουδόλως αμφισβητήθηκαν έστω και κατ'ελάχιστο από την υπεράσπιση και αφετέρου τα όσα ανάφερε επιβεβαιώνονται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ειλικρινής και περιέγραψε στο Δικαστήριο όλα όσα περιήλθαν στη σφαίρα της προσωπικής του γνώσης μέσα από την επαγγελαμτική συνεργασία που είχε με τον κατηγορούμενο για την αγορά των τεμαχίων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ως προς την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δηλώνω εξ αρχής ότι αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί από μόνη της να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Eυθυμίου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου, σε παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ως προς την αξία της ανώμοτης δήλωσης σχετική είναι η υπόθεση Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όπου στη σελ. 24 αναφέρονται τα εξής: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Σύμφωνα με τη νομολογία η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως το Δικαστήριο ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της, έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Αξιολογώντας λοιπόν το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή και ως εκ τούτου θα πρέπει να την αγνοήσει. Και τούτο γιατί κάποιες θέσεις του κατηγορουμένου συγκρούονται με την αποδεκτή μαρτυρία του Δικαστηρίου, η οποία προέκυψε με βάση την αξιολόγηση των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και μέσα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Καταρχάς, αποτελεί βασική θέση του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος, αφού έλαβε τα πληρεξούσια έγγραφα από τον υποτιθέμενο XXXXX Μαλέκκο ως αυτά του είχαν παραδοθεί, μετέβη στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας με σκοπό να προβεί στην πώληση των τεμαχίων προς την εταιρεία, δίχως ο ίδιος να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια. Η θέση του όμως αυτή διαψεύδεται από τον Μ.Κ 7 εφόσον, σύμφωνα με τα όσα ανάφερε ο εν λόγω μάρτυρας και τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση εφόσον δεν αντεξετάσθηκε επί του σημείου αυτού, ο κατηγορούμενος μαζί με τον ίδιο, αφού προηγουμένως ο τελευταίος επιθεώρησε το ακίνητο, μετέβησαν στο Κτηματολόγιο με σκοπό αυτά να ελεγχθούν. Η επί καθήκοντι όμως λειτουργός του Κτηματολόγιου αρχικά δεν τα έκανε αποδεκτά ζητώντας από τον κατηγορούμενο να προβεί σε κάποιες διορθώσεις, τις οποίες ο κατηγορούμενος προέβη και την επόμενη ημέρα αυτά παρουσιάσθηκαν στο Κτηματολόγιο και εγκρίθηκαν. Επίσης ο κατηγορούμενος στην υπεύθυνή του δήλωση που υπέγραψε στο Κτηματολόγιο (μέρος του Τεκμηρίου 15) αναφέρει ενυπογράφως ότι τα ειδικά πληρεξούσια καταρτίσθηκαν στις 25.11.12 και επομένως καταρρίπτει τη θέση του ότι αυτά έγιναν ενωρίτερα. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος παρουσιάζει τον εαυτό του ως το πρόσωπο που έλαβε πληρεξούσια από τον ιδιοκτήτη των τεμαχίων, στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας. Επίσης η θέση του αυτή διαψεύδεται από την αποδεκτή μαρτυρία. Και τούτο γιατί το πρώτο τεμάχιο, υπ' αριθμό XXXXX, το οποίο αποφάσισε αρχικά ο κατηγορούμενος να αγοράσει, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία ανήκει εξ ημισείας και στη Μ.Κ
  1. Περαιτέρω, ενώ μέσα από την εκδοχή του αναφέρει ότι έδωσε χρήματα στον Μ.Κ 4 από τα κέρδη που έβγαζε από το καζίνο, δεν δίδει καμία εξήγηση γιατί η Μ.Κ 5, η οποία δεν ήταν μέρος της μεταξύ τους συμφωνίας, του έδωσε πληρεξούσιο έγγραφο για την μεταβίβαση του οικοπέδου της χωρίς η ίδια να λάβει οποιαδήποτε αντιπαροχή. Επομένως ο κατηγορούμενος δεν ανάφερε ότι έλαβε πληρεξούσιο από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή την Μ.Κ
  2. Ακόμη μία σύγκρουση, με τα όσα ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, με την αποδεκτή μαρτυρία αποτελεί και το γεγονός ότι η βασική εκδοχή του κατηγορουμένου είναι ότι ο υποτιθέμενος XXXXX Μαλέκκος του έδωσε 2 πληρεξούσια για την πώληση και των δύο τεμαχίων. Με βάση όμως την αποδεκτή μαρτυρία για την πώληση και των δύο τεμαχίων χρησιμοποιήθηκαν, συνολικά, 3 πληρεξούσια έγγραφα. Ουδεμία εξήγηση δίνει ο κατηγορούμενος για το πως ο ίδιος απέκτησε το άλλο πληρεξούσιο καθώς και το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, ημερομηνίας 16.7.12, παρά μόνο δίνει εξήγηση για το πώς απέκτησε τα δύο από τα 4 ειδικά πληρεξούσια που αφορούσαν μόνο την πώληση του τεμαχίου υπ'αριθμό XXXXX. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, τα δύο άλλα πληρεξούσια έγγραφα (πλην των ειδικών πληρεξουσίων εγγράφων που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά του τεμαχίου XXXXX) είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, χωρίς και πάλι ο ίδιος να προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, ώστε να προβάλει την υπέρασπιση του και ουδεμία όμως εξήγηση έδωσε για τα πιο πάνω γεγονότα. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ακόμη μία σύγκρουση της εκδοχής του κατηγορουμένου με την αποδεκτή μαρτυρία. Αυτή έγκειται στο γεγονός ότι ο ίδιος, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, υπέδειξε τους τίτλους ιδιοκτησίας (κοτσιάνα όπως χαρακτηριστικά ανάφερε ο Μ.Κ 7) στον Μ.Κ 7, κατά την συνάντηση τους στα υπό αναφορά τεμάχια, αναφέροντας του, μεταξύ άλλων, ότι αυτά δεν είναι υποθηκευμένα. Η εν λόγω θέση του Μ.Κ 7 δεν αμφισβητήθηκε και πάλι από τον κατηγορούμενο εφόσον δεν αντεξετάσθηκε επί του σημείου αυτού. Στην εκδοχή του που προέβαλε ο κατηγορούμενος δεν προβαίνει σε τέτοια αναφορά αλλά ούτε και ο ίδιος δίδει οποιαδήποτε εξήγηση, αφότου κλήθηκε σε απολογία, πως και με ποιο τρόπο απέκτησε τους εν λόγω τίτλους στην κατοχή του. Σημειώνω επίσης ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε στη κατάθεση του, ως αποτελεί συνταγματικό του δικαίωμα το οποίο δεν μπορώ επ' ουδενί λόγο να σχολιάσω αρνητικά ότι σε πολλές ερωτήσεις που του τέθηκαν σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα δεν επιθυμούσε να δώσει οποιεσδήποτε επιπρόσθετες λεπτομέρειες αναφέροντας την στερεότυπη φράση «ότι έχει να πεί θα το πεί στο Δικαστήριο». Αυτό το οποίο όμως το Δικαστήριο μπορεί και έχει καθήκον να μην παραβλέψει, σε συνάρτηση πάντοτε, με τις πιο πάνω θέσεις του που συγκρούονται με την αποδεκτή μαρτυρία, είναι το γεγονός ότι για τα πιο πάνω δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση, αφότου κλήθηκε σε απολογία, εφόσον ήταν το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να δώσει τέτοια και ήταν στη δική του αποκλειστική γνώση. Ο κατηγορούμενος με την ανώμοτη δήλωση του επέλεξε, σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα, να μην δώσει οποιαδήποτε εκδοχή. Σε συνέχεια των πιο πάνω διαπιστώνω και τις εξής αντιφατικότητες μεταξύ των δύο του ανακριτικών καταθέσεων (Τεκμήρια 2 και 3) που έδωσε στην Αστυνομία. Ενώ στην αρχική του κατάθεση, αναφέρει ότι, στα πλαίσια της μεταξύ του συμφωνίας με τον XXXXX Μαλέκκο, ο ίδιος του κατέβαλε το ½ της αξίας του τεμαχίου 2615 από τα κέρδη στο καζίνο και ακολούθως ο XXXXX Μαλέκκος του παρέδωσε τα δύο πληρεξούσια για την μεταβίβαση του, αντίθετα στη 2η ανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι τον εξόφλησε πλήρως, δηλαδή ολόκληρο το ποσό της αγοράς του τεμαχίου, που ανέρχεται στο ποσό των €145,
  3. Επιπρόσθετα, στην εν λόγω κατάθεση του ο ίδιος δεν αναφέρει πώς και με ποιό τρόπο ο ίδιος εξόφλησε τον XXXXX Μαλέκκο για την αγορά του τεμαχίου
  4. Ουδεμία εξήγηση δίδει στην κατάθεση του, η οποία αποτελεί μέρος της ανώμοτης του δήλωσης, αλλά ούτε και προβαίνει σε οποιαδήποτε ειδική αναφορά στην ανώμοτη του δήλωση επί του ζητήματος αυτού. Άλλη αντίφαση στη κατάθεση του αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος με τα χρήματα που έλαβε από την εταιρεία του Μ.Κ 7 αγόρασε 3 οικόπεδα από τον XXXXX Σωτηρκάτη. Με βάση όμως την κατάθεση Τεκμήριο 44, η οποία κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός, το πρόσωπο που πώλησε 3 χωράφια στον κατηγορούμενο ονομάζεται XXXXX Σωτηρίου. Οι λοιπές του αναφορές στην ανώμοτη του δήλωση του δήλωση αναφορικά με την μεταξύ του ιδίου και του XXXXX Μαλέκκου συμφωνία για την αγορά των οικοπέδων, την μεταξύ τους αντιπαροχή, πως και με ποιο τρόπο έβγαλε τόσο σημαντικό και μεγάλο ποσό χρημάτων από τα κέρδη στο καζίνο, πότε επισκέπτετο το καζίνο τον ουσώδη χρόνο αλλά και το πως έλαβε στη κατοχή του τα 2 πληρεξούσια είναι γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες καθιστώντας το έργο του Δικαστηρίου για την αναζήτηση της ορθότητας τους και της αληθείας του δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο. Επιπρόσθετα ο κατηγορούμενος δεν δίνει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ποιο ήταν το πρόσωπο που τον ξεγέλασε αλλά και ούτε οποιαδήποτε στοιχεία του. Ούτε επίσης δίδει κάποια εξήγηση γιατί έδωσε τόσο μεγάλο ποσό χρημάτων σε ένα άγνωστο του πρόσωπο χωρίς να βεβαιωθεί για την ακριβή του ταυτότητα, ειδικότερα μετά που ο ίδιος του παρουσίασε τα πληρεξούσια έγγραφα. Συνεπακόλουθα θεωρώ ότι οι πιο πάνω θέσεις δικαιολογούν την κρίση και κατάληξη του Δικαστηρίου να μην δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου την οποία και θα αγνοήσω. Το γεγονός ότι η εκδοχή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε στη προκειμένη περίπτωση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεση της. Όπως λέχθηκε στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Στυλιανού v Δημοκρατίας, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 184/2019, ημερομηνίας 1.3.12: «Η μη προώθηση από την υπεράσπιση μιας εκδοχής πρωτοδίκως ή η απόρριψη της εξήγησης που προωθήθηκε, είναι μοιραία μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, στο βαθμό που παραμένει ακλόνητη από την υπεράσπιση, είναι επαρκώς ισχυρή ώστε να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορούμενου (Kafalos v. The Queen, 19 CLR 121).» Επομένως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής είναι ισχυρή, ζήτημα το οποίο εξετάζεται στη συνέχεια, ώστε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω, επιπρόσθετα, τελικά ευρήματα, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου: Τα πληρεξούσια έγγραφα φέρουν πλαστές υπογραφές του Μ.Κ 3, πλην του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου με πληρεξουσιοδότη τον Μ.Κ 4 και πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τον κατηγορούμενο, ημερομηνίας 13.7.
  5. Ο Μ.Κ 4 ουδέποτε επισκέφθηκε τον Μ.Κ
  6. Οι 4 αμφισβητούμενες υπογραφές που τέθηκαν στα εν λόγω πληρεξούσια, κάτω από το πληρεξουσιοδότη, δηλαδή κάτω από το όνομα του κατηγορούμενου δεν μπορούν να συνδεθούν με τον κατηγορούμενο εφόσον υπάρχουν αμφισβητούμενες διαφορές ενώ ουδέποτε τα υπέγραψαν ο Μ.Κ 4 και Μ.Κ
  7. Ο Μ.Κ 3 ουδέποτε συνάντησε τον κατηγορούμενο. Οι M.K 4 και Μ.Κ 5 ουδέποτε υπόγραψαν οποιαδήποτε πληρεξούσια βάση των οποίων διόριζαν τον κατηγορούμενο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους αλλά ούτε και γνωρίζουν τέτοιο πρόσωπο με το όνομα του κατηγορούμενου. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν εξουσιοδότησαν κανένα πρόσωπο αλλά ούτε και υπόγραψαν σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο. Ο κατηγορούμενος στη βάση των πληρεξουσίων του Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 πώλησε τα οικόπεδα στην εταιρεία SPI Developments & Construction Ltd. Ο Μ.Κ 7, ένας εκ των διευθυντών της πιο πάνω εταιρείας, ρώτησε τον κατηγορούμενο, κατά την αγορά του 1ου τεμαχίου κατά πόσο έχει εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη για την πώληση του οικοπέδου και αυτός του ανάφερε ότι είναι ο γενικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών. Την επόμενη μέρα συναντήθηκαν, μαζί με τον κατηγορούμενο, στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ώστε να ελεγχθούν τα σχετικά πληρεξούσια, με σκοπό την υλοποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας. Στο Κτηματολόγιο η λειτουργός, αφού εξέτασε τα εν λόγω 2 πληρεξούσια, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να γίνουν κάποιες διορθώσεις σε αυτά για να θεωρούνται έγκυρα, χωρίς όμως ο ίδιος να γνωρίζει τί ακριβώς είχε ζητηθεί από τον κατηγορούμενο. Την επόμενη μέρα του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος και του ανάφερε ότι έγιναν οι σχετικές διορθώσεις που του ζητήθηκαν. Μετέβηκαν εκ νέου στο Κτηματολόγιο όπου, αφού ελέγχθηκαν αυτά, η επί καθήκοντι λειτουργός τους ενημέρωσε ότι αυτά πλέον είναι έγκυρα. Αμέσως μετά την πώληση του τεμαχίου, υπ'αριθμό, XXXXX το απόγευμα της 25.9.12 ο Μ.Κ 7 δέχθηκε τηλεφώνημα από την τράπεζα, με την οποία συνεργάζεται, όπου λειτουργός του εισηγήθηκε να ανακαλέσει τις επίδικες επιταγές που εξέδωσε στον κατηγορούμενο λόγω του ότι τα πληρεξούσια που είχε στη κατοχή του ο κατηγορούμενος ήταν πλαστά, πράγμα το οποίο ο ίδιος έπραξε. Ακολούθως μετέβηκε στο Κτηματολόγιο όπου συναντήθηκε με την Αστυνομία και πληροφορήθηκε ότι οι ιδιοκτήτες των 2 οικοπέδων που αγόρασε η εταιρεία του, δεν εξουσιοδότησαν τον κατηγορούμενο να τους αντιπροσωπεύει. Την ίδια ημέρα, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος του ανάφερε ότι η πράξη είναι καθαρή και ότι είχε τις σχετικές αποδείξεις αγοράς των οικοπέδων και πως τα πληρεξούσια δεν είναι πλαστά. Ο κατηγορούμενος, εν τω μεταξύ με τα χρήματα της πώλησης των δύο πιο πάνω τεμαχίων που έλαβε από την εταιρεία του Μ.Κ 7, την 9/4/12 κατάρτισε γραπτή συμφωνία πώλησης με τον Χρίστο Σωτηρίου για την αγορά τριών χωραφιών και ενός οικοπέδου, έναντι του συνολικού ποσού των €325,
  8. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας ο κατηγορούμενος πλήρωσε το ποσό των €10.
  9. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο κατηγορούμενος οπισθογράφησε στον Χρίστο Σωτηρίου επιταγή της εταιρείας του Μ.Κ 7 για το ποσό των €160.
  10. Το υπόλοιπο ποσό δεν καταβλήθηκε. NOMIKH ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η νομική βάση της 3ης και 8ης κατηγορίας, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εδράζεται στα άρθρα 339 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί ότι: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Από το περιεχόμενο της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Κατατοπιστικό, επίσης, είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. «Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original).» Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Ακόμη ένα συστατικό στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και δολίως το θέτει σε κυκλοφορία. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν π.χ. είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ύπαρξη δόλου, κατά την κυκλοφορία του εγγράφου, συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει, επομένως, ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Χρίστος Χριστοδουλίδης v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2013, ημερομηνίας 16/2/15). Στην υπόθεση Μάριος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 52/2011, 29/7/2014 σχολιάστηκε τι είναι η περιστατική μαρτυρία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Περιστατική μαρτυρία, ο ορισμός και η ανάλυση που της δόθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι η μαρτυρία εκείνη η οποία διαφέρει της άμεσης, η οποία αφ΄ εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα όπως η μαρτυρία αυτοπτών μαρτύρων (Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχέεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Δίδεται και προσφέρεται, κατά κύριο λόγο από την Κατηγορούσα Αρχή, ώστε να αποδειχθούν γεγονότα τα οποία συνιστούν την υπόθεση και πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Αν προκύπτει, από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας, βεβαιότητα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τότε διαγιγνώσκεται και η ενοχή του κατηγορουμένου (Παφίτης κ.α. (ανωτέρω)).» Το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου. Η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του. (Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258 και Υoussef v Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ). Το γεγονός ότι τα εν λόγω πληρεξούσια έγγραφα ήταν πλαστά και ότι ο κατηγορούμενος τα έθεσε σε κυκλοφορία αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός. Σε σχέση με το γεγονός κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε και την απαραίτητη γνώση και με δόλιο τρόπο τα έθεσε σε κυκλοφορία θα πρέπει να αναζητηθεί, μέσω της περιστατικής μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο, αν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το γεγονός αυτό. Και τούτο γιατί στη βάση της αξιολόγησης των πιο πάνω μαρτύρων παρέμεινε άγνωστο το γεγονός για το Δικαστήριο κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε άμεση γνώση για το γεγονός αυτό. Μελετώντας τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα είμαι της γνώμης ότι ο κατηγορούμενος είχε την απαραίτητη γνώση ότι όντως τα πληρεξούσια έγγραφα που είχε στη κατοχή του και που κυκλοφόρησε δολίως ήταν πλαστογραφημένα. Κατέληξα στο εν λόγω συμπέρασμα λαμβάνοντας υπόψιν τα ακόλουθα δεδομένα: α) την δράση του κατηγορούμενου η οποία έγκειται στο γεγονός ότι, αφού μετέβη στο Κτηματολόγιο με το Μ.Κ 7 ώστε ο τελευταίος να διαπιστώσει την αυθεντικότητα των πληρεξουσίων, αυτά δεν έγιναν αποδεκτά και η λειτουργός ζήτησε από τον κατηγορούμενο να προβεί σε διορθώσεις, πράγμα το οποίο ο ίδιος έπραξε παρουσιάζοντας τα την επόμενη ημέρα, η οποία και διαψεύδει την εκδοχή του ότι ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια σε σχέση με τα πληρεξούσια που του έδωσε ο XXXXX Μαλέκκος, β) το γεγονός ότι δεν έδωσε εξήγηση στην ανώμοτη του δήλωση πως και με ποιο τρόπο είχε στη κατοχή του τους τίτλους ιδιοκτησίας των οικοπέδων που υπέδειξε στο Μ.Κ 7, γ) το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε τον εαυτό του ως το πρόσωπο που έλαβε πληρεξούσια από τον ιδιοκτήτη των οικοπέδων, στα πλαίσια της μεταξύ τους συμφωνίας, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση πως και με ποιο τρόπο περιήλθε στη κατοχή του το πληρεξούσιο έγγραφο της Μ.Κ 5 και μάλιστα δεν ανάφερε ότι έλαβε πληρεξούσιο από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή την Μ.Κ 5 η οποία δεν ήταν μέρος της συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και του XXXXX Μαλέκκου, δ) το γεγονός ότι ενώ για την πώληση των οικοπέδων χρησιμοποιήθηκαν, συνολικά, 3 πληρεξούσια έγγραφα, o κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση στην ανώμοτη του δήλωση για το πως απέκτησε τα άλλα δύο, παρά μόνο δίδει εξήγηση για το πως περιήλθαν στη κατοχή του μόνο τα δύο εξ αυτών αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν αναφέρει πως και με ποιό τρόπο ο ίδιος εξόφλησε τον XXXXX Μαλέκκο για την αγορά του τεμαχίου 2313, (ε) οι λοιπές του αναφορές στην ανώμοτη του δήλωση του δήλωση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και οι ανακριτικές του καταθέσεις, αναφορικά με την μεταξύ του ιδίου και του XXXXX Μαλέκκου συμφωνία για την αγορά των οικοπέδων, την μεταξύ τους αντιπαροχή, πως και με ποιο τρόπο έβγαλε τόσο σημαντικό και μεγάλο ποσό χρημάτων από τα κέρδη στο καζίνο αλλά και το πως έλαβε στη κατοχή του τα 2 πληρεξούσια είναι γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες, στ) το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν δίνει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ποιο ήταν το πρόσωπο που τον ξεγέλασε αλλά και ούτε οποιαδήποτε στοιχεία του, ζ) το γεγονός ότι επίσης δεν δίδει κάποια εξήγηση γιατί έδωσε τόσο μεγάλο ποσό χρημάτων σε ένα άγνωστο του πρόσωπο χωρίς να βεβαιωθεί για την ακριβή του ταυτότητα, ειδικότερα μετά που ο ίδιος του παρουσίασε τα πληρεξούσια έγγραφα και τέλος η) η απόρριψη της εκδοχής του κατηγορουμένου, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, σε συνάρτηση με τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και για το γεγονός ότι ο ίδιος όταν κλήθηκε σε απολογία, ώστε να προβάλει την υπέρασπιση του, ουδεμία εξήγηση έχει δώσει για τα πιο πάνω γεγονότα εφόσον ήταν το μόνο πρόσωπο που μπορούσε να δώσει τέτοια και ήταν στη δική του αποκλειστική γνώση ενώ εκεί που έδωσε κάποιες εξηγήσεις αυτές έχουν απορριφθεί πλήρως. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν το Δικαστήριο σε ένα μόνο και λογικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε την απαραίτητη γνώση και στη βάση αυτής ενήργησε δολίως ώστε να θέσει σε κυκλοφορία τα πλαστογραφημένα πληρεξούσια έγγραφα με σκοπό να υλοποιήσει τους παράνομους σκοπούς του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αντώνης Φανιέρος v Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 104: «..Η βασική αρχή, όπως εξάγεται από τη νομολογία, είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του κατηγορούμενου στηρίζεται καθ' ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό να αποφασίσει, όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με το να δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως αναληθείς, αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του .Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 120).» Αυτό ακριβώς συμβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και στη προκειμένη περίπτωση. Θεωρώ ότι με τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν αφήνονται να αιωρούνται οποιεσδήποτε άλλες λογικές διαζευκτικές εξηγήσεις που δεν συνάδουν με ενοχή, και δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα έτσι ώστε να δημιουργείται μία υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt) περί της ενοχής του κατηγορουμένου, ανεξάρτητα με το αν ο ίδιος δεν κατάθεσε ενόρκως αφού το βάρος απόδειξης της ενοχής του το έχει η Κατηγορούσα Αρχή. Για την υπεράσπιση είναι αρκετό να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία, η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία (Ayres v. The Republic
(1971)2 CLR 16) ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος δεν ήταν λογικοφανείς και έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο, ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Αντίθετα, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής παρέμεινε ακλόνητη από την υπεράσπιση.. Τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με τα πιο πάνω γεγονότα, είναι ισχυρά ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε την απαραίτητή γνώση περί πλαστότητας των πληρεξουσίων. Στην υπόθεση Ιωάννου Χαράλαμπος v Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 339 λέχθηκαν τα εξής σχετικά, τα οποία κατ'αναλογία εφαρμόζονται και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης: «Ο εφεσείων δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες. Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσείων, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπομένου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και, με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψή μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσείων, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και ή απερίσκπετη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του Ά ρθρου 210» Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος έδωσε κάποιες εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους είχε στη κατοχή του τα πληρεξούσια έγγραφα και στη βάση αυτών τα έθεσε σε κυκλοφορία. Όμως οι οποιεσδήποτε εξηγήσεις που έδωσε, μέσω της ανώμοτης δήλωσης, για τους λόγους που έχουν αναλυθεί ανωτέρω, έχουν απορριφθεί. Παραμένει ως πραγματικό γεγονός όμως ότι ο κατηγορούμενος, όπως αποδέχεται και ο ίδιος, είχε στη κατοχή του πλαστά πληρεξούσια έγγραφα χωρίς εκ μέρους του να δοθεί οποιαδήποτε ικανοποιητική εξήγηση. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, ο κατηγορούμενος για τους λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει είχε στη κατοχή του πλαστογραφημένα πληρεξούσια έγγραφα εις γνώση του και στη βάση αυτών ενήργησε δολίως. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να αναφέρω, εν κατακλείδι, πως η απαλλαγή του κατηγορουμένου από το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν απαλλάσσει αυτομάτως και τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Αδάμος Γερμανού v Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 127 η κυκλοφορία του πλαστού εγγράφου δεν συναρτάται αναγκαστικά και με πλαστογραφία του εγγράφου από τον ίδιο τον εφεσείοντα. Συνεπακόλουθα πληρούνται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 3η και 8η κατηγορία. Η νομική βάση της 4ης και 9ης κατηγορίας, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης πιστοποιητικού εγγραφής δια ψευδών παραστάσεων, εδράζεται στο άρθρο 305 του Ποινικού Κώδικα το οποίo διαλαμβάνει ότι: «Όποιος εσκεμμένα εξασφαλίζει ή αποπειράται να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ή άλλον, εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Για να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα θα πρέπει να αποδειχθούν τα εξής συστατικά στοιχεία, τα οποία είναι και τα ακόλουθα: Α) η εξασφάλιση για τον εαυτό του ή άλλο πρόσωπο εγγραφή, άδεια ή πιστοποιητικό δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού Β) η εξασφάλιση να είναι βεβαίως εσκεμμένη, ήτοι να ενέχει το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) Γ) οι ενέργειες που σχετίζονται με την εξασφάλιση, να αποσκοπούν στην εξασφάλιση πιστοποιητικού ήτοι να υπάρχει συσχέτιση και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εξασφάλισης με την εξασφάλιση του εν λόγω πιστοποιητικού. Δ) οι ενέργειες θα πρέπει να συνοδεύονται με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Σχετική νομοθετική πρόνοια ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, είναι το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη».\ Από τα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω σε σχέση με τα υπό αναφορά αδικήματα, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθούν αυτά πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αδικοπραγών προβαίνει σε ψευδή παράσταση, το ψευδές της οποίας γνωρίζει κατά το χρόνο που κάνει την παράσταση και περαιτέρω ότι τον ίδιο χρόνο το κάνει αυτό με σκοπό καταδολίευσης. Κατά συνέπεια κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του αδικοπραγούντος για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Αυτό το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι ότι αυτός, δια ψευδών παραστάσεων και με σκοπό τη καταδολίευση, εσκεμμένα εξασφάλισε στο όνομα άλλου, πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, δηλαδή αφού παρουσίασε τα πλαστογραφημένα πληρεξούσια που αναφέρονται πιο πάνω, εξασφάλισε την εγγραφή των τεμαχίων υπ' αριθμών 2615 και 2313, αντιστοίχως, στο όνομα της εταιρείας. Με βάση τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας τα πλαστά πληρεξούσια έγγραφα εξασφάλισε την εγγραφή στο όνομα της εταιρείας του Μ.Κ 7 των τεμαχίων του Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5, δηλαδή εγγράφηκαν στο όνομα της πιο πάνω εταιρείας τα τεμάχια υπ'αριθμό XXXXX και XXXXX, αντιστοίχως. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε ένοχη διάνοια να εξασφαλίσει προς όφελος της πιο πάνω εταιρείας χρησιμοποιώντας τα πλαστά πληρεξούσια έγγραφα έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω, στα πλαίσια της νομικής ανάλυσης της 3ης και 8ης κατηγορίας, τα οποία τυγχάνουν εφαρμογής και για το εν λόγω αδίκημα, και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Περαιτέρω οι ενέργειες του κατηγορουμένου δηλαδή η χρήση των πλαστογραφημένων πληρεξουσίων σχετίζονται με την εξασφάλιση εγγραφής των τεμαχίων του Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 προς την πιο πάνω εταιρεία και ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα έγγραφα ήταν πλαστά και στη βάση αυτών, με σκοπό καταδολίευσης των Μ.Κ 4, Μ.Κ 5 και της πιο πάνω εταιρείας, προέβη στην εν λόγω πράξη, την οποία γνώριζε όταν και μετέβη στο Κτηματολόγιο με σκοπό να αποκομίσει όφελος. Επίσης όλες οι ενέργειες του κατηγορουμένου συνοδεύονταν από ψευδείς παραστάσεις εφόσον ενώ γνώριζε ότι τα πληρεξούσια έγγραφα ήταν πλαστά τα χρησιμοποιήσε, ενώ δεν είχε τέτοια εξουσία από τους Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5, παρίστανοντας στην εταιρεία του Μ.Κ 7 ότι αυτά ήταν γνήσια. Επομένως στη βάση των πιο πάνω πληρούνται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην 4η και 9η κατηγορία. Νομική βάση της 5ης και 10ης κατηγορίας, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, αποτελούν τα άρθρα 297 και 298. Το άρθρο 297 έχει εκτεθεί ανωτέρω. Το άρθρο 298 διαλαμβάνει ότι: «298. Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημελλήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως συνάγεται ανωτέρω, είναι τα ακόλουθα: (α)με ψευδείς παραστάσεις και (β) με πρόθεση καταδολίευσης (γ) απέκτησε πράγμα το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη, χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση, είναι αρκετές. Από την άλλη, η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι, όμως, αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370, ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς, αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος, όταν προέβαινε σε αυτές, να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Είναι, επίσης, αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης ψευδούς παράστασης. Δηλαδή, θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατηθέντος και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς στο να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε πως η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του εξαπατηθέντος δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία, εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η ισχυριζόμενη ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν ο μόνος λόγος, ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την Κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο, κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο, το οποίο πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο.(R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679). Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Επί παραδείγματι, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς, τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως. (R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων, παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά, είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση. (R. v. Kritz
(1949)2 All E.R). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, έχει λεχθεί ότι όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων είναι ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε από τον Μ.Κ 7, ιδιοκτήτη της πιο πάνω εταιρείας, τα ποσά των €167,550 και €127,200, αντιστοίχως, δηλαδή εξασφάλισε τα εν λόγω ποσά, αφού πώλησε στον προαναφερθέντα τα πιο πάνω τεμάχια γης, παρουσιάζοντας ως γνήσια τα πληρεξούσια έγγραφα για τα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω. Στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Και τούτο γιατί αποτελεί γεγονός ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας πλαστά πληρεξούσια, δηλαδή κατόπιν ψευδών παραστάσεων, απέκτησε τα πιο πάνω χρηματικά ποσά από τον Μ.Κ 7, για λογαριασμό της πιο πάνω εταιρείας, δηλαδή κατόπιν της πιο πάνω ψευδής παράστασης απέκτησε περιουσία, με πρόθεση καταδολίευσης και έχοντας εις γνώση ότι τα πληρεξούσια ήταν πλαστά και ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τους Μ.Κ 4 και Μ.Κ 5 για την πώληση των τεμαχίων τους. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις εν λόγω κατηγορίες. Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.