← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιορδάνους κ.α., Αρ. Υπόθεσης:18769/2016, 5/3/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιορδάνους κ.α., Αρ. Υπόθεσης:18769/2016, 5/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B36 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:18769/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- 1. XXXXX Ιορδάνους 2. XXXXX Κυριάκου 3. XXXXX Καμένου 4. XXXXX Μιχαηλίδη 5. XXXXX Ιωάννου 6. XXXXX Σωτηρίου 7. XXXXX Γεωργίου 8. XXXXX Πανάγου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 5/3/2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη μαζί με κα Γ. Κέλο (ασκούμενη δικηγόρο) Για Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Η. Στεφάνου μαζί με κ. Μ. Σπύρου Για Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Π. Παφίτης Για Κατηγορούμενο 3: Η κα. Γ. Ρούσου Για Κατηγορούμενο 4: Ο κ. Π. Αγαπητός Για Κατηγορούμενος 5,6 και 7: Ο κ. Π. Σταύρου Για Κατηγορούμενο 8: Ο κ. Κ. Πανάγος Κατηγορούμενοι παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (επί προδικαστικών ενστάσεων) Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταχωριστεί ένα ογκωδέστατο κατηγορητήριο στο οποίο περιλαμβάνονται, συνολικά, 319 κατηγορίες. Στη βάση αυτού, οι 8 κατηγορούμενοι κατηγορούνται, αντιστοίχως, για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της τήρησης ψευδών λογαριασμών, της κλοπής από διευθυντή και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Όλοι οι κατηγορούμενοι δήλωσαν τη μη παραδοχή τους. Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης ξεκίνησε, στις 8.2.21, με την κατάθεση του XXXXX Αναστασιάδη, Ανώτερου Υπαστυνόμου (Μ.Κ 1). Πριν την έναρξη αυτής όλοι οι συνήγοροι υπεράσπισης εξέφρασαν την πρόθεση τους όπως εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, με απώτερο σκοπό την αναστολή και διακοπή της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Λόγω του ότι τα μέρη δεν κατέληξαν σε κοινό πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων, η βάση των οποίων θα αποτελούσε το πραγματικό υπόβαθρό για την εξέταση των εγειρόμενων προδικαστικών ενστάσεων, το Δικαστήριο έδωσε τον αναγκαίο χρόνο και στις δύο πλευρές σε μία προσπάθεια να γεφυρωθούν οι οποιεσδήποτε διαφορές. Οι προσπάθειες αυτές, όμως, δεν ευωδόθηκαν, πλήρως, εφόσον υπήρχε κάποια διάσταση μεταξύ των μερών ώστε να δηλωθούν στην ολότητα τους παραδεκτά γεγονότα που να τους κάλυπταν απόλυτα. Προς το σκοπό αυτό έγινε επ΄ ακροατηρίω συζήτηση κατά πόσο θα ακουστεί περιορισμένη και στοχευμένη μαρτυρία, για σκοπούς εξέτασης των προδικαστικών ενστάσεων, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να επιφυλάξει την απόφαση του. Ακολούθως, όλες οι πλευρές ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι δεν είναι αναγκαία η, από μέρους του, έκδοση οποιασδήποτέ απόφασης λόγω του ότι έχουν καταλήξει αφενός σε ένα πλαίσιο παραδεκτό γεγονότων και αφετέρου έχουν συμφωνήσει όπως καταθέσουν οι ανακριτές της παρούσας υπόθεσης, στα πλαίσια της κυρίως δίκης, και στη συνέχεια εγείρουν τις προδικαστικές τους ενστάσεις. Στη βάση των πιο πάνω, και πριν την κατάθεση του Μ.Κ 1, κατατέθηκε κατάλογος παραδεκτών γεγονότων, ημερομηνίας 8/01/2021 (Τεκμήριο 1), με βάση το Άρθρο 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Τα παραδεκτά γεγονότα έτυχαν της έγκρισης του Δικαστηρίου. Τα παραθέτω αυτούσια: «1) Η εταιρεία με την επωνυμία Οργανισμός Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (Ο.Σ.Ε.Λ) ΛΤΔ ΗΕ258308, (στη συνέχεια καλούμενη ως «ο ΟΣΕΛ»), είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών Κύπρου. 2) Κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι διευθυντές της εν λόγω εταιρείας, ήταν οι κατηγορούμενοι. 3) Στις 2/12/2009, ο ΟΣΕΛ και το Κράτος, υπέγραψαν σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών σε τακτικές γραμμές στη γεωγραφική περιοχή της επαρχίας Λευκωσίας. 4) Στις 19/10/2012, ο διευθυντής ελέγχου του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων, κος. XXXXX Μιχαηλίδης, με γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, κατάγγειλε τους διευθυντές του ΟΣΕΛ για κατ' ισχυρισμόν παράνομες ενέργειες, οι οποίες, ως ισχυρίστηκε, αποσκοπούσαν στο παράνομο κέρδος και/ή όφελος των διευθυντών του ΟΣΕΛ. 5) Οι κατ' ισχυρισμόν παράνομες ενέργειες εξειδικεύονται στο ότι:
  2. i)εκδόθηκαν πλαστά τιμολόγια και/ή χρεώσεις του ΟΣΕΛ για εργασίες και καύσιμα που δεν λαμβάνονται από τον ΟΣΕΛ, αλλά από εταιρείες που ανήκουν σε διευθυντές του ΟΣΕΛ ή από τους ίδιους του διευθυντές.
  3. ii)ότι οι διευθυντές του ΟΣΕΛ και συγγενικά τους πρόσωπα που εργάζονταν στον εν λόγω οργανισμό, λάμβαναν χρήματα από την εταιρεία, τα οποία χρέωναν στους λογαριασμούς της εταιρείας με ψευδείς καταχωρήσεις, ώστε πρώτον να φοροδιαφεύγουν και δεύτερον, να εξαπατούν το κράτος, το οποίο δεν αποδεχόταν όπως οι ετήσιες απολαβές των διευθυντών του ΟΣΕΛ να υπερβαίνουν συγκεκριμένα ποσά. 6) Λόγω της καταγγελίας του XXXXX Μιχαηλίδη, η Αστυνομία προέβηκε σε διερεύνηση των ισχυρισμών του. 7) Η Αστυνομία για σκοπούς διερεύνησης των ισχυρισμών του XXXXX Μιχαηλίδη, δημιούργησε 2 ανακριτικούς φακέλους, ήτοι τους υπ' αριθμόν Σ/1478/2012, και Σ/934/2015 ΤΑΕ Λευκωσίας. 8) Η διερεύνηση της υπό αριθμού ανακριτικού φακέλου Σ/1478/2012 υπόθεσης του ΤΑΕ Λευκωσίας, άρχισε το έτος 2012. 9) Με την ολοκλήρωση της διερεύνησης της υπ' αριθμό ανακριτικού φακέλου, Σ/1478/2012 υπόθεσης από το ΤΑΕ Λευκωσίας, καταχωρήθηκε στις 11/06/2003, στο Ε.Δ Λευκωσίας, η υπ' αριθμόν 14410/2013 ποινική υπόθεση η οποία αναστάληκε, λόγω λάθους στο τίτλο και επανακαταχωρήθηκε στις 3/12/2015, λαμβάνοντας τον (νέο) αριθμό 23485/2015. 10) Στην υπ' αριθμόν 23485/2015 ποινική υπόθεση του Ε.Δ Λευκωσίας, κατηγορούμενοι ήταν μόνο οι XXXXX Ιορδάνους και Κυριάκος Κυριάκου, κατηγορούμενοι αριθμός 1 και 2 στην παρούσα. 11) Στην υπ' αριθμόν 23485/15 ποινική υπόθεση του Ε.Δ Λευκωσίας, οι κατηγορούμενοι XXXXX Ιορδάνους και XXXXX Κυριάκου, καταδικάστηκαν στις 7 Σεπτεμβρίου 2017, κατόπιν παραδοχής τους, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη αυτή των 10 μηνών οι οποίες αναστάληκαν για περίοδο 3 ετών από την ημερομηνία επιβολής της ποινής. 12) Ο ανακριτικός φάκελος υπ' αριθμόν Σ/934/2015 του ΤΑΕ Λευκωσίας, δημιουργήθηκε το έτος 2015. 13) Μεγάλο μέρος του μαρτυρικού υλικού που βρίσκεται στον ανακριτικό φάκελο, με αριθμό Σ/934/2015, ΤΑΕ Λευκωσίας, ήταν στην κατοχή της Αστυνομίας από τα αρχικά στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης, ήτοι το έτος 2012 και πριν το έτος 2015, χρονολογία κατά την οποία δημιουργήθηκε ο ανακριτικός φάκελος Σ/934/2015, ΤΑΕ Λευκωσίας. 14) Στα πλαίσια του ανακριτικού έργου ως αναφέρθη στην παράγραφο 4, ο κος XXXXX Μιχαηλίδης έδωσε καταθέσεις με τους ισχυρισμούς ως εμφαίνονται στις καταθέσεις που παρουσιάζονται σήμερα στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια. 15) Στα πλαίσια του ανακριτικού έργου λήφθησαν επίσης 3 καταθέσεις από τον Μάριο Αντωνίου η πρώτη 20/10/2012, η δεύτερη 24/10/2012 και η τρίτη 30/10/2012 με τους ισχυρισμούς που εμφαίνονται στις καταθέσεις και που παρουσιάζονται σήμερα ως τεκμήρια στο Δικαστήριο. 16) Στα πλαίσια του ανακριτικού έργου λήφθηκαν επίσης 2 καταθέσεις από XXXXX Χαραλάμπους η πρώτη 24/10/2012 και η δεύτερη 2/11/2012 με ισχυρισμούς που εμφαίνονται στις καταθέσεις που παρουσιάζονται σήμερα ως τεκμήρια στο Δικαστήριο. 17) Στα πλαίσια του ανακριτικού έργου, λήφθηκαν επίσης 2 καταθέσεις από την XXXXX Προκοπίου η πρώτη 25/10/2012 και η δεύτερη 2/11/2012, με τους ισχυρισμούς που εμφαίνονται στις καταθέσεις και που παρουσιάζονται σήμερα στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια. 18) Όλες οι καταθέσεις που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο σήμερα διευκρινίζεται ότι δεν κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Παραδεκτό γεγονός είναι μόνο ότι λήφθηκαν αυτές οι καταθέσεις με τους ισχυρισμούς ως εμφαίνονται σε αυτές.» Αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του Μ.Κ 1, με την κατάθεση συνολικά 62 Τεκμηρίων, το οποίο αποτελεί το μαρτυρικό υλικό της παρούσας υπόθεσης, ακολούθως οι συνήγοροι υπεράσπισης ήγειραν προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες μπορεί να κατηγοριοποιηθούν σε δύο ξεχωριστούς πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας αφορά την κοινή προδικαστική ένσταση που ήγειραν ο 1ος και 2ος κατηγορούμενος. Αυτή εδράζεται στο γεγονός ότι η καταχώρηση της εναντίον τους παρούσας ποινικής υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η οποία έχει προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους. Ήταν, ειδικότερα, σε γενικές γραμμές η θέση τους ότι η Κατηγορούσα Αρχή μπορούσε και όφειλε να καταχωρήσει εναντίον τους ένα κατηγορητήριο και να τους διώξει μια φορά τόσο για τα αδικήματα που αντιμετώπισαν αρχικά στην υπόθεση 14410/13 και στην μεταγενέστερη υπόθεση υπ' αριθμό 23485/15 (στο εξής «η πρώτη ποινική υπόθεση») όσο και για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση. Στην εμπεριστατωμένη αγόρευση τους, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 1 και 2 παρέπεμψαν τόσο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και σε διεθνή νομολογία (χωρών που εφαρμόζουν το κοινοδίκαιο), με ιδιαίτερη αναφορά στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α., Ποινικές Εφέσεις 348/2018 και 349/2018, ημερομηνίας. 31.5.2019. Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την κοινή προδικαστική ένσταση που ήγειραν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι 3 εώς 8. Η ένσταση τους εδράζεται στο γεγονός ότι η εναντίον τους προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εφόσον έχει παραβιαστεί το συνταγματικό τους δικαίωμα για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της υπεράσπισης ότι οι κατηγορούμενοι πληροφορήθηκαν ότι καθίστανται ύποπτοι από το 2012 εφόσον λήφθηκε εναντίον τους ανακριτική κατάθεση. Ενώ η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ολοκληρώθηκε στις 8/09/2014 με την λήψη εναντίον τους και άλλης ανακριτικής κατάθεσης και ακολούθως κατηγορήθηκαν το 2015, η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε στις 3/10/2016. Τα αδικήματα που τους καταλογίζονται, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αφορούν αποδιδόμενες παράνομες ενέργειες που έλαβαν χώρα μεταξύ των ετών 2010 εώς 2012. Επομένως καθίσταται έκδηλο το γεγονός ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου σε τέτοιο βαθμό που συνιστά κατάχρηση. Όλοι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, μέσω των καθόλα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων τους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετική επί του θέματος νομολογία καλώντας το Δικαστήριο να απαλλάξει τους κατηγορουμένους από το στάδιο αυτό. Από την άλλη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε το Δικαστήριο, μέσω της αγόρευσης της, να απορρίψει όλες τις προδικαστικές ενστάσεις που έχουν εγερθεί. Και τούτο γιατί στη βάση της καταγγελίας του κ. XXXXX Μιχαηλίδη για τη διερεύνηση της πιο πάνω καταγγελίας σχηματίστηκαν δύο ποινικοί φάκελοι. Ο όγκος του μαρτυρικού υλικού και ο όγκος των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν από τη διερεύνηση της υπόθεσης ήταν μεγάλος. Χρειάστηκε προς το σκοπό αυτό να συσταθούν δύο ανακριτικές ομάδες, αφού προέκυπταν αδικήματα που αφορούσαν διαφορετικό αντικείμενο εξέτασης. Η 1Η ανακριτική ομάδα εξέτασε αδικήματα που είχαν διαπραχθεί αναφορικά με καύσιμα ενώ η 2η ομάδα εξέτασε αδικήματα που είχαν σχέση με εκδοθείσες επιταγές. Τα αδίκηματα της παρούσας υπόθεσης ήταν πολύ πιο πολύπλοκα με τα υπό διερεύνηση αδικήματα της 1ης υπόθεσης και απαιτείτο και πιο πολύ προσωπικό. Ακριβώς λόγω αυτής της πολυπλοκότητας κρίθηκε αναγκαίος ο διαχωρισμός τους. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, δικαιολογείτο η καταχώρηση δύο ξεχωριστών ποινικά υποθέσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην υπόθεση Δημοκρατίας v Ηλιαδη (ανωτέρω) έχει επιβεβαιωθεί η διαχρονική βασική αρχή της νομολογίας ότι τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου

(2002)2 Α.Α.Δ. 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία - μαζί με την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 - θεωρείται σταθμός για το ζήτημα. Σε βαθμό που οι νομολογιακές αρχές που αποκρυσταλλώθηκαν στην εν λόγω απόφαση να επαναλαμβάνονται σε όλες τις μεταγενέστερες αποφάσεις. Όπως στις Εμπεδοκλής κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529, Μεταφορές Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α.
(2013)2 Α.Α.Δ. 591, Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014 ημερ. 11.11.2015, Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου ν. Χριστοφίδης, ECLI:CY:AD:2016:B137, Ποιν. Εφ. 4/2014 ημερ. 3.3.2016, Παναγιώτου Λτδ ν. Plyntex Public Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2017:B291, Ποιν. Εφ. 11/2015 ημερ. 11.9.2017 και άλλες.» Στην υπόθεση Δημοκρατία v Zoλώτας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 144/2019, 11/12/20 λέχθηκε επίσης ότι: «Η εξουσία του δικαστηρίου για διακοπή ή αναστολή της διαδικασίας ενεργοποιείται σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης ή υπό περιστάσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας. Όταν προβάλλεται τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο οι διωκτικές αρχές έχουν ενεργήσει κακόπιστα (Δημοκρατία v. Ηλιάδη, ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφ. Αρ. 348/18, 31.5.2019). Στην υπόθεση Regina ν. Norman (Robert) [2016] EWCA Crim 1564, [2017] 4 W.L.R. 16, όπου προβλήθηκε ο ισχυρισμός για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά της αστυνομίας και της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να προσάξουν τον κατηγορούμενο ενώπιον του δικαστηρίου το θέμα εξετάστηκε σε δύο επίπεδα: «This involves a two-stage approach. First it must be determined whether and in what respects the prosecutorial authorities have been guilty of misconduct. Secondly it must be determined whether such misconduct justifies staying the proceedings as an abuse. This second stage requires an evaluation which weighs in the balance the public interest in ensuring that those charged with crimes should be tried against the competing public interest in maintaining confidence in the criminal justice system and not giving the impression that the end will always be treated as justifying any means. How the discretion will be exercised will depend upon the particular circumstances of each case, including such factors as the seriousness of the violation of the accused's rights; whether the police have acted in bad faith or maliciously; whether the misconduct was committed in circumstances of urgency, emergency or necessity; the availability of a sanction against the person(s) responsible for the misconduct; and the seriousness of the offence with which the accused is charged. These are merely examples of factors which may be relevant...» Όταν δε τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ 522). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ 529 «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων.» Στην Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014, ημερ. 11/11/2015, υιοθετήθηκαν τα όσα εκτίθενται πιο πάνω και επιπρόσθετα γίνεται αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C., όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Στη Hui Chi Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding".» Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους της πλευράς που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή (Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R. 116). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 Αυτά ως προς τις γενικές αρχές που ισχύουν σε σχέση με την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και τις εξουσίες που έχουν τα Δικαστήρια για την καταστολή της. Ως έχει αναφερθεί, ανωτέρω, η προδικαστική ένσταση των κατηγορουμένων 1 και 2 εδράζεται, κυρίως, και στο δικαστικό λόγο της υπόθεσης Δημοκρατίας v Ηλιάδη (ανωτέρω) όπου, σύμφωνα πάντοτε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους υπεράσπισης, τα γεγονότα αυτής προσομοιάζουν, κατ'αναλογία, με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και συνεπακόλουθα τα όσα αποφασίσθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τυγχάνουν εφαρμογής και στη παρούσα υπόθεση. Μάλιστα τονίσθηκε, χαρακτηριστικά, ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι σαφώς πιο καταπιεστικά εις βάρος των κατηγορουμένων 1 και 2 σε αντιδιαστολή με τα γεγονότα της υπόθεσης Ηλιάδη (ανωτέρω). Αντικείμενο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ηλιάδης (ανωτέρω) αποτέλεσε η απόφαση του Μόνιμου Κακουργοδικείου Λευκωσίας με την οποία, στη βάση συμφωνηθέντος πραγματικού πλαισίου, έκανε αποδεκτή τη προδικαστική ένσταση των κατηγορουμένων ότι η τρίτη στη σειρά ποινική υπόθεση εναντίον τους συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με αποτέλεσμα να διακόψει την εναντίον τους διαδικασία και να τους απαλλάξει από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία προέκυψαν από το συμφωνηθέν πραγματικό πλαίσιο, ως αυτά κατεγράφησαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχουν ως ακολούθως: «Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανέθεσε στο Διεθνή Οίκο Alvarez & Marshal (A & M) να ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με τους λόγους κατάρρευσης του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, με την επισήμανση ότι ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι, αφενός, οι λόγοι κατάρρευσης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και, αφετέρου, το τι σχετικά καταλογίστηκε στους εφεσιβλήτους στις τρεις υποθέσεις που καταχωρίστηκαν εναντίον τους στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας:- Τις υπ΄ αρ. 32370/14, 17977/15 και την επίδικη υπ΄ αρ. 284/
  1. Ο οίκος A & M, αφού ολοκλήρωσε την έρευνα του, απέστειλε την έκθεση του στην Κεντρική Τράπεζα, η οποία την κοινοποίησε, το Μάρτη του 2013, στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τις δικές του ενέργειες και αποφάσεις. Παράλληλα, η Κεντρική Τράπεζα, με έναυσμα την έκθεση των Α & M, ανέθεσε στον xxx Τσολάκη την διενέργεια εσωτερικής έρευνας στην Τράπεζα Κύπρου, η προκαταρκτική έκθεση του οποίου ετοιμάστηκε στις 24.2.2014 και η τελική στις 12.5.
  2. Απ΄ αυτές, η τελική έκθεση «Τσολάκη» στάληκε από την Κεντρική Τράπεζα στο Γενικό Εισαγγελέα στις 23.7.2014, ο οποίος την παρέδωσε, στις 22.8.2014, για περαιτέρω ενέργειες στην ανακριτική ομάδα που είχε συσταθεί για διερεύνηση της υπόθεσης. Μερικές δε εβδομάδες αργότερα, στις 8.10.2014, ο Τσολάκης παρέδωσε στην Αστυνομία τόσο την προκαταρκτική όσο και την τελική του έκθεση μαζί με τα παραρτήματα και τις καταθέσεις που είχε λάβει στα πλαίσια της έρευνάς του. Δύο μήνες μετά την παράδοση των εκθέσεων Τσολάκη στην Αστυνομία, στις 17.12.2014, καταχωρίστηκε εναντίον των εφεσιβλήτων και 4 άλλων προσώπων - της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η Τράπεζα) και των xxx Αριστοδήμου, xxx Αρτέμη και xxx Πεχλιβάνη - η υπ΄ αρ. 32370/2014 Ποιν. Υπόθεση (στο εξής η πρώτη υπόθεση), με την οποία τους καταλογίστηκε ότι μεταξύ 14.6 και 19.6.2012, ενώ ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της Τράπεζας, οι τίτλοι της οποίας ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), συνωμότησαν για τη μη ενημέρωση του κοινού ότι οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της Τράπεζας είχαν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το ποσό των €200 εκατομμυρίων που είχε ανακοινωθεί νωρίτερα στις 10.5.2012 και ότι κατά την ίδια περίοδο χειραγώγησαν την αγορά λόγω του ότι παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες ώστε να εκδοθεί από την Τράπεζα δημόσια ανακοίνωση για την υπό αναφορά αύξηση των κεφαλαιουχικών της αναγκών. Επιπρόσθετα, στον εφεσίβλητο xxx Ηλιάδη και στην Τράπεζα καταλογίστηκε, αφενός, ότι μεταξύ 19.
  3. και 26.6.2012 χειραγώγησαν την αγορά αφού κατά την Ετήσια Γενική Συνέλευση της Τράπεζας, η οποία έγινε στις 19.6.2012, ο Ηλιάδης, ενώ ήταν Μέλος του Δ.Σ. και Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής της Τράπεζας, προέβη σε παραπλανητικές δηλώσεις ενώπιον των μετόχων της Τράπεζας σε σχέση με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Τράπεζας και, αφετέρου, ότι κατά την εν λόγω Συνέλευση απέκρυψε στοιχεία αναφορικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Τράπεζας. Αναφορικά δε με τον εφεσίβλητο xxx Κυπρή, του καταλογίστηκε ότι κατά την πιο πάνω Συνέλευση, ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της Τράπεζας, απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία αναφορικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Τράπεζας. Εννέα μήνες μετά την καταχώριση της πρώτης υπόθεσης, στις 25.9.2015, καταχωρίστηκε η υπ΄ αρ. 17977/15 Ποιν. Υπόθεση (στο εξής η δεύτερη υπόθεση), με κατηγορούμενους τους εφεσίβλητους, την Τράπεζα και τους xxx Αρτέμη, xxx Γεωργιάδη, xxx Σεβέρη και xxx Χατζήπαπα, το κατηγορητήριο της οποίας περιελάμβανε 6 κατηγορίες. Απ΄ αυτές οι πρώτες 4 αφορούσαν χειραγώγηση της αγοράς λόγω παράλειψης έκδοσης δημόσιας ανακοίνωσης ότι μεταξύ 14.1 και 25.5.2010, η Τράπεζα κατείχε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) αξίας €1.000.000.000,00 που στη συνέχεια η αξία τους αυξήθηκε στα €2.346.000.000,00 τα οποία δημιουργούσαν κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς. Επιπρόσθετα στον εφεσίβλητο xxx Ηλιάδη καταλογίστηκε το αδίκημα της ψευδορκίας ενώπιον της «Ερευνητικής Επιτροπής για την Οικονομία της Κύπρου 2013», ήτοι ότι (α) μετά τις 10.12.2009 ο ίδιος δεν έδιδε εντολές για αγορά ΟΕΔ, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι έδινε τέτοιες εντολές και (β) ο ίδιος έλαβε γνώση για την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 1.3.2010 το Μάρτη του 2012, ενώ γνώριζε ότι έλαβε γνώση της εν λόγω επιστολής την 1.3.
  4. Δυόμιση περίπου χρόνια μετά την καταχώριση της πρώτης υπόθεσης και ενώ τόσο αυτή όσο και η δεύτερη υπόθεση βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο εκδίκασης, καταχωρίστηκε, στις 27.1.2017, εναντίον των εφεσιβλήτων και 5 άλλων προσώπων - των xxx Χατζημιτσή, xxx Καρυδά, xxx Πατσαλίδη, xxx Λειβαδιώτου και xxx Κυριακίδου - και η τρίτη υπόθεση (η υπ΄ αρ. 284/2017) που είναι και η επίδικη. Το κατηγορητήριο της εν λόγω υπόθεσης περιείχε αρχικά 26 κατηγορίες, αλλά με την αναστολή των 6 παρέμειναν οι υπόλοιπες 20 που είχαν στο επίκεντρο τους τα Ομόλογα που κατείχε η Τράπεζα και τα οποία παρουσιάζονταν σε πρακτικά συνεδριάσεων της Επιτροπής Group Alco της Τράπεζας να είχαν επαναταξινομηθεί, ενώ σύμφωνα με το κατηγορητήριο τέτοιες συνεδρίες ουδέποτε έγιναν και ούτε λήφθηκαν επί τούτου σχετικές αποφάσεις. Με αυτό ως δεδομένο καταλογίστηκε στους κατηγορούμενους της υπόθεσης αυτής ότι συνωμότησαν να προβούν σε επαναταξινόμηση των Ομολόγων με ισχύ από 1.4.2010, καταρτίζοντας και στη συνέχεια κυκλοφορώντας για το σκοπό αυτό πλαστά πρακτικά των συνεδριάσεων. Επιπρόσθετα τους προσήφθηκαν κατηγορίες για χειραγώγηση της αγοράς και για ψευδείς καταχωρίσεις στα λογιστικά βιβλία της Τράπεζας αναφορικά με την επαναταξινόμηση των Ομολόγων, γεγονός που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αφού η αρμόδια Επιτροπή Επαναταξινομήσεων Alco ουδέποτε έλαβε αποφάσεις για επαναταξινόμησή τους. Σ΄ ό,τι δε αφορά τα Ομόλογα, δηλώθηκε ότι αυτά αποτελούν μέρος των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας και ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας που δημοσιοποιήθηκαν στις 30.8.2010, υπάρχει αναφορά για επαναταξινόμηση Ομολόγων που έλαβε χώρα πριν τις 25.8.
  5. Δηλώθηκε επίσης ότι για το ζήτημα της επαναταξινόμησης των Ομολόγων γίνεται αναφορά τόσο στους ετήσιους λογαριασμούς της Τράπεζας, οι οποίοι δημοσιοποιήθηκαν το Φεβρουάριο του 2011, όσο και στην έκθεση των Α & M που λήφθηκε από την αστυνομία και τη Νομική Υπηρεσία το Μάρτη του
  6. Τέλος, στο συμφωνηθέν πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης, έγινε αναφορά και στο δικαστικό αποτέλεσμα των δύο πρώτων υποθέσεων. Δηλώθηκε συναφώς ότι στην πρώτη υπόθεση (α) ο εκ των εφεσιβλήτων xxx Ηλιάδης αθωώθηκε στις 3 από τις 4 κατηγορίες που αντιμετώπιζε και καταδικάστηκε μόνο στη μία, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης 2.5 ετών, αλλά τελικά αθωώθηκε (κατά πλειοψηφία) από το Εφετείο και σ΄ αυτή την κατηγορία αφού εξέτισε ποινή φυλάκισης 8.5 μηνών (βλ. Ηλιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 2/2018 ημερ. 12.9.2018) και (β) ο εφεσίβλητος xxx Κυπρή αθωώθηκε στην πρώτη υπόθεση σ΄ όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Σε σχέση δε με τη δεύτερη υπόθεση, δηλώθηκε ότι αμφότεροι απαλλάχτηκαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν κατ΄ ακολουθία της απόφασης που έκδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο σε διαδικασία certiorari (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολ. Αιτ. 69/2017 ημερ. 6.12.2017).» Στη βάση των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων το Κακουργοδικείο, εξετάζοντας τις προδικαστικές εντάσεις που είχαν εγείρει οι κατηγορούμενοι περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, υπέβαλε στον εαυτό του δύο ερωτήματα η απάντηση των οποίων θα ήταν καθοριστική για την επιτυχία ή όχι της ένστασης που υπέβαλαν οι κατηγορουμένοι. Το πρώτο ερώτημα που το Κακουργοδικείο κλήθηκε να απαντήσει ήταν κατά πόσο οι δύο πρώτες υποθέσεις και η ενώπιον του (τρίτη) υπόθεση που καταχωρίστικαν εναντίον των κατηγορουμένων είχαν την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση ('same or substantially the same') που περιστρεφόταν γύρω από τα Ελληνικά Ομόλογα και, αν ναι, το δεύτερο ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει ήταν πότε το θέμα των Ελληνικών Ομολόγων περιήλθε σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής. Το Κακουργοδικείο, εξετάζοντας όλα τα ενώπιον του δεδομένα, απάντησε καταφατικά και στα δύο πιο πάνω ερωτήματα, με αποτέλεσμα να απαλλάξει τους κατηγορουμένους. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με το εξής σκεπτικό, το οποίο και θεωρώ χρήσιμο, για σκοπούς σύνταξης της παρούσας απόφασης, να το παραθέσω αυτούσιο: «Στον πυρήνα λοιπόν και των τριών υποθέσεων βρίσκονταν τα ΟΕΔ, τα οποία αναμφίβολα ήταν σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής από το 2013 και 2014 όταν της κοινοποιήθηκαν οι εκθέσεις των Α & Μ και Τσολάκη που αποτέλεσαν και τη βάση για τις περαιτέρω αστυνομικές έρευνες, οι οποίες οδήγησαν εν τέλει στην καταχώριση των τριών υποθέσεων εναντίον των εφεσιβλήτων και άλλων προσώπων. Οι απαντήσεις επομένως του Κακουργιοδικείου στα δύο ερωτήματα που έθεσε (ανωτέρω) είναι ορθές και ό,τι είχε απομείνει για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας επί του εγερθέντος ζητήματος της κατάχρησης, ήταν κατά πόσο η καταχώριση εναντίον των εφεσιβλήτων των τριών υποθέσεων με πυρήνα τα ΟΕΔ επηρέασε δυσμενώς τους εφεσίβλητους (Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72HL). Απεφάνθη ότι όντως επηρεάστηκαν δυσμενώς, ως το απόσπασμα από την απόφασή του που παρατίθεται ανωτέρω. Η εφεσείουσα αντικρούοντας την κρίση του Κακουργιοδικείου ότι οι εφεσίβλητοι επηρεάστηκαν δυσμενώς, αντέτεινε πως το Κακουργιοδικείο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα σε ζητήματα που αφορούσαν τους εφεσίβλητους, παραλείποντας να εξετάσει το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης. Παρέπεμψε συναφώς στην R. v. Babos, 2014 SCC 16 [2014] 1 S.C.R.E. 309 para 43 για να τονίσει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξισορροπούνται τα δύο συμφέροντα, κάτι που το Κακουργιοδικείο παρέλειψε να πράξει. Περαιτέρω, απορρίπτοντας τις επισημάνσεις του Κακουργιοδικείου ότι οι φυσικές και οικονομικές αντοχές του οποιουδήποτε δεν είναι ανεξάντλητες, υπέδειξε ότι οι εφεσίβλητοι δεν παρέμειναν ούτε μια μέρα υπό κράτηση και αν είχαν οικονομικό πρόβλημα θα μπορούσαν να επιδιώξουν το ευεργέτημα της νομικής αρωγής. Εξετάσαμε και αυτές τις θέσεις, οι οποίες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Ναι μεν το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά δεν γνωρίζουμε νομική αρχή που επιτρέπει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για σκοπούς εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος και η R. v. Babos δεν εισάγει τέτοια αρχή. Σ΄ ό,τι δε αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης, είναι νομίζουμε αρκετό να παρατηρήσουμε ότι η καταχρηστική άσκηση ποινικών διώξεων εναντίον οποιουδήποτε, αφ΄ εαυτής, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει δυσμενώς τόσο τον ίδιο όσο και το οικογενειακό του περιβάλλον, για ευνόητους λόγους. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, οι δύο πρώτοι Λόγοι Έφεσης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Όπως ήδη έχουμε σημειώσει, με τον τρίτο Λόγο Έφεσης προσβάλλονται επιμέρους ευρήματα του Κακουργιοδικείου. Συγκεκριμένα, καταλογίζεται στο Κακουργιοδικείο ότι ενώ προέβη σε εύρημα ότι η υπόθεση ήταν σοβαρή και πολύπλοκη, εντούτοις θεώρησε πως δεν συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν την καταχώριση της επίδικης υπόθεσης και ότι ενώ δεν μέμφεται τους εν γένει χειρισμούς της αστυνομίας εντούτοις ουσιαστικά τους αποδοκίμασε, σε αντίθεση με τη νομολογία που το ίδιο παραθέτει. Συναφώς, με αναφορά σε αγγλική νομολογία (R. v. Norwich Crown Court Ex p. Belsham
(1992)94 Cr.App.R. 382) και καναδέζικη (R. v. Keyowski [1988] 1 SCR 657, 1988 CanL1174 (SCC)), διατυπώθηκαν βασικά τρεις θέσεις. Η πρώτη, ότι η επίδικη υπόθεση δεν ήταν ξεκάθαρη περίπτωση κατάχρησης, η δεύτερη, ότι αναγνωρίστηκε και από το Κακουργιοδικείο ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής δεν ήταν αθέμιτη και, η τρίτη, δεν δόθηκε η δέουσα βαρύτητα στη σοβαρότητα της υπόθεσης και στο γεγονός ότι κάποιοι από τους κατηγορούμενους της υπόθεσης ήταν μάρτυρες κατηγορίας στις δύο προηγούμενες υποθέσεις. Εξετάσαμε και αυτή την πτυχή. Καταλήξαμε πως δεν χρειάζεται να παραθέσουμε τι επί του προκειμένου αντέτειναν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εφεσιβλήτων. Τούτο γιατί είναι αρκετό να παρατηρήσουμε ότι η απόρριψη των δύο πρώτων λόγων έφεσης, με τους οποίους προσβάλλεται ουσιαστικά η αιτιολογία του συμπεράσματος του Κακουργιοδικείου ότι η καταχώριση της επίδικης υπόθεσης συνιστούσε κατάχρηση, δεν αφήνει περιθώριο επέμβασης του Εφετείου στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του επί του ζητήματος. Κατά συνέπεια η περαιτέρω ενασχόληση με τις πιο πάνω αιτιάσεις της εφεσείουσας δεν θα μπορούσε να έχει οποιεσδήποτε επιπτώσεις στο επί του θέματος συμπέρασμα του Κακουργιοδικείου. Εν πάση περιπτώσει θεωρούμε ότι το Κακουργιοδικείο, για άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εξέτασε κατά τρόπο υποδειγματικό ό,τι τέθηκε ενώπιον του και οι επιμέρους επισημάνσεις του μας βρίσκουν σύμφωνους και τις υιοθετούμε. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγουμε ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή σε όλες της τις πτυχές και αμφότερες οι εφέσεις απορρίπτονται.» Με βάση τις πιο πάνω γενικές αρχές περί κατάχρησης αλλά και τον Δικαστικό λόγο (ratio decidendi) της απόφασης Ηλιάδη (ανωτέρω) και υπαγάγοντας αυτές στα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση από την κατηγορούσα αρχή, λόγω της καταχώρησης δύο ξεχωριστών ποινικών υποθέσεων εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, θα πρέπει να απαντήσει αναλόγως στα δύο πιο πάνω βασικά ερωτήματα, δηλαδή κατά πόσο αφενός η πρώτη σε χρονικά υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και η παρούσα υπόθεση έχουν όντως την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση και αφετέρου, αν η απάντηση στο 1ο ερώτημα είναι καταφατική, πότε τα εν λόγω γεγονότα περιήλθαν εις γνώση της κατηγορούσας αρχής. Σε σχέση με το 1ο ερώτημα είναι σημαντικό να λεχθεί εξ αρχής ότι δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα εάν οι δύο ξεχωριστές υποθέσεις που έχουν καταχωριστεί εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 έχουν όμοιες ή παρόμοιες κατηγορίες. Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε το Κακουργοδικείο στην απόφαση Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 284/17, 14/12/2018 «Δεν είναι η ταύτιση γεγονότων ή κατηγοριών που ενδιαφέρει αλλά ο κοινός παρανομαστής των κατηγοριών.» Αναμφίβολα, όπως προκύπτει μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, το έναυσμα για την διερεύνηση, από την Αστυνομία, διάπραξης πιθανών ποινικών αδικημάτων από τους κατηγορουμένους, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντών της ΟΣΕΛ, αποτέλεσε αρχικά η καταγγελία που υπέβαλε στις 13.10.12 το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων (Τεκμήριο 63). Σημειώνω εξ αρχής ότι, με βάση την παράγραφο 18 των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, όλες οι καταθέσεις που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τον Μ.Κ 1 δεν κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά αποτελεί μόνο παραδεκτό το γεγονός ότι αυτές λήφθηκαν με τους ισχυρισμούς ως εμφαίνονται σε αυτές. Επομένως το Δικαστήριο δεν θα τις αξιολογήσει και δεν θα τους δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα, έχοντας ως δεδομένο το περιορισμένο σκοπό για τον οποίο έχουν κατατεθεί. Στη βάση της πιο πάνω καταγγελίας η Αστυνομία ξεκίνησε την διερεύνηση της πιο πάνω υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτής λήφθηκαν, αρχικά, καταθέσεις (Τεκμήρια 7,8,9 και 10, αντιστοίχως) από τον τότε Διευθυντή Ελέγχου στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων κ. Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Όπως προκύπτει, επίσης, μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, στις 19/10/2012, ο κ. Μιχαηλίδης, με γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, κατάγγειλε τους διευθυντές του ΟΣΕΛ για κατ' ισχυρισμόν παράνομες ενέργειες και ατασθαλίες, οι οποίες, ως ισχυρίστηκε, αποσκοπούσαν στο παράνομο κέρδος και/ή όφελος των διευθυντών του ΟΣΕΛ. Οι κατ' ισχυρισμόν παράνομες ενέργειες, εκ μέρους των διευθυντών, εξειδικεύτηκαν στο ότι:
  1. i)εκδόθηκαν πλαστά τιμολόγια και/ή χρεώσεις του ΟΣΕΛ για εργασίες και καύσιμα που δεν λαμβάνονται από τον ΟΣΕΛ, αλλά από εταιρείες που ανήκουν σε διευθυντές του ΟΣΕΛ ή από τους ίδιους του διευθυντές.
  2. ii)ότι οι διευθυντές του ΟΣΕΛ και συγγενικά τους πρόσωπα που εργάζονταν στον εν λόγω οργανισμό, λάμβαναν χρήματα από την εταιρεία, τα οποία χρέωναν στους λογαριασμούς της εταιρείας με ψευδείς καταχωρήσεις, ώστε πρώτον να φοροδιαφεύγουν και δεύτερον, να εξαπατούν το κράτος, το οποίο δεν αποδεχόταν όπως οι ετήσιες απολαβές των διευθυντών του ΟΣΕΛ να υπερβαίνουν συγκεκριμένα ποσά. Συνάγεται, επίσης, μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα ότι το παράπονο του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων πηγάζει και έχει ως πυρήνα τη Δημόσια Σύμβαση που υπέγραψε στις 2.12.09 το Τμήμα Οδικών Μεταφορών για την παροχή υπηρεσιών επιβατικών μεταφορών με λεωφορείο για την επαρχία Λευκωσίας με την εταιρεία ΟΣΕΛ. Όπως προκύπτει, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, η εν λόγω καταγγελία που υπεβλήθη ήταν μία και ενιαία και αφορούσε/κάλυπτε και τις δύο πιο πάνω υποπαραγράφους. Συνάγεται, επίσης, ότι όλες οι παράνομες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους 1 και 2 στη παρούσα υπόθεση αλλά και οι κατηγορίες στην 1η ποινική υπόθεση, στις οποίες οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δήλωσαν την παραδοχή τους, όπως συνάγεται από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτουν από την καταγγελία του κ. Μιχαηλίδη. Και τούτο γιατί οι καταθέσεις του κ. Μιχαηλίδη και τα στοιχεία που προσκόμισε στους ανακριτές χρησιμοποιήθηκαν και αποτελούσαν την βάση της διερεύνησης τόσο της αρχικής ποινικής υπόθεσης όσο και της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση ειδικά με την παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε νέα κατάθεση από τον κ. Μιχαηλίδη, πέραν των αρχικών του καταθέσεων. Ανατρέχοντας, τώρα, στις κατηγορίες που ο 1ος και 2ος κατηγορούμενος αντιμετώπιζαν στην 1η ποινική υπόθεση προκύπτει ότι αυτές αφορούσαν τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της ψευδούς καταχώρησης από αξιωματούχους εταιρείας και της απόπειρας εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Τα εν λόγω αδικήματα διαπράχθηκαν κατά το έτος 2010 και 2011 και αφορούσαν διάφορες παράνομες ενέργειες των κατηγορουμένων υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντών της ΟΣΕΛ. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, συνοπτικά, οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι στο ότι κατάρτισαν πλαστά έγγραφα δηλαδή πλαστογράφησαν τιμολόγια της εταιρείας R.A.M OIL CYRPUS LTD, συμπληρώνοντας ως πελάτη την ΟΣΕΛ, ενώ οι παρασχεθείσες υπηρεσίες της εν λόγω εταιρείας έγιναν προς όφελος των κατηγορουμενων 1 και 2 και όχι προς την ΟΣΕΛ. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έθεσαν σε κυκλοφορία τα πιο πάνω αντίστοιχα τιμολόγια, δηλαδή κυκλοφόρησαν τα πιο πάνω πλαστά τιμολόγια και ενώ ήταν αξιωματούχοι της ΟΣΕΛ έδωσαν τα πιο πάνω πλαστά τιμολογια στο λογιστήριο της για να τα καταχωρήσει στο λογαριασμό για το 2010 σαν «προβλέψεις για οφειλόμενα έξοδα» αποσπώντας τα ποσά των τιμολογίων. Στη βάση επίσης των πιο πάνω οι κατηγορούμενοι αποπειράθηκαν να εξασφαλίσουν από τη Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό που αναφέρεται στα πιο πάνω τιμολόγια και ψευδώς αιτήθηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία το εν λόγω ποσό ως περαιτέρω αποζημίωση λόγω των υπηρεσιών της ΟΣΕΛ. Ως προκύπτει τα αδικήματα του εν λόγω κατηγορητηρίου είχαν ως βάση τον πρώτο άξονα της καταγγελίας του XXXXX Μιχαηλίδη, δηλαδή την έκδοση πλαστών τιμολογίων και χρεώσεων του ΟΣΕΛ για εργασίες και καύσιμα που δεν λαμβάνονται από τον ΟΣΕΛ, αλλά από εταιρείες που ανήκουν σε διευθυντές του ΟΣΕΛ ή από τους ίδιους του διευθυντές. Από την άλλη τα αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου έχουν αναφερθεί πιο πάνω και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Αυτά σε γενικές γραμμές αφορούν, ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, τον δεύτερο άξονα της καταγγελίας του κ. Μιχαηλίδη, δηλαδή ότι οι διευθυντές του ΟΣΕΛ και συγγενικά τους πρόσωπα που εργάζονταν στον εν λόγω οργανισμό, λάμβαναν χρήματα από την εταιρεία, τα οποία χρέωναν στους λογαριασμούς της εταιρείας με ψευδείς καταχωρήσεις Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι κατηγορίες που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν στη παρούσα υπόθεση είναι διαφορετικές από τις κατηγορίες που δήλωσαν παραδοχή και κρίθηκαν ένοχοι στην 1η ποινική υπόθεση. Στη γενικότητα τους, όμως, αναμφίβολα και οι δύο υποθέσεις αφορούν και έχουν ως βάση την καταγγελία του Οδυσσέα Μιχαηλίδη και τις ισχυριζόμενες παράνομες ενέργειες και πιθανές ατασθαλίες των διευθυντών της ΟΣΕΛ που απώτερο σκοπό είχαν το προσωπικό τους όφελος, κατά την ίδια χρονική περίοδο 2010-2012, οι οποίες πηγάζουν μέσα από την σύμβαση που έχει υπογραφεί μεταξύ του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και του ΟΣΕΛ. Στη βάση επομένως των πιο πάνω γεγονότων καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και οι δυο πιο πάνω υποθέσεις έχουν την ίδια ή ουσιαστικά την ίδια βάση γεγονότων που δεν είναι άλλη από την δράση των κατηγορουμένων ως διευθυντών στην ΟΣΕΛ και την αποκόμιση, εκ μέρους τους, προσωπικού τους οφέλους εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν έχει σημασία αν οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους πράξεις διαφέρουν σε κάθε υπόθεση και όντως αποτελεί διαπίστωση ότι διαφέρουν. Καταλυτική σημασία έχει ότι αφορά τις παραβάσεις των κατηγορουμένων που πηγάζουν υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντών της ΟΣΕΛ στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης, οι οποίες πηγάζουν από την ενιαία καταγγελία που υπέβαλε ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης. Η εν λόγω καταγγελία, όπως έχω προαναφέρει, αφορά τα ίδια πρόσωπα, τον ίδιο οργανισμό και την ίδια Σύμβαση σε σχέση με πιθανές ατασθαλίες που είχαν διαπράξει οι διευθυντές αυτής. Εφόσον η απάντηση στο 1ο ερώτημα είναι καταφατική, προχωρώ ακολούθως να εξετάσω και το 2ο ερώτημα, ως ετέθη ανωτέρω, πότε δηλαδή το πιο πάνω γεγονός, δηλαδή οι ατασθαλίες των διευθυντών του ΟΣΕΛ που έχουν ως πυρήνα την καταγγελία του κ. Μιχαηλίδη, περιήλθε σε γνώση της κατηγορούσας αρχής. Ως έχει ήδη αναφερθεί οι παραβάσεις των κατηγορουμένων περί πιθανής διάπραξης αδικημάτων προκύπτει ξεκάθαρα από την υποβολή της καταγγελίας του κ. Μιχαηλίδη, η οποία έγινε στις 13.10.12 και στη βάση των καταθέσεων που το εν λόγω πρόσωπο έδωσε στην Αστυνομία με την 1η χρονικά να λαμβάνεται στις 19.10.12. Επομένως η Κατηγορούσα Αρχή, πριν την καταχώρηση της 1ης ποινικής υπόθεσης, γνώριζε για το παράπονο του κ. Μιχαηλίδη που έχει σχέση με τα αδικήματα που προσάπτονται και στους κατηγορουμένους 1 και 2 στη παρούσα ποινική υπόθεση. Περαιτέρω, το μαρτυρικό υλικό της παρούσας υπόθεσης, το οποίο καταχωρίστηκε μέσω του Μ.Κ 1, προκύπτει χρονικά ότι αυτό λήφθηκε πριν την καταχώρηση της 1ης ποινικής υπόθεσης. Εξάλλου, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι μεγάλο μέρος του μαρτυρικού υλικού, που αφορά τη παρούσα υπόθεση, ήταν στη κατοχή της Αστυνομίας από τα αρχικά στάδια της διερεύνησης της υπόθεσης δηλαδή από το έτος 2012 και πριν το έτος 2015, χρονολογία κατά την οποία δημιουργήθηκε ο ανακριτικός φάκελος Σ/934/2015 ο οποίος αφορά το μαρτυρικό υλικό της παρούσας υπόθεσης και συνάμα πριν την καταχώρηση της 1ης ποινικής υπόθεσης. Επιπρόσθετα, ως προκύπτει από τις ανακριτικές καταθέσεις που λήφθηκαν από τους κατηγορούμενους 1 και 2, τους επιστήθηκε, μεταξύ άλλων, και η προσοχή τους και για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η κατηγορούσα αρχή είχε γνώση για τις αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους 1 και 2 ενέργειες και για τις δύο υποθέσεις από τα πρώτα στάδια διερεύνησης της καταγγελίας και πριν την καταχώρησης της 1ης σε χρονικά υπόθεσης, συνάγεται μέσα από το περιεχόμενο των καταθέσεων του XXXXX Αντωνίου, Λογιστή στον ΟΣΕΛ (Τεκμήρια 18 και 19), της XXXXX Χαραλάμπους (Τεκμήριο 21) και της XXXXX Προκοπίου (Τεκμήριο 23). Όλα τα πιο πάνω δεδομένα και αναντίλεκτα γεγονότα ήταν αρκετά, κατά την κρίση μου, και επαρκούσαν ώστε να καταχωρηθεί ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και για τα αδικήματα της παρούσας. Εξάλλου το κοινό μαρτυρικό υλικό των υποθέσεων δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι ανακριτικές αρχές αντιμετώπιζαν και τις δύο υποθέσεις ως μία και ενιαία. Ακόμα πιο επιβαρυντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι ως φαίνεται, μέσα από το ανακριτικό υλικό που ο Μ.Κ 1 κατάθεσε, η τελευταία ενέργεια που έγινε από τους ανακριτές ήταν το να ληφθεί το 2014 ανακριτική κατάθεση από τους κατηγορουμένους 1 και 2 και ακολούθως το 2015 να κατηγορηθούν. Επομένως προκύπτει το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι τα γεγονότα της ενιαίας καταγγελίας του κ. Μιχαηλίδη αλλά και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ήταν γνωστά στην Κατηγορούσα Αρχή πριν την καταχώρηση της 1ης ποινικής υπόθεσης. Η Κατηγορούσα Αρχή, μέσω της αγόρευσης της, ανάφερε ότι ο λόγος που δεν συμπεριλήφθηκαν οι κατηγορίες, που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, της παρούσας υπόθεσης στην 1η ποινική υπόθεση ήταν γιατί η διερεύνηση των αδικημάτων της παρούσας ήταν πιο πολύπλοκη από την διερεύνηση της 1ης υπόθεσης. Οι πιο πάνω θέσεις είναι ως ένα βαθμό κατανοητές από το Δικαστήριο. Αυτό όμως το οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο είναι γιατί ενώ και οι δύο υποθέσεις πηγάζουν από την ίδια καταγγελία και προκύπτουν από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα, τα οποία ήταν γνωστά προς την Κατηγορούσα Αρχή, αποφασίσθηκε να καταχωριστεί η 1η ποινικά υπόθεση και ενώ διεξάγονταν ανακρίσεις ταυτόχρονα από την 2η ανακριτική ομάδα, η οποία συστάθηκε για την διερεύνηση πιθανών αδικημάτων, καταχωρίστηκε η 1η ποινικά υπόθεση χωρίς να ολοκληρωθούν οι ανακρίσεις της παρούσας υπόθεσης. Θα έπρεπε η κατηγορούσα αρχή να αναμένει να διερευνηθεί η υπόθεση στο σύνολο της και να μην επιλέξει να καταχωρήσει μία πτυχή της και συνάμα να συνεχίσει τη διερεύνηση της υπόλοιπης πτυχής της καταγγελίας. Το πιο πάνω γεγονός καθίσταται ακόμη πιο επιβαρυντικό, ως προς τις ενέργειες της Κατηγορούσας Αρχής, λαμβανομένου υπόψιν ότι, ως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα, οι ανακρίσεις και η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ολοκληρώθηκαν αν όχι στην ολότητα τους, σίγουρα στο συντριπτικό τους μέρος πριν την καταχώρηση της 1ης σε χρονικά υπόθεσης πριν το 2015. H κατηγορούσα αρχή επέλεξε, αδικαιολόγητα και λανθασμένα αντί να καταχωρήσει μία ενιαία υπόθεση στο σύνολο της να καταχωρήσει μία πτυχή αυτής, καταχωρώντας την 1η υπόθεση. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν παρατίθενται με σκοπό να υποτιμηθεί η διερεύνηση δύσκολων και πολύπλοκων υποθέσεων. Αντίθετα θα πρόσθετα είναι αναγκαία όπου απαιτείται η πλήρης διερεύνηση της κάθε υπόθεσης. Δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να κρίνει τους χειρισμούς αυτούς εκ μέρους της Αστυνομίας. Αυτό όμως το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύσει στο τέλος της ημέρας είναι η διασφάλιση του κύρους του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Ηλιάδης (ανωτέρω) έγινε παραπομπή αποσπάσματος της πρωτόδικης υπόθεσης, η οποία είναι απόλυτα σχετική στο σημείο αυτό και την οποία υιοθετώ, κατ'αναλογία, και για τους σκοπούς σύνταξης της παρούσας υπόθεσης: «Στην υπόθεση Connelly v. DPP [1964] AC 1254, αποφασίστηκε ότι, ως γενική αρχή, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο ή ουσιαστικά το ίδιο πλαίσιο γεγονότων. Το Δικαστήριο, σε περίπτωση καταχώρισης δεύτερου κατηγορητηρίου, οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία αν διαπιστώσει ότι το αντικείμενο (subject matter) έπρεπε να συμπεριληφθεί στο πρώτο. Ο λόγος είναι διότι η δεύτερη υπόθεση είναι πλέον καταπιεστική (oppressive). Αν όμως υπάρχουν ειδικές περιστάσεις για την καταχώριση δεύτερου κατηγορητηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη συνέχιση της υπόθεσης (βλ. επίσης Dwyer v. R [2012] EWCA CRIM 10). Στην υπόθεση R v.Beedie [1997] 2 Cr Αpp R 167, αποφασίστηκε ότι η αγωνία των συγγενών ή το δημόσιο συμφέρον δεν αποτελούν ειδικές περιστάσεις για την καταχώριση δεύτερης υπόθεσης. Σ' αυτό θα προσθέταμε ότι η πίεση συγγενών ή ακόμα μια πιο γενικευμένη κοινωνική κατακραυγή, δεν δικαιολογούν την εσπευσμένη καταχώριση μιας υπόθεσης ή τον κατακερματισμό της και τη διαδοχική προσαγωγή των ίδιων ανθρώπων σε ψυχοφθόρες διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων.» Όφειλε επομένως η Κατηγορούσα Αρχή αφού καταχώρησε νέα υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2, να αναστείλει παράλληλα την 1η ποινική υπόθεση, κάτι το οποίο παρέλειψε βεβαίως να πράξει, εφόσον στους εν λόγω κατηγορούμενους επιβλήθηκε και ποινή. Περαιτέρω στην υπόθεση Ηλιάδης (ανωτέρω) ο Έντιμος Δικαστής Παρπαρίνος στη δική του απόφαση, με την οποία συμφώνησε με την πλειψηφία ως προς το αποτέλεσμα επικύρωσής της πρωτόδικης απόφασης, αλλά με ξεχωριστό σκεπτικό παρέπεμψε σε Αγγλική νομολογία, με την οποία τα Αγγλικά Δικαστήρια ανέστειλαν ποινικές υποθέσεις λόγω του ότι αυτές προέκυψαν από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα που αφορούσαν προγενέστερο κατηγορητήριο εναντίων των κατηγορουμένων. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στην R v. Beedie
(1998)Q.B. 356 η οποία χρονικά ακολούθησε. Τα γεγονότα στην τελευταία αυτή υπόθεση ήταν τα ακόλουθα: Ο Εφεσείων ήταν ο ιδιοκτήτης μικρού διαμερίσματος ενός δωματίου (bedsit) όπου νεαρή γυναίκα δηλητηριάστηκε από διοξείδιο του άνθρακα το οποίο προκλήθηκε από την πτωχή συντήρηση σόμπας γκαζιού. Ο Εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή για το αδίκημα του άρθρου 33 του Health and Safety at Work Act 1979. Ακολούθως, κατηγορήθηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας με βάση τα άνω γεγονότα. Το Εφετείο, στο οποίο κατάληξε η υπόθεση, έκρινε ότι θα έπρεπε να διαταχθεί αναστολή επί της αρχής ότι ο Δικαστής έχει εξουσία να διατάξει αναστολή όπου οι κατηγορίες του δεύτερου κατηγορητηρίου στηρίζοντο επί θεμάτων (matters) τα οποία προέκυψαν από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα που αφορούσαν το ίδιο κατηγορητήριο, εκτός και αν υπήρχαν εξαιρετικές συνθήκες οι οποίες να δικαιολογούσαν την μη περίληψη τους στο πρώτο κατηγορητήριο. Κρίθηκε δε περαιτέρω ότι το δημόσιο ενδιαφέρον (public interest) για προώθηση των κατηγοριών δεν αποτελούσε εξαιρετικές περιστάσεις. Στην R. v. Phipps
(2005)EWCA Crim.33,
(2005)All E.R.(D) 88, ο Εφεσείων παραδέχτηκε ενοχή για οδήγηση κάτω από την επήρεια υπερβολικής αλκοόλης. Ακολούθως, πιθανώς λόγω δημοσιότητας που δόθηκε για την ποινή που του επεβλήθηκε, η Κατηγορούσα Αρχή τον κατηγόρησε για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε εισήγηση του για κατάχρηση της δικαιοδοσίας καθότι, ως έκρινε, η 2η κατηγορία δεν προέκυψε από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα που αφορούσαν την πρώτη κατηγορία επειδή η 2η αφορούσε την οδήγηση ενώ η πρώτη αφορούσε το αλκοόλ στο αίμα του. Το Εφετείο ανατρέποντας το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέφερε ότι εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορούσε να προσάψει δεύτερο σετ κατηγοριών οι οποίες προέρχονται από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα διαδικασίας η οποία ήδη είχε αποπερατωθεί. Περαιτέρω επεξέτεινε τον κανόνα δικαίου της Connelly (άνω) αναφέροντας ότι αυτός δεν αναφέρεται μόνο σε "ίδια γεγονότα ("same facts") αλλά και σε παρόμοια γεγονότα ("similar γεγονότα") και ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να καταχωρήσει όλες τις κατηγορίες που επιθυμεί σε ένα κατηγορητήριο. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης εξαιρετικών περιστάσεων κρίθηκε στην ίδια υπόθεση ότι βρίσκεται επί της Κατηγορούσας Αρχής και ο Εφεσείων δεν βαρύνεται να αποδείξει ότι θα ήταν άδικο να προωθηθεί το δεύτερο κατηγορητήριο. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποφασίσει από την αρχή ποιες κατηγορίες επιθυμούσε να προσάψει εναντίον του εφεσείοντα και οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα ήταν αδίκως καταπιεστική. Όσον δε αφορά το χρόνο επιλογής και καταχώρησης των κατηγοριών από την Κατηγορούσα Αρχή λέχθηκαν τα ακόλουθα: "[14] That principle was approved by the House of Lords in Connelly. This can perhaps be most clearly seen in the speech of Lord Devlin. He said at pp 1356 and 1358 that the principle was essentially the same as that exemplified in the civil law in the classic statement of Wigram VC in Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100 at pp 114-
  1. Lord Devlin expressly approved the statement of Cockburn CJ at pp
  2. However, as we read his speech, he did not restrict the principle to a second trial on the same facts, but extended it to a trial on "the same or similar facts", see p
  3. See also per Lord Reid (at p 1296) where he said: "So the general rule must be that the prosecutor should combine in one indictment all the charges which he intends to prefer." Στην Director of Public Prosecutions v. Alexander
(2010)EWHC 2066 αποσαφηνίσθηκε περαιτέρω το χρονικό πλαίσιο καταχώρησης των κατηγοριών σε τέτοιες περιπτώσεις. "The principle (which is in essence that identified in the civil law by Wigram CJ in Henderson v. Henderson) is that the Crown should decide at the outset, or at the latest before the conclusion of the first set of proceedings, what charges it wishes to bring arising out of the same incident. Any other approach is unfairly oppressive to a Defendant. It is for that reason that the burden is on the Crown to identify special or exceptional circumstances to justify such a course." Στην R v. Dwyer
(2012)EWCA Crim. 10 το Εφετείο ανέλυσε τις έννοιες "τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα" και "το ίδιο γεγονός" και είπε ότι "αναφέρονται στη σχετική κατάσταση των πραγμάτων όπως αυτά υπήρχαν σε γνώση της Κατηγορούσας Αρχής κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της πρώτης διαδικασίας". Το σχετικό κείμενο έχει ως ακολούθως: "As Lord Devlin and Lord Pearce said in Connelly, and as Clarke LJ re-iterated in Phipps, the principle which underlies the court's special discretion to stay proceedings save in the presence of special circumstances, when the second set of proceedings is founded upon the same or substantially the same facts as the first, is that the obligation is upon the prosecutor to lay all the charges which it wishes to bring arising out of the same incident. Clarke LJ in Phipps, at para 21, and Moses LJ in Marcellin [2010] EWCA Crim 2733, at para 26, both regarded the critical moment as the date when the first proceedings were finally concluded, and not the date when guilt was established. In our judgment, the words "the same or substantially the same facts" and "the same incident" refer to the relevant state of affairs as the existed to the knowledge of the prosecutor at the date the proceedings were concluded. At any time up to that date the prosecutor may lay the charges it wishes for the purpose of capturing the offender's culpability. If that culpability embraces further offences committed on other occasions which are not charged ordinarily they should be charged or taken into consideration.".» Στη βάση των πιο πάνω σημειώνω επίσης ότι ούτε και έχει καταδειχθεί, με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι υπήρχαν οποιεσδήποτε ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της 1ης σε χρονικά υπόθεσης. Με βάση τον δικαστικό λόγο της Ηλιάδης (ανωτέρω) η πολυπλοκότητας της υπόθεσης, η έλλειψη προσωπικού και η διεξοδική της διερεύνηση δεν αναγνωρίστηκαν ότι αποτελούν οποιαδήποτε ικανοποιητική δικαιολογία. Η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε, πάντοτε κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είτε να ολοκλήρωνε νωρίτερα το όλο ανακριτικό έργο και οι κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης να εντάσσονταν στην 1η υπόθεση με δεδομένο πάντοτε το γεγονός ότι οι ανακρίσεις της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτει, μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, είχαν ολοκληρωθεί πριν την καταχώρηση της 1ης σε χρονικά ποινικής υπόθεσης είτε να ολοκλήρωνε τη διερεύνηση της υπόθεσης στη συνολική της πτυχή και ακολούθως να καταχωρούσε ένα ενιαίο κατηγορητήριο. Ακόμα παρείχετο η ευκαιρία στη κατηγορούσα αρχή να επιλέξει ποια από τις δύο υποθέσεις επιθυμoύσε να προωθήσει εναντίων των κατηγορουμένων μέχρι και πριν την επιβολή ποινής εναντίων τους στην πρώτη ποινική υπόθεση. Κάτι τέτοιο όμως παρέλειψε να πράξει, γνωρίζοντας ότι έχουν εγερθεί παράλληλες διαδικασίες εναντίον τους. Εξετάζοντας, σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, και αν από την πιο πάνω συμπεριφορά της Αστυνομίας και της Κατηγορούσας Αρχής έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε επηρεασμός των Κατηγορουμένων 1 και 2 η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει και πάλι να είναι καταφατική. Οι εν λόγω κατηγορούμενοι διώχθηκαν ενώπιον 2 δικαστηρίων. Η πρώτη υπόθεση καταχωρήθηκε το 2013 και ολοκληρώθηκε στις 7.9.17 με την έκδοση σχετικής ποινής (Τεκμήριο 62) ενώ η παρούσα υπόθεση, η οποία καταχωρίστηκε το 2016, η εκδίκαση της εκκρεμεί ακόμη. Πέραν του χρόνου παρουσίας των κατηγορουμένων 1 και 2 ενώπιον των Δικαστηρίων όλα αυτά τα έτη δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ο οικονομικός παράγοντας εφόσον μία δεύτερη δίωξη συνεπάγεται και οικονομικό κόστος προς τους κατηγορουμένους (πληρωμή δικηγόρων και απουσία από την εργασία τους). Επίσης οι κατηγορούμενοι όλα αυτά τα χρόνια ζούσαν με την αγωνία και συνεχίζουν να ζουν ως προς την έκβαση της παρούσας υπόθεσης τους. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντας αναγνωρίστηκαν ότι αποτελούν παράγοντες που καταδεικνύουν δυσμενή επηρεασμό των κατηγορουμένων. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ηλιάδη (ανωτέρω): « Η εφεσείουσα αντικρούοντας την κρίση του Κακουργιοδικείου ότι οι εφεσίβλητοι επηρεάστηκαν δυσμενώς, αντέτεινε πως το Κακουργιοδικείο έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα σε ζητήματα που αφορούσαν τους εφεσίβλητους, παραλείποντας να εξετάσει το δημόσιο συμφέρον που απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης. Παρέπεμψε συναφώς στην R. v. Babos, 2014 SCC 16 [2014] 1 S.C.R.E. 309 para 43 για να τονίσει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να εξισορροπούνται τα δύο συμφέροντα, κάτι που το Κακουργιοδικείο παρέλειψε να πράξει. Περαιτέρω, απορρίπτοντας τις επισημάνσεις του Κακουργιοδικείου ότι οι φυσικές και οικονομικές αντοχές του οποιουδήποτε δεν είναι ανεξάντλητες, υπέδειξε ότι οι εφεσίβλητοι δεν παρέμειναν ούτε μια μέρα υπό κράτηση και αν είχαν οικονομικό πρόβλημα θα μπορούσαν να επιδιώξουν το ευεργέτημα της νομικής αρωγής. Εξετάσαμε και αυτές τις θέσεις, οι οποίες δεν μας βρίσκουν σύμφωνους. Ναι μεν το δημόσιο συμφέρον απαιτεί την προσαγωγή των αδικοπραγούντων ενώπιον της δικαιοσύνης, αλλά δεν γνωρίζουμε νομική αρχή που επιτρέπει την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για σκοπούς εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος και η R. v. Babos δεν εισάγει τέτοια αρχή. Σ΄ ό,τι δε αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης, είναι νομίζουμε αρκετό να παρατηρήσουμε ότι η καταχρηστική άσκηση ποινικών διώξεων εναντίον οποιουδήποτε, αφ΄ εαυτής, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει δυσμενώς τόσο τον ίδιο όσο και το οικογενειακό του περιβάλλον, για ευνόητους λόγους.» Συνέχιση της παρούσας ποινικής υπόθεσης εναντίων των κατηγορουμένων 1 και 2, κάτω από αυτές τις περιστάσεις, επιφέρουν όχι μόνο αδικία εναντίον τους αλλά και ενδεχομένως απαξίωση του οικοδομήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Κάτω από το σύνολο των πιο πάνω περιστάσεων, τα οποία προκύπτουν μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω ότι η έγερση της παρούσας ποινικής υπόθεσης εναντίων των κατηγορουμένων 1 και 2 συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπακόλουθα η παρούσα ποινική διαδικασία εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 διακόπτεται και ως εκ τούτου αυτοί απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ 3-8 Οι κατηγορούμενοι 3-8 ήγειραν, ως αναφέρθηκε, επίσης προδικαστική ένσταση ως προς το ότι η παρούσα ποινική διαδικασία θα πρέπει να ανασταλεί λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η ένσταση τους έχει ως έρεισμα το γεγονός ότι η εναντίον τους ποινική δίωξη έχει καταχωριστεί πολύ καθυστερημένα με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το συνταγματικό τους δικαίωμα όπως δικαστούν εντός ευλόγου χρόνου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πουμπουρής Ανδρέας ν. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το αντίστοιχο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αποτελεί διαχρονικά θέση της νομολογίας αλλά και βασική αρχή, η οποία αποκρυσταλλώθηκε, ότι το ζήτημα της καθυστέρησης, εφόσον άπτεται της δίκαιας δίκης, είναι κάτι το οποίο εξετάζεται μέσα στα πλαίσια της δίκης και όχι ενωρίτερα. Το δε βάρος απόδειξης του εν λόγω ισχυρισμού βρίσκεται επί τους ώμους της υπεράσπισης η οποία και τον επικαλείται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Πουμπουρής, (ανωτέρω), Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά.
(1994)2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 ΑΑΔ 232). Το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς (Πουμπουρής, (ανωτέρω) και Χατζηγεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2016:B527, Π.Ε. 72/2014, 27/11/2016). Όταν το Δικαστήριο καλείτε να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται καθυστέρηση ως προς την διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου, σε τέτοιο βαθμό που να δικαιολογείται η διακοπή της διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη διάφορα κριτήρια και παράγοντες, ως έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσω της νομολογίας (Γενικός Εισαγγελέας v. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Μελάς Λίνος και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ηλία Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376 και Θεοχάρους Κρίνος ν. Kυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Αυτά είναι εν συντομία: α. την πολυπλοκότητα της υπόθεσης β. τη σημασία για τους αιτούντες γ. τη στάση των αρχών δ. τη συμπεριφορά του ίδιου του αιτούντα Έχοντας αναφέρει τις αρχές που έθεσε η νομολογία σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης, προχωρώ σε καταγραφή της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα διακοπής της διαδικασίας πριν τη δίκη, σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι λόγω της καθυστέρησης οι κατηγορουμένοι στερούνται του δικαιώματός τους για δίκαιη δίκη. Ακριβώς επί του υπό εξέταση σημείου, απασχολήθηκε η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία v. Φάντη και Άλλων
(1994)2 A.A.Δ. 160. Στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, απάντησε αρνητικά όταν κλήθηκε να απαντήσει στο νομικό ερώτημα, το οποίο επιφυλάχθηκε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, με βάση το Άρθρο 148 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, μεταξύ άλλων, κατά πόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, προτού αναγνωσθεί το κατηγορητήριο στους κατηγορουμένους να εξετάσει παράπονο των κατηγορουμένων ότι υπήρξε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος τους για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη. Η πιο πάνω αρχή, επαναλήφθηκε, στην ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΤΕΜΗ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D484, Αίτηση αρ. 82/15, 7/7/2015 : «Σύμφωνα με αυτή, οι αποφάσεις στην Αστυνομία ν. Φάντη και Αλλων
(1994)2 ΑΑΔ 160 και Δημοκρατία ν. Ηρακλέους
(1994)2 ΑΑΔ 225 δεν υποστηρίζουν την αρχή ότι ισχυρισμοί για την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου εξετάζονται, ανεξάρτητα από τη φύση και την εμβέλειά τους, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ήθελε κρίνει πρόσφορο το εκδικάζον την ποινική υπόθεση δικαστήριο. Ο λόγος της Φάντη (απόφαση πλειοψηφίας) είναι ότι τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το ΄Αρθρο 30.3 του Συντάγματος είναι συνυφασμένα με τη διεξαγωγή της δίκης και όχι με την κατάργησή της.» Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών είμαι της γνώμης ότι το ζήτημα που εγείρουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροί των κατηγορουμένων εμπίπτει στα πλαίσια ελέγχου της δίκαιης δίκης το οποίο και θα εξεταστεί στο τέλος της διαδικασίας. Ακόμα όμως και εάν θεωρηθεί ότι είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εξεταστεί προκαταρκτικά, τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, δεν παρέχουν τέτοιο ασφαλές υπόβαθρο γεγονότων, στο οποίο θα μπορούσε το Δικαστήριο να στηριχθεί προκειμένου να αποφανθεί περί διακοπής της διαδικασίας σε αυτό το στάδιο. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται επί τους ώμους των κατηγορουμένων και θεωρώ ότι, με τα όσα έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστήριο, δεν το έχουν αποσείσει. Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονείται το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης έχει ξεκινήσει με την κατάθεση του Μ.Κ 1, ο οποίος με βάση τη μαρτυρία του προέβαλε τη θέση, μεταξύ άλλων, ότι ο λόγος που καταχωρίστηκε η παρούσα υπόθεση, παρά το γεγονός ότι η καταγγελία έλαβε χώρα το 2012, ήταν λόγω της πολυπλοκότητας της. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να αξιολογηθεί είτε θετικά είτε αρνητικά. Επομένως, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα γεγονός που να τεκμηριώνει την θέση των κατηγορουμένων, περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, πέραν από την καθυστέρηση η οποία συνάγεται από την ημέρα καταχώρησης του κατηγορητηρίου σε σχέση με την ημερομηνία των κατ΄ ισχυρισμό διαπραχθέντων αδικημάτων. Δεν γνωρίζει το Δικαστήριο για το τί έχει μεσολαβήσει αλλά και εάν έχουν μεσολαβήσει τα οποιαδήποτε γεγονότα που ενδεχομένως να δικαιολογούν την καθυστέρηση αυτή. Το ότι η καταγγελία για την παρούσα υπόθεση έγινε το 2012, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του ανακριτικού υλικού της παρούσας υπόθεσης βρισκόταν στην κατοχή της Αστυνομίας το έτος 2012 και 2013 και πριν το έτος 2015, χρονολογία κατά την οποία δημιουργήθηκε ο ανακριτικός φάκελος της παρούσας υπόθεσης, το γεγονός ότι το 2014 λήφθηκαν νέες ανακριτικές καταθέσεις εναντίον των κατηγορουμένων, σε συνέχεια των ανακριτικών καταθέσεων που λήφθηκαν από αυτούς το 2012, δεν αποτελούν στοιχεία και απόδειξη που από μόνα τους, σε συνάρτηση πάντοτε με την εκφρασθείσα θέση του Μ.Κ 1 περί πολυπλοκότητας της υπόθεσης, μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει με ασφάλεια ότι η καθυστέρηση που έχει επιδειχθεί είναι αδικαιολόγητη. Η εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος, έξω από τα πλαίσια της δίκης, θα ήταν αποτέλεσμα εικασίας. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι αναφέρομαι πάντοτε στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Το ζήτημα όπως έχει τεθεί μπορεί μόνο να επιλυθεί στα πλαίσια της δίκης και όχι προδικαστικά. Παρά την εκ πρώτης όψεως διαφαινόμενη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, δεν διαβλέπω κάποιο αποχρώντα λόγο ο οποίος να δικαιολογεί την εξέταση του ζητήματος της δίκαιης δίκης τώρα και διακοπή της διαδικασίας προδικαστικά. Πέραν δε τούτου, δεν καταδεικνύεται, στη βάση του συμφωνηθέντος πραγματικού πλαισίου, καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι η κατηγορούσα αρχή με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ενήργησε κακόπιστα ή δόλια ή με άλλο μεμπτό τρόπο. Δεν διαπιστώνεται από το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η διεξαγωγή της δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου ή ότι θα υπονομεύσει την εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και θα την οδηγήσει στην ανυποληψία. Το Δικαστήριο, εξισορροπώντας, από τη μια, το δημόσιο συμφέρον που υπαγορεύει ότι αυτοί που κατηγορούνται για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων θα πρέπει να δικάζονται και, από την άλλη, τη διασφάλιση της ακεραιότητας του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, κρίνει ότι με τα ενώπιον του δεδομένα δεν υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας. Το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει την συνέχιση και όχι την διακοπή της παρούσας υπόθεσης. Οι συνήγοροι των κατηγορουμένων προς τεκμηρίωση του αιτήματος τους παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην υπόθεση Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, 3/7/2020. Στην εν λόγω υπόθεση εφεσιβλήθηκε η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να ακυρώσει το κατηγορητήριο λόγω κατάχρησης της διαδικασίας που οφειλόταν στην καθυστερημένη καταχώρηση του. Η υπόθεση αυτή αφορούσε ιδιωτική ποινική υπόθεση για τα αδικήματα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών. Το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 18.12.2018 ενώ τα αδικήματα, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, φέρεται να διαπράχθηκαν το έτος 2013. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του με γνώμονα το χρόνο που είχε διαρρεύσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων με την ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με το εξής σκεπτικό το οποίο και παραθέτω αυτούσιο: «Αρχίζουμε υπενθυμίζοντας τη θεμελιακή θέση ότι το Δικαστήριο έχει ευρύτατη, συμφυή εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης να την τερματίσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, εφόσον κρίνει ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση (Δ/ντής των Φυλακών ν. xxx Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, 222[1]). Η κατάχρηση μπορεί να διαπιστωθεί κατά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, όταν θα έχει ήδη τεθεί ενώπιον του όλη η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή και η υπεράσπιση θα ήθελαν προσφέρει. Μπορεί ακόμα να διαπιστωθεί στο πλέον αρχικό στάδιο, όταν το Δικαστήριο καλείται να εγκρίνει την καταχώρηση του κατηγορητηρίου (L.C.A. DOMIKI Ltd, Ποινική ECLI:CY:AD:2018:D424, ECLI:CY:AD:2018:D424, Αίτηση Αρ.14/2018, ημερ.2.10.2018, Αγγελίδης, Ποινική Αίτηση Αρ.17/2018, ημερ.6.12.2018 και Amsteso Electric Ltd, Ποινική Αίτηση Αρ.14/2019, ημερ.9.5.2019). Και αναμφίβολα και σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο στάδιο, με αίτημα της υπεράσπισης, αλλά και αυτεπάγγελτα. Ούτε και εμποδίζεται το Δικαστήριο στο να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν... Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος. Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση. Διερχόμενοι τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας διαπιστώνουμε ότι ζήτημα κατάχρησης λόγω καθυστέρησης ηγέρθηκε κατά την εμφάνιση της 4.4.2019 όταν η δικηγόρος που εκπροσωπούσε τον Εφεσίβλητο ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η μη παραδοχή του ήταν, όπως εκφράστηκε, «ουσιαστική» γιατί το κατηγορητήριο αποτελούσε κατάχρηση αφού οι επιταγές είχαν εκδοθεί το
  1. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 7.5.2019 και στη συνέχεια πάλι για ακρόαση την 30.5.
  2. Εκείνη την ημέρα οι δικηγόροι του Εφεσίβλητου και της Εφεσείουσας παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις σε σχέση με το ζήτημα της κατάχρησης και η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αυθημερόν μετά από διάλειμμα. Δεν προηγήθηκε των αγορεύσεων οιαδήποτε προσπάθεια από πλευράς της Εφεσείουσας για να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε γεγονότα συναφή με την καθυστέρηση. Ήταν μόνο στο ίδιο το κείμενο της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων της Εφεσείουσας, που επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές της Εφεσείουσας ήταν σύζυγοι και πως λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας του συζύγου μπαινόβγαιναν για χρόνια σε ιατρικά κέντρα του εξωτερικού. Τον σύζυγο συνόδευε πάντα η σύζυγος, με αποτέλεσμα να μην κινηθούν νωρίτερα με την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του Εφεσίβλητου, εφόσον πρωταρχικό μέλημα τους ήταν υγεία του συζύγου. Αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι το ζήτημα της κατάχρησης που άπτεται στην καθυστέρηση προώθησης της διαδικασίας είναι κάτι που προκύπτει από την ίδια την όψη του κατηγορητηρίου και δεν χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία ώστε να αποφασιστεί η κατάχρηση. Αυτό δεν είναι ορθό. Το ίδιο το Πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην Domiki και στην αναφορά ότι: «δεσπόζουσα σημασία έχει η αντικειμενική παρέλευση του χρόνου και η συμπεριφορά των διαδίκων». Σχολίασε και τα όσα είχαν προβληθεί ως δικαιολογία που όμως δεν διασκέδαζαν, όπως εκφράστηκε, την ανησυχία του ότι η προώθηση της υπόθεσης θα προκαλούσε όχληση στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης. Σημασία όμως έχει ότι η λανθασμένη προσέγγιση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν διαφοροποίησε τα δεδομένα που θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη. Οι δικαιολογίες που προωθήθηκαν μέσω της αγόρευσης των δικηγόρων της Εφεσείουσας, που σε κάθε περίπτωση δεν παρείχαν λεπτομέρειες ώστε να μπορούσε να τεκμηριωθεί αντικειμενική δυσκολία που να δικαιολογεί την απραξία για το χρονικό διάστημα των 5 ½ σχεδόν χρόνων, δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, με αποτέλεσμα το πραγματικό υπόβαθρο που είχε το Πρωτόδικο Δικαστήριο να ήταν μόνο η αντικειμενική παρέλευση του χρόνου, την οποία και έλαβε υπόψη. Στη DOMIKI, όπου οι κατηγορίες αφορούσαν αδικήματα σε σχέση με την έκδοση επιταγών, έγινε αναφορά στη φύση της συνοπτικής ποινικής διαδικασίας και το επιθυμητό της σύντομης δίωξης: «ούτως ώστε η τιμωρία να είναι και αποτελεσματική και να μην χρησιμοποιείται απλώς ως μοχλός πίεσης σε δεδομένα τα οποία αφορούν στην ουσία αστική διαφορά.» Αναφέρθηκε ακόμα ότι εξετάζοντας ζήτημα κατάχρησης λόγω καθυστέρησης: «Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη είναι και η πάροδος του χρόνου, η φύση των αδικημάτων, η δυνατότητα εναλλακτικής ή πρόσθετης θεραπείας και βεβαίως η ενόχληση που μπορεί να προκύψει στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης λόγω μακράς καθυστέρησης ή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας» (βλ. ακόμα Amsteso). Δεν διαπιστώνουμε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρερμήνευσε με οποιοδήποτε τρόπο τα λεχθέντα στη DOMIKI. Αντίθετα καθοδηγήθηκε ορθά ως προς τις παραμέτρους που θα μπορούσε να λάβει υπόψη του. Η χωρίς επαρκή επεξήγηση καθυστέρηση για σχεδόν 5 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, καθιστούσε την διαπίστωση κατάχρησης εύλογη και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου υπέρ του τερματισμού της διαδικασίας δικαιολογημένη.» Η πιο πάνω υπόθεση, με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση των συνηγόρων υπεράσπισης δεν μπορεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να τύχει εφαρμογής στη παρούσα υπόθεση για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε ένα απλό αδίκημα, αυτό δηλαδή της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών στο οποίο δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυσκολία σύνταξης ενός κατηγορητηρίου ή διερεύνησης οποιονδήποτε πολύπλοκων ζητημάτων. Αντίθετα στη παρούσα υπόθεση βρισκόμαστε ενώπιον ενός ογκωδέστατου κατηγορητηρίου, το οποίο αφορά διαφορετικές κατηγορίες και γεγονότα, που φέρεται να διαπράχθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες εναντίων πολλών κατηγορουμένων. Αυτό από μόνο του δημιουργεί εκ πρώτης όψεως μία αντικειμενική δυσκολία διερεύνησης και ακολούθως σύνταξης ενός κατηγορητηρίου. Ο άλλος λόγος είναι ότι η παρούσα προδικαστική ένσταση ηγέρθηκε αφότου ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης με την κατάθεση του Μ.Κ 1, σε αντίθεση, με τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης όπου δεν ξεκίνησε η ακρόαση της. Ως ανάφερα και πιο πάνω ο εν λόγω μάρτυρας υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο λόγος που υπήρξε καθυστέρηση στη καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αποτελεί το γεγονός ότι η διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ήταν πολύπλοκη. Επομένως αυτό που διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση από το δικαστικό λόγο της πιο πάνω υπόθεσης είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή έδωσε κάποια εξήγηση, η οποία ασφαλώς και δεν θα αξιολογηθεί και θα κριθεί στο στάδιο αυτό αν δηλαδή, με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί ικανοποιητική δικαιολογία ούτως ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στην διαπίστωση ότι έχουν παραβιασθεί τα συνταγματικά δικαιώματα των κατηγορουμένων. Συνεπακόλουθα η προδικαστική ένσταση των κατηγορουμένων 1 και 2 επιτυγχάνει και η παρούσα ποινική διαδικασία εναντίον τους διακόπτεται και ως εκ τούτου αυτοί απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αντίθετα η προδικαστική ένσταση των υπολοίπων κατηγορουμένων απορρίπτεται. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.