← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Υπόθεση υπ' αρ.: 149/2016., 22/3/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Υπόθεση υπ' αρ.: 149/2016., 22/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 149/2016. Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - XXXXX ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 22/03/2021. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μαργαρίτα Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Παύλος Αγαπητός. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, του Άρθρου 244(β) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»). Αυτό, περιλαμβάνεται στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, που ο Κατήγορος προσάπτει στον Κατηγορούμενο. 2. Η θέση που ο Κατήγορος έλαβε για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και τον σχηματισμό του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου για την ποινική του δίωξη, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος, στις 03/11/2015 στην Λευκωσία, επιτέθηκε εναντίον του Υπαστυνόμου XXXXX Σκαπούλη της Μηχανοκίνητης Μονάδας Άμεσης Δράσης της Αστυνομίας κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του. 3. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κατά την ακρόαση της, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των: (
  2. i)Γ/Αστ. XXXXX, XXXXX Χατζηπέτρου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν η Αστυνομικός του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας, που εξέτασε τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης για την Αστυνομία. (
  3. ii)Ε/Αστ. XXXXX, XXXXX Δικωμίτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, στις 03/11/2015, ως οδηγός του Αστυνομικού οχήματος μεταφοράς συλληφθέντων («της Αστυνομικής κλούβας»), εκτελούσε καθήκον, κατά την διάρκεια επιχείρησης της Αστυνομίας, σε δημόσιο τόπο παρά το Προεδρικό Μέγαρο, για την μετακίνηση λεωφορείων του Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας («ΟΣΕΛ»), που βρίσκονταν παράνομα σταθμευμένα στην παρακείμενη λεωφόρο («Λεωφόρο Προεδρικού») και δημιουργούσαν κυκλοφοριακό πρόβλημα (στο εξής καλούμενη «η Επιχείρηση της Αστυνομίας»)· και περαιτέρω, ένας εκ των Αστυνομικών που, κατόπιν οδηγιών του ΜΚ3 (στοιχεία του οποίου αναφέρω αμέσως μετά), μετέφεραν τον Κατηγορούμενο στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας και τον παρέδωσαν στην ΜΚ1, μετά από την σύλληψη του επιτόπου από τον ΜΚ3 για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του. (iii) Υπαστυνόμου, XXXXX Σκαπούλη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι ο Αστυνομικός, μέλος της Μηχανοκίνητης Μονάδας Άμεσης Δράσης της Αστυνομίας («ΜΜΑΔ»), που, στις 03/11/2015, κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του κατά την προαναφερόμενη Επιχείρηση της Αστυνομίας στην οποία ελάμβανε μέρος το κλιμάκιο του της ΜΜΑΔ, δέχθηκε επίθεση από τον Κατηγορούμενο, γεγονός που τον οδήγησε, ακολουθώντας την νενομισμένη διαδικασία, με την βοήθεια και του ΜΚ4 (στοιχεία του οποίου αναφέρω αμέσως μετά) και άλλων μελών της ΜΜΑΔ της ομάδας του τελευταίου, να τον συλλάβει για το σχετικό αυτόφωρο αδίκημα, της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, και ακολούθως, να τον παραδώσει στον ΜΚ2 για την μεταφορά του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας. Και, (
  4. iv)Λοχ. XXXXX, XXXXX Στυλιανού (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ4»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι ο Αστυνομικός, μέλος της ΜΜΑΔ, που, στις 03/11/2015, μαζί με άλλα τρία μέλη του 3ου Ουλαμού Ασφαλείας της ΜΜΑΔ, της οποίας ηγείτο, έλαβαν μέρος στην προαναφερόμενη Επιχείρηση της Αστυνομίας, για να παράσχουν ασφάλεια στα μέλη της Αστυνομίας και σε άλλους που ελάμβαναν σ' αυτήν μέρος· και περαιτέρω, ο Αστυνομικός που μαζί και με άλλα μέλη της ομάδας του, παρείχαν βοήθεια στον ΜΚ3 να συλλάβει τον Κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης που διέπραξε σε βάρος του. 4. Ο Κατηγορούμενος, μετά από την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, ενόρκως, και κάλεσε για την υπόθεση του προς υπεράσπιση του και την μαρτυρία του XXXXX Μιχαηλίδη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι ο πατέρας του και ο οποίος, αμέσως μετά το επίδικο συμβάν, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με κάποιο αξιωματικό της Αστυνομίας σχετικά με αυτό και την σύλληψη του Κατηγορουμένου, η οποία, κατά τον τελευταίο, είχε αλλότρια κίνητρα. 5. Καθώς πρόκειται για ποινική δίκη, το βάρος ή η υποχρέωση απόδειξης της ενοχής του Κατηγορουμένου, τοποθετείται ακριβώς στον Κατήγορο. Αυτό το βάρος, βαρύνει τον Κατήγορο για κάθε στοιχείο ή ουσιώδες γεγονός που αποτελεί το αδίκημα με το οποίο, ως προαναφέρθηκε, κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Αυτό το βάρος, [i], δεν μεταφέρεται ποτέ στον κατηγορούμενο. Δεν υπήρχε καμία απολύτως υποχρέωση για τον Κατηγορούμενο σε αυτή την υπόθεση, να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός ή ζήτημα που τέθηκε υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν εναπόκειτο στον Κατηγορούμενο να αποδείξει την αθωότητα του, αλλά, βεβαίως, στον Κατήγορο να αποδείξει την ενοχή του. 6. Ένα κρίσιμο μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό που σημαίνει, είναι ότι, ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι είναι αθώο, εκτός εάν και έως ότου, ο Κατήγορος πείσει το Δικαστήριο για την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 7. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, έχει δώσει μαρτυρία και καλέσει μάρτυρα για την υπεράσπιση του κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν μεταβάλλει το βάρος απόδειξης. Ο Κατηγορούμενος, δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι αληθινή. Είναι ο Κατήγορος που έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί του και αυτοί του μάρτυρα υπεράσπισης του, δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ως εκδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν εύλογα να είναι αληθινοί. 8. Το Δικαστήριο, έχει βεβαίως την υποχρέωση, σε σχέση με αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων Κατήγορος και Κατηγορούμενος αντιστοίχως βασίζονται για την υπόθεση τους, να αποφασίσει ποιους θα αποδεχθεί. Εντούτοις, είναι ουσιώδες και βασική αρχή δικαίου για να επισημανθεί, ότι, αποδοχή από το Δικαστήριο, μετά από σχετική εκτίμηση της μαρτυρίας από την οποία προκύπτουν αντιθετικοί ισχυρισμοί, της εκδοχής των γεγονότων που παρουσιάστηκαν από πλευράς Κατήγορου, δεν δικαιολογεί αυτομάτως και συμπέρασμα του περί ενοχής του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε κατά την ακρόαση ο Κατήγορος και μόνον, δεν αρκεί. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, εκτός εάν ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια αυτής της μαρτυρίας. Περαιτέρω, ακόμη και αν η μαρτυρία επί της οποίας ο Κατηγορούμενος βασίζεται, δεν αποτιμηθεί θετικά από το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ως αληθινή, το Δικαστήριο οφείλει να μην καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, αν αυτή η μαρτυρία, του δημιουργεί μια λογική αμφιβολία για την ενοχή του. [ii]. 9. Ο Κατήγορος, δεν είχε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάθε γεγονότος υπό αμφισβήτηση. Ο Κατήγορος, είχε υποχρέωση να αποδείξει τα στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία. Αυτά, είναι τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα στην κατηγορία, και είναι αυτά τα γεγονότα που ο Κατήγορος είχε το βάρος απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία, αναφέρομαι αμέσως μετά, και στην συνέχεια στρέφομαι στην προσκομισθείσα κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία για την εκτίμηση και αξιολόγηση της. 10. Σύμφωνα με το Άρθρο 244(β) του Κεφ. 154: «244. Όποιος- . (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης· . είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.». 11. Προκύπτει απ' αυτό, ότι, τα στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία του Κατηγορουμένου, είναι τα εξής: (
  5. i)Ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε σε πρόσωπο. (
  6. ii)Το πρόσωπο που δέχθηκε την επίθεση ήταν όργανο τήρησης της τάξης ή πρόσωπο που παρείχε συνδρομή σε όργανο τήρησης της τάξης. Και, (iii) Το όργανο τήρησης της τάξης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελούσε κανονικά το καθήκον του. [iii]. (
  7. iv)Η ένοχη διάνοια για το αδίκημα, είναι ίδια με αυτήν της επίθεσης. Υπάρχει ένας διαχωρισμός, σε ότι αφορά την περίπτωση πρόκλησης φόβου για τον κίνδυνο άσκησης άμεσης και παράνομης βίας, που στο κοινοδίκαιο είναι γνωστή με τον όρο «assault», και της περίπτωσης που πραγματικά ασκείται βία, που στο κοινοδίκαιο είναι γνωστή με τον όρο «battery». Η ένοχη διάνοια της πρόκλησης φόβου για τον κίνδυνο άσκησης άμεσης και παράνομης βίας, είναι η πρόθεση του Κατηγορουμένου πρόκλησης σε κάποιο πρόσωπο να αντιληφθεί άμεση και παράνομη βία, ή απερισκεψία ως προς το κατά πόσο τέτοια αντίληψης θα του προκληθεί. Η ένοχη διάνοια της πραγματικής άσκησης βίας, είναι η πρόθεση του Κατηγορουμένου να εφαρμόσει δύναμη στο σώμα άλλου προσώπου ή απερισκεψία στην εφαρμογή τέτοιας δύναμης. [iv]. Σημαντικό ζήτημα για το στοιχείο της ένοχης διάνοιας για να επισημανθεί, είναι ότι δεν υπάρχει απαίτηση ο Κατηγορούμενος να γνώριζε ότι το πρόσωπο στο οποίο επιτίθετο ήταν όργανο τήρησης της τάξης. [v]. 12. Από την προσκομισθείσα, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, μαρτυρία, από πλευράς Κατήγορου, προκύπτει η ακόλουθη εκδοχή για τα επίδικα γεγονότα. Στις 03/11/2015, περί τις 00:10, ο ΜΚ3, κατά την διάρκεια της προαναφερόμενης Επιχείρησης της Αστυνομίας, προσέγγισε σημείο στην αριστερά λωρίδα της Λεωφόρου Προεδρικού που βρίσκονταν σταθμευμένα λεωφορεία του ΟΣΕΛ, όπου και διαπίστωσε την παρουσία του Κατηγορουμένου που του ήταν άγνωστος. Ο ΜΚ3, πληροφόρησε τότε τον Κατηγορούμενο, ότι επρόκειτο να διεξαχθεί η συγκεκριμένη Επιχείρηση της Αστυνομίας και ότι για σκοπούς ασφάλειας έπρεπε να μετακινηθεί, οπόταν ο Κατηγορούμενος αντέδρασε λέγοντας του «δεν θα κάμετε τίποτα δαμέ». Ως εκ τούτου, ο ΜΚ3, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο, τα στοιχεία ταυτότητας του. Ο Κατηγορούμενος, αντέδρασε και πάλι. Φάνηκε, στον ΜΚ3, ο Κατηγορούμενος, από την πρώτη στιγμή, να νευριάζει και με το σώμα του, τεντώνοντας τον κορμό του και προτάσσοντας το στήθος του, να λαμβάνει, έναντι του, στάση επιθετική. Του έδειξε, μ' αυτό τον τρόπο, ότι δεν είχε πρόθεση να συνεργαστεί με τις υποδείξεις της Αστυνομίας. Αυτό, οδήγησε τον ΜΚ3, να καλέσει κοντά του την ομάδα των μελών της ΜΜΑΔ του ΜΚ4, για να τον βοηθήσουν να μεταφέρει τον Κατηγορούμενο σε Αστυνομικό Σταθμό για εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας του. Στην θέα της ομάδας των μελών της ΜΜΑΔ του ΜΚ4 να τους προσεγγίζει, ο Κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος και πιάστηκε σφιχτά στον προφυλακτήρα του πίσω μέρους λεωφορείου του ΟΣΕΛ που βρισκόταν κοντά του, σύροντας το σώμα του, μέχρι το στήθος του, κάτω απ' αυτό. Ακολούθως, ο ΜΚ4, με ακόμη ένας μέλος της ομάδας του, προσπάθησαν να ηρεμήσουν τον Κατηγορούμενο και να τον πείσουν να μετακινηθεί αυτόβουλα, οπότε, καθώς ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο έδαφος, αρνούμενος πεισματικά να το πράξει, αντιδρώντας με τα πόδια του για να τους παρεμποδίσει να τον πλησιάσουν, στην προσπάθεια τους τελικά να τον μετακινήσουν, κλώτσησε τον ΜΚ3 με το αριστερό του πόδι, στο αριστερό πόδι. Αμέσως, ο ΜΚ3, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο, ότι διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, χωρίς ο Κατηγορούμενος να αποκριθεί. Ακολούθως, ο ΜΚ3, με την βοήθεια του ΜΚ4 και των άλλων μελών της ομάδας του, περί τις 00:15, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο και κατόπιν νέας επίστησης της προσοχής του στον Νόμο, αυτός και πάλι δεν ανέφερε οτιδήποτε. Μετά απ' αυτό, με την βοήθεια και πάλι του ΜΚ4 και των υπόλοιπων μελών της ομάδας του, μετέφερε τον Κατηγορούμενο στο σημείο όπου βρισκόταν ο ΜΚ2 και το όχημα μεταφοράς συλληφθέντων της Αστυνομίας, για μεταφορά του Κατηγορουμένου από τον τελευταίο στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας για τα περαιτέρω. Εκεί, τελικά, ο ΜΚ3 πληροφορήθηκε για τα στοιχεία ταυτότητας του Κατηγορουμένου. 13. Στον αντίποδα, ο Κατηγορούμενος, με την μαρτυρία που προσκόμισε στο Δικαστήριο, υποστήριξε για τα επίδικα γεγονότα τα εξής. Στις 03/11/2015, βρισκόταν πράγματι στο συγκεκριμένο σημείο στην αριστερά λωρίδα της Λεωφόρου Προεδρικού που βρίσκονταν σταθμευμένα λεωφορεία του ΟΣΕΛ. Ο σκοπός της εκεί παρουσίας του, ήταν για να διαμαρτυρηθεί σχετικά με τα όσα σκανδαλώδη συνέβαιναν στον ΟΣΕΛ και αφορούσαν την οικονομική διαχείριση και τους μετόχους του, ένας εκ των οποίων ήταν και ο ΜΥ, πατέρας του, που ήταν από τους παθόντες της όλης κατάστασης. Τότε, ο Κατηγορούμενος ήταν μόλις δεκαοκτώ ετών. Η διαμαρτυρία, γενικότερα, είχε ξεκινήσει από προηγουμένως και σ' αυτήν ελάμβαναν μέρος, μέλη της οικογένειας του και φίλοι τους. Στόχος της, ήταν να περάσει το μήνυμα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ότι στο προαναφερόμενο ζήτημα, απαιτείτο η παρέμβαση του κράτους. Την ώρα του επίδικου περιστατικού, στον ίδιο χώρο, σε κοντινή απόσταση στο απέναντι πεζοδρόμιο της Λεωφόρου Προεδρικού, βρίσκονταν και οι θείος και αδελφός του. Λόγω του προχωρημένου της ώρας, δεν βρίσκονταν άλλα πρόσωπα στον τόπο για διαμαρτυρία, ενώ η δική τους παρουσία, ταυτόχρονα, εξυπηρετούσε και την προστασία των λεωφορείων του ΟΣΕΛ, που ήταν εκτεθειμένα σε δημόσιο τόπο. Σε κάποια στιγμή, τον προσέγγισαν πέντε Αστυνομικοί. Δεν θυμάται ποιοι αυτοί ήταν, ούτε και αν ανάμεσα τους ήταν οι ΜΚ3 και ΜΚ4. Ένας απ' αυτούς, του ζήτησε τα στοιχεία ταυτότητας του. Αυτός τον ρώτησε γιατί του τα ζητούσε, αλλά ο Αστυνομικός δεν του απάντησε και επέμενε στην απαίτηση του. Ζήτησε τότε από τον εν λόγω Αστυνομικό να του πει, τι ήταν αυτό που έπραξε που δικαιολογούσε να του ζητά η Αστυνομία να δώσει τα στοιχεία του, όμως και πάλι δεν έλαβε απ' αυτόν απάντηση. Ακολούθησε, απλά, η ταυτόχρονη προσπάθεια, των εν λόγω πέντε Αστυνομικών, να τον «μαζέψουν», δηλαδή, όπως αντιλήφθηκε, να τον συλλάβουν. Ουδέποτε όμως του αναφέρθηκε ότι ήταν υπό σύλληψη. Όπως επίσης, ποτέ δεν ενημερώθηκε για την προαναφερόμενη Επιχείρηση της Αστυνομίας. Αντέδρασε σ' αυτό και προσπάθησε την αποτροπή της σύλληψης του. Έπεσε στο έδαφος και πιάστηκε όντως στον προφυλακτήρα του πίσω μέρους λεωφορείου του ΟΣΕΛ που βρισκόταν κοντά του, σε μια προσπάθεια του να σύρει το σώμα του κάτω απ' αυτό. Σε καμία περίπτωση όμως, εκείνη την στιγμή, δεν προσπάθησε με τα πόδια του να παρεμποδίσει τους Αστυνομικούς από το να τον πλησιάσουν, ούτε και γενικότερα αντιδρούσε μ' αυτά κλοτσώντας. Η προσπάθεια του αυτή, εντούτοις, ματαιώθηκε, εφόσον οι εν λόγω Αστυνομικοί τον έπιασαν από τα πόδια, τον τράβηξαν από κάτω από το λεωφορείο όπου είχε χωθεί μέχρι την μέση του σώματος του και τον μετέφεραν σε σημείο κοντά στην έξοδο του Προεδρικού Μεγάρου όπου και του φόρεσαν χειροπέδες. Και πάλι, ουδέποτε του αναφέρθηκε ότι ήταν υπό σύλληψη. Του ζητήθηκε όμως, από τους εν λόγω Αστυνομικούς, να τους δώσει τα κλειδιά των λεωφορείων του ΟΣΕΛ που βρίσκονταν σταθμευμένα εκεί, τα οποία δεν είχε και δεν γνώριζε που βρίσκονταν και τους το ανέφερε. Ακολούθως, τοποθετήθηκε στο όχημα μεταφοράς συλληφθέντων της Αστυνομίας, όπου και παρέμεινε χωρίς να μεταφερθεί οπουδήποτε για περίοδο περίπου τριάντα λεπτών. Κατά την παραμονή του εκεί, ένας άλλος αξιωματικός της Αστυνομίας, του επανέλαβε επανειλημμένως την απαίτηση της Αστυνομίας να τους δώσει τα κλειδιά των λεωφορείων του ΟΣΕΛ που βρίσκονταν σταθμευμένα εκεί, κάτι που αν το έπραττε, του ανέφερε, θα οδηγούσε στην απελευθέρωση του. Τηλεφωνική επικοινωνία, με τέτοιο περιεχόμενο, έγινε από αξιωματικό της Αστυνομίας και με τον πατέρα του, στον οποίον προτάθηκε, αν έδιδε τα κλειδιά των λεωφορείων του ΟΣΕΛ που βρίσκονταν σταθμευμένα εκεί, στην Αστυνομία, να απελευθέρωναν τον Κατηγορούμενο χωρίς να κατηγορηθεί. Λόγω του ότι αυτό δεν πραγματοποιήθηκε, τελικά μεταφέρθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας, όπου εκεί, μετά που ανέμενε για κάποια ώρα, οδηγήθηκε στο γραφείο της ΜΚ1, η οποία, πέντε μόλις λεπτά πριν αφεθεί ελεύθερος, τον πληροφόρησε ότι θα κατηγορείτο για το ότι επιτέθηκε στον ΜΚ3 και του ζήτησε, αφού τον ρώτησε αν παραδέχεται την διάπραξη του εν λόγω αδικήματος και αυτός της απάντησε αρνητικά, προτού τον απολύσει, να υπογράψει το Τεκμήριο 2, το οποίο δεν διάβασε καν, αλλά ούτε και του διαβάστηκε για να γνωρίζει ακριβώς ότι αποτελούσε την γραπτή κατηγορία του. Μέχρι και εκείνη την στιγμή, δεν γνώριζε τον λόγο της σύλληψης του. 14. Ο ΜΚ3, ως προαναφέρθηκε, ισχυρίστηκε ότι συνέλαβε τον Κατηγορούμενο, για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του. Ο Κατηγορούμενος, αντιτίθεται αυτού του ισχυρισμού. Ως προελέχθη, υποστηρίζει ότι ποτέ δεν πληροφορήθηκε από τον ΜΚ3 ή οποιονδήποτε άλλο Αστυνομικό στην σκηνή, ότι τίθετο ή ήταν υπό σύλληψη για οποιοδήποτε αυτόφωρο αδίκημα. 15. Το Άρθρο 11 του Συντάγματος, διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε ατόμου για ελευθερία και προσωπική ασφάλεια από αυθαίρετη σύλληψη, φυλάκιση, καταδίκη και από κάθε άλλο περιορισμό της ελευθερίας του, εκτός στις περιπτώσεις και σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζονται σ' αυτό. Είναι θεμελιώδους σημασίας και με δεδομένη την ευθύνη των αρχών να λογοδοτούν για τα άτομα που ευρίσκονται κάτω από τον έλεγχο τους. Η προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Η πρώτη παράγραφος του Άρθρου 11 του Συντάγματος, προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας. Στην δεύτερη παράγραφο του Άρθρου 11 του Συντάγματος, απαριθμούνται και διαγράφονται εξαντλητικά οι όροι και οι εγγυήσεις κάτω από τις οποίες μπορεί να γίνει η στέρηση των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από την πρώτη παράγραφο και μόνο «ότε και όπως ο νόμος ορίζη». Υπόκειται δε σε περιοριστική ερμηνεία. Σύλληψη ή κράτηση ατόμου δεν μπορεί να γίνει χωρίς ένταλμα σύλληψης ή ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, εκτός και σε σχέση με «αυτόφωρο αδίκημα» της φύσης που περιγράφεται στην τρίτη παράγραφο του Άρθρου 11 του Συντάγματος. «Αυτόφωρο αδίκημα», σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σημαίνει ότι η διάπραξη του αδικήματος και η σύλληψη πρέπει να ακολουθούν η μία την άλλη χρονικά, άμεσα και σε αλληλουχία. Οι διατάξεις του Άρθρου 11. (1 και 2) του Συντάγματος, περιλαμβάνουν και δεσμεύουν εξίσου, όλα τα όργανα, σώματα και αρχές της πολιτείας, περιλαμβανομένης φυσικά και της Αστυνομίας. [vi]. 16. Αποτελεί, μεταξύ των διαδίκων, αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, ο ΜΚ3, κατά την διάρκεια του επίδικου περιστατικού, εκτελούσε, λαμβάνοντας μέρος στην προαναφερόμενη Επιχείρηση της Αστυνομίας, το Αστυνομικό του καθήκον. Ως εκ τούτου, είναι πρώτα απαραίτητη, η εξέταση του νομικού πλαισίου βάσει του οποίου τα μέλη της Αστυνομίας αντλούν εξουσίες και εκτελούν τα καθήκοντα τους, για να εκτιμηθούν και αξιολογηθούν στην συνέχεια, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί των ΜΚ3 και Κατηγορουμένου, δεδομένων και των προαναφερόμενων προνοιών του Άρθρου 11 του Συντάγματος. 17. Σχετικές, εν προκειμένω, είναι οι διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, Νόμου 73(I)/2004 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 73(Ι)/2004»), το Άρθρο 6 [vii] του οποίου, ορίζει γενικά τις εξουσίες της Αστυνομίας. Σύμφωνα με αυτό, η Αστυνομία ασκεί τις εξουσίες της σε όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας, για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης, και μεταξύ άλλων, για την πρόληψη και εξιχνίαση του εγκλήματος και τη σύλληψη και δίωξη των παρανομούντων. Ειδικά, σε ότι αφορά τις εξουσίες και τα καθήκοντα των μελών της Αστυνομίας, πρόνοια γίνεται στο Μέρος 4 (IV) του Νόμου 73(Ι)/2004 [viii]. Το Άρθρο 24 του Νόμου 73(Ι)/2004, που περιλαμβάνεται σ' αυτό, ορίζει γενικά ότι, κάθε μέλος της Αστυνομίας, ασκεί τις εξουσίες και εκτελεί τα καθήκοντα που δυνατό να του ανατίθενται ή επιβάλλονται βάσει οποιουδήποτε Νόμου, και οφείλει να υπακούει, σε όλες τις νόμιμες διαταγές που σχετίζονται με την άσκηση του αξιώματος του, τις οποίες δύναται από καιρό σε καιρό να λαμβάνει από τους ανωτέρους του στην Αστυνομία ή και σε διαταγές και εντάλματα που νόμιμα εκδίδονται σε αυτόν από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή. Περαιτέρω, αποτελεί καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας, μεταξύ άλλων, να εμποδίζει την διάπραξη ποινικών αδικημάτων και δημόσιας οχληρίας, να ανακαλύπτει και να προσάγει παραβάτες ενώπιον της δικαιοσύνης και να συλλαμβάνει όλα τα πρόσωπα τα οποία είναι νόμιμα εξουσιοδοτημένος να συλλαμβάνει, για τη σύλληψη των οποίων υπάρχει ικανοποιητικός λόγος. Σε ότι αφορά την δυνατότητα, μέλους της Αστυνομίας, να ανακόπτει, περιορίζει και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο, το Άρθρο 28 του Νόμου 73(Ι)/2004 [ix] προνοεί ότι, οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας δύναται να ανακόπτει, περιορίζει και ερευνά, οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου, «και ιδιαίτερα», όταν «το βλέπει να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια». Σύμφωνα δε και με το Άρθρο 29 του Νόμου 73(Ι)/2004 [x], αποτελεί καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας, μεταξύ άλλων, να τηρεί την τάξη σε δημόσιους δρόμους, οδούς και άλλους χώρους στους οποίους το κοινό έχει πρόσβαση. Με εξουσία, εφόσον κάτι τέτοιο αποτελεί ποινικό αδίκημα, όταν πρόσωπο ανθίσταται ή παρακούει οποιαδήποτε νόμιμη διαταγή δίνεται από μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του εν λόγω καθήκοντος του, να συλλάβει αυτό χωρίς ένταλμα σύλληψης, εκτός και αν του δώσει το όνομα και την διεύθυνση του ή διαφορετικά τον ικανοποιήσει ότι θα συμμορφωθεί δεόντως σε οποιαδήποτε κλήση ή άλλη διαδικασία η οποία δυνατό να εγερθεί εναντίον του. 18. Όπως προαναφέρθηκε, το Άρθρο 24 του Νόμου 73(Ι)/2004, ορίζει, ότι, κάθε μέλος της Αστυνομίας, ασκεί τέτοιες εξουσίες και εκτελεί τέτοια καθήκοντα που δυνατό να ανατίθενται ή επιβάλλονται σε μέλος της Αστυνομίας βάσει οποιουδήποτε Νόμου. Ένας τέτοιος Νόμος, είναι και ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»). Σχετικές, εν προκειμένω, είναι οι διατάξεις του Μέρους 2 (ΙΙ) του Κεφ. 155, που προνοεί [και] για τα της διαδικασίας πριν από την δίωξη οποιουδήποτε προσώπου για την διάπραξη ποινικού αδικήματος και ειδικότερα για τα της εξουσίας και διαδικασίας σύλληψης και έρευνας. Σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κεφ. 155 [xi], κάθε μέλος της Αστυνομίας δύναται, χωρίς ένταλμα Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, να συλλάβει οποιοδήποτε πρόσωπο διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα ή παρεμποδίζει Αστυνομικό κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του. 19. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, όταν κατά το επίδικο περιστατικό, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο, ότι επρόκειτο να διεξαχθεί η συγκεκριμένη Επιχείρηση της Αστυνομίας και ότι για σκοπούς ασφάλειας έπρεπε να μετακινηθεί από το μέρος και ο Κατηγορούμενος αντέδρασε κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, μετά και που του ζήτησε τα στοιχεία ταυτότητας του και ο Κατηγορούμενος έγινε επιθετικός έναντι του, επιδεικνύοντας του ταυτόχρονα ότι δεν είχε πρόθεση να συνεργαστεί με τις υποδείξεις της Αστυνομίας, κάλεσε κοντά του την ομάδα των μελών της ΜΜΑΔ του ΜΚ4 για να τον βοηθήσουν να μεταφέρει τον Κατηγορούμενο σε Αστυνομικό Σταθμό για εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητας του. Αυτό το τελευταίο, κατ' ισχυρισμό του ΜΚ3, γεγονός, υποστήριξε και ο ΜΚ4. Ο Κατηγορούμενος, ως προελέχθη, αμφισβητεί ότι τα προαναφερόμενα γεγονότα αποτελούν πραγματικότητα. Δεν αντιτίθεται όμως στο ότι, υπό τις περιστάσεις που αυτός ισχυρίστηκε, τα στοιχεία ταυτότητας του, του είχαν ζητηθεί από κάποιον Αστυνομικό, από τους πέντε που τον προσέγγισαν και τους οποίους διέκρινε ως Αστυνομικούς, και αρνήθηκε να τα δώσει. 20. Είναι ξεκάθαρο από τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, ότι, κατά το προαναφερόμενο περιστατικό, δεν ενήργησε στην βάση, οποιασδήποτε των προαναφερόμενων νομοθετικών διατάξεων και ειδικότερα αυτών των Άρθρου 29 του Νόμου 73(Ι)/2004 και Άρθρου 14 του Κεφ. 155. Δηλαδή, ο ΜΚ3, δεν θεώρησε τότε, ότι έπρεπε να συλλάβει τον Κατηγορούμενο, είτε επειδή το επέβαλλε το καθήκον του για επιβολή της τάξης σε δημόσιο τόπο, λόγω αντίστασης ή παρακοής σχετικής διαταγής του από τον Κατηγορούμενο, είτε επειδή στην παρουσία του ο Κατηγορούμενος διέπραττε ποινικό αδίκημα, είτε επειδή ο Κατηγορούμενος τον παρεμπόδιζε ως Αστυνομικό στο να εκτελέσει το καθήκον του. Γενικά, οι εν λόγω ενέργειες του ΜΚ3, δεν ήταν προς την κατεύθυνση εμπόδισης του Κατηγορουμένου από του να διαπράξει οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα ή της ανακάλυψης και προαγωγής ενώπιον της δικαιοσύνης του οποιουδήποτε παραβάτη. Δεν είναι φυσικά το ζητούμενο εδώ, αν, κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, τα γεγονότα δικαιολογούσαν, ο ΜΚ3 να προχωρούσε στην σύλληψη του Κατηγορουμένου, ασκώντας κάποια από τις προαναφερόμενες νόμιμες εξουσίες του των Άρθρου 29 του Νόμου 73(Ι)/2004 και Άρθρου 14 του Κεφ. 155. Το ζητούμενο είναι, αν οι ενέργειες του ΜΚ3, βάσει των ισχυρισμών του, στην συνέχεια, δεδομένου ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε συλληφθεί, ήταν σύμφωνες με το Σύνταγμα και τον Νόμο. 21. Σκοπός του ΜΚ3, ως προελέχθη, ήταν η μεταφορά του Κατηγορουμένου σε Αστυνομικό Σταθμό για να εξακριβωθούν τα στοιχεία ταυτότητας του. Ο Κατηγορούμενος, του ήταν προφανές, δεν είχε πρόθεση να συνεργαστεί με την Αστυνομία, και γι' αυτό πήρε και την εν λόγω απόφαση. Είναι ξεκάθαρο από τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, ότι, ο Κατηγορούμενος, δεν είχε συγκατατεθεί στο να μεταφερθεί σε Αστυνομικό Σταθμό για τον συγκεκριμένο λόγο, και ότι η ομάδα των μελών της ΜΜΑΔ του ΜΚ4, για να επιτευχθεί αυτό, θα τον εξανάγκαζε, χρησιμοποιώντας, αν τελικά παρίστατο ανάγκη, και σωματική επαφή, περιορίζοντας και την ελευθερία του. Κινήθηκαν προς το μέρος του με αυτή την διάθεση. Ο Κατηγορούμενος όμως, σε καμία περίπτωση δεν είχε μέχρι τότε συλληφθεί. Του είχαν ζητηθεί από τον ΜΚ3, τα στοιχεία ταυτότητας του, είχε αρνηθεί να τα δώσει, και ο ΜΚ3 αποφάσισε την μεταφορά του από μέλη της Αστυνομίας σε Αστυνομικό Σταθμό για την εξακρίβωση τους. 22. Σύμφωνα με το Άρθρο 61 του περί Αρχείου Πληθυσµού Νόµου του 2002, Νόμος 141(Ι)/2002 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 141(Ι)/2002»), κάθε πρόσωπο που έχει την κυπριακή υπηκοότητα και έχει συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας του, υποχρεούται να κατέχει δελτίο ταυτότητας, του οποίου, σύμφωνα με το Άρθρο 65 του Νόμου 141(Ι)/2002, έχει την ευθύνη ασφαλούς φύλαξης. Το Άρθρο 76

(1)του Νόμου 141(Ι)/2002, προνοεί περαιτέρω ότι, οποιοσδήποτε Αστυνομικός σε καθήκον, μπορεί να απαιτήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο να προσκομίσει το δελτίο ταυτότητάς του, ή αν το πρόσωπο αυτό παραλείψει να προσκομίσει το δελτίο ταυτότητας, όταν του ζητηθεί, μπορεί να απαιτήσει από αυτό να το προσκομίσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος, όπως ήθελε κριθεί αναγκαίο. Σύμφωνα δε και με το Άρθρο 76
(3)του Νόμου 141(Ι)/2002, οποιοδήποτε πρόσωπο που αρνείται ή παραλείπει να προσκομίσει το δελτίο ταυτότητάς του, όταν αυτό ζητείται νόμιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 76
(1)του Νόμου 141(Ι)/2002, ή εντός του χρονικού διαστήματος που τίθεται από τον Αστυνομικό που νόμιμα ζητά την προσκόμισή του, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €3.000 ή και στις δύο ποινές μαζί. 23. Αν και στην προκείμενη περίπτωση, ο ΜΚ3, δεν είναι το δελτίο ταυτότητας του Κατηγορουμένου που του ζήτησε και ο τελευταίος δεν του έδωσε, αλλά τα στοιχεία ταυτότητας του, δηλαδή, ονοματεπώνυμο κ. τ. λ., οι πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 76
(1)του Νόμου 141(Ι)/2002 είναι σχετικές, καθώς, η εφαρμογή τους από τον ΜΚ3, αποτελούσε, κατά την κρίση μου, υπό τις περιστάσεις, μία επιλογή, που δεν ακολούθησε. [xii]. Και βεβαίως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, ο Κατηγορούμενος δεν συλλήφθηκε σε εκείνο το στάδιο απ' αυτόν για το αυτόφωρο αδίκημα του προαναφερόμενου Άρθρου 76
(3)του Νόμου 141(Ι)/2002, ούτε και για οποιοδήποτε άλλο αυτόφωρο αδίκημα.
  1. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, τόσο του ΜΚ3, όσο και του ΜΚ4, η κλήσης από τον ΜΚ3, του ΜΚ4 και της ομάδας του των μελών της ΜΜΑΔ, όπως και ο λόγος γι' αυτήν, δηλαδή, για να μεταφερθεί ο Κατηγορούμενος σε Αστυνομικό Σταθμό για εξακρίβωση των στοιχείων του, έγιναν στην παρουσία του Κατηγορουμένου, ο οποίος, φαίνεται, είχε αντιληφθεί τον σκοπό τους και ότι επέκειτο για την επίτευξη του ο εξαναγκασμός του, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε. Τότε, ήταν, που ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ΜΚ3 και ΜΚ4, αντέδρασε. Ως προελέχθη, στην θέα της ομάδας των μελών της ΜΜΑΔ του ΜΚ4 να τους προσεγγίζει με τον ΜΚ3, ο Κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος και πιάστηκε σφιχτά στον προφυλακτήρα του πίσω μέρους λεωφορείου του ΟΣΕΛ που βρισκόταν κοντά του, σύροντας το σώμα του, μέχρι το στήθος του, κάτω απ' αυτό. Ακολούθως, ο ΜΚ4, με ακόμη ένα μέλος της ομάδας του, προσπάθησαν να ηρεμήσουν τον Κατηγορούμενο και να τον πείσουν να μετακινηθεί αυτόβουλα, οπότε, καθώς ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο έδαφος, αρνούμενος πεισματικά να το πράξει, αντιδρώντας με τα πόδια του για να τους παρεμποδίσει να τον πλησιάσουν, στην προσπάθεια τους τελικά να τον μετακινήσουν, κλώτσησε τον ΜΚ3 με το αριστερό του πόδι, στο αριστερό πόδι.
  2. Είναι η διαπίστωσης μου, ότι, ο ΜΚ3 ή και ο ΜΚ4 και τα μέλη της ομάδας του, με τις προαναφερόμενες πράξεις τους, ενήργησαν εκτός του Νόμου. Δηλαδή, εκτός της εμβέλειας του καθήκοντος τους. Όπως αναφέρθηκε από το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Αυστραλίας στην υπόθεση Re K
(1993)46 FCR 336: «Ένας αστυνομικός, ενεργεί κατά την άσκηση του καθήκοντός του, από τη στιγμή που αναλαμβάνει νόμιμο καθήκον που συνδέεται με τα καθήκοντα του ως αστυνομικός, και συνεχίζει να ενεργεί κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, για όσο διάστημα ασχολείται με την επιδίωξη του καθήκοντος του και έως ότου αυτό ολοκληρωθεί, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας του, δεν κάνει τίποτα εκτός της εμβέλειας του καθήκοντός του, ώστε να σταματήσει να ενεργεί στο πλαίσιο του.». [xiii]
  1. Σε τελική ανάλυση, κάποιος επανέρχεται στο ερώτημα κατά πόσο, ο ΜΚ3 ή και ο ΜΚ4 και τα μέλη της ομάδας του, δικαιούνταν, σύμφωνα με τον Νόμο, να κινηθούν εναντίον του Κατηγορουμένου, για να τον εξαναγκάσουν, δια του περιορισμού, ενδεχομένως, και της ελευθερίας του, να μεταβεί σε Αστυνομικό Σταθμό για την εξακρίβωση των στοιχείων του, διαπράττοντας κατά αυτό τον τρόπο και δικαιολογημένα, αυτή την, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, «τεχνική επίθεση», με την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας είχε ή είχαν ως Αστυνομικοί, υπό τις ακριβείς συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη τη στιγμή. H απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική.
  2. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Martin's Annual Criminal Code, έκδοση 2012, στην σελίδα 575: «Σύλληψης είναι η υποταγή στον περιορισμό της ελευθερίας ενός ατόμου και η άσκηση σωματικής δύναμης δεν αποτελεί απαραίτητο συστατικό αυτής της πράξης. Όταν από τα γεγονότα εξάγεται ότι στον κατηγορούμενο δεν λέχθηκε από τον αστυνομικό ότι ήταν υπό σύλληψη ή τον λόγο της σύλληψης του όταν αυτό ήταν εφικτό να γίνει, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί για επίθεση εναντίον του αστυνομικού βάσει αυτού του άρθρου .» [xiv]. (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  3. Για το ίδιο ζήτημα, στο σύγγραμμα Textbook on Criminal Law, Glanville Williams, 4η έκδοση, στην παράγραφο 12-129, αναφέρονται τα εξής: «Εάν ένα άτομο έχει νόμιμα συλληφθεί, τότε η αστυνομία μπορεί να τον περιορίσει. Η αστυνομία μπορεί να σταματήσει και να ερευνήσει άτομα σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Εκτός από αυτό, και από τις εξουσίες σύλληψης, το κοινό δίκαιο δεν αναγνωρίζει καμία εξουσία κράτησης, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις εξαιρετικής ανάγκης. Η διαδικασία που ορίζεται από το νόμο και από τους δικαστές για την άσκηση της εξουσίας σύλληψης, θα ακυρώνονταν εάν η αστυνομία μπορούσε να επιτύχει τον ίδιο σκοπό, επιτυγχάνοντας την κράτηση χωρίς σύλληψη. Μία παράνομη κράτηση αποτελεί παράνομη κατακράτηση και στην πράξη γενικά συνεπάγεται επίθεση; και η άρνηση του υπόπτου να παραμείνει ή να απαντήσει σε ερωτήσεις δεν αποτελεί παρεμπόδιση αστυνομικού κατά την άσκηση του καθήκοντός του. ..». [xv]. (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  4. Και στην συνέχεια, στην παράγραφο 12-134: «Ένας αστυνομικός ή άλλο άτομο που προτίθεται να κάνει μία σύλληψη δεν μπορεί απλώς να ανακοινώσει τη σύλληψη στον ύποπτο. Πρέπει να χρησιμοποιεί σαφές λεκτικό: ένα ευγενικό αίτημα προς τον ύποπτο να τον συνοδεύσει στο αστυνομικό τμήμα δεν αρκεί. Πρέπει να διασφαλίσει ότι ο συλληφθείς αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι πλέον ελεύθερος. Εάν ο ύποπτος υποταχθεί, θεωρείται ότι βρίσκεται υπό σύλληψη. Εάν δεν υποταχθεί, δεν υπάρχει σύλληψη έως ότου ο συλλήπτης αγγίξει τον ύποπτο, λέγοντάς του ότι είναι υπό σύλληψη. Επομένως, εάν ένας ύποπτος, μόλις του λεχθεί ότι είναι υπό σύλληψη, τρέξει μακριά, ο αστυνομικός πρέπει να τον ακολουθήσει και να τον αγγίξει προτού συλληφθεί νόμιμα. Εάν δεν μπορεί να τον αγγίξει, τότε τα λόγια πρέπει να επαρκούν για να καταστήσουν τη σύλληψη νόμιμη. Το τρέξιμο μακριά του υπόπτου πριν από τη σύλληψη δεν αποτελεί από μόνο του αδίκημα. Αλλά αν τρέξει ενώ ο αστυνομικός προσπαθεί να τον συλλάβει, τότε θα μπορούσε να είναι υπαίτιος για "αντίσταση" στη σύλληψη. Εάν τρέξει μακριά μετά τη σύλληψή του, είναι ένοχη για απόδραση, . Εάν μετά τη σύλληψή του, απλώς αρνείται να συνοδεύσει τον αστυνομικό, είναι αναμφίβολα ένοχος ότι παρεμπόδισε τον αστυνομικό στην εκτέλεση του καθήκοντός του. Όπου απαιτείται άμεση δράση, ο συλλήπτης δύναται, φαίνεται, να χρησιμοποιήσει άμεση βία για να περιορίσει τον ύποπτο; η βία είναι νομικά δικαιολογημένη, αλλά φαίνεται ότι η σύλληψη δεν είναι ολοκληρωμένη έως ότου ο συλλήπτης επικοινωνήσει σωστά με το άτομο που συνελήφθη. Ο ύποπτος πρέπει να ενημερώνεται τη στιγμή της σύλληψης για το τι ουσιαστικά κατηγορείται. Αυτός ο κανόνας καθιερώθηκε ως κοινό δίκαιο στην περίφημη υπόθεση Christie v Leachinsky. Απαιτεί από τον συλλήπτη να ενημερώσει τον ύποπτο εν συντομία την πράξη για την οποία έγινε η σύλληψη (σκοτώσατε τον Χ, κλέψατε μια τσάντα από το κατάστημα της Hermes), εκτός εάν στις περιστάσεις αυτό είναι προφανές στον ύποπτο ή η επικοινωνία μαζί του είναι ανέφικτη, όπως όταν ο ύποπτος παλεύει ή τρέχει μακριά.». [xvi]. (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  5. Οι σχετικές αρχές, αναλύονται και στο σύγγραμμα Zander on Pace, 6η έκδοση, στην παράγραφο 3-01: «Υπάρχουν δύο μορφές σύλληψης, νόμιμης και παράνομης. Στην Spicer ν Holt, ο Λόρδος Dilhorne είπε: "το εάν ένα άτομο έχει συλληφθεί ή όχι δεν εξαρτάται από τη νομιμότητα της σύλληψης, αλλά από το εάν έχει στερηθεί της ελευθερίας του να πάει εκεί που θέλει". Ένα άτομο που κρατείται από την αστυνομία χωρίς να συλληφθεί δικαιούται να χρησιμοποιήσει εύλογη βία για να αντισταθεί και δεν μπορεί να θεωρηθεί ένοχο ότι παρεμπόδισε την αστυνομία στην εκτέλεση του καθήκοντός του. ("Όπου ένας αστυνομικός συγκρατεί ένα άτομο, αλλά δεν προτίθεται ή σκοπεύει εκείνη τη στιγμή να τον συλλάβει, τότε διαπράττει επίθεση, ακόμη κι αν μια σύλληψη θα ήταν δικαιολογημένη."). Αυτό ισχύει και για την αντίσταση σε άλλους αστυνομικούς που έρχονται στη βοήθεια του αστυνομικού που προβαίνει στην σύλληψη. .». [xvii]. (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  6. Ο ΜΚ3, ειδικότερα, μπορεί ή μπορεί και όχι, στις συγκεκριμένες περιστάσεις, να είχε την εξουσία, στη βάση των προαναφερόμενων νομοθετικών διατάξεων, να συλλάβει τον Κατηγορούμενο. Αυτό το ερώτημα, ως προανέφερα, υπό τις περιστάσεις, δεν χρειάζεται να απαντηθεί. Το αφήνω ανοικτό, λέγοντας, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, ότι νιώθω αμφιβολία εάν υπό τις περιστάσεις ως είχαν εκτυλιχθεί μέχρι και την συγκεκριμένη στιγμή, υπήρχε εξουσία σύλληψης του Κατηγορουμένου, ειδικότερα εφόσον οι πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 76
(1)του Νόμου 141(Ι)/2002 δεν ακολουθήθηκαν. Αλλά, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι, ο ΜΚ3, είχε υπό τις περιστάσεις την εξουσία σύλληψης του Κατηγορουμένου, μου είναι απόλυτα σαφές από την μαρτυρία αμφότερων των ΜΚ3 και ΜΚ4, ότι κανένας απ' αυτούς ή και οποιοσδήποτε άλλος Αστυνομικός της ομάδας του ΜΚ4, σκόπευε ή προσπάθησε να συλλάβει τον Κατηγορούμενο. Αυτό που έγινε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, δεν έγινε ως αναπόσπαστο βήμα σε μία διαδικασία σύλληψης του Κατηγορουμένου, αλλά έγινε για να εξασφαλιστεί, ως προελέχθη, κατά τον συγκεκριμένο τρόπο, ο εξαναγκασμός του Κατηγορουμένου για να μεταφερθεί σε Αστυνομικό Σταθμό για την εξακρίβωση των στοιχείων του. Αυτό, κατά την κρίση μου, αποτελούσε, τουλάχιστον «τεχνική επίθεση», αν όχι επίθεση του ΜΚ3 ή και του ΜΚ4 και των μελών της ομάδας του εναντίον του Κατηγορουμένου και παράνομη σύλληψη του [xviii], εφόσον, οι ενέργειες τους, είχαν ως σκοπό τους την υποταγή της ελευθερίας κινήσεων του Κατηγορουμένου, ενώ φαίνεται περαιτέρω ότι προκάλεσαν φόβο στον Κατηγορούμενο ότι άμεσα θα ασκείτο βία σε βάρος του. Ο Κατηγορούμενος, συνεπώς, είχε το δικαίωμα να αντισταθεί, ως κατά τους ισχυρισμούς των ΜΚ3 και ΜΚ4, αντιστάθηκε, και ήταν στο πλαίσιο αυτής του της αντίστασης που κλώτσησε τον ΜΚ3, ως ο τελευταίος ισχυρίστηκε, στο πόδι. [xix]. Χτύπημα, το οποίο, ως ο ίδιος ο ΜΚ3, ισχυρίστηκε, ήταν «ελαφρύ», που αν και του προκάλεσε πόνο, δεν ήταν κάτι το οποίο του προκάλεσε βλάβη ή του άφησε οποιοδήποτε κατάλοιπο. [xx]. Ο Κατηγορούμενος, βρίσκω, και αυτό στην βάση των ισχυρισμών των ιδίων των ΜΚ3 και ΜΚ4, δεν έπραξε, υπό τις περιστάσεις, δυσανάλογα των ενεργειών της Αστυνομίας έναντι του. 32. Στην υπόθεση Φωτίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 192/2014, 16/09/2015, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε, μεταξύ άλλων, και το αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του του Άρθρου 244(β) του Κεφ. 154, οι περιστάσεις της οποίας ήγειραν τα ίδια νομικά ζητήματα όπως και σε αυτή την υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση, ήταν εύρημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ότι ο Κατηγορούμενος, μετά από ανακοπή του για τροχονομικό έλεγχο από την Αστυνομία, είχε παράνομα συλληφθεί τοποθετηθεί σε Αστυνομικό αυτοκίνητο και μεταφερθεί σε Αστυνομικό Σταθμό όπου και κρατήθηκε μέχρι την απόλυση του. Υπήρξε κάποιο περιστατικό στον Αστυνομικό Σταθμό, τα γεγονότα του οποίου οδήγησαν στην δίωξη του Κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων, και για το υπό συζήτηση αδίκημα. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ενώ προσπαθούσε να ασκήσει το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης, βρέθηκε αντιμέτωπος με τέσσερεις Αστυνομικούς οι οποίοι παράνομα τον εμπόδιζαν, εκ των οποίων ο ένας, όταν ο κατηγορούμενος αντιστάθηκε με σπρωξίματα, προσπάθησε και κατάφερε κατά τρόπο παράνομο, να του θέσει χειροπέδες, ενέργεια που ενείχε ακόμη περισσότερο το στοιχείο της αποστέρησης της ελευθερίας, ως άμεσος πλέον σωματικός περιορισμός. Σε κάποια φάση του περιστατικού, ο κατηγορούμενος, πέραν των σπρωξιμάτων, κλώτσησε κάποιο από τους Αστυνομικούς. Με δεδομένο το εύρημα αυτό του Επαρχιακού Δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο [xxi], ανέφερε τα εξής: «. το εν λόγω εύρημα . είναι θεμελιακής σημασίας για την υπόθεση, εφόσον την προσδιορίζει εξ αρχής ως περίπτωση κατά την οποία αστυνομικοί αποστέρησαν παράνομα την ελευθερία πολίτη. Τέτοια παρανομία δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψη του. Στη θεμελιακή υπόθεση Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591, ο Lord Simonds έθεσε το ζήτημα ως εξής: "I would say that it is the right of every citizen to be free from arrest unless there is in some other citizen, whether a constable or not, the right to arrest him. And I would say next that it is the corollary of that right of every citizen to be thus free from arrest that he should be entitled to resist arrest unless that arrest is lawful." [xxii]. Το δικαίωμα για αντίσταση, βέβαια, δεν είναι απόλυτο αλλά τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία, τότε ο δράστης μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης παρά το παράνομο της σύλληψης (Wilson
(1955)1 W.L.R. 493). Δεν μπορεί όμως να κριθεί ένοχος για επίθεση κατά οργάνου της τάξης εν τη δεούση εκτελέσει του καθήκοντός του, εφόσον ελλείπει το συστατικό στοιχείο της δέουσας εκτέλεσης καθήκοντος (Kenlin v. Gardiner [1967] 2 Q.B. 510).».
  1. Πρέπει, σε αυτό το πλαίσιο, να αναφέρω επιπρόσθετα και το τι αναφέρεται σχετικά, σε ένα από τα κορυφαία συγγράμματα στον τομέα του ποινικού δικαίου, Smith, Hogan, and Ormerod's, Criminal Law, 15η έκδοση, στις σελίδες 706 και 707, που αφορά και στις ενέργειες του ΜΚ4 και των μελών της ομάδας του, κατά το επίδικο περιστατικό: «Όταν η κατηγορία εναντίον του D είναι ότι επιτέθηκε ή παρεμπόδισε κ.τ.λ., ένα αστυνομικό, τον V, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του, και η επίθεση κ.τ.λ. συνέβη κατά τη διάρκεια που ο V πραγματοποιεί σύλληψη για ποινικό αδίκημα, το γεγονός ότι το αδίκημα για το οποίο ο αστυνομικός πραγματοποιούσε την σύλληψη, στη συνέχεια δεν οδηγεί σε καταδίκη, δεν σημαίνει ότι ο V δεν ενεργούσε κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Ωστόσο, όταν ο αστυνομικός δεν έχει συλλάβει το D και χρησιμοποιεί βία στο D, η αντίσταση του D δεν θα αποτελεί αδίκημα, ακόμη και αν ο αστυνομικός θα είχε την εξουσία να συλλάβει τον D εξ αρχής. Όταν ο D συλλαμβάνεται ή κρατείται παράνομα από έναν αστυνομικό, για παράδειγμα όταν ο αστυνομικός δεν έχει χρησιμοποιήσει γλώσσα σύλληψης ή δεν έχει πει στον D τους λόγους της σύλληψης του, ο αστυνομικός δεν ενεργεί κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο D δεν μπορεί να είναι υπεύθυνος για αντίσταση σε άλλους αστυνομικούς κατά την εκτέλεση του καθήκοντός τους όταν αυτοί βοηθούν απλώς την παράνομη σύλληψη του. . Το σημαντικό είναι ότι το Divisional Court στην υπόθεση Oraki v Director of Public Prosecutions [2018] 2 WLR 1725, επιβεβαίωσε ότι οι υπερασπίσεις της αυτοάμυνας και της προάσπισης άλλου προσώπου είναι, νομικά, διαθέσιμες σε σχέση με το αδίκημα της παρεμπόδισης αστυνομικού κατά εκτέλεση του καθήκοντός του.». [xxiii]. (η υπογράμμιση είναι δική μου)
  2. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, ο Κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί, χωρίς να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο.
  3. Πάραυτα, θα προχωρήσω και σε εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, για να αποτυπωθεί ολοκληρωμένα η κρίση του Δικαστηρίου για την υπόθεση.
  4. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένου, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν και τη λογική που με βάση την ανθρώπινη εμπειρία η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά.
  5. Ο Κατηγορούμενος, αν και από την ακρόαση της μαρτυρίας του, δεν μπορώ να αναφέρω ότι η εντύπωση που μου άφησε ως μάρτυρας ήταν κακή, εφόσον απαντούσε με φυσικότητα στα διάφορά ερωτήματα που του τίθεντο και χωρίς δισταγμό, καταλήγω σε μη αποδοχή της μαρτυρίας του επειδή, όπως διαπίστωσα, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας, ειδικότερα των ΜΚ3 και ΜΚ4, δια υποβολών που έγιναν σ' αυτούς για τα επίδικα γεγονότα, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, πρόβαλε γι' αυτά ισχυρισμούς στους οποίους δεν παρέμεινε σταθερός και κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του, παρατήρησα, δεν τους ακολούθησε. Αφήνοντας έτσι την εντύπωση ότι, εκ των υστέρων, διαφοροποιήθηκε σχετικά με τα πράγματα, σε μία προσπάθεια παρουσίασης μίας εκδοχής για τα γεγονότα που θα μπορούσε, πίστευε, να του παράσχει υπεράσπιση. Η παρατήρηση μου αυτή, αφορά ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου για τα πράγματα, που, δεδομένων των επίδικων γεγονότων της υπόθεσης και της υπόλοιπης μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, είναι ουσιαστικοί για την υπόθεση του. Θα αναφερθώ στην συνέχεια, στις κύριες απ' αυτές τις παρατηρήσεις μου.
  6. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, υποβλήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου, ότι, ο λόγος για τον οποίο, όταν πλέον ο Κατηγορούμενος βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος κρατώντας σφιχτά με τα χέρια του στον προφυλακτήρα του πίσω μέρους του λεωφορείου του ΟΣΕΛ, κινούσε τα πόδια του, «ήταν η αντίδρασης του και ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης των παράνομων ενεργειών της Αστυνομίας σε ότι αφορούσε τον περιορισμό της ελευθερίας του». Εντούτοις, όταν κατά την κυρίως εξέταση του ο Κατηγορούμενος ρωτήθηκε σχετικά από τον συνήγορο υπεράσπισης του, ήταν κατηγορηματικός ότι δεν κινούσε τα πόδια του και μάλιστα δήλωσε βέβαιος ότι δεν το έπραξε καθόλου. Κατά τον ίδιο τρόπο κατηγορηματικός, ήταν σχετικά με το εν λόγω ισχυριζόμενο γεγονός, και κατά την αντεξέταση του, όπου επεξήγησε ότι τα πόδια του πίεζαν κάτω στο έδαφος στην προσπάθεια του να συρθεί κάτω από το λεωφορείο του ΟΣΕΛ στον προφυλακτήρα του οποίου είχε πιαστεί με τα χέρια και ότι δεν τα κινούσε όπως του καταλογίζουν οι ΜΚ3 και ΜΚ
  7. Επίσης, ήταν θέση του Κατηγορουμένου, που μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του υποβλήθηκε στον ΜΚ3, ότι ο Κατηγορούμενος, όταν ο ΜΚ3 κάλεσε τον ΜΚ4 και την ομάδα του, σε μία προσπάθεια τους να τον συλλάβουν παράνομα, φοβήθηκε και γι' αυτό έπεσε στο έδαφος από μόνος του και πιάστηκε με τα χέρια του στον προφυλακτήρα του πίσω μέρους του λεωφορείου του ΟΣΕΛ. Πάραυτα, ο Κατηγορούμενος, όταν έδιδε την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, διαφοροποιήθηκε και ισχυρίστηκε ότι, στο έδαφος έπεσε, γιατί έχασε την ισορροπία του όταν οι πέντε Αστυνομικοί που τον προσέγγισαν προσπάθησαν να τον συλλάβουν.
  8. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, από πλευράς του Κατηγορουμένου, υποβλήθηκε σ' αυτόν η θέση ότι, μόλις αυτός είχε ζητήσει τα στοιχεία ταυτότητας του Κατηγορουμένου, ο Κατηγορούμενος του τα έδωσε. Θέση του Κατηγορουμένου για τα γεγονότα, στην οποία δεν παρέμεινε σταθερός, εφόσον, όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο τους ισχυρισμούς του για τα γεγονότα, υποστήριξε ότι, πράγματι του ζητήθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας από κάποιον Αστυνομικό και ότι αυτός, για τους λόγους που εξήγησε, ποτέ δεν τα έδωσε.
  9. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενών, κρίνω ότι δεν μπορώ να δώσω πίστη στην μαρτυρία του Κατηγορουμένου για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα. Ως εκ τούτου, δεν την αποδέχομαι και την απορρίπτω, στον βαθμό βέβαια που αφορά τα αμφισβητούμενα γεγονότα.
  10. Από την μαρτυρία του ΜΚ3, επίσης δεν έχω πεισθεί. Μου άφησε την εντύπωση, ότι δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως πραγματικά συνέβησαν. Ήταν, παρατήρησα, προσεχτικός στις τοποθετήσεις του για τα γεγονότα, έχοντας, κατά την αντίληψη μου, πλήρη επίγνωση των εξουσιών που ως μέλος της Αστυνομίας αντλεί από τον Νόμο, και προσπάθησε, διαπίστωσα, δια των ισχυρισμών που πρόβαλε εναντίον του Κατηγορουμένου, να δικαιολογήσει τις ενέργειες του και της Αστυνομίας κατά το πρωινό της 03ης/11/2015, που είχαν ως αποτέλεσμα, ο Κατηγορούμενος, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, να δεχθεί την προαναφερόμενη «τεχνική επίθεση» ή επίθεση, και να συλληφθεί παράνομα. Η πραγματικότητα, σχετικά με το ελατήριο των ενεργειών του ΜΚ3 κατά το επίδικο περιστατικό, ενθυλακώνεται, κατά την κρίση μου, σε μία από τις τελευταίες τοποθετήσεις του της αντεξέτασης του από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, όπου, όταν τα προαναφερόμενα του ετέθησαν ως θέση του Κατηγορουμένου, ανέφερε το εξής: «. Ο Κατηγορούμενος ήταν σκοπός, πρόσεχε από μόνος του τα λεωφορεία και είχε οδηγίες να ειδοποιήσει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας και τους υπαλλήλους να μαζευτούν, μόλις εμφανιστεί Αστυνομία, για να κάμουν το ίδιο που είχαν κάνει και το πρωί.».
  11. Σημειώνεται, ότι, όπως ο ΜΚ3 είχε ισχυριστεί κατά την κυρίως εξέταση του, η Αστυνομία, είχε και το πρωινό της 02ης/11/2015 επιχειρήσει την μετακίνηση των λεωφορείων του ΟΣΕΛ που ήταν σταθμευμένα στην Λεωφόρο Προεδρικού, επιχείρηση στην οποία έλαβε μέρος και αυτός ως επικεφαλής της ομάδας της ΜΜΑΔ, η οποία όμως επέτυχε, «διότι μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, καθώς και υπάλληλοι της εταιρείας, παρεμπόδισαν τους Αστυνομικούς να το πράξουν». Όπως ο ΜΚ3 επίσης χαρακτηριστικά ανέφερε, «Όταν μέλη της ΑΔΕ Λευκωσίας προσπάθησαν να μετακινήσουν ένα λεωφορείο, μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, καθώς και οι υπάλληλοι της εταιρείας, σπρώχτηκαν, διαπληκτίστηκαν μεταξύ τους και η Αστυνομία αποχώρησε.».
  12. Φαίνεται, συνεπώς, ότι, η πρόθεσης του ΜΚ3, όταν προσέγγισε τα λεωφορεία του ΟΣΕΛ στο συγκεκριμένο σημείο της Λεωφόρου Προεδρικού και διαπίστωσε την παρουσία του Κατηγορουμένου, ήταν εξ αρχής ο περιορισμός της ελευθερίας του, για να αποτρεπόταν η ειδοποίησης από αυτόν άλλων προσώπων που θα μπορούσαν με ενέργειες τους να παρεμποδίσουν την Επιχείρηση της Αστυνομίας, όπως είχε γίνει και κατά το προηγούμενο πρωινό, και όχι για οτιδήποτε είχε να κάνει με τα στοιχεία ταυτότητας του Κατηγορουμένου που δεν του τα είχε δώσει. Από το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον μου, αμφιβάλλω κατά πόσο ο ΜΚ3 πράγματι αγνοούσε την ταυτότητα του Κατηγορουμένου και αυτό, με δεδομένη και την ασάφεια της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς του Κατήγορου σχετικά με το πώς, πότε και από ποιόν διαπιστώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας του Κατηγορουμένου μετά το επίδικο περιστατικό, όταν ο Κατηγορούμενος παραδιδόταν στον ΜΚ2 για μεταφορά του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας. Για αυτό το γεγονός, που κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ3, ήταν το γενεσιουργό, ουσιαστικά, του επίδικου περιστατικού, δεν είναι λογικό ο ΜΚ3 να μην ήταν σε θέση να τοποθετηθεί θετικά.
  13. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3, προσπάθησε να δικαιολογήσει την οδηγία του προς τον ΜΚ4 και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας του, να μεταφέρουν τον Κατηγορούμενο σε Αστυνομικό Σταθμό, όπως ισχυρίστηκε, για εξακρίβωση στοιχείων, αντιλαμβανόμενος πλήρως ότι, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του, δεν είχε ενεργήσει σύννομα, εφόσον ο Κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό σύλληψη για οποιοδήποτε αδίκημα. Προσπάθησε να δικαιολογηθεί, λέγοντας ότι, ο ΜΚ4 και τα μέλη της ομάδας του, ήταν πιθανόν να μην χρειαζόταν να μεταφέρουν τον Κατηγορούμενο σε Αστυνομικό Σταθμό για την διακρίβωση των στοιχείων του με ότι αυτό συνεπαγόταν για την εν λόγω ενέργεια τους, αν ο Κατηγορούμενος, στην θέα τους, αποφάσιζε να συνεργαστεί και να τους τα έδιδε. Εντούτοις, ο ΜΚ4, ήταν ξεκάθαρος, ότι, οι οδηγίες του ΜΚ3 προς τον ίδιο και τα μέλη της ομάδας του, ήταν η μεταφορά του Κατηγορουμένου σε Αστυνομικό Σταθμό για την εξακρίβωση των στοιχείων του, με ότι συνεπαγόταν απ' αυτό, και με αυτή την πρόθεση και σκοπό κινήθηκαν προς τον Κατηγορούμενο. Δηλαδή, ακόμη και δια του φυσικού εξαναγκασμού του, σε περίπτωση που δεν συνεργαζόταν. Στην εξέλιξη των γεγονότων, φαίνεται ότι, ο ΜΚ3, οδηγήθηκε στην σύλληψη του Κατηγορουμένου, για το αυτόφωρο αδίκημα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικού κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, σε μία προσπάθεια, ενδεχόμενα, να δικαιολογήσει τον περιορισμό της ελευθερίας του Κατηγορουμένου που είχε προηγηθεί. Σ' αυτό φαίνεται να οδηγήθηκε ο ΜΚ3, λόγω της λανθασμένης μεθόδευσης των ενεργειών του που προηγήθηκαν, ενδεχομένως επειδή δεν ανέμενε την συγκεκριμένη αντίδραση και αντίσταση από τον Κατηγορούμενο, κάτι το οποίο αντιλήφθηκε στην συνέχεια των πραγμάτων ότι τον άφηνε εκτεθειμένο σχετικά με το σύννομο του περιορισμού της ελευθερίας του τελευταίου, το οποίο και προσπάθησε, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, να αντιμετωπίσει.
  14. Έχοντας κατά νου τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις για την μαρτυρία του ΜΚ3, καταλήγω ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ στην μαρτυρία του για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα. Ως εκ τούτου, απορρίπτω την μαρτυρία του, στον βαθμό βέβαια που αφορά γεγονότα που δεν είναι παραδεκτά.
  15. Ο ΜΚ4, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και έχω πεισθεί από την μαρτυρία του, ότι στο Δικαστήριο, για το επίδικο περιστατικό, κατέθεσε ότι στην πραγματικότητα, κατά την αντίληψη του και εξ όσων μπορούσε να θυμηθεί, διαδραματίστηκε. Απαντούσε με φυσικότητα στα διάφορα ερωτήματα που του τέθηκαν, αμέσως, χωρίς περιστροφές και με την άνεση ενός μάρτυρα που σκοπός του ήταν στο Δικαστήριο να παρουσιάσει τα γεγονότα ως ακριβώς τα βίωσε. Ίδιες είναι και οι παρατηρήσεις μου, σε γενικές γραμμές και σε ότι αφορά την ΜΚ1 και την μαρτυρία της. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στην μαρτυρία τους που θα δικαιολογούσε απόρριψη της. Ως εκ τούτου, βασίζομαι σε αυτήν για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα.
  16. Ο ΜΥ, η εντύπωση που μου άφησε, ήταν του πατέρα, που, με την μαρτυρία του, ήθελε να βοηθήσει τον υιό του να αποφύγει τις συνέπειες μία ποινικής δίωξης, ιδιαιτέρως εφόσον αυτή σχετιζόταν με την δράση διαμαρτυρίας με θέμα τον ΟΣΕΛ πηγή της οποίας ήταν αυτός, για το βάσιμο της οποίας, όπως αποδέχθηκε, δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να γνωρίζει. Αναφέρθηκε σε κάποια τηλεφωνική επικοινωνία με κάποιο αξιωματικό της Αστυνομίας, τον οποίο δεν ονομάτισε, επειδή, όπως ισχυρίστηκε, είτε δεν του αναφέρθηκε το όνομα του κατά την συνομιλία τους, είτε του αναφέρθηκε και ο ίδιος δεν το απομνημόνευσε, κάτι που σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να ελεγχθεί ο ισχυρισμός του από τον Κατήγορο και ενδεχομένως να αντικρουστεί, που και να ευσταθεί ως γεγονός, δεν θα μπορούσε να παράσχει υπεράσπιση στον Κατηγορούμενο. Δεν είναι άλλωστε λογικό, η Αστυνομία, με όλα όσα είχαν προηγηθεί σχετικά με τις αντιδράσεις του ιδίου και της οικογένειας του στην μετακίνηση των λεωφορείων του ΟΣΕΛ από την Λεωφόρο Προεδρικού που βρίσκονταν σταθμευμένα, αξιωματικός της Αστυνομίας να του τηλεφωνούσε προσφέροντας του αντάλλαγμα την απελευθέρωση και την μη δίωξη του Κατηγορουμένου σχετικά με το επίδικο περιστατικό, όταν την ίδια στιγμή η Αστυνομία εκτελούσε προγραμματισμένη Επιχείρηση για την μετακίνηση τους. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του ΜΥ δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται, στον βαθμό πάντοτε που αφορά γεγονότα τα οποία είναι αμφισβητούμενα.
  17. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, σχετικά με την εκτίμηση της μαρτυρίας, θα κατέληγα και πάλι ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί. Η προαναφερόμενη νομική ανάλυση, θα ήταν σε κάθε περίπτωση και πάλι σχετική, εφόσον τα νομικά ζητήματα που εγείρονται από την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ4, καθιστούν τις ενέργειες του Κατηγορουμένου δικαιολογημένες. Είναι γεγονός ότι, ο ΜΚ4, δεν μαρτύρησε ότι είδε την κλοτσιά που δέχθηκε ο ΜΚ3 από τον Κατηγορούμενο, αλλά ότι ενημερώθηκε για αυτό το γεγονός από τον ΜΚ3, όταν τον άκουσε να αναφέρει στον Κατηγορούμενο ότι τίθετο υπό σύλληψη. Αυτό το γεγονός, δεν μπορεί, σε κάθε περίπτωση, και δεν προσδίδει βεβαιότητα για σκοπούς καταδίκης του Κατηγορουμένου, είτε για το αδίκημα υπό εξέταση, είτε έστω για το αδίκημα της κοινής επίθεσης.
  18. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του.
  19. Τα έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Εκτός συγκεκριμένων περιπτώσεων, που εξαιρούνται από τον γενικό αυτό κανόνα, που δεν τυγχάνει κάποια εφαρμογής σε αυτή την υπόθεση. Βλ. Ιωάννου, κ. α. ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [ii] «Liberato direction»: Βλ. Liberato v The Queen
(1985)159 CLR 507 (βλ. τον δικαστικό λόγο του Brennan J.) και De Silva v The Queen [2019] HCA 48. Αμφότερες αποφάσεις Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστραλίας. Στην υπόθεση R v Anderson
(2001)127 A Crim R 116 (Εφετείου Νέας Νότιας Ουαλίας Αυστραλίας), η εν λόγω οδηγία, διατυπώθηκε ως εξής στους ενόρκους -υιοθετήθηκε και στην Johnson v Western Australia
(2008)186 A Crim R 531 (Εφετείου Δυτικής Αυστραλίας)-: «First, if you believe the evidence of the accused, obviously you must acquit. Second, if you find difficulty in accepting the evidence of the accused, but think that it might be true, then you must acquit. Third, if you do not believe the accused, then you should put his testimony to one side. The question will remain; has the Crown, upon the basis of evidence that you do accept, proved the guilt of the accused beyond reasonable ground?». Οδηγία σχετιζόμενη με αρχή στο δίκαιο της απόδειξης που αποτελεί νομολογία και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική, μεταξύ άλλων, είναι η υπόθεση Charitonos, a. o. v Republic
(1971)2 C.L.R. 40, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μία εκτενή ανάλυση του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459, για το προκείμενο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με μια έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), η αθώωση είναι αναπόφευκτη ...». [iii] Βλ. στο σύγγραμμα, Crown Court Practise: Trial, στην σελίδα 332. [iv] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Ηροδότου, Ποινική Έφεση Αρ. 120/2013, 30/03/2015 και Πετρόπουλος ν Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.
  1. Βλ. επίσης, στο σύγγραμμα Smith, Hogan, and Ormerod's, Criminal Law, 15η έκδοση, στην σελίδα 664, την παράγραφο 16.1.
  2. [v] Βλ. στο σύγγραμμα Smith, Hogan, and Ormerod's, Criminal Law, 15η έκδοση, στις σελίδες 708 και 709, την παράγραφο 16.8.2.
  3. [vi] Βλ. στο σύγγραμμα του μ., πρώην Π. Α. Δ., Α. Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, στις σελίδες 53, 54 και
  4. [vii] Το Άρθρο 6 του Νόμου 73(Ι)/2004, προνοεί: «
  5. Η Αστυνομία ασκεί τις εξουσίες της σε όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης, τη διαφύλαξη της ειρήνης, την πρόληψη και εξιχνίαση του εγκλήματος και τη σύλληψη και δίωξη των παρανομούντων. Για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών τα μέλη της Αστυνομίας δικαιούνται να μεταφέρουν όπλα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [viii] Σύμφωνα με το Άρθρο 24 του Νόμου 73(Ι)/2004: «24.-
(1)Κάθε μέλος της Αστυνομίας ασκεί τέτοιες εξουσίες και εκτελεί τέτοια καθήκοντα που δυνατό να ανατίθενται ή επιβάλλονται σε μέλος της Αστυνομίας βάσει οποιουδήποτε νόμου και υπακούει σε όλες τις νόμιμες διαταγές σε σχέση με την άσκηση του αξιώματός του, τις οποίες δύναται από καιρό σε καιρό να λαμβάνει από τους ανωτέρους του στην Αστυνομία.
(2)Είναι καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας πρόθυμα να υπακούει και να εκτελεί όλες τις διαταγές και εντάλματα που νόμιμα εκδίδονται σε αυτόν από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, να συλλέγει και να μεταδίδει πληροφορίες που επηρεάζουν τη δημόσια γαλήνη και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, να εμποδίζει τη διάπραξη αδικημάτων και δημόσιας οχληρίας, να ανακαλύπτει και να προσάγει παραβάτες ενώπιον της δικαιοσύνης και να συλλαμβάνει όλα τα πρόσωπα τα οποία είναι νόμιμα εξουσιοδοτημένος να συλλαμβάνει, για τη σύλληψη των οποίων υπάρχει ικανοποιητικός λόγος. .». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ix] Το Άρθρο 28 του Νόμου 73(Ι)/2004, προνοεί: «28.-
(1)Οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας- (α) δύναται να ανακόπτει, κατακρατά και ερευνά οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος, κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου και ιδιαίτερα όταν- (
  1. i)το βλέπει να προβαίνει σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή (
  2. ii)εύλογα υποψιάζεται ότι αυτό προβαίνει ή προτίθεται να προβεί σε οποιαδήποτε παράνομη πράξη ή ενέργεια ή ότι έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο ή (iii) το βλέπει να έχει παράνομα στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο για το οποίο απαιτείται άδεια βάσει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου την οποία και δύναται να απαιτήσει να του παρουσιάσει, ή (β) δύναται να ανακόπτει και ερευνά οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι χρησιμοποιείται ή εμπλέκεται στη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου.
(2)Πρόσωπο που παραλείπει να παρουσιάσει άδεια που ζητείται ή παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιοδήποτε λογικό σήμα μέλους της Αστυνομίας δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα, εκτός αν δώσει το όνομα και τη διεύθυνσή του και διαφορετικά ικανοποιήσει το μέλος της Αστυνομίας ότι θα ανταποκριθεί δεόντως σε οποιαδήποτε κλήση ή άλλη διαδικασία η οποία δυνατό να εγερθεί εναντίον του.
(3)Πρόσωπο που παραλείπει να συμμορφωθεί προς οποιοδήποτε λογικό σήμα μέλους της Αστυνομίας, που τον καλεί να σταματήσει οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο βάσει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, ή το οποίο παρεμποδίζει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του που ασκείται βάσει των διατάξεων του εδαφίου αυτού, είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας δύναται να συλλάβει οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο χωρίς ένταλμα και δύναται να φροντίσει όπως οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο που βρέθηκε από αυτόν ότι χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου μεταφερθεί στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό ή σε οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο μέρος και να κρατηθεί εκεί, μέχρις ότου αφεθεί ελεύθερο από τον υπεύθυνο του αστυνομικού αυτού σταθμού: Νοείται ότι καμιά τέτοια σύλληψη δεν ενεργείται, αν το πρόσωπο αυτό δώσει το όνομα και διεύθυνσή του και ικανοποιήσει το μέλος αυτό της Αστυνομίας, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου αυτού.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [x] Σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Νόμου 73(Ι)/2004: «29.-
(1)Είναι καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας- (α) να ρυθμίζει και να ελέγχει την τροχαία κίνηση· (β) να μεταβάλλει την κατεύθυνση όλων ή οποιουδήποτε είδους τροχοφόρων, όταν κατά τη γνώμη του υπεύθυνου μέλους της Αστυνομίας, το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει τέτοια ενέργεια· (γ) να τηρεί την τάξη σε δημόσιους δρόμους, οδούς, διαβάσεις, αεροδρόμια και χώρους αποβίβασης και σε άλλους χώρους δημόσιας αναψυχής ή χώρους στους οποίους το κοινό έχει πρόσβαση· και (δ) να ρυθμίζει την κίνηση και την τήρηση της τάξης σε περιπτώσεις εμφράξεων σε δημόσιους δρόμους και οδούς ή σε άλλους χώρους δημόσιας αναψυχής ή χώρους στους οποίους το κοινό έχει πρόσβαση.
(2)Πρόσωπο το οποίο ανθίσταται ή παρακούει οποιαδήποτε νόμιμη διαταγή που δίνεται από μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του βάσει του άρθρου αυτού, δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα, εκτός αν δώσει το όνομα και τη διεύθυνσή του και διαφορετικά ικανοποιήσει το μέλος της Αστυνομίας ότι θα συμμορφωθεί δεόντως σε οποιαδήποτε κλήση ή άλλη διαδικασία η οποία δυνατό να εγερθεί εναντίον του.
(3)Πρόσωπο το οποίο ανθίσταται ή παρακούει οποιαδήποτε νόμιμη διαταγή που δίνεται από μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του βάσει του άρθρου αυτού είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(4)Οι εξουσίες που παρέχονται με το άρθρο αυτό θα είναι επιπρόσθετες και όχι ακυρωτικές οποιασδήποτε εξουσίας την οποία το μέλος της Αστυνομίας δύναται να ασκεί για το σκοπό αυτό βάσει οποιουδήποτε άλλου νόμου.». [xi] Σύμφωνα με το Άρθρο 14 του Κεφ. 155: «14.-
(1)Αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα, να συλλάβει οποιοδήποτε- (α) τον οποίο βάσει εύλογης αιτίας υποπτεύεται ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με θανατική ποινή ή φυλάκιση για περίοδο που υπερβαίνει τα δύο έτη (β) ο οποίος διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση (γ) ο οποίος παρεμποδίζει αστυνομικό, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ή ο οποίος απέδρασε ή αποπειράται να αποδράσει από νόμιμη κράτηση (δ) στην κατοχή του οποίου βρίσκεται οτιδήποτε για το οποίο δύναται εύλογα να υπάρξει υποψία ότι είναι κλοπιμαίο και για το οποίο δύναται εύλογα να υπάρξει υποψία ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα αναφορικά με αυτό (ε) τον οποίο βάσει εύλογης αιτίας υποπτεύεται ότι είναι λιποτάκτης από Ναυτικό, Στρατό ή Αεροπορία της Δημοκρατίας (στ) τον οποίο υποπτεύεται βάσει εύλογης αιτίας ότι είχε σχέση με οποιαδήποτε πράξη που τελέστηκε σε οποιοδήποτε τόπο εκτός της Δημοκρατίας η οποία, αν εγίνετο στη Δημοκρατία θα ετιμωρείτο ως ποινικό αδίκημα και για την οποία αυτός δυνάμει νόμου ή διατάγματος του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε στη Δημοκρατία υπόκειται σε σύλληψη και κράτηση στη Δημοκρατία (ζ) για τον οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι εκδόθηκε από Δικαστήριο ένταλμα σύλληψης (η) ο οποίος δεν έχει εμφανείς πόρους συντήρησης και αδυνατεί να δώσει επαρκείς εξηγήσεις για τον εαυτό του (θ) ο οποίος βρίσκεται να λαμβάνει προφυλάξεις για απόκρυψη της παρουσίας του υπό περιστάσεις οι οποίες παρέχουν λόγο να πιστεύεται ότι λαμβάνει τις προφυλάξεις αυτές με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (ι) τον οποίο αυτός διατάσσεται από δικαστή να συλλάβει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 16 (ια) τον οποίο υποπτεύεται βάσει εύλογης αιτίας ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση και ο οποίος αρνείται να δώσει το όνομα και τη διεύθυνση του ή δίνει όνομα ή διεύθυνση τα οποία ο αστυνομικός υποπτεύεται ότι είναι ψευδή (ιβ) ο οποίος δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος το οποίο βρίσκεται εκάστοτε σε ισχύ.
(2)Η εξουσία η οποία παρέχεται σε αστυνομικό να προβαίνει σε σύλληψη χωρίς ένταλμα δεν μπορεί να ασκηθεί σε σχέση με ποινικό αδίκημα αν το νομοθέτημα το οποίο δημιουργεί το ποινικό αδίκημα προβλέπει ότι ο υπαίτιος δεν δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα, παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράττεται στην παρουσία του αστυνομικού και ο υπαίτιος αρνείται να δώσει το όνομα και τη διεύθυνση του ή δίνει όνομα ή διεύθυνση τα οποία ο αστυνομικός υποπτεύεται ότι είναι ψευδή, σε αυτή την περίπτωση ο αστυνομικός αυτός δύναται να ασκήσει τέτοια εξουσία ανεξάρτητα από τις διατάξεις του νομοθετήματος αυτού.». [xii] Σε ότι αφορά την εφαρμογή του Άρθρου 76
(1)του Νόμου 141(Ι)/2002, σχετικές είναι οι Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Vrahimis v Police
(1969)2 C.L.R. 60 και Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411, οι οποίες πραγματεύονται, το ταυτόσημο σε διατάξεις, Άρθρο 11 του περί Εγγραφής Κατοίκων Νόμος Κεφ. 85, που έχει καταργηθεί από τον Νόμο 141(Ι)/2002. Διακρίνεται, στις προαναφερόμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σχετικά με την εφαρμογή της προαναφερόμενης εξουσία της Αστυνομίας, βάσει του Άρθρου 76
(1)του Νόμου 141(Ι)/2002, κάποιος σκεπτικισμός. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411, με αναφορά στην υπόθεση Vrahimis v Police
(1969)2 C.L.R. 60, αναφορικά με το κατά πόσο η προαναφερόμενη νομοθετική πρόβλεψη, πρέπει να ερμηνευτεί ότι παρέχει απόλυτη εξουσία στην Αστυνομία, απαίτησης προσαγωγής και μετέπειτα άμεσης σύλληψης σε κάθε περίπτωση και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, το Ανώτατο Δικαστήριο φαίνεται να υποστηρίζει ότι, πρέπει να αποκαλύπτεται λόγος για τον οποίο οι αστυνομικοί κρίνουν αναγκαίο να ζητήσουν προσαγωγή του δελτίου ταυτότητας ενός προσώπου και πως η εκτέλεση αστυνομικών καθηκόντων και η άσκηση εξουσίας κατά την εφαρμογή του Νόμου γενικά, πρέπει να καθοδηγείται από το δημόσιο συμφέρον όπως αυτό αναδύεται εύλογα στο πλαίσιο των περιστατικών της κάθε περίπτωσης. Σημειώνεται, περαιτέρω ότι, σε άλλες δικαιοδοσίες, όπως π. χ. στην Αυστραλία, τέτοια εξουσία στην Αστυνομία, παρέχεται για σκοπούς απαίτησης της ταυτότητας (ονοματεπωνύμου και διεύθυνσης) προσώπου ύποπτου για την διάπραξη ποινικού αδικήματος ή μάρτυρα. Βλ. στο σύγγραμμα Ross on Crime, 8η έκδοση, την παράγραφο 16.2365 στην σελίδα 1133. [xiii] Re K
(1993)46 FCR 336: «[A] police officer acts in the exercise of his duty from the moment he embarks upon a lawful task connected with the functions as a police officer, and continues to act in the execution of that duty for as long as he is engaged in pursuing the task and until it is completed, provided that he does not in the course of the task do anything outside the ambit of his duty so as to cease to be acting therein.». [xiv] Martin's Annual Criminal Code, έκδοση 2012, στην σελίδα 575: «An arrest is a submission to restrain one's freedom and physical force is not an essential ingredient of that act. Where on the facts it was found that the accused was not told by the officer that he was under arrest or the reason for his arrest, when it was feasible to do so, he cannot be convicted of assaulting the officer under this section ..». [xv] Textbook on Criminal Law, Glanville Williams, 4η έκδοση, στην παράγραφο 12-129: «If a person has been lawfully arrested then the police may detain her. The police may stop and search people in specified circumstances. Apart from this, and from powers of arrest, the common law recognises no power to detain except in certain situations of extreme necessity. The procedure laid down by statute and by the judges for the exercise of the power of arrest would be set at naught if the police could achieve the same purpose by purporting to detain without arresting . Illegal detention is a false imprisonment and in practise would generally involve an assault; and the suspect's refusal to stay or to answer questions is not an obstruction of the police in the exercise of their duty. An imprisonment will be unlawful if it results from an unlawful arrest.». [xvi] Textbook on Criminal Law, Glanville Williams, 4η έκδοση, στην παράγραφο 12-134: «A constable or other person who proposes to make an arrest may not merely announce the arrest to the suspect. She must use clear words: a polite request to the suspect to accompany her to the police station is insufficient. She must ensure that the arrestee understands that she is no longer a free person. If the suspect submits, she is taken to be under arrest. If she does not submit, there is no arrest until the arrester touches the suspect, telling her that she is under arrest. Thus if a suspect, on being told that she is under arrest, runs away, the policeman must pursue her and touch her before she is legally arrested. If she cannot touch her, then words should be sufficient to make the arrest lawful. The suspect's running away before arrest is not an offence itself. But if she runs while the officer is trying to arrest her, then she could be liable for 'resisting' arrest. If she runs away after she has been arrested she is guilty of an escape, . If after being arrested, she simply refuses to accompany the officer, she is doubtless guilty of obstructing the officer in the execution of her duty. Where immediate action is required the arrester may, it seems, use immediate force to detain the suspect; the force is legally justified, but it would seem that the arrest is not complete until the arrester has made proper communication to the person arrested. The suspect must be informed at the time of arrest what essentially is alleged against her. This rule was established as common law in the celebrated case of Christie v Leachinsky. It requires the arrester to tell the suspect briefly the act for which the arrest is made (you killed X; you stole a handbag from the Hermes store), unless in the circumstances this is obvious to the suspect or communicating with her is impracticable, as where the suspect fights or runs away.». [xvii] Zander on Pace, 6η έκδοση, στην παράγραφο 3-01: «There are two forms of arrest, lawful and unlawful. In Spicer ν Holt Lord Dilhorne said: "whether or not a person has been arrested depends not on the legality of the arrest, but on whether he has been deprived of his liberty to go where he pleases". Α person who is detained by the police without being arrested is entitled to use reasonable force to resist and cannot be found guilty of obstructing the police in the execution of their duty. ("[W]here a police officer restrains a person, but does not at that time intend or purport to arrest him, then he is committing an assault, even if an arrest would have been justified. ") That applies also to resisting other officers who come to the arresting officer's aid. Whether minor restraint counts technically as an arrest is sometimes a nice question. However, it is well established that even where an unlawful arrest has taken place by reason of a failure to comply with the provisions of PACE and the Codes, the arrest may nevertheless be perfected by later compliance with the formal requirements of the Act or the code.». [xviii] «Technical assault», βλ. Kenlin & Another v Gardiner & Another [1967] 2 Q.B. 510 και Wood v Director of Public Prosecutions [2008] EWHC 1056 (Admin). [xix] Βλ. Wood v Director of Public Prosecutions [2008] EWHC 1056 (Admin). [xx] Από τα πρακτικά της ακρόασης ημερομηνίας 04/12/2020: «A. Δεν επισκέφθηκα τον γιατρό. E. Γιατί; A. Διότι η δουλειά μας είναι τέτοια, δεν σημαίνει ότι όποτε χτυπήσουμε πάμε γιατρό και από την άλλη ούτε είχα τον χρόνο να εγκαταλείψω τη συγκεκριμένη επιχείρηση και την πολυτέλεια να πάω στο Νοσοκομείο να εξεταστώ, για κάτι τόσο πολύ ελαφρύ. E. Όταν λέτε "ελαφρύ", τι εννοείτε; A. Ήταν ένα απλό χτύπημα, ένα απλό κλότσημα. . E. Σας έκαμε μώλωπα; A. Όχι. E. Σας προκάλεσε πόνο; A. Μάλιστα.». [xxi] Βλ. απόφαση Πλειοψηφίας. [xxii] Σε δική μου ελεύθερη μετάφραση: «Θα έλεγα ότι είναι δικαίωμα κάθε πολίτη να μην συλλαμβάνεται, εκτός εάν υπάρχει σε κάποιον άλλο πολίτη, είτε αυτός είναι αστυνομικός είτε όχι, το δικαίωμα να τον συλλάβει. Και θα έλεγα έπειτα ότι, είναι απόρροια αυτού του δικαιώματος κάθε πολίτη να είναι έτσι απαλλαγμένος από τη σύλληψη, ότι θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αντιστέκεται στη σύλληψη, εκτός εάν η σύλληψη είναι νόμιμη.». [xxiii] Smith, Hogan, and Ormerod's, Criminal Law, 15η έκδοση, σελίδες 706 και 707: «Where the charge against D is that he assaulted or obstructed etc a police officer, V, in the execution of his duty and the assault etc occurred in the course of V performing an arrest for a criminal offence, the fact that the offence for which the officer was effecting an arrest is subsequently not prosecuted to conviction does not mean that V was not acting in the execution of his duty. However, where the constable has not arrested D and uses violence in D, D''s resistance will not be an offence even if the constable would have been empowered to arrest D in the first place. Where D is arrested or detained by an officer unlawfully, for example where the officer has not used words of arrest or told D the grounds of arrest, the officer is not acting in the execution of his duty. In such a case, D cannot be liable for resisting other officers in the execution of their duty when they are merely assisting the unlawful arrest. . Importantly, the Divisional Court in Oraki v Director of Public Prosecutions [2018] 2 WLR 1725 confirmed that the defences of self-defence and defence of another person are, as matter of law, available in relation to the offence of obstructing a constable in the execution of his duty .». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.