← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γατρού, Αρ. Υπόθεσης:14722/2017, 10/3/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γατρού, Αρ. Υπόθεσης:14722/2017, 10/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B52 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:14722/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή -και- XXXXX Γατρού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10/3/2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Α. Σιαπανή Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Ευτυχίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση, αντιμετωπίζει το αδίκημα της Απειλής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, την 24/01/2017, στο Κοινοτικό Συμβούλιο Ποταμιάς προκάλεσε τρόμο στους XXXXX και XXXXX Θεοκλή με παράνομη πράξη, δηλαδή απείλησε τον XXXXX Θεοκλή με τη φράση ''να κλείσεις το στόμα σου, εσού τζιαί η γυναίκα σου, για να μεν σου το κλείσουν άλλοι.'' Ο κατηγορούμενος δήλωσε τη μη παραδοχή του και ως εκ τούτου διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο XXXXX Θεοκλή (Μ.Κ 2) (στο εξής «ο παραπονούμενος») ήταν συνταξιούχος Λοχίας της Αστυνομίας και διέμενε στο χωριό XXXXX. Ήταν ο ταχυδρομικός υπάλληλος του εν λόγω χωριού όπου και διένεμε τη σχετική αλληλογραφία. Ο κατηγορούμενος ήταν, επίσης κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Κοινοτάρχης του χωριού. Στις 24.1.17, κατά το μεσημέρι, ο παραπονούμενος επισκέφθηκε το Κοινοτικό Συμβούλιο Ποταμιάς για να επιδώσει στον κατηγορούμενο ασφαλισμένα γράμματα. Αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι αφού ο παραπονούμενος προσπάθησε να παραδώσει τα γράμματα στον κατηγορούμενο, ο τελευταίος τον απείλησε με την φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Από την άλλη αποτελεί, συνοπτικά, εκδοχή της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε τα εν λόγω γράμματα από τον παραπονούμενο και πως ουδέποτε απείλησε τον παραπονούμενο ή τη σύζυγό του με οποιονδήποτε τρόπο. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες. Τον Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Ευσταθίου (Μ.Κ 1), τον παραπονούμενο και τη σύζυγό του, XXXXX Θεοκλή (Μ.Κ 3). Αφού το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74

(1)(Β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, κλητεύοντας και έναν μάρτυρα υπεράσπισης, τον Ιωάννη Μηνά (Μ.Υ 1). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Εξήγησε σε αυτή τις ενέργειες τις οποίες έχει προβεί. Σύμφωνα με αυτήν, την 24.01.2017 κατέγραψε το γραπτό παράπονο του Μ.Κ 2 και την 2.2.2017 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). Την 01.06.2017 κατέγραψε το γραπτό παράπονο της Μ.Κ 3 και την 08.02.2017 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Μ.Υ 1 (Τεκμήριο 4). Στις 05.06.2017 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε τη διάπραξη του αδικήματος. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε το γεγονός ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο έλαβε κατάθεση από τον Ιωάννη Μηνά. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, αφού μετέβηκε στο Κοινοτικό Συμβούλιο Ποταμιάς για να επιδώσει στον κατηγορούμενο δύο ασφαλισμένα γράμματα, ο κατηγορούμενος, με απότομη κίνηση, του άρπαξε τα γράμματα από το χέρι του, τα υπέγραψε και ακολούθως του τα παρέδωσε. Ταυτόχρονα του ανέφερε, με θυμωμένο και απειλητικό ύφος, τη φράση που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Ο ίδιος ξαφνιάστηκε, φοβήθηκε και τρομοκρατήθηκε από τα λόγια του αυτά και ρώτησε τον κατηγορούμενο τι ακριβώς συνέβη. Ο κατηγορούμενος του απάντησε με θυμωμένο τρόπο να εξέλθει άμεσα από το γραφείο του. Ο ίδιος έχει παράπονο από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου γιατί προκάλεσε στον ίδιο και στην οικογένειά του φόβο από τα λόγια του. Προφορικά ισχυρίσθηκε, ότι ο λόγος που φοβήθηκε και τρομοκρατήθηκε από τις απειλές του κατηγορουμένου ήταν λόγω του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο χωριό εμφανίστηκαν περιστατικά βίας όπως ο εμπρησμός και το σπάσιμο διαφόρων οχημάτων. Εξέφρασε τη θέση ότι, σύμφωνα με τις φήμες που κυκλοφορούσαν στο χωριό, υπεύθυνος ήταν ο κατηγορούμενος. Στη βάση των πιο πάνω ο ίδιος φοβήθηκε μήπως ο κατηγορούμενος του προκαλέσει κακό. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο δεν ήταν καλές, ως ανέφερε, εφόσον ο κατηγορούμενος προκαλούσε διάφορα προβλήματα στους κατοίκους του χωριού, οι οποίοι δεν τον ψήφισαν στις κοινοτικές εκλογές του Συμβουλίου. Αμέσως μετά το υπό αναφορά επεισόδιο ο ίδιος φοβισμένος πήγε σπίτι του και ενημερώνοντας την Μ.Κ
  1. Λόγω της κατάστασής του επισκέφθηκε ιατρό το απόγευμα, ο οποίος του συνέστησε φαρμακευτική αγωγή. Παρών στο επεισόδιο ήταν ακόμα δύο πρόσωπα, ο λογιστής και ο προγραμματιστής του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι παρών στο επεισόδιο ήταν ο Μ.Υ 1 και ισχυρίσθηκε ότι πληροφόρησε την Αστυνομία για το ποιά πρόσωπα ήταν παρόντα στο επίδικο περιστατικό. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τον πρότεινε και το Κοινοτικό Συμβούλιο έλαβε απόφαση ώστε ο ίδιος να διορισθεί και ταχυδρομικός υπάλληλος, λαμβάνοντας ετήσιο μισθό. Αρνήθηκε ότι ο λόγος που προέβη στην εναντίον του κατηγορουμένου καταγγελία ήταν γιατί ο ίδιος ήταν θυμωμένος με τον κατηγορούμενο, εφόσον ο τελευταίος τον έπαυσε από την εργασία του διορίζοντας άλλα πρόσωπα, προσθέτοντας ότι δεν ήταν απόφαση του κατηγορούμενου να παυθεί από την θέση του, αλλά του Επάρχου Λευκωσίας. Αρνήθηκε επίσης το γεγονός ότι ήταν πικραμένος με τον κατηγορούμενο, λόγω της καταγγελίας που προέβη ο τελευταίος για την ρίψη πυροβολισμών στον αέρα από το υπηρεσιακό του περίστροφο. Η στάση του κατηγορούμενου απέναντί του δεν ήταν καλή, όπως εξήγησε, εφόσον ο κατηγορούμενος συνέχεια τον εκφόβιζε επειδή δεν τον ψήφισε στις τοπικές εκλογές και εξέφρασε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος είχε σχέσεις με εγκληματικά στοιχεία. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε κατόπιν απόφασης Δικαστηρίου για σεξουαλική παρενόχληση υπαλλήλου του. Τέλος, επανέλαβε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τον απείλησε. Η Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με αυτήν, τον ουσιώδη χρόνο, ο παραπονούμενος όταν ήρθε στην οικία τους, κατά το μεσημέρι, ήταν αναστατωμένος και της ανέφερε το τί είχε μεσολαβήσει προηγουμένως. Η ίδια στην αρχή ένιωσε αμήχανα και παράλληλα φόβο και ζήτησε από τον παραπονούμενο να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία. Προφορικά ανέφερε ότι ο άνδρας της όταν προσήλθε στην οικία τους ήταν χλωμός και νευριασμένος και ο λόγος που η ίδια φοβήθηκε ήταν διότι τον ουσιώδη χρόνο ο κοινοτάρχης προέβαινε σε διάφορες εγκληματικές πράξεις. Αντεξεταζόμενη, αποδέχθηκε το γεγονός ότι και το όχημα του κατηγορούμενου ήταν αντικείμενο εμπρησμού. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, κατά τον ουσιώδη χρόνο, περί τις 09:30, ενώ βρισκόταν στο γραφείο του μαζί με τον λογιστή του Συμβουλίου, XXXXX Πιερίδη και τον Μ.Υ 1, σε κάποια στιγμή εισήλθε στο γραφείο ο παραπονούμενος. Ακολούθως, παρέλαβε 4 συστημένες επιστολές από τον ίδιο και του τις παρέδωσε υπογεγραμμένες. Ο ίδιος με τον παραπονούμενο δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση τα τελευταία 5 χρόνια και ούτε του μίλησε τη συγκεκριμένη μέρα με οποιοδήποτε τρόπο. Προφορικά ανέφερε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο, γνωρίζοντας τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικογένεια του παραπονούμενου και θέλοντας να τον βοηθήσει, τον διόρισε σαν ταχυδρομικό πράκτορα, δίνοντας του ανάλογη αντιμισθία. Ακολούθως, τον Οκτώβριο του 2011, το Κοινοτικό Συμβούλιο προσέλαβε τρίτο πρόσωπο να προβαίνει στην εν λόγω εργασία. Εξήγησε, περαιτέρω, τις διάφορες ενέργειες, στις οποίες ο ίδιος προέβηκε για να βοηθήσει την οικογένεια του παραπονούμενου. Οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο διαταράχθηκαν και ο παραπονούμενος δεν επιθυμούσε πλέον να του μιλά, μετά την καταγγελία που προέβη ο ίδιος προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης σε σχέση με τις ρίψεις πυροβολισμού στον αέρα από το υπηρεσιακό περίστροφο του. Ουδέποτε απείλησε με οποιονδήποτε τρόπο τον παραπονούμενο και το γεγονός αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσουν τα πρόσωπα, τα οποία ήταν παρόντα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εντός του Κοινοτικού Συμβουλίου. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε το γεγονός ότι από το 2016 παύθηκε από κοινοτάρχης κατόπιν αποφάσεως του Επάρχου. Ανάφερε ότι οι σχέσεις του με τον παραπονούμενο διαταράχθηκαν γιατί το 2011 το Κοινοτικό Συμβούλιο προσέλαβε άλλο υπάλληλο. Αρνήθηκε το γεγονός ότι οι μεταξύ τους σχέσεις διαταράχθηκαν επειδή ο παραπονούμενος δεν τον ψήφισε στις κοινοτικές εκλογές και επανέλαβε τη θέση ότι τόσο ο ίδιος, όσο και οι υπόλοιποι κάτοικοι, προσπάθησαν να βοηθήσουν την οικογένεια του παραπονούμενου. Σε σχέση με το επίδικο επεισόδιο επανέλαβε τη θέση ότι βρισκόταν εντός του Κοινοτικού Συμβουλίου κατά τον ουσιώδη χρόνο μαζί με τον XXXXX Πιερίδη και έλεγχαν τους λογαριασμούς του
  2. Παρών επίσης ήταν και ο Αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου, Μ.Υ 1, ο οποίος διάβαζε τα πρακτικά. Ουδέποτε απείλησε με οποιοδήποτε τρόπο τον παραπονούμενο και τέλος αρνήθηκε ότι ο ίδιος ανέφερε στον Μ.Υ 1 να προβεί σε κατάθεση στην Αστυνομία με σκοπό να τον βοηθήσει. Ο Μ.Υ 1 υιοθέτησε, επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με αυτήν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν στο γραφείο του κατηγορουμένου και ασχολείτο με την ανάγνωση των πρακτικών του Συμβουλίου. Σε κάποια στιγμή εισήλθε στο γραφείο του κατηγορούμενου, αναφέροντάς του ότι του έφερε συστημένα γράμματα για τα παιδιά του και ο κατηγορούμενος τα παρέλαβε. Αμέσως μετά ο παραπονούμενος αποχώρησε. Σε καμία περίπτωση δεν τους είδε να συζητήσουν μεταξύ τους αλλά ούτε και να μαλώνουν. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι σήμερα είναι ο κοινοτάρχης της Ποταμιάς, αποδεχόμενος ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συνεργαζόταν με τον κατηγορούμενο. Επανέλαβε τη θέση του ότι ουδέποτε είδε τον κατηγορούμενο να απειλεί τον παραπονούμενο και αρνήθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος εξελέγη κοινοτάρχης με τη βοήθεια του κατηγορούμενου, αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν στη φυλακή. Προέβαλε τη θέση ότι τις ίδιες σχέσεις που έχει με τον κατηγορούμενο τις έχει και με τον υιό του παραπονούμενου, με τον οποίο είναι οικογενειακοί φίλοι. Ανάφερε, περαιτέρω, ότι παρών επίσης στο κατ'ισχυρισμό επεισόδιο ήταν και ο προγραμματιστής του Κοινοτικού Συμβουλίου. Εξήγησε ότι ο ίδιος έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία αφότου έλαβε σχετική κλήση από αυτήν. Ουδέποτε μίλησε για τα πιο πάνω γεγονότα με τον κατηγορούμενο, πριν δηλαδή ο ίδιος δώσει κατάθεση και αρνήθηκε ότι ο μοναδικός σκοπός που προσήλθε σήμερα στο Δικαστήριο είναι για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στο περιστατικό, προσθέτοντας ότι υπάρχει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και μπορεί, αν επιθυμεί η Αστυνομία, να το διερευνήσει και να επιβεβαιώσει τα λεγόμενά του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 1 στην ολότητα της. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έχει προβεί στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων, οι οποίες ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε. Η δε μαρτυρία του υποστηρίζεται, πλήρως, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Από την άλλη δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή τη μαρτυρία του παραπονούμενου και να εξάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής. Διαπίστωσα ότι ο κατηγορούμενος, στη προσπάθεια του να προωθήσει την δική του εκδοχή γεγονότων προέβη σε διάφορες αντιφάσεις και υπερβολές, υπάρχουν ουσιώδης διαφορές μεταξύ της κατάθεσης του και της μαρτυρίας που έδωσε ενόρκως ενώ κάποιες θέσεις του συγκρούονται με τη κοινή λογική. Καταρχάς ο παραπονούμενος, ενώ προβάλλει τη θέση ότι ανάφερε στην Αστυνομία για το ποιά πρόσωπα ήταν παρόντα στο κατ' ισχυρισμόν επίδικο περιστατικό, εντούτοις ουδεμία αναφορά προβαίνει σε σχέση με το ζήτημα αυτό στην κατάθεσή του. Επιπρόσθετα η θέση του αυτή δεν επιβεβαιώνεται με οποιοδήποτε τρόπο από τον Μ.Κ
  2. Περαιτέρω, ενώ ο ίδιος δήλωσε ενόρκως ότι ο λόγος που φοβήθηκε ήταν γιατί, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επεσυνέβησαν στο χωριό διάφορες εγκληματικές πράξεις, για τις οποίες υπεύθυνος ήταν ο κατηγορούμενος, και πάλι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην κατάθεσή του. Να σημειώσω επιπρόσθετα ότι ο ισχυρισμός αυτός του παραπονούμενου πέραν του ότι είναι αόριστος και ατεκμηρίωτος και κατά την κρίση του Δικαστηρίου λέχθηκε με σκοπό την δημιουργία εντυπώσεων, έρχεται σε αντιπαράθεση με τα όσα η Μ.Κ 3 αποδέχθηκε, κατά την αντεξέταση της, ότι και το όχημα του κατηγορουμένο ήταν αντικείμενο εμπρησμού. Επομένως η βεβαιότητα του παραπονούμενου για εμπλοκή του κατηγορουμένου σε παράνομες πράξεις δεν συνάδει με τη λογική εφόσον και το όχημα του ίδιου του κατηγορουμένου υπέστη ζημιά. Επίσης αποτελεί άξιον απορίας και δημιουργούνται ερωτηματικά για ποιο λόγο ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω η θέση του παραπονουμένου ότι ο ίδιος λόγω του φόβου του επισκέφτηκε ιατρό, πέραν του γεγονότος ότι θα έλεγα είναι υπερβολική και πλήρως ατεκμηρίωτη εφόσον δεν προσκόμισε οποιοδήποτε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που να επιβεβαιώνει έστω και κατ' ελάχιστο τους ισχυρισμούς του και πάλι τέτοιο γεγονός δεν αναφέρεται στην κατάθεσή του. Περαιτέρω, υπερβολική είναι η θέση του ότι ο ίδιος φοβήθηκε ακόμα και για την ίδια του τη ζωή, λόγω των εγκληματικών και παρανόμων πράξεων του κατηγορούμενου. Εντούτοις προκαλείται το εύλογο ερώτημα για ποιο λόγο ο ίδιος δεν μετέβη προηγουμένως στην Αστυνομία να προβεί σε οποιανδήποτε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου σε σχέση με το γεγονός αυτό, παρά το ότι ο ίδιος είναι γνώστης των ενεργειών που θα πρέπει να γίνουν, όντας συνταξιούχος Λοχίας της Αστυνομίας. Επίσης προκαλείται η εύλογη απορία και δημιουργούνται ερωτήματα για ποιο λόγο για τα πιο πάνω σοβαρά αδικήματα δεν προέβη σε οποιανδήποτε καταγγελία και προέβη σε καταγγελία μόνο για το εν λόγω περιστατικό, το οποίο, σε σχέση με τις πιο πάνω παράνομες ενέργειες, είναι ήσσονος σημασίας αδίκημα, χωρίς βεβαίως να υποβαθμίζεται η σοβαρότητα του. Πέραν των πιο πάνω οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου ότι έλαβε χώρα η κατ'ισχυρισμό απειλή συγκρούεται και με την μαρτυρία του Μ.Υ 1, αυτόπτη μάρτυρα, την οποία κάνω πλήρως αποδεκτή, ως αναφέρω κατωτέρω. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή η μαρτυρία του παραπονούμενου και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τα αποδεχτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Ούτε η μαρτυρία της Μ.Κ 3 μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται. Καταρχάς η Μ.Κ 3 δεν ήταν παρούσα στο κατ'ισχυρισμό επίδικο περιστατικό και επομένως δεν είχε ιδίαν γνώση. Τα όσα μετέφερε στο Δικαστήριο συνιστούν ασφαλώς εξ ακοής μαρτυρία. Από τη στιγμή που απορρίφθηκε η μαρτυρία του παραπονούμενου, ο οποίος προέβη στην αρχική δήλωση, δηλαδή ότι έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, συνεπάγεται ότι τα όσα υποστήριξε η εν λόγω μάρτυρας θα πρέπει να αγνοηθούν και δεν ενέχουν οποιαδήποτε βαρύτητα. Πέραν τούτου, η ίδια δεν επιβεβαίωσε ότι ο σύζυγός της αναγκάστηκε, λόγω των απειλών που δέχτηκε από τον κατηγορούμενου, να επισκεφτεί ιατρό. Αρνητική εντύπωση επίσης προκάλεσε και η θέση της ότι ενώ στο στάδιο της κυρίως εξέτασης της και στην προσπάθειά της να αμαυρώσει την εικόνα του κατηγορουμένου ότι δηλαδή ο ίδιος προέβαινε σε παράνομες πράξεις που συνιστούσαν εμπρησμούς και κακόβουλες ζημιές σε οχήματα εντούτοις απέκρυψε από το Δικαστήριο, γεγονός το οποίο αποδέκτηκε αντεξεταζόμενη, ότι θύμα εμπρησμού ήταν και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Δημιουργείται εύλογα επομένως το ερώτημα, πώς ο κατηγορούμενος προέβη στις εν λόγω πράξεις και ταυτόχρονα το όχημά του να είχε υποστεί ζημιά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία της. Όπως είναι πρόδηλο, η τύχη της παρούσας υπόθεσης έχει σφραγιστεί που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου, με την απόρριψη της μαρτυρίας των βασικών μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής που ήταν ο παραπονούμενος και η Μ.Κ
  3. Παρόλ' αυτά για σκοπούς πληρότητας, θα αξιολογήσω και τη μαρτυρία του Μ.Υ
  4. Πολύ θετική εντύπωση από την άλλη, έχω αποκομίσει για τον Μ.Υ
  5. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν αντικειμενικός εφόσον δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και δεν διέκρινα να ήθελε να ευνοήσει ή να αδικήσει οποιαδήποτε πλευρά. Όπως ανάφερε ο ίδιος διατηρεί και με τον υιό του παραπονούμενου πολύ φιλικές σχέσεις, θέση η οποία σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ειλικρινής και περιέγραψε στο Δικαστήριο για το τί περιήλθε στην προσωπική του αντίληψη τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή όταν ο παραπονούμενος επισκέφτηκε το γραφείο του κατηγορούμενου. Ήταν σταθερός στη θέση του παρά την έντονη αντεξέταση του. Δείγμα της ειλικρίνειάς του αποτελεί και το γεγονός ότι, ως υποστήριξε ο ίδιος, κατά τον ουσιώδη χρόνο λειτουργούσε κύκλωμα κλειστής παρακολούθησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Δεν χρειάζεται να προβώ σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου εφόσον αυτή θα ήταν μόνο για ακαδημαικούς σκοπούς με δεδομένο την απόρριψη των βασικών μαρτύρων κατηγορίας και την αποδοχή της μαρτυρίας του Μ.Υ
  6. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης τα μόνα ευρήματα τα οποία μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια είναι ότι ο παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο επισκέφθηκε το γραφείο του κατηγορουμένου με σκοπό να του παραδώσει συστημένη αλληλογραφία. Αφού παραδόθηκε η εν λόγω αλλογραφία και ο κατηγορούμενος υπέγραψε τα σχετικά έντυπα, ακολούθως ο παραπονούμενος αποχώρησε από το γραφείο του κατηγορουμένου. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της Απειλής έχει ως νομική βάση το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(2)που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα γεγονότων της κάθε υπόθεσης (I v. DPP; M v. DPP; H v. DPP [2002] 1 AC 285 HL). Όσον αφορά το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, σύμφωνα με το άρθρο 91 του Ποινικού Κώδικα, η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 91: «91. Όποιος- (α) με σκοπό εκφοβισμού ή παρενόχλησης άλλου, απειλεί να διαρρήξει ή να προξενήσει βλάβη σε κατοικία ή (β) με σκοπό πρόκλησης τρόμου σε άλλο πρόσωπο που βρίσκεται σε κάποια κατοικία, εκπυρσοκροτεί γεμάτο πυροβόλο όπλο ή διαπράττει οποιαδήποτε άλλη διασάλευση της ειρήνης ή (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (Νετζιήπ ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, 6 και Kallenos v The Police
(1969)2 CLR 210, 212). Η πρόθεση εκφοβισμού από τον κατηγορούμενο, ώστε ο απειλούμενος να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει, είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος (Βοσκού ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, 514). Κατά τρόπο ανάλογο, για το αδίκημα του άρθρου 91Α απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση εκφοβισμού από πλευράς κατηγορούμενου προς τον απειλούμενο. Η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου (DPP v Ramos [2000] Lexis Citation 3217). Επομένως, απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης (ή παράλειψης) από τον κατηγορούμενο προς τον απειλούμενο αρκεί προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στον απειλούμενο προκλήθηκε αίσθημα τρόμου ή ανησυχίας για άσκηση βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης (ή παράλειψης) εναντίον του και ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση εκφοβισμού του, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει την πράξη βίας ή την παράνομη πράξη. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπεράσματα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού και πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο θα πρέπει να εξετάσει όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν το συμβάν εκστόμισης ή διαβίβασης της απειλής, τη φύση της απειλής, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους πριν, κατά την εξέλιξη του συμβάντος αλλά και μετά. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του παραπονούμενου και της Μ.Κ 3, αναπόδραστη κατάληξη του Δικαστηρίου, είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ειδικότερα ότι έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμόν απειλή του κατηγορούμενου εναντίον του παραπονούμενου. Προκαλεί αρνητική εντύπωση και δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα για ποιο λόγο η Αστυνομία, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης της, δεν έλαβε καταθέσεις από όλους τους αυτόπτες μάρτυρες που σύμφωνα με την εκδοχή του παραπονουμένου ήταν ο λογιστής και ο προγραμματιστής του Κοινοτικού Συμβουλίου Ποταμιάς, κατά τον ουσιώδη χρόνο χωρίς να δοθεί η παραμικρή εξήγηση από την κατηγορούσα αρχή. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης της κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Το βάρος είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του, παραμένει με, έστω υποβόσκουσα, αμφιβολία η αθώωση είναι αναπόφευκτη (Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, 484 - 485). Το Δικαστήριο δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά κι αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί σε περίπτωση απόρριψης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (ΓΕ ν Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246). Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.