ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Υπόθεση με αρ.: 9072/2016., 30/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 9072/
- Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 30/03/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μαργαρίτα Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σωτήρης Αργυρού. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ [Άρθρο 74
(1)[(β) και (γ)] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155]
- Ο Κατηγορούμενος, διώκεται από τον Κατήγορο, για τα αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 1, 2, 3 και 4 στο κατηγορητήριο, που αφορούν τα αδικήματα της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Β, της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, του εσκεμμένου πυροβολισμού με πυροβόλο όπλο μέσα στα όρια κατοικημένης περιοχής και της εσκεμμένης και παράνομης πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία, στα οποία έχει δηλώσει την μη παραδοχή του. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που δίδονται για αυτά στο κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος, στις 29/09/2012, είχε παράνομα στην κατοχή του, ένα πιστόλι και έξι φυσίγγια πυροβόλου όπλου, δια των οποίων εσκεμμένα πυροβόλησε, μέσα στα όρια κατοικημένης περιοχής, προκαλώντας εσκεμμένα και παράνομα ζημιά, αξίας €500, στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX08, ιδιοκτησίας του XXXXX Ρούσου.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 4
(1)του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου του 2004, Νόμος 113(I)/2004 [i] (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 113(Ι)/2004»), απαγορεύεται σε πρόσωπο που δεν έχει εξασφαλίσει, σύμφωνα με τον Νόμο 113(Ι)/2004, άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο ή ειδική άδεια από τον Αρχηγό της Αστυνομίας, να κατέχει πυροβόλο όπλο και πυρομαχικά της Κατηγορίας Β. Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Νόμου 113(Ι)/2004 [ii], Κατηγορία Β, αναφορικά με πυροβόλο όπλο, σημαίνει την αντίστοιχη κατηγορία πυροβόλων όπλων που αναφέρεται στο Πρώτο Παράρτημα του Νόμου 113(Ι)/2004. Παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου 4
(1)του Νόμου 113(Ι)/2004, αποτελεί, σύμφωνα με το Άρθρο 51
(1)του Νόμου 113(Ι)/2004 [iii], ποινικό αδίκημα. 3. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 4
(4)(δ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 [iv] (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 54»), απαγορεύεται σε πρόσωπο που δεν έχει εξασφαλίσει, σύμφωνα με το Κεφ. 54 -και δη βάσει των προνοιών του Άρθρου 4 αυτού-, άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, να έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε εκρηκτική ύλη. Το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Κεφ. 54 [v], δίδει την σημασία στο Κεφ. 54 του όρου «εκρηκτική ύλη», στην οποία περιλαμβάνονται και τα φυσίγγια κάθε περιγραφής. Παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Κεφ. 54, αποτελεί, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 4
(4)(δ) του Κεφ. 54, ποινικό αδίκημα.
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το Άρθρο 374(η) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), πρόσωπο που εσκεμμένα πυροβολεί με πυροβόλο όπλο μέσα στα όρια πόλης ή άλλης κατοικημένης περιοχής, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος.
- Τέλος, σύμφωνα με το Άρθρο 324
(1)του Κεφ. 154, πρόσωπο που εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος. 6. Η ακρόαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο, βρίσκεται στο στάδιο κατά το οποίο, ο Κατήγορος, έχει, δια της εκπροσώπου του, δηλώσει την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης του. Ο Κατηγορούμενος, δεδομένου τούτου, έχει, δια του συνηγόρου υπεράσπισης του, υποβάλει ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)[(β) και (γ)] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), επιβάλλεται να εξετάσει και αποφασίσει το ζήτημα. 7. Το κριτήριο που πρέπει να εφαρμοστεί από το Δικαστήριο για την λήψη της απόφασης του, είναι κατά πόσο, από την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία, μετά από αντικειμενική θεώρηση της, υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, εάν τελικά γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, αποδεικνύουν το κάθε συστατικό στοιχείο του κάθε αδικήματος για το οποίο ο Κατηγορούμενος, ως προαναφέρθηκε, διώκεται. Υπό την επιφύλαξη αυτό πάντοτε, του ότι, ακόμη και στην ύπαρξη τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων, το Δικαστήριο, μπορεί να απορρίψει το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου ή μέρος αυτού, εάν κρίνει ότι, αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία, είναι τόσο ελλιπή από απόψεως βαρύτητας ή και είναι σε τέτοιο βαθμό αναξιόπιστα, που δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτά. Σχετικά, με το θέμα αυτό, είναι και τα όσα στην συνέχεια επισημαίνονται. Το ζητούμενο, πάντοτε, για την ορθή απόφαση του Δικαστηρίου στο υπό αναφορά ζήτημα, είναι, η θεώρηση ολόκληρης της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από πλευράς του Κατήγορου ως ένα σύνολο και η κρίση αντικειμενικά, -δηλαδή, χωρίς σε βάθος εκτίμηση-, της καλύτερης της έκδοσης. 8. Στις περιπτώσεις όπου, τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελούν ουσιαστικά, περιστατική μαρτυρία, υπάρχει κάποια ιδιομορφία. [vi]. Και εξηγώ: (
- i)Εάν υπάρχει άμεση μαρτυρία, που είναι ικανή να αποδείξει το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, ασχέτως του ότι, το Δικαστήριο, ενδεχομένως να κρίνει ότι αυτή, ως μαρτυρία, είναι αδύνατη. Εκτός, φυσικά, όπως προαναφέρθηκε, της περίπτωσης όπου η άμεση αυτή μαρτυρία, κριθεί ως τόσο ελλιπής από απόψεως βαρύτητας ή και ότι είναι σε τέτοιο βαθμό αναξιόπιστη, που δικαιολογεί την αθώωση και απαλλαγή του Κατηγορουμένου από το στάδιο αυτό. (
- ii)Εάν η υπόθεση του Κατήγορου, εξαρτάται από περιστατική μαρτυρία, και η μαρτυρία αυτή, εάν τελικά γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, είναι ικανή να προκαλέσει σε ένα λογικό μυαλό, συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου, είναι ικανή να προκαλέσει ένα λογικό μυαλό να αποκλείσει κάθε ανταγωνιστική υπόθεση ως παράλογη, υπάρχει και πάλι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση. (iii) Δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, μόνο όταν η μαρτυρία δεν είναι ικανή, κατά Νόμο, να υποστηρίξει την καταδίκη του. Αυτό σημαίνει ότι, σε μία υπόθεση όπου τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν ουσιαστικά περιστατική μαρτυρία, ακόμη και εάν ολόκληρη η μαρτυρία που ο Κατήγορος προσκόμισε στο Δικαστήριο, γινόταν τελικώς αποδεκτή από το Δικαστήριο και όλα τα συμπεράσματα γεγονότων ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου συνάγονταν από το Δικαστήριο [vii], ένα λογικό μυαλό δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ότι, σε μία υπόθεση όπου τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν ουσιαστικά περιστατική μαρτυρία, ίσως μπορεί να υπάρχει πιθανότητα συμπεράσματος γεγονότων που να συνάδει με την αθωότητα του Κατηγορουμένου, δεν είναι αρκετό για να κριθεί ότι ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση στο κατηγορητήριο του. Το κριτήριο, είναι ως προαναφέρθηκε. 9. Υπό τον τύπο υπενθύμισης, αναφέρεται επιπρόσθετα, ότι, η ικανοποίησης του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σημαίνει, για σκοπούς του Νόμου -στο βαθμό βέβαια, που σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αρχές, αφορά στο υπό κρίση ζήτημα-, βεβαιότητα, από την μαρτυρία, για τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στο κατηγορητήριο [viii]. Η αμφιβολία, ως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να είναι ευφάνταστη, ούτε ανόητη, αλλά λογική. 10. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, ο Κατήγορος, παρουσίασε την μαρτυρία των: (
- i)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Μοδέστου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ο εξεταστής των γεγονότων αυτής της υπόθεσης για την Αστυνομία. (
- ii)XXXXX Ρούσου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι το θύμα των εγκληματικών πράξεων που καταλογίζονται στον Κατηγορούμενο. (iii) Αρχιαστυφύλακα XXXXX, XXXXX Αλεξάνδρου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως ειδικός για την αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών της Αστυνομίας, διενέργησε για την Αστυνομία, εξετάσεις αυτοψίας στον τόπο του εγκλήματος και τεκμηρίων που εξασφαλίστηκαν από την Αστυνομία. (
- iv)XXXXX Αυξεντίου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ4»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ως χημικός και προϊστάμενη του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, διενέργησε για την Αστυνομία, εξετάσεις τεκμηρίων που εξασφαλίστηκαν από την Αστυνομία. Και, (
- v)XXXXX Δρακούλη (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ5»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι Αντισυνταγματάρχης Νομικού Σώματος της Εθνικής Φρουράς και Διευθύντρια στο Στρατολογικό Γραφείο Λευκωσίας, Κερύνειας και Μόρφου, με πρόσβαση σε στοιχεία σχετικά με την στρατιωτική θητεία και την υπηρεσία εφεδρείας του Κατηγορουμένου στην Εθνική Φρουρά. 11. Αρκετά γεγονότα, σημειώνεται, έχουν, από τους Κατήγορο και Κατηγορούμενο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης του Κατήγορου, δηλωθεί ως παραδεχτά, και το Δικαστήριο, ως τέτοια, τα έχει αποδεχθεί προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων αυτής της υπόθεσης. Σε αυτά, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο, για την ανάλυση μου για το σκεπτικό μου της απόφασης που καταληκτικά λαμβάνω στο προαναφερόμενο ζήτημα. 12. Από την προσκομισθείσα κατά την ακρόαση της υπόθεσης του Κατήγορου μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτουν τα εξής: (
- i)Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ2, πριν από το μεσημέρι στις 29/09/2012, διαπίστωσε ότι, στο αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας του, με αριθμούς εγγραφής XXXXX08, είχε, ενόσω αυτό ήταν σταθμευμένο στον δημόσιο δρόμο -ήτοι, επί της οδού XXXXX 21Α, στην XXXXX -, κοντά στο πεζοδρόμιο απέναντι σχεδόν από το σπίτι του, προκληθεί ζημιά, προφανώς κακόβουλα, -όπως έδειχνε η ζημιά που υπέστη και οι κάλυκες φυσιγγίων πυροβόλου όπλου που βρίσκονταν παρακείμενα στο οδόστρωμα-, από πυροβολισμούς πυροβόλου όπλου, και κάλεσε την Αστυνομία. Κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, το προαναφερόμενο αυτοκίνητο του, το είχε σταθμεύσει στο συγκεκριμένο, ως προελέχθη, σημείο, κατά το βράδυ της προηγούμενης ημέρας, περί η ώρα 19:50. (
- ii)Κατά τους ισχυρισμούς του Αστ. XXXXX, Π. Σολωμού (βλ. Τεκμήριο ΠΓ2), η μαρτυρία του οποίου είναι παραδεκτή από τους διαδίκους και έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της, η Αστυνομία, ανταποκρίθηκε στην προαναφερόμενη κλήση του ΜΚ2, δια της άφιξης του στην σκηνή στις 10:50 της ίδιας ημέρας, οπόταν ο ΜΚ2 του υπέδειξε τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις του. Η σκηνή, τότε, αποκλείστηκε, για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης που πρόκυπτε από την Αστυνομία. (iii) Όπως οι ΜΚ1 και ΜΚ3 ισχυρίστηκαν, η αυτοψία στον τόπο του, ως φαινόταν, διαπραχθέντος εγκλήματος και η εξέτασης τεκμηρίων που εξασφαλίστηκαν κατά την διάρκεια της (βλ. και Τεκμήριο 12 και Τεκμήριο ΠΓ12), από την Αστυνομία, δείχνει ότι, εναντίον του εν λόγω αυτοκινήτου του ΜΚ2, ρίχθηκαν έξι πυροβολισμοί από πυροβόλο όπλο, που έπληξαν την αριστερή πλευρά του. Κάτω στο οδόστρωμα της εν λόγω οδού που ήταν σταθμευμένο, παρακείμενα του εν λόγω αυτοκινήτου του ΜΚ2, εντοπίστηκαν έξι κάλυκες φυσιγγίων και δύο βολίδες πυροβόλου όπλου. Ενώ, άλλη μία βολίδα πυροβόλου όπλου, βρέθηκε στο εσωτερικό του εν λόγω αυτοκινήτου του ΜΚ2, κάτω από την θέση του συνοδηγού. Εξέτασης των προαναφερόμενων τεκμηρίων, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ3 (βλ. Τεκμήριο 25), έδειξε ότι: (α) οι προαναφερόμενοι έξι κάλυκες φυσιγγίων πυροβόλου όπλου, είναι από φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 9 χλμ x 17 mm και ότι, οι πέντε από αυτούς, -δηλαδή, με εξαίρεση τον ένα από αυτούς, που δεν διέθετε χαρακτηριστικά επαρκή για σχετική εξέταση- πυροβολήθηκαν από το ίδιο όπλο· και ότι, (β) οι προαναφερόμενες τρείς βολίδες πυροβόλου όπλου, είναι διαμετρήματος 9 χλμ και έχουν επίσης πυροβοληθεί από το ίδιο όπλο. (
- iv)Ο ΜΚ2, ισχυρίστηκε, -όπως κατέθεσε και αμέσως μετά το επίδικο συμβάν και στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 23)-, ότι, για την προαναφερόμενη εγκληματική ενέργεια εναντίον του, υποπτεύεται μόνον τον Κατηγορούμενο, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν υφιστάμενος του στο Τμήμα Ταχυδρομικών Υπηρεσιών -σε ένα από τους Τομείς Διανομής του Παραρτήματος του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών στην λεωφόρο Προδρόμου στην Λευκωσία- και τον οποίο είχε, κατά την περίοδο που είχε προηγηθεί, καταγγείλει για απρεπή συμπεριφορά στον εργασιακό χώρο, αδικαιολόγητες απουσίες από την εργασία του και μη ορθή εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων, θέμα, για το οποίο, είχε ήδη οριστεί ερευνών λειτουργός από το αρμόδιο Υπουργείο Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, για να του επιληφθεί. Είχαν, κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, κατά τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες πριν το επίδικο περιστατικό που προΐστατο του συγκεκριμένου τμήματος, προηγηθεί και άλλες προφορικές παρατηρήσεις του προς τον Κατηγορούμενο, σχετικές με την συμπεριφορά του στην εργασία του, όπως και για την εκτέλεση της εργασίας του. Όμως η τελευταία, ως προαναφέρθηκε, που είχε υποβληθεί εναντίον του Κατηγορουμένου, μόλις ένα μήνα πριν από το επίδικο περιστατικό, και για την οποία ο Κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί και από τον ίδιο προφορικά, ήταν επίσημη («γραπτή») προς την διεύθυνση της Υπηρεσίας, και με αυτήν ζητείτο και η αντικατάστασης του Κατηγορουμένου, στον οποίο, σε σχέση με την υπηρεσία διανομής που είχε καθήκον, στο μεταξύ, είχε αλλάξει και καθήκοντα. (
- v)Σχετικά με τα προαναφερόμενα, όπως ανέφερε ο ΜΚ1 στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του, ανακρινόμενος ο Κατηγορούμενος (βλ. Τεκμήριο 7), αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη σχέση του με τον ΜΚ2, στις προστριβές τους σε θέματα της εργασίας του, στις παρατηρήσεις που δέχθηκε από αυτόν, στην αλλαγή των καθηκόντων του που του έκανε ο ΜΚ2 και την αντίδραση του ιδίου σε αυτήν, όπως επίσης και στην επίσημη καταγγελία που του έκανε ο ΜΚ2 στην διεύθυνση της Υπηρεσίας, στην οποία, όπως ισχυρίστηκε, τοποθετήθηκε και γραπτώς. Όπως ο ΜΚ1 περαιτέρω ισχυρίστηκε, ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος του ανέφερε επίσης ότι, ο ΜΚ2, τον είχε και ο ίδιος πληροφορήσει για την προαναφερόμενη επίσημη καταγγελία του, για την οποία, όπως του ανέφερε, ο ίδιος του είχε ζητήσει εξηγήσεις για να μπορεί να απαντήσει, όπως προαναφέρθηκε ότι πράγματι έκανε, γραπτώς. Περαιτέρω, όπως ο ΜΚ1 ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του, ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος σχετικά με τα περιστατικά αυτής της υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 7), επιπρόσθετα, του ανέφερε ότι δεν γνώριζε την διεύθυνση διαμονής του ΜΚ2. (
- vi)Είναι παραδεκτή από τους διαδίκους και έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της, η μαρτυρία των XXXXX Προκοπίου (βλ. Τεκμήριο ΠΓ1), XXXXX Προκοπίου (βλ. Τεκμήριο ΠΓ2) και XXXXX Προκοπίου (βλ. Τεκμήριο ΠΓ3), που είναι γείτονες του ΜΚ2, παραπονούμενου, όπως επίσης και του XXXXX Ρούσου (βλ. Τεκμήριο ΠΓ4), που είναι υιός και συγκάτοικος του ΜΚ2, σύμφωνα με την οποία, κατά το πρωινό της 29ης/09/2012, όλοι θορυβήθηκαν από κάποιο δυνατό ήχο, -τον οποίο έκαστος αντιλήφθηκε και ως εκ τούτου, περιέγραψε διαφορετικά, που θα μπορούσε, σύμφωνα με αυτές, να προέρχεται από πυροβολισμό ή πυροβολισμούς πυροβόλου όπλου-, την ίδια περίπου ώρα, περί τις 01:40 με 02:00. (vii) Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, όταν, κατά το απόγευμα της 29ης/09/2012, ανέκρινε τον Κατηγορούμενο, σχετικά με το επίδικο περιστατικό, ο Κατηγορούμενος, για το που βρισκόταν κατά το βράδυ της 28ης/09/2012, του ανέφερε ότι, περί η ώρα 23:45, έφυγε από το διαμέρισμα του που βρίσκεται στην περιοχή των Αγίων Ομολογητών στην Λευκωσία, οδηγώντας το αυτοκίνητο του, και μετέβηκε στο νυχτερινό κέντρο «Πύλες», που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Λατσιών, για διασκέδαση μαζί με άλλα πρόσωπα, τους οποίους και κατονόμασε. Όπως ανέφερε, από τα μεσάνυχτα της 28ης/09/2012, μέχρι και η ώρα 05:00, περίπου, που έφυγε, οδηγώντας και πάλι το αυτοκίνητο του, για το σπίτι της φιλενάδας του, XXXXX Diana Jarcu, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Λατσιών, όπου και παρέμεινε μέχρι και το μεσημέρι, βρισκόταν συνέχεια στο εν λόγω κέντρο διασκέδασης με τους XXXXX Σπύρου και XXXXX Σωκράτους, όπως επίσης και με τα αδέλφια, XXXXX Χαραλάμπους και XXXXX Χαραλάμπους, οι οποίοι κατέφθασαν και συνενώθηκαν στην παρέα τους αργότερα, μεταξύ των ωρών 02:00 και 03:00. (viii) Σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ1, από τους προαναφερόμενους XXXXX Σπύρου, XXXXX Χαραλάμπους και XXXXX Diana Jarcu, σχετικά με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου, λήφθηκε γραπτή κατάθεση (βλ. τα Τεκμήρια 20, 18 και 19Α), ενώ με τον XXXXX Σωκράτους έγινε τηλεφωνική επικοινωνία και καταγραφή των ισχυρισμών του σε ημερολόγιο ενέργειας της Αστυνομίας (βλ. Τεκμήριο 21), οι οποίοι, σε γενικές γραμμές, επιβεβαιώνουν ότι βρίσκονταν μαζί με τον Κατηγορούμενο, συνεχώς, στον τόπο και κατά την ώρα που αυτός ισχυρίστηκε, ως προαναφέρθηκε, ανακρινόμενος. Εν προκειμένω, σημειώνεται επίσης ότι, ο Κατηγορούμενος, όταν στις 29/09/2012 στις 18:02, μετά από διακοπή της ανάκρισης του από τον ΜΚ1 που βρισκόταν σε εξέλιξη, συνελήφθητε από τον ΜΚ1, βάσει του Δικαστικού εντάλματος σύλληψης του, Τεκμήριο 8, και για τα αδικήματα του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου του, αρνήθηκε την διάπραξη τους, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την υπόθεση αυτή και ότι κατά το προηγούμενο βράδυ βρισκόταν για έξοδο με φίλους του. (
- ix)Υπενθυμίζεται ότι, το επίδικο περιστατικό πυροβολισμού κατά του αυτοκινήτου του ΜΚ2, χρονικά, σύμφωνα με την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία, τίθεται περί η ώρα 01:40 με 02:00 και ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου, βάσει της ανάκρισης του από τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος, εκείνη την ώρα, βρισκόταν με τα προαναφερόμενα πρόσωπα, -τουλάχιστον τους XXXXX Σπύρου και XXXXX Σωκράτους-, στο συγκεκριμένο κέντρο διασκέδασης, κάτι που οι τελευταίοι, σύμφωνα με τον ΜΚ1, με τις καταθέσεις τους προς την Αστυνομία, ως προελέχθη, το επιβεβαιώνουν. (
- x)Υπενθύμισης που γίνεται, σχετικά με την προσκομισθείσα μαρτυρία, για να επισημανθεί η νομική αρχή -η οποία εφαρμόζεται από το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, στον βαθμό που το ζητούμενο, με δεδομένο τον συγκεκριμένο τρόπο που αντικρίζεται τώρα η μαρτυρία, δικαιολογεί, για την απόφαση του -, σύμφωνα με την οποία, όταν τίθεται από πλευράς Κατηγορουμένου κάποιο «άλλοθι», το βάρος απόδειξης του κατηγορητηρίου του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εξακολουθεί να το φέρει ο Κατήγορος. Σύμφωνα με αυτήν, σημειώνεται, ο Κατήγορος, οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι το «άλλοθι» του Κατηγορουμένου, πρέπει να απορριφθεί. Οφείλει, δηλαδή, ο Κατήγορος, να διαψεύσει τον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, ο Κατήγορος, πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν στον προαναφερόμενο τόπο που διαπράχθηκαν τα αδικήματα, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Κατήγορος, αποτυγχάνει σε αυτό, εάν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπάρχει λογική πιθανότητα, σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος να ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάπου αλλού. (
- xi)Ο Κατήγορος, ως εκ τούτου, στην προκείμενη περίπτωση, πρέπει να αποκλείσει οποιαδήποτε λογική πιθανότητα ο Κατηγορούμενος να βρισκόταν στο συγκεκριμένο κέντρο διασκέδασης στα Λατσιά, στις 01:40 με 02:00 η ώρα, που υπάρχει μαρτυρία ότι διαπράχθηκαν τα εν λόγω αδικήματα και περαιτέρω, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με την μαρτυρία που παρουσίασε στο Δικαστήριο επί της οποίας βασίζει την υπόθεση του, ότι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ο Κατηγορούμενος, κατά την ώρα αυτή, βρισκόταν στην σκηνή που διαπράχθηκαν τα αδικήματα, δηλαδή στην συγκεκριμένη οδό στην Λακατάμια, Αποτυχία του Κατήγορου σε αυτό, επιβάλλει στο Δικαστήριο την αθώωση του Κατηγορουμένου από το κατηγορητήριο του. [ix]. (xii) Κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, που αφορούν και το προαναφερόμενο ζήτημα, το προαναφερόμενο κέντρο διασκέδασης, αν και είχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, αυτό δεν προσέφερε ικανοποιητική μαρτυρία σχετικά με το που ο Κατηγορούμενος βρισκόταν και τις κινήσεις του καθ' όλη την διάρκεια της βραδιάς, λόγω των αρκετών «τυφλών σημείων», ειδικότερα σε σχέση με την είσοδο και έξοδο σε αυτό και για αυτό δεν παραλείφθηκε από την Αστυνομία ως τεκμήριο. Περαιτέρω, υποστήριξε ο ΜΚ1, αν και η απόσταση μεταξύ του εν λόγω κέντρου διασκέδασης και της σκηνής του εγκλήματος, δεν είναι μεγάλη, το ζήτημα αυτό δεν ερευνήθηκε περαιτέρω, σχετικά με την ακριβή απόσταση και χρόνο μετακίνησης από σημείο σε σημείο σε διαφορετικές πιθανές συνθήκες τροχαίας κίνησης και διαδρομής, για να υπάρχουν δεδομένα κρίσης σχετικά με την δυνατότητα και σε ποιο χρόνο, κάποιος θα μπορούσε να έχει για να μετακινηθεί μεταξύ των δύο σημείων. (xiii) Ο ΜΚ1, εξεταζόμενος από την εκπρόσωπο του Κατήγορου κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο, ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με πληροφορία που είχε ληφθεί από την Αστυνομία και του διαβιβάστηκε (βλ. Τεκμήριο 15), εμπλεκόμενο, στο επίδικο περιστατικό μαζί με τον Κατηγορούμενο, πρόσωπο, ήταν και κάποιος XXXXX Πατσαλίδης, «γνωστός» στην Αστυνομία, ο οποίος, σύμφωνα με τις λεπτομερείς της, ήταν και το πρόσωπο που πυροβόλησε με πυροβόλο όπλο κατά του προαναφερόμενου αυτοκινήτου του ΜΚ2. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος, ανακρινόμενος από αυτόν στις 21/10/2014 (βλ. Τεκμήριο 9) για την σχέση του με το εν λόγω πρόσωπο, του ανέφερε ότι είναι απλά γνώριμοι και τίποτα περισσότερο. Ο εν λόγω XXXXX Πατσαλίδης, ισχυρίστηκε ο ΜΚ1 επιπρόσθετα, ανακρίθηκε από αυτόν, μεταξύ άλλων, και σχετικά με την προαναφερόμενη πληροφορία, «επισταμένα», χωρίς όμως να προκύψει οτιδήποτε εναντίον του. Με δεδομένη αυτή την μαρτυρία, θα ήταν παράλειψης, αν δεν σημειωνόταν και το πλαίσιο που έχει ο Κατήγορος ορίσει για την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, δια του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με το οποίο -όπως ξεκάθαρα προκύπτει, τόσο από την έκθεση αδικήματος, όσο και από τις λεπτομέρειες αδικήματος, του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου-, αυτό που ο Κατήγορος καταλογίζει στον Κατηγορούμενο, είναι αυτουργία των εν λόγω αδικημάτων και όχι συνέργεια για την διάπραξη τους. (xiv) Όπως ο ΜΚ1 περαιτέρω ισχυρίστηκε, την ίδια μέρα που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, κατά το απόγευμα, ο Κατηγορούμενος, συγκατατέθηκε να διερευνηθεί από την Αστυνομία το διαμέρισμα του (βλ. Τεκμήρια 1 και 6). Κατά την διάρκεια της εν λόγω έρευνας, σε συρτάρι επίπλου στην κουζίνα του διαμερίσματος, βρέθηκε τσαντάκι μέσης, εντός του οποίου υπήρχε ένα φυσίγγιο πυροβόλου όπλου. Ερωτηθείς για αυτό, ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ότι το απέκτησε όταν ήταν εθνοφρουρός και ότι βρισκόταν στην κατοχή του έκτοτε. Σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ5, ο Κατηγορούμενος απολύθηκε από εθνοφρουρός στις 26/09/2000 (βλ. Τεκμήριο 29). Το εν λόγω φυσίγγιο πυροβόλου όπλου, παραλήφθηκε ως τεκμήριο. Εξέτασης του, σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΚ3 (βλ. Τεκμήριο 25), έδειξε ότι είναι φυσίγγιο πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 9 χλμ x 17 mm. Ίδιου δηλαδή, τύπου, με τα έξι φυσίγγια πυροβόλου όπλου, οι κάλυκες των οποίων, ως προαναφέρθηκε, ανευρέθηκαν στην σκηνή του εγκλήματος. Όπως επίσης, ίδιου διαμετρήματος, με τις τρείς βολίδες πυροβόλου όπλου, που επίσης ανευρέθηκαν στην σκηνή του εγκλήματος. Ο ΜΚ3, που ως προαναφέρθηκε, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως ειδικός για την αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομανιών, δεν απέκλεισε ο συγκεκριμένος τύπος φυσιγγίου πυροβόλου όπλου να χρησιμοποιείται και από την Εθνική Φρουρά. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι φυσίγγια πυροβόλου όπλου χρησιμοποιεί η Εθνική Φρουρά. Ανέφερε, ο ΜΚ3, περαιτέρω, ότι, αν και τα φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 9 χλμ x 17 mm, δεν είναι το πιο διαδεδομένο είδος της κατηγορίας φυσιγγίων πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 9 χλμ -όπως για παράδειγμα είναι τα φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 9 χλμ x 19 mm που χρησιμοποιεί περισσότερο η Αστυνομία-, εντούτοις, και αυτά συναντώνται, όμως πολύ πιο αραιά. Την ίδια ημέρα και κατά την διάρκεια της προαναφερόμενης έρευνας στο διαμέρισμα του Κατηγορουμένου από την Αστυνομία, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος του παρέδωσε ένα παντελόνι και μία φανέλα, τα οποία, όπως του ισχυρίστηκε, φορούσε το προηγούμενο βράδυ. Αυτά παραλήφθηκαν ως Τεκμήριο (βλ. Τεκμήρια 1 και 6). (
- xv)Τα προαναφερόμενα τεκμήρια, τσαντάκι μέσης, παντελόνι και φανέλα, Τεκμήρια 4, 5 και 3 αντίστοιχα, όπως υποστηρίχθηκε από τους ΜΚ1 και ΜΚ4, εξετάστηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους, για να διαπιστωθεί εάν υπήρχαν σε αυτά «ίχνη πυρίτιδας» (βλ. Τεκμήριο 13). Αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής, σύμφωνα με την ΜΚ4 (βλ. Τεκμήριο 22), ήταν η ανίχνευσης: (α) στο τσαντάκι μέσης: σωματιδίων που αποτελούνται από βάριο (Ba) και αντιμόνιο (Sb)· και (β) στο παντελόνι:
(1)σωματιδίων που αποτελούνται από μόλυβδο (Pb) και βάριο (Ba),
(2)σωματιδίων που αποτελούνται από μόλυβδο (Pb) και αντιμόνιο (Sb) και
(3)σωματιδίων που αποτελούνται από βάριο (Ba) και αντιμόνιο (Sb). Στην φανέλα, δεν ανιχνεύτηκε οτιδήποτε σχετικό. Τα προαναφερόμενα, σύμφωνα με την ΜΚ3, είναι «σωματίδια δύο συστατικών», η ανίχνευσης των οποίων αποδεικνύει την ύπαρξη σωματιδίων σχετικών με εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου. Όπως η ΜΚ4 περαιτέρω ισχυρίστηκε, η παρουσία όλων των προαναφερόμενων σωματιδίων δύο στοιχείων, είναι απόδειξη ότι το άτομο που τα φορούσε «πιθανόν»: (α) να είχε χρησιμοποιήσει πυροβόλο όπλο, ή (β) να βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση όταν έγινε η εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου, ή (γ) να είχε χειριστεί αντικείμενα τα οποία είχαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης πυροβόλου όπλου. (xvi) Διευκρινίζοντας, όμως, η ΜΚ4, και τα εξής: (α) Κατά την εκπυρσοκρότηση ενός πυροβόλου όπλου, δηλαδή, κατά την κρούση του επικρουστήρα του στο καψύλλιο του φυσιγγίου που βρίσκεται στην θαλάμη του, άλατα βαρίου (Ba), μόλυβδου (Pb) και αντιμονίου (Sb) που βρίσκονται σε αυτό, λόγω της έκρηξης που δημιουργείται και των αερίων που παράγονται για την προώθηση της βολίδας του, υψηλής θερμοκρασίας, που απελευθερώνονται προς τα έξω από τις διάφορες οπές του πυροβόλου όπλου και την κάννη του, μεταφέρονται και αυτά προς τα έξω, όπου η θερμοκρασία είναι κατά πολύ χαμηλότερη, με αποτέλεσμα την συμπύκνωση τους και την δημιουργία σωματιδίων που περιέχουν και τα τρία προαναφερόμενα συστατικά: βάριο (Ba), μόλυβδο (Pb) και αντιμόνιο (Sb), τα λεγόμενα «σωματίδια τριών συστατικών». Κατά τον ίδιο τρόπο, είναι δυνατή και η δημιουργία «σωματιδίων δύο συστατικών», από διάφορους συνδυασμούς των προαναφερόμενων συστατικών: βαρίου (Ba), μόλυβδου (Pb) και αντιμονίου (Sb). Αυτά τα σωματίδια, είτε είναι «σωματίδια τριών συστατικών», είτε είναι «σωματίδια δύο συστατικών», επικάθονται στις διάφορες επιφάνειες αντικειμένων, ή και σε πρόσωπα και τον ρουχισμό τους, που βρίσκονται πλησίον του σημείου της εκπυρσοκρότησης του πυροβόλου όπλου, εξ ου και ο εργαστηριακός έλεγχος τους που γίνεται, προς διευκόλυνση των εξετάσεων της Αστυνομίας, υποθέσεων που σχετίζονται με πυροβολισμό ή πυροβολισμούς από πυροβόλο όπλο. (β) Τα σωματίδια αυτά, είτε είναι «σωματίδια τριών συστατικών», είτε είναι «σωματίδια δύο συστατικών», δεν διατηρούνται για πολύ χρόνο πάνω στις επιφάνειες αντικειμένων ή και σε πρόσωπα και τον ρουχισμό τους, λόγω του βάρους τους και της έλξης τους ως εκ τούτου προς τα κάτω λόγω της βαρύτητας. Κίνησης της επιφάνειας επί των οποίων βρίσκονται, μπορεί να οδηγήσει σε πέσιμο τους από αυτές, με συνεπακόλουθο αποτέλεσμα την μη ανίχνευση τους σε περίπτωση εξέτασης. Κατά τον ίδιο τρόπο, στασιμότητα της επιφάνειας επί των οποίων βρίσκονται, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να έχει και το αποτέλεσμα διατήρησης τους σε αυτές για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και για χρόνια. (γ) Τα «σωματίδια τριών συστατικών», επειδή είναι σωματίδια που δεν βρίσκονται στην φύση, όταν ανιχνευθούν, είναι σωματίδια τα οποία υποδεικνύουν, με σιγουριά, ότι έχει γίνει εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου και βοηθούν, ως εκ τούτου, στην διαπίστωση για την εμπλοκή προσώπου σε επεισόδιο πυροβολισμού πυροβόλου όπλου. Σε αντίθεση με τα «σωματίδια δύο συστατικών», που μόνο μία ένδειξη, περί πιθανότητας ότι έχει γίνει εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου, μπορούν να δώσουν όταν ανιχνευτούν, η οποία πρέπει να συνδυαστεί και με άλλα στοιχεία για να οδηγήσει σε σχετικό εύρημα, επειδή αυτά μπορούν να ανιχνευθούν ως αποτέλεσμα διάφορων εργασιών ή δράσεων του ανθρώπου, συγκεκριμένα παραδείγματα των οποίων η ΜΚ4 έδωσε. Αναλόγως περίπτωσης, ανέφερε περαιτέρω η ΜΚ4, υπάρχουν αναφορές και για συγκεκριμένο είδος «σωματιδίων δύο συστατικών». [x]. (xvii) Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τον ΜΚ1, κατά την ανάκριση του από αυτόν για την Αστυνομία στις 29/09/2012 (βλ. Τεκμήριο 7), όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είχε πρόσφατα έρθει σε επαφή με πυροβόλο όπλο ή εκρηκτικές ύλες, ήταν αρνητικός και ισχυρίστηκε ότι, τελευταία φορά που είχε τέτοια επαφή, ήταν κατά την παρουσίαση του ως έφεδρος της Εθνικής Φρουράς, περίπου κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους
- Περαιτέρω, και πάλι κατά τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, κατά την ανάκριση του Κατηγορουμένου από αυτόν για την Αστυνομία στις 21/10/2014 (βλ. Τεκμήριο 9), όταν έθεσε στον Κατηγορούμενο για σχολιασμό, τα προαναφερόμενα ευρήματα του Γενικού Χημείου του Κράτους, περί «πιθανότητας», λόγω ανίχνευσης, στο τσαντάκι μέσης και στο παντελόνι του, «σωματιδίων δύο συστατικών»: (α) να είχε χρησιμοποιήσει πυροβόλο όπλο, ή (β) να βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση όταν έγινε η εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου, ή (γ) να είχε χειριστεί αντικείμενα τα οποία είχαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης πυροβόλου όπλου·, ο Κατηγορούμενος, δήλωσε έκπληκτος και το απέκλεισε ως ενδεχόμενο, γιατί κάτι τέτοιο, του υποστήριξε, πραγματικά δεν συνέβητε, δηλώνοντας, όταν του ζητήθηκε από τον ΜΚ1 να δώσει κάποια εξήγηση, ότι, ενδεχομένως, επειδή το εν λόγω παντελόνι του, ήταν στο ίδιο ερμάρι με τα στρατιωτικά του ρούχα που φορά κατά τις παρουσιάσεις του στην Εθνική Φρουρά, -τα οποία δεν θυμόταν κατά πόσο ήταν πλυμένα και καθαρά-, να υπήρξε κάποια σχετική μεταφορά. Αυτός, βεβαίως, όπως παρατηρείται, δεν δικαιολογεί, από τον Κατηγορούμενο, καθόλου την ανίχνευση «σωματιδίων δύο συστατικών» στο τσαντάκι μέσης, που, ως προαναφέρθηκε, εντοπίστηκε στο διαμέρισμα του ξεχωριστά, σε συρτάρι επίπλου στην κουζίνα. (xviii) Σε σχέση με τα προαναφερόμενα, σχετική είναι η μαρτυρία της ΜΚ5, η οποία στο Δικαστήριο κατέθεσε ότι, η τελευταία παρουσίαση του Κατηγορουμένου ως έφεδρου στην Εθνική Φρουρά, ήταν στις 03/02/2011 και περαιτέρω, ότι, ο Κατηγορούμενος, λόγω της σωματικής του ικανότητας, -«Ι3»- και του Τμήματος που τοποθετήθηκε ως έφεδρος στην Εθνική Φρουρά, -«Υπόλοιπη Δύναμη»-, δεν του χρεώθηκε ατομικός εξοπλισμός ή και χρησιμοποίησε ποτέ πυροβόλο όπλο σε άσκηση ή βολή της εφεδρείας. Μάλιστα, σύμφωνα με την ΜΚ5, σε κάθε παρουσίαση του Κατηγορουμένου ως έφεδρος στην Εθνική Φρουρά, περιλαμβανομένης και της προαναφερόμενης στις 03/02/2011, ετύγχανε στρατιωτικής εκπαίδευσης και δεν έλαβε μέρος ποτέ σε βολή ή άλλη άσκηση της Εθνικής Φρουράς. Για δε τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου στον ΜΚ1, κατά την ανάκριση του τελευταίου στις 29/09/2012 (βλ. Τεκμήριο 7), ότι το φυσίγγιο πυροβόλου όπλου, που, ως προαναφέρθηκε, βρέθηκε στην κατοχή του μέσα στο τσαντάκι μέσης στο οποίο εντοπίστηκαν και «σωματίδια δύο συστατικών», το κατείχε από τον καιρό που ως εθνοφρουρός υπό την ιδιότητα του ως αποθηκάριος το πήρε από την Εθνική Φρουρά, η ΜΚ5 κατέθεσε ότι, οι ειδικότητες που ο Κατηγορούμενος απέκτησε στην Εθνική Φρουρά, ήταν του γραφέα και του τραυματιοφορέα, χωρίς όμως να ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο πράγματι ο Κατηγορούμενος είχε καθήκοντα αποθηκάριου, εφόσον η μονάδα στην οποία υπηρέτησε, λόγω παρέλευσης πολλών χρόνων έκτοτε, δεν διατηρεί σχετικά στοιχεία για να παρουσιαστούν. (xix) Τα προαναφερόμενα, ως προκύπτουν από την μαρτυρία της ΜΚ5, είναι βεβαίως σχετικά, καθότι, δεδομένων και των ισχυρισμών του Κατηγορουμένου κατά την ανάκριση του από τον ΜΚ1 για την Αστυνομία, ως προαναφέρθηκαν, μπορεί να γίνει λόγος για συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, μετά την διάπραξη των αδικημάτων, που αποτελεί μαρτυρία περί επίγνωσης της ενοχής του για αυτά, λόγω ψευδών ισχυρισμών του σχετικά με τα προαναφερόμενα γεγονότα, που σκόπιμα έκανε. Του ψεύδους, δηλαδή ενός κατηγορουμένου εκτός Δικαστηρίου, που δεν πλήττει απλά την αξιοπιστία του, αλλά αποτελεί μαρτυρία -όχι από μόνο του φυσικά, αλλά μαζί με όλα τα υπόλοιπα γεγονότα που ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο για την απόδειξη της υπόθεσης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας- για την ενοχή του στο κατηγορητήριο του. Και τούτο, εφόσον, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου, σχετίζονται, θα μπορούσε να λεχθεί, με περιστατικά σημαντικά σε ότι αφορά το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, από την άποψη της κρίσης του Δικαστηρίου επί των ευρημάτων, ως προαναφέρθηκαν, του Γενικού Χημείου του Κράτους. Ο Κατηγορούμενος, -μπορεί να υποστηρίξει τελικώς ο Κατήγορος, βάσει των προαναφερόμενων-, ο λόγος για τον οποίο σκόπιμα προέβη στους εν λόγω ψευδείς ισχυρισμούς, ήταν επειδή φοβόταν ότι, με την αποκάλυψη της αλήθειας, θα ενέπλεκε τον εαυτό του στην διάπραξη των αδικημάτων που του καταλογίζονται και για τα οποία τώρα εκδικάζεται. [xi].
- Όπως προαναφέρθηκε, σε μία υπόθεση όπου τα αποδεικτικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν ουσιαστικά περιστατική μαρτυρία, όταν ακόμη και εάν ολόκληρη η μαρτυρία που ο Κατήγορος προσκόμισε στο Δικαστήριο, γινόταν τελικώς αποδεκτή από το Δικαστήριο και όλα τα συμπεράσματα γεγονότων ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου συνάγονταν από το Δικαστήριο, ένα λογικό μυαλό δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, και αυτό είναι που παρατηρείται σε αυτή την υπόθεση, έχοντας αναλύσει, ανωτέρω, την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα. Υπάρχουν ισχυρισμοί για γεγονότα, ως προαναφέρθηκαν, που δίδουν άλλοθι στον Κατηγορούμενο, κατά την ώρα της εγκληματικής πράξης και ο εντοπισμός στο παντελόνι του και στο τσαντάκι μέσης «σωματιδίων δύο συστατικών», δίδει, ως προελέχθη, μόνο κάποια πιθανότητα ο Κατηγορούμενος (α) να είχε χρησιμοποιήσει πυροβόλο όπλο, ή (β) να βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση όταν έγινε η εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου, ή (γ) να είχε χειριστεί αντικείμενα τα οποία είχαν υπολείμματα εκπυρσοκρότησης πυροβόλου όπλου. Συνεπώς, είναι η κατάληξης μου ότι, η μαρτυρία που παρουσίασε ο Κατήγορος για την απόδειξη της υπόθεσης του, σε συνδυασμό και με τα παραδεκτά γεγονότα, εάν τελικά γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν θα ήταν ικανή να προκαλέσει σε ένα λογικό μυαλό, συμπέρασμα ενοχής του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εφόσον, δεν θα μπορούσε εύλογα να αποκλείσει κάθε ανταγωνιστική υπόθεση ως προς τα γεγονότα, ως παράλογη, ειδικότερα αυτήν που αφορά το άλλοθι του Κατηγορουμένου.
- Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι, ο Κατήγορος, έχει αποτύχει να αποδείξει εναντίον του Κατηγορουμένου εκ πρώτης όψεως υπόθεση, επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται ο Κατηγορούμενος να προβάλει υπεράσπιση για το προαναφερόμενο κατηγορητήριο του και ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες με αρ. 1, 2, 3 και 4 στο κατηγορητήριο. (Υπ.) ___________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Ως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από τον περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2021, Νόμος 10(Ι)/
- [ii] Ως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από τον περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2021, Νόμος 10(Ι)/
- [iii] Ως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από τον περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2021, Νόμος 10(Ι)/
- [iv] Ως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από τον περί Εκρηκτικών Υλών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2013, Νόμος 178(Ι)/2013 και τον περί Εκρηκτικών Υλών (Τροποποιητικό) Νόμος του 2020, Νόμος 173(Ι)/
- [v] Ως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίηση του από τον περί Εκρηκτικών Υλών (Τροποποιητικό) Νόμο του 2013, Νόμος 178(Ι)/
- [vi] Βλ. Questions of Law Reserved on Acquittal (No 2 of 1993)
(1993)61 SASR 1 (King CJ), R v Stewart; ex parte Attorney-General [1989] 1 Qd R 590 (Queensland Court of Criminal Appeal) και R v Hill [2020] QSCPR 14 (Supreme Court of Queensland). Όπως ο King CJ παρατήρησε στην προαναφερόμενη υπόθεση, Questions of Law Reserved on Acquittal (No 2 of 1993)
(1993)61 SASR 1, ο Δικαστής όταν εξετάζει υποβολή κατηγορουμένου ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση, δεν επιλέγει μεταξύ συμπερασμάτων τα οποία είναι εύλογα διαθέσιμα από την προσκομισθείσα από πλευράς Κατήγορου μαρτυρίας. Οφείλει να αποφασίσει «με βάση το ότι οι ένορκοι θα εξαγάγουν τέτοια συμπεράσματα που είναι εύλογα διαθέσιμα, όπως είναι πιο ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου». Ο King CJ, αναφέρθηκε συνοπτικά στις σχετικές αρχές ως εξής: «If the case depends upon circumstantial evidence, and that evidence, if accepted, is capable of producing in a reasonable mind a conclusion of guilt beyond reasonable doubt and thus is capable of causing a reasonable mind to exclude any competing hypotheses as unreasonable, there is a case to answer. There is no case to answer only if the evidence is not capable in law of supporting a conviction. In a circumstantial case that implies that even if all the evidence for the prosecution were accepted and all inferences most favourable to the prosecution which are reasonably open were drawn, a reasonable mind could not reach a conclusion of guilt beyond reasonable doubt .». [vii] Τέτοια συμπεράσματα γεγονότων, από το Δικαστήριο, δηλαδή, ευνοϊκά για την υπόθεση του Κατήγορου, μπορούν να συναχθούν από την άμεση μαρτυρία που προσκομίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Βασίζονται στην κοινή λογική, και προέρχονται κατόπιν συλλογισμού από συνδυασμό αποδεδειγμένων γεγονότων. Λόγω του ότι, σε μία ποινική υπόθεση, η ενοχή του Κατηγορουμένου, πρέπει να αποδειχθεί από τον Κατήγορο προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο οφείλει να είναι πολύ προσεχτικό σχετικά με τα όποια συμπεράσματα συνάγει για τα επίδικα γεγονότα. Κάθε πιθανό συμπέρασμα, πρέπει να εξετάζεται, ώστε να διασφαλίζεται ότι, το συμπέρασμα που τελικά συνάγεται, υπό τις περιστάσεις, είναι εύλογο και δικαιολογημένο. Για να είναι εύλογο και δικαιολογημένο το Δικαστήριο να συνάγει κάποιο γεγονός, αυτό πρέπει να στηρίζεται σε κάτι περισσότερο από απλή εικασία. Δεν εναπόκειται, βεβαίως, στην υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, να αποδείξει ότι κάποιο συμπέρασμα, εκτός από αυτό της ενοχής, συνάγεται από τα γεγονότα, ή να αποδείξει συγκεκριμένα γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν τέτοιο συμπέρασμα για τα γεγονότα. Αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει ό,τι προκύπτει από την μαρτυρία προς όφελος του Κατηγορουμένου. [viii] Σε αντίθεση, βέβαια, με τα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν απαιτείται η απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά απλά να έχουν καθαρά αποδειχθεί προτού θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα. Ζήτημα, που, στο στάδιο αυτό, λόγω της θεώρησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας από πλευράς Κατήγορου, ως προαναφέρθηκε, αντικειμενικά, δεν εξετάζεται, ώστε να υπάρχει λόγος για περαιτέρω αναφορά. [ix] Σημειώνοντας, φυσικά, συμπληρωματικά για το προκείμενο -έστω υπό τον τύπο σημείωσης τέλους-, ότι, ακόμη και στην περίπτωση που ο Κατήγορος ικανοποιήσει το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι το «άλλοθι» του Κατηγορουμένου πρέπει να απορριφθεί, δεν ακολουθεί κατ' ανάγκη και καταδίκη του στο κατηγορητήριο του. Το Δικαστήριο, προτού καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, εξακολουθεί να πρέπει να ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, -κάτι, που φυσικά, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, όπως προαναφέρθηκε, δεν εξετάζεται- ότι ο Κατήγορος έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Κατηγορουμένου. [x] Μαρτυρία της ΜΚ4, σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα, που συμφωνεί και με την σχετική βιβλιογραφία. Βλ. στο σύγγραμμα του G. Adam, Forensic Evidence in Court Evaluation and Scientific Opinion, στις παραγράφους 14.1.3 («GSR Analysis») και 14.2.5 («GSR»). [xi] Βλ. στο σύγγραμμα του C. Tapper, Cross & Tapper on Evidence, 12η έκδοση, στις σελίδες 49 και 50. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο