← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. HALL CONSTRUCTION LTD, από τη Λευκωσία τελούσα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Επίσημου Παραλήπτη εκ Λευκ

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. HALL CONSTRUCTION LTD, από τη Λευκωσία τελούσα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Επίσημου Παραλήπτη εκ Λευκωσίας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2593/2018, 24/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Αναγνώστου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2593/2018 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον-

  1. HALL CONSTRUCTION LTD, από τη Λευκωσία τελούσα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Επίσημου Παραλήπτη εκ Λευκωσίας
  2. XXXXX ΧΑΡΙΤΟΥ
  3. XXXXX ΙΑΚΩΒΟΥ
  4. XXXXX ΧΑΡΙΤΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Βαλανίδης με κ. Μάρκου Για Κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για Κατηγορούμενους 2, 3 και 4: κ. Χειμώνας Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4: Παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος») και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών (οι «Κανονισμοί»). Συγκεκριμένα, από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Οι κατηγορίες 1 - 3 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1, 3 και 4 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/08/2009 - 30/04/2010, συνολικού ύψους €179.791,
  5. (β) Οι κατηγορίες 4 - 8 και 13 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1, 2 και 4 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/05/2010 - 31/07/2011 (4η - 8η κατηγορία) και 1/11/2013 - 31/01/2014 (13η κατηγορία), συνολικού ύψους €82.836,
  6. (γ) Οι κατηγορίες 9 - 12 και 14 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1, 2 και 4 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/11/2011 - 31/10/2012 (9η - 12η κατηγορία) και 01/02/2014 - 30/04/2014 (14η κατηγορία). (δ) Οι κατηγορίες 15 - 17 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1, 3 και 4 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου, συνολικού ύψους €88.226,27, που επιβλήθηκαν λόγω παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού φόρου που δηλώθηκε σε φορολογική δήλωση για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/08/2009 - 30/04/
  7. (ε) Οι κατηγορίες 18 - 23 στρέφονται εναντίον των Κατηγορούμενων 1, 2 και 4 και αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου, συνολικού ύψους €37.553,77, που επιβλήθηκαν λόγω παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού φόρου που δηλώθηκε σε φορολογική δήλωση για καθορισμένες φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/05/2010 - 31/7/2011 (18η - 22η κατηγορία) και 1/11/2013 - 31/01/2014 (23η κατηγορία). Η 1η Κατηγορούμενη, παρά το γεγονός ότι της επιδόθηκε δεόντως το σχετικό κατηγορητήριο επέλεξε, δια του εκκαθαριστή της, Επίσημου Παραλήπτη, να μην εμφανισθεί στην παρούσα διαδικασία. Αντίθετα, οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 εμφανίστηκαν και δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί σε σχέση με αυτούς για ακρόαση. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι Κατηγορούμενοι 2 και 4 άλλαξαν απάντηση δηλώνοντας παραδοχή στα αδικήματα που αφορούν οι κατηγορίες 13 και 23, η δε ποινική δίωξη των Κατηγορουμένων 1, 2 και 4 στην 14η κατηγορία διακόπηκε έπειτα από απόφαση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 14/09/2020, η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η παρούσα υπόθεση προχώρησε σε απόδειξη εναντίον της Κατηγορούμενης 1 για όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες του υπό κρίση κατηγορητηρίου και για ακρόαση για τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4 αναφορικά με τις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει και δεν έχει παραδεχθεί. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε ένα μάρτυρα, την XXXXX Παντελή (Μ.Κ.1) λειτουργό στην υπηρεσία ΦΠΑ, η οποία υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α) και η οποία κατέθεσε κατά τη μαρτυρία της συνολικά 8 Τεκμήρια. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων, σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως για την προώθηση της υπεράσπισης του, υιοθετώντας γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 9 - 11, ενώ οι Κατηγορούμενες 3 και 4 προέβηκαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου σε ανώμοτη δήλωση αναφέροντας ότι δεν είχαν καμία σχέση με τα διοικητικά της Κατηγορούμενης 1 και ότι είναι αθώες. Η Μ.Κ.1 εργάζεται στο Τμήμα Φορολογίας από τις 17/06/2008 και είναι εξουσιοδοτημένη από τον Έφορο Φορολογίας να ασκεί εκ μέρους του τα καθήκοντα και τις εξουσίες που ανατίθενται σε αυτόν δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Είναι στην μονάδα φορολογικού ελέγχου και φορολογικών δηλώσεων και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με οτιδήποτε έχει σχέση με τον χειρισμό και έλεγχο φορολογικών δηλώσεων ΦΠΑ, τη διενέργεια ελέγχων και έκδοση βεβαιώσεων φόρου, την καταγραφή δεδομένων στο μηχανογραφικό σύστημα, τον έλεγχο και υπολογισμό του φόρου, του πρόσθετου φόρου, των επιβαρύνσεων και τόκων. Κατά την κυρίως εξέτασή της, η μαρτυρία της περιστράφηκε γύρω από δύο κυρίως άξονες. Αφενός, αναφέρθηκε σε γεγονότα που σχετίζονται με την αποδιδόμενη στους Κατηγορούμενους ποινική ευθύνη αναφορικά με τη διάπραξη των υπό εκδίκαση αδικημάτων, καταθέτοντας προς τούτο σχετικά Τεκμήρια, όπως τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήρια 2
(1)-
(5)), τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις (Τεκμήρια 3
(1)- 3
(13)καθώς και το πιστοποιητικό Εφόρου Φορολογίας που η ίδια ετοίμασε δυνάμει του άρθρου 43 και της παραγράφου 10
(1)του 10ου Παραρτήματος του Νόμου (Τεκμήριο 4), τα οποία επεξήγησε. Αφετέρου, μαρτύρησε για τα όσα διαδραματίστηκαν στο χρόνο που μεσολάβησε από την ημερομηνία της διάπραξης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, αναφερόμενη σε δικαστικές διαδικασίες εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 που προηγήθηκαν της παρούσας υπόθεσης για ίδια φορολογικά αδικήματα (ποινικές υποθέσεις 17395/12 και 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας) καθώς και σε ενέργειες που έγιναν από πλευράς Κατηγορουμένων πριν και μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, καταθέτοντας παράλληλα τα σχετικά Τεκμήρια (Τεκμήρια 5 - 8) και εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους οι προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες τερματίστηκαν. Κατά την αντεξέτασή της, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 επικεντρώθηκε στο χρόνο που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης εφόσον η διάπραξη των υπό εκδίκαση αδικημάτων και τα όσα αναφέρθηκαν επί του προκειμένου από την Μ.Κ.1 όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση, αλλά αντίθετα εκλήφθηκαν ως δεδομένα. Στο πλαίσιο αυτό, η Μ.Κ.1, ανέφερε ότι, αν και η παράλειψη ενός υποκείμενου στο φόρο προσώπου να συμμορφωθεί εμπρόθεσμα με τις φορολογικές του υποχρεώσεις μπορεί να διαπιστωθεί σχεδόν αμέσως από την υπηρεσία Φ.Π.Α. μέσω του μηχανογραφικού συστήματος του Φ.Π.Α., η συνήθης πρακτική της υπηρεσίας Φ.Π.Α. είναι να προχωρεί στην ετοιμασία κατηγορητηρίων και στην έναρξη ποινικών διώξεων εναντίον των εν λόγω προσώπων μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος από την παράλειψη συμμόρφωσης επειδή, αφενός, τα εγγεγραμμένα πρόσωπα στο μητρώο ΦΠΑ είναι χιλιάδες με αποτέλεσμα τα κατηγορητήρια, τα οποία ετοιμάζονται από συγκεκριμένα άτομα, να μην μπορούν να καταχωρούνται αμέσως μετά την διαπιστωθείσα παράλειψη αφού δίδεται προτεραιότητα σε όσο πιο παλιές φορολογικές περιόδους και επειδή, αφετέρου, παρέχεται από την υπηρεσία ΦΠΑ κάποιο χρονικό περιθώριο στο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο για να μπορέσει να συμμορφωθεί διότι έχει φανεί ότι με αυτό τον τρόπο το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο που δυσκολεύεται να συμμορφωθεί με τις φορολογικές του υποχρεώσεις εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας αναφορικά με μια τριμηνία προχωρεί σε εξόφληση σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο. Ως εκ τούτου και αναφερόμενη στις προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, η Μ.Κ.1 επανέλαβε ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική υπόθεση το 2018 ήταν λόγω της μη εκπλήρωσης της δέσμευσης που είχε αναλάβει ο Κατηγορούμενος 2 πριν την αναστολή της ποινικής δίωξης στην υπόθεση 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας για εξόφληση της οφειλής. Ο Κατηγορούμενος 2, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέρθηκε αρχικά στις εργασίες που εκτελούσε η Κατηγορούμενη 1 πριν τεθεί σε εκκαθάριση και στο βαθμό εμπλοκής που είχε τόσο ο ίδιος όσο και οι Κατηγορούμενες 3 και 4 σε αυτήν. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, η οποία ασχολούνταν με κατασκευαστικές εργασίες, και υποστήριξε ότι λόγω της μόρφωσης και των γνώσεων που έχει ως πολιτικός μηχανικός, ήταν εκείνος που ασχολείτο με τις εργασίες της Κατηγορούμενης 1, αναφέροντας επίσης ότι ούτε η αδερφή του (Κατηγορούμενη 3) αλλά ούτε και η σύζυγός του (Κατηγορούμενη 4) είχαν οποιαδήποτε σχέση με τη διοίκηση της Κατηγορούμενης 1, παρόλο που κατείχαν και αυτές θέση αξιωματούχου στην εταιρεία. Χωρίς να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των επίδικων φορολογικών δηλώσεων (Τεκμήριο 3) καθώς και την οφειλή που προκύπτει από αυτές, ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που η Κατηγορούμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τις φορολογικές της υποχρεώσεις οφείλεται στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε την περίοδο 2009 - 2011 αλλά και στις λανθασμένες αποφάσεις που έλαβε τότε περικόπτοντας ποσά που υπολόγιζε ότι θα πλήρωνε λίγο αργότερα, όπως την οφειλή προς το Φ.Π.Α, στην προσπάθειά του να κρατήσει «ζωντανό» ένα έργο που είχε αναλάβει η Κατηγορούμενη 1 για την ανέγερση 10 κατοικιών, στο πλαίσιο εκτέλεσης συμφωνίας που είχε συνάψει με μια εταιρεία Ρωσικών συμφερόντων, την Samis Investment Ltd (η Samis), παρά τα διάφορα προβλήματα που άρχισε να δημιουργεί η Samis με την μη έγκαιρη πληρωμή των διατακτικών επικαλούμενη και την οικονομική κρίση. Επιρρίπτει παράλληλα ευθύνες στην Κατηγορούσα Αρχή ότι καθυστέρησε υπέρμετρα να λάβει μέτρα εναντίον των Κατηγορουμένων, υποστηρίζοντας ότι εάν λαμβάνονταν αυτά τα μέτρα αμέσως μετά την φορολογική περίοδο 01/08/2009 - 31/10/2009 σε σχέση με το χρέος των €55.104,91 που αυτή αφορά (Τεκμήριο 3
(1)) τότε αυτό θα αποτελούσε ένα ηχηρό μήνυμα για την Κατηγορούμενη 1 και τους αξιωματούχους της ώστε να προχωρούσαν με την πληρωμή του οφειλόμενου φόρου. Αντ' αυτού, όπως είπε, η Κατηγορούσα Αρχή προτίμησε να κινηθεί για πρώτη φορά στις 4/11/2013 με την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία στρεφόταν εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 και η οποία αφορούσε τα ίδια αδικήματα που αφορά η παρούσα υπόθεση. Λόγω της υπέρμετρης αυτής καθυστέρησης άλλαξαν, όπως είπε, τα προσωπικά του δεδομένα, σήμερα είναι 11 χρόνια μεγαλύτερος, συνταξιούχος και άνεργος ενώ αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και η ψυχολογική του κατάσταση δεν είναι καλή. Περαιτέρω, αν η Κατηγορούσα Αρχή δρούσε αμέσως δεν θα συσσωρεύονταν το ποσό που οφείλεται σήμερα εφόσον περί τα τέλη του 2009 με αρχές του 2010 η Κατηγορούμενη 1 θα μπορούσε να καταβάλει το ποσό των €55.104,
  1. Η υπέρμετρη αυτή καθυστέρηση, όπως ανέφερε, οφείλεται αποκλειστικά στην Κατηγορούσα Αρχή και, για το λόγο αυτό, εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πέραν αυτού, επικαλούμενος δύο δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες, όπως είπε, εντόπισε στο CYLAW και τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 10 και 11, υποστήριξε ότι η παρούσα διαδικασία είναι παράνομη και θα πρέπει να ακυρωθεί εφόσον, σύμφωνα με τις εν λόγω αποφάσεις, ο Έφορος Φορολογίας δεν μπορούσε να καταχωρίσει την παρούσα υπόθεση αφού ο διορισμός του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας έχει ακυρωθεί σε μερικές περιπτώσεις, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις του να πάσχουν εξ υπαρχής και, ως εκ τούτου, η καταχώριση της παρούσας διαδικασίας να είναι παράνομη. Αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ήταν εκείνος που είχε τον έλεγχο και διοικούσε την Κατηγορούμενη 1 και ήταν αυτός που λάμβανε όλες τις αποφάσεις που την αφορούσαν από την ίδρυση της (8/6/2004), ασχέτως αν διορίστηκε διευθυντής της στις 21/6/
  2. Αποδέχθηκε επίσης ότι η Κατηγορούμενη 4 γνώριζε το περιεχόμενο των φορολογικών δηλώσεων που υπέγραψε (Τεκμήρια 3
(1)-
(5)) και είχε απόλυτη γνώση για το τι υφίστατο στην Κατηγορούμενη 1 τουλάχιστον για τις φορολογικές περιόδους που αφορούσαν οι εν λόγω φορολογικές δηλώσεις. Γνώριζε, όπως είπε, τις φορολογικές υποχρεώσεις που με βάση τη σχετική νομοθεσία είχε η Κατηγορούμενη 1 καθώς και την προβλεπόμενη στο νόμο προθεσμία που είχε να συμμορφωθεί με αυτές και όταν του υποδείχθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης ανέφερε ότι δεν διαφωνεί ούτε αμφισβητεί τις λεπτομέρειες και τα όσα αναφέρονται σε αυτό εφόσον, ό,τι προβάλλει, είναι ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη δίωξη του καθώς και ότι ο Έφορος Φορολογίας δεν δικαιούτο να καταχωρίσει την παρούσα υπόθεση λόγω της ακυρότητας του διορισμού του, ζητήματα τα οποία, όπως είπε, συζήτησε με το δικηγόρο του. Στη συνέχεια, αποδέχθηκε ότι το έτος 2009 είχε καταχωρηθεί μια ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης 1 και της Κατηγορούμενης 3 για προηγούμενες φορολογικές οφειλές της Κατηγορούμενης 1 προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των €103.000 και οι οποίες εξοφλήθηκαν με χρήματα που δανείστηκε από το αδερφό του που βρίσκεται στην Αμερική. Επανέλαβε ότι το ύψος της σημερινής οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. οφείλεται στην αδράνεια του Εφόρου Φορολογίας να λάβει εγκαίρως μέτρα εναντίον τους αλλά και στα δικά του λάθη κατά τη διαχείριση της Κατηγορούμενης 1, αναφέροντας από την άλλη ότι η αναστολή της ποινικής δίωξης στην υπόθεση 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας έγινε κατόπιν δικού τους αιτήματος ώστε να εξασφάλιζαν χρόνο για να εξοφλήσουν την οφειλή προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. από τα χρήματα που θα λάμβαναν μέσω της διαδικασίας διαιτησίας που εκκρεμούσε (και συνεχίζει να εκκρεμεί) μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 και της Samis. Αυτός ήταν και ο λόγος που, όπως είπε, ζήτησαν μέσω του προηγούμενου δικηγόρου τους την αναστολή της παρούσας διαδικασίας για δύο έτη (Τεκμήρια 6 και 7) μέχρι να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαιτησία για να μπορέσουν να εξοφλήσουν την πιο πάνω οφειλή προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. εφόσον, όπως είπε, ο χρόνος που τους δόθηκε δεν ήταν αρκετός λόγω και της αναστάτωσης που είχε η οικονομία της Κύπρου. Τέλος, επανέλαβε ότι τα προβλήματα υγείας του προέκυψαν μετά το 2018 και αυτά οφείλονται στο άγχος που του δημιούργησε η εκκρεμοδικία στην παρούσα υπόθεση. Γ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και Ευρήματα Ως έχει νομολογηθεί, προτού η μαρτυρία χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων θα πρέπει να αξιολογείται από το Δικαστήριο στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν. Δημοκρατία
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανασίου και Άλλος ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Όπως επίσης έχει καθοριστεί από την νομολογία, η αξιολόγηση μάρτυρα κρίνεται με βάση σχετικές παραμέτρους όπως η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Επίσης, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί εν μέρει ή στην ολότητά της τη μαρτυρία ενός μάρτυρα (Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατία
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Με γνώμονα τις πιο πάνω παραμέτρους και αφού είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων αποτελούν είτε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητούνται με αποτέλεσμα να εκλαμβάνονται από το Δικαστήριο ως μη αμφισβητούμενα (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454 και Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527), εφόσον ό,τι προωθήθηκε από την υπεράσπιση είτε κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.1 είτε μέσω της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 αλλά και κατά την επιχειρηματολογία του δικηγόρου των Κατηγορουμένων 2 - 4 στο στάδιο των αγορεύσεων ήταν οι ακόλουθες νομικές υπερασπίσεις, οι οποίες δεν άπτονται της ουσίας της οφειλής και των φορολογικών υποχρεώσεων της Κατηγορούμενης 1 προς την υπηρεσία Φ.Π.Α.: (
  1. i)ότι δεδομένης της εκκαθάρισης της Κατηγορούμενης 1 και ενόψει του αποτελέσματος που αναμένεται ότι θα έχει η διαδικασία Διαιτησίας από πλευράς Κατηγορουμένων 2 - 4, ο οφειλόμενος φόρος με βεβαιότητα θα εξοφληθεί× (
  2. ii)ότι η διαδικασία στην παρούσα ποινική υπόθεση είναι παράνομη λόγω της ακυρότητας του διορισμού του προσώπου που διορίστηκε στη θέση του Εφόρου Φορολογίας× και (iii) ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης ώστε να παραβιάζεται το θεμελιακό δικαίωμα των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Η Μ.Κ. 1 έκανε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα η οποία προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία της έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και υποστηρίζεται πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς της για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις της. Παρέμεινε συνεπής και σταθερή στις θέσεις της καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης της ενώ η μαρτυρία της όχι μόνο δεν κλονίστηκε ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης αλλά αντίθετα παρέμεινε επί της ουσίας και στο μεγαλύτερο της μέρος αδιαμφισβήτητη και αναντίλεκτη. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία της ούτε έχω διαπιστώσει οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία της και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα, απλότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν σε σχέση με τα διαδραματισθέντα, δίδοντας μαρτυρία για θέματα τα οποία γνώριζε ως εκ της θέσης της, της ενάσκησης των καθηκόντων της στην υπηρεσία Φ.Π.Α. και των εγγράφων που είχε στην κατοχή της και τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια, χωρίς να προσπαθήσει να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός ή να επιβαρύνει καθ' οιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος της εργοδότριας της. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος έδωσε την εικόνα προσώπου επηρεασμένου και καθοδηγούμενου να αναφέρει τα όσα υποστήριξε στο Δικαστήριο, προσπαθώντας να παρουσιάσει μέσω της μαρτυρίας του τα γεγονότα με τρόπο που θεωρούσε ότι θα βοηθούσε τον ίδιο και τις Κατηγορούμενες 3 και 4 να προωθήσουν τις πιο πάνω νομικές υπερασπίσεις ώστε να απαλλαχθούν από την ποινική τους ευθύνη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αισθάνεται βεβαιότητα ότι η εκδοχή του Κατηγορούμενου 2 ως προς την εμπλοκή των Κατηγορουμένων 3 και 4 στη διοίκηση της Κατηγορούμενης 1 και τα όσα ο ίδιος ανέφερε τόσο σε σχέση με τους λόγους που η Κατηγορούμενη 1 δεν συμμορφώθηκε εμπρόθεσμα με τις φορολογικές της υποχρεώσεις όσο και σε σχέση με την προβαλλόμενη παρανομία στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας διαδικασίας δεν αποτελούν παρά έναν εκ των υστέρων κακόπιστο σχεδιασμό της πλευράς του Κατηγορούμενου 2 σε μια προσπάθεια αποφυγής της ευθύνης που τους προσάπτεται από την Κατηγορούσα Αρχή λόγω της μη συμμόρφωσης της Κατηγορούμενης 1 με τις φορολογικές της υποχρεώσεις. Στο πλαίσιο αυτό ο Κατηγορούμενος 2 προέβαλε μια προσέγγιση αναληθοφανή μέχρι και παράλογη ενώ στην προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του υπέπεσε σε αντιφάσεις και προέβαλε ισχυρισμούς που αντικρούονται από τα κατατεθειμένα Τεκμήρια ενώ, όποτε ένοιωθε να εγκλωβίζεται από τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση του, είτε απέφευγε να απαντήσει ευθέως ή καθυστερούσε να απαντήσει και είτε έδιδε απαντήσεις γενικές ή ατεκμηρίωτες. Ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του είναι τα πιο κάτω παραδείγματα: (α) Σε σχέση με την εμπλοκή των Κατηγορουμένων 3 και 4 στην Κατηγορούμενη 1, παρόλο που είναι κοινώς αποδεκτό ότι αυτές κατείχαν κατά τον επίδικο χρόνο θέση αξιωματούχου στην εν λόγω εταιρεία (διευθυντής και γραμματέας αντίστοιχα), ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι αυτές δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τη διοίκηση της Κατηγορούμενης 1 εφόσον ήταν ο ίδιος που ασχολούνταν με τις εργασίες της και λάμβανε όλες τις αποφάσεις που την αφορούσαν. Η θέση αυτή όχι μόνο είναι αντινομική και παράλογη, εφόσον η ίδια η ιδιότητα ενός προσώπου ως αξιωματούχου μιας εταιρείας εξυπακούει, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, την εμπλοκή ή σχέση του στα διοικητικά της εταιρείας[1], αλλά αντιφάσκει και με τα όσα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε στη συνέχεια, όπου αναγνώρισε την υπογραφή της Κατηγορούμενης 4 στις φορολογικές δηλώσεις (Τεκμήρια 3
(1)- 3
(5)) αναφέροντας ότι η ίδια είχε απόλυτη γνώση του τι υφίστατο στην Κατηγορούμενη 1. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα όσα ανέφερε, οι Κατηγορούμενες 3 και 4 ήταν πρόσωπα που είχαν άμεση εμπλοκή και κατείχαν υπεύθυνες θέσεις κατά την εκτέλεση των καθημερινών εργασιών της Κατηγορούμενης 1[2], ενώ δεν απέκλεισε να είχαν υπογράψει εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 πρακτικά του διοικητικού της συμβουλίου ή άλλα έγγραφα για την παραχώρηση σε αυτήν τραπεζικών διευκολύνσεων. (β) Σε σχέση με την εκδοχή που παρουσίασε ο Κατηγορούμενος 2 ως προς τους λόγους που η Κατηγορούμενη 1 δεν συμμορφώθηκε εμπρόθεσμα με τις φορολογικές της υποχρεώσεις και τα όσα, παρεμφερώς, ανέφερε στο πλαίσιο αυτό, αυτά είτε δεν βρίσκουν έρεισμα στην κοινή λογική είτε διαψεύδονται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης είτε δεν συνάδουν με την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.1 και είναι πρόδηλο ότι προβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 σε μια προσπάθειά του να πείσει ότι η Κατηγορούσα Αρχή φέρει μερίδιο ευθύνης για την οφειλή που δημιουργήθηκε, θέλοντας έτσι να προσδώσει βαρύτητα στον ισχυρισμό του περί ύπαρξης υπέρμετρης καθυστέρησης στη δίωξη των Κατηγορουμένων. Συγκεκριμένα, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι γνώριζαν τις φορολογικές υποχρεώσεις της Κατηγορούμενης 1 και ενώ, προδήλως, είχε υπόψη του τις συνέπειες που θα ακολουθούσαν σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της με αυτές (εφόσον, όπως είπε κατά την αντεξέτασή του, είχε προηγηθεί η δίωξη της Κατηγορούμενης 1 και της αδερφής του, Κατηγορούμενης 3, για προηγούμενες οφειλές της Κατηγορούμενης 1 προς την υπηρεσία Φ.Π.Α.), προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η μη εμπρόθεσμη συμμόρφωση της Κατηγορούμενης 1 με τις επίδικες φορολογικές της υποχρεώσεις ήταν εξαιτίας των λανθασμένων αποφάσεων που έλαβε λόγω της οικονομικής κρίσης και των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Κατηγορούμενη 1 τα έτη 2009 - 2011, ισχυριζόμενος παράλληλα ότι αν λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 αμέσως μετά τη φορολογική περίοδο 01/08/2009 - 31/10/2009 αυτό θα αποτελούσε ένα «ηχηρό μήνυμα τόσο προς την εταιρεία όσο και προς τους αξιωματούχους της ώστε να προχωρήσουν με την πληρωμή του οφειλόμενου φόρου». Η εκδοχή του όμως αυτή καθόλου δεν πείθει. Κατ' αρχάς, δεν απαντά στο λόγο που η Κατηγορούμενη 1 δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα τις φορολογικές δηλώσεις για τις φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/11/2011 - 31/10/2012 (9η - 12η κατηγορία). Κατά δεύτερο, εφόσον ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού και την απόδοσή του χωρίς καθυστέρηση στο Κράτος[3] και λαμβάνοντας υπόψη το ύψος των εργασιών που παρείχε τότε η Κατηγορούμενη 1[4], έπεται ότι οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου 2 περί οικονομικής κρίσης ή οικονομικών προβλημάτων της Κατηγορούμενης 1 για τα έτη 2009 - 2011 ή περί μη έγκαιρης πληρωμής των διατακτικών που, κατά τον ίδιο, συνέβαλαν στην μη εμπρόθεσμη συμμόρφωση της Κατηγορούμενης 1 με τις φορολογικές της υποχρεώσεις δεν βρίσκουν οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο διότι, αφενός, ως προκύπτει από τα Τεκμήρια 3
(1)- 3
(7)και 3
(12), η Κατηγορούμενη 1 παρείχε υπηρεσίες από την 1/8/2009 μέχρι την 31/07/2011 χωρίς να αποδώσει όμως στο Κράτος τον ανάλογο Φόρο Προστιθέμενης Αξίας και, αφετέρου, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε που να δείχνει είτε ότι ο κύκλος εργασιών της Κατηγορούμενης 1 ήταν μεγαλύτερος πριν τον Αύγουστο του 2009, όπου εν τω μεταξύ και πάλι εκκρεμούσαν παλαιότερες φορολογικές οφειλές της Κατηγορούμενης 1, ή ότι υπήρχαν ανείσπραχτες υπηρεσίες της Κατηγορούμενης 1 για τις φορολογικές περιόδους των Τεκμηρίων 3
(1)- 3
(5)που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/08/2009 - 31/10/2010 (αφού, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης που επισυνάπτεται ως μέρος του Τεκμηρίου 6[5], η ισχυριζόμενη μη έγκαιρη πληρωμή των διατακτικών από την Samis τοποθετείται χρονικά κατά ή περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2010), με τον Κατηγορούμενο 2 είτε να αποφεύγει να απαντήσει είτε να δίδει γενικές ή ατεκμηρίωτες απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις που του έγιναν ως προς την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1 κατά την πιο πάνω περίοδο ή για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Κατηγορούμενη 1 το 2009, σε σχέση με τις οποίες απλώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι αφορούσαν αγορά τεμαχίου, ενίσχυση του τρεχούμενου λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 και ενοικιαγορά (finance) αυτοκινήτων. Αναφορικά με την Samis, δεν γίνεται αντιληπτό πώς εκείνα που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος 2 σε σχέση με τις ισχυριζόμενες παραλείψεις της Samis να πληρώσει εγκαίρως τα διατακτικά αλλά και την ισχυριζόμενη προσπάθειά του να κρατούσε το έργο «ζωντανό» συνιστούσαν λόγο για την μη εμπρόθεσμη συμμόρφωση της Κατηγορούμενης 1 με τις φορολογικές της υποχρεώσεις και ούτε γίνεται αντιληπτό πώς αυτά σχετίζονται με την ισχυριζόμενη αδράνεια της Κατηγορούσας Αρχής να τους διώξει αμέσως μετά τη φορολογική περίοδο 01/08/2009 - 31/10/2009 τη στιγμή που, όπως πραναφέρθηκε, η ισχυριζόμενη μη έγκαιρη πληρωμή των διατακτικών από την Samis τοποθετείται χρονικά κατά ή περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2010 (δηλαδή ένα έτος μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την πληρωμή του οφειλόμενου φόρου που αφορά η πιο πάνω φορολογική περίοδος) και όταν, στη συνέχεια (31/1/2011), ακολούθησε αναστολή εργασιών στο έργο και έπειτα καταχωρήθηκε αγωγή από την Κατηγορούμενη 1 εναντίον της Samis στο Ε.Δ. Λεμεσού στις 13/4/2011[6]. Δεδομένου ότι η προθεσμία πληρωμής του εκάστοτε οφειλόμενου φόρου είχε εκπνεύσει είτε πριν την έναρξη των ισχυριζόμενων προβλημάτων πληρωμής των διατακτικών από την Samis[7], είτε μετά τη διασάλευση των σχέσεων με την Samis, με την αναστολή των εργασιών στο έργο στις 31/1/2011 (και όχι το έτος 2009 με 2010 όπως γενικά ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2) και την καταχώριση αγωγής εναντίον της[8], οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου 2 ότι ο οφειλόμενος φόρος δεν πληρώθηκε σε μια προσπάθειά του να κρατούσε το έργο «ζωντανό» ή ότι αν λαμβάνονταν εγκαίρως μέτρα από την Κατηγορούσα Αρχή αυτό θα αποτελούσε ένα «ηχηρό μήνυμα» για αυτούς και ότι θα «άλλαζαν τον τρόπο που δούλευαν» και θα «αναγκάζονταν να κλείσουν το έργο» για να πληρώσουν τον οφειλόμενο φόρο δεν ανταποκρίνονται στα πιο πάνω δεδομένα ούτε έχουν λογική συνοχή. Περαιτέρω, δεν είναι αντιληπτό τι είδους «ηχηρό μήνυμα» ανέμεναν να λάβουν οι Κατηγορούμενοι από την Κατηγορούσα Αρχή ώστε να συμμορφωθεί η Κατηγορούμενη 1, όπως όφειλε, με τις νομοθετικές φορολογικές της υποχρεώσεις, τις οποίες, όπως είπε ο Κατηγορούμενος 2, γνώριζαν, όταν μάλιστα είχε προηγηθεί ποινική δίωξη εναντίον της εν λόγω εταιρείας και της Κατηγορούμενης 3 για προηγούμενες (πριν του 2009) φορολογικές οφειλές. Είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω ότι, δεν ήταν η ισχυριζόμενη οικονομική κρίση ή οι ισχυριζόμενες οικονομικές δυσκολίες που οδήγησαν στην μη εμπρόθεσμη συμμόρφωση της Κατηγορούμενης 1 με τις επίδικες φορολογικές της υποχρεώσεις αλλά διαφορετικοί παράγοντες, αναγόμενοι είτε στις συναλλακτικές μεθόδους της Κατηγορούμενης 1 είτε στον τρόπο διοίκησης και διαχείρισης της Κατηγορούμενης 1, που είχαν ως κύρια συνισταμένη την πρακτική να συναλλάσσεται η Κατηγορούμενη 1 καθυστερώντας ή αποφεύγοντας, όσο περισσότερο γίνεται, την έγκαιρη πληρωμή προς το Κράτος του οφειλόμενου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. (γ) Σε σχέση με την προβαλλόμενη παρανομία στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας διαδικασίας, ο Κατηγορούμενος 2 επικαλέστηκε μέσω της μαρτυρίας του δύο δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες εντόπισε, όπως είπε, στο CYLAW και τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 10 και 11, παρουσιάζοντας τον εαυτό του γνώστη και καλά ενημερωμένο πρόσωπο των όσων αναφέρονται σε αυτές, ειδικότερα σε σχέση με τις συνέπειες που έχουν αυτές οι αποφάσεις στο διορισμό του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας καθώς και στα αποτελέσματα που επιφέρουν στην παρούσα διαδικασία. Εντούτοις, κατά την αντεξέτασή του, διεφάνη ακριβώς το αντίθετο. Όταν ρωτήθηκε για το περιεχόμενο των εν λόγω αποφάσεων ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί ή να υποστηρίξει τα όσα είχε προηγουμένως αναφέρει ούτε να εξηγήσει πώς οι αποφάσεις αυτές σχετίζονται με την παρούσα διαδικασία ή πώς υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του, καταλήγοντας έτσι ότι, διαβάζοντας τις εν λόγω αποφάσεις είχε πάρα πολλές απορίες και δεν ήταν απόλυτα σίγουρος για το περιεχόμενο τους, ενώ όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του αναφορικά με το διορισμό του κ. Τσαγγάρη και για το ότι δεν μπορεί να προωθεί την παρούσα διαδικασία βασίζονται σε σχετική ενημέρωση που έλαβε από το δικηγόρο του και ήταν κάτι που το είχε ακούσει στις ειδήσεις και το είχε συζητήσει τυχαία με κόσμο πολλές φορές. (δ) Μέσω της μαρτυρίας του, ο Κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά υποστήριξε ότι θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει λόγω της ακυρότητας του διορισμού του κ. Τσαγγάρη αλλά και της υπέρμετρης καθυστέρησης που, κατά τον ίδιο, υπέδειξε η Κατηγορούσα Αρχή στη δίωξη των Κατηγορουμένων. Την ίδια στιγμή όμως, όχι μόνο δεν αμφισβητεί τις λεπτομέρειες του υπό κρίση κατηγορητηρίου, παραδεχόμενος ουσιαστικά τη διάπραξή των αδικημάτων που του προσάπτονται, αλλά, περαιτέρω, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ουδέποτε αμφισβήτησε στο παρελθόν τη νομιμότητα του διορισμού του κ. Τσαγγάρη και ουδέποτε ισχυρίστηκε αδικαιολόγητη αδράνεια ή υπερβολική καθυστέρηση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής στην προώθηση της ποινικής δίωξης των αδικημάτων που σήμερα αντιμετωπίζει ενώ τίποτα δεν αναφέρει που να υποδεικνύει πώς επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση του από την επικαλούμενη καθυστέρηση. Αντιθέτως, όπως πρόδηλα προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η πλευρά των Κατηγορουμένων αναζητούσε συνεχώς χρόνο, είτε κατόπιν αιτημάτων τους προς την Κατηγορούσα Αρχή έπειτα από κάθε δίωξη (βλ. Τεκμήρια 5 - 7) είτε εκμεταλλευόμενη όσο χρονικό διάστημα είχε κάθε φορά μέχρι τη δίωξη, ώστε η Κατηγορούμενη 1 να μπορέσει να συμμορφωθεί με τις εκάστοτε φορολογικές της υποχρεώσεις, μέσω χρημάτων που, κατά τον Κατηγορούμενο 2, ανέμενε να εισπράξει από την πληρωμή των διατακτικών ή μέσω της διαδικασίας διαιτησίας με την Samis, με τον Κατηγορούμενο 2 να καταλήγει τελικά κατά την αντεξέτασή του ότι ο χρόνος που τους δόθηκε δεν ήταν αρκετός και είναι γι' αυτό που με τις επιστολές τους (Τεκμήρια 6 και 7) ζητούσαν περαιτέρω χρόνο. Η παραδοξότητα αυτή στις θέσεις του Κατηγορούμενου 2 επιβεβαιώνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα αλλά, εντελώς καθοδηγούμενα, μαρτύρησε με τρόπο ώστε να προωθήσει μια εκδοχή που πίστευε ότι θα μπορούσε να βοηθήσει τον ίδιο και τις Κατηγορούμενες 3 και 4 να απαλλαχθούν από την ποινική τους ευθύνη, επιδιώκοντας έτσι να δώσει υπόσταση στις πιο πάνω νομικές υπερασπίσεις. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος 2 δεν με έπεισε ως προς την εκδοχή που παρουσίασε στο Δικαστήριο και νιώθω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ώστε να εξάξω από αυτήν οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα που σχετίζονται με τα ζητήματα που είναι επίδικα στην παρούσα διαδικασία. Εξετάζοντας, τώρα, τις ανώμοτες δηλώσεις των Κατηγορουμένων 3 και 4, υπό το φως της σχετικής νομολογίας[9], το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση που προέβαλαν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στα διοικητικά της Κατηγορούμενης 1. Τούτο διότι, αφενός, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση τους αυτή (βλ. Σάββα Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Χρίστου Ορφανίδη, ECLI:CY:AD:2015:B706, Ποιν.΄Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 23/10/2015) και επειδή, εν πάση περιπτώσει, αντίστοιχη θέση που προβλήθηκε μέσω της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και λαμβάνοντας υπόψη την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένων των κατατεθειμένων Τεκμηρίων αλλά και των γεγονότων που είτε αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκαν, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω συμπεράσματα: 1. Η Κατηγορούμενη 1 ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο Φ.Π.Α. με αριθμό 10149268Υ από την 01/09/2004 μέχρι και τις 31/1/2014, όπου και ακυρώθηκε η εγγραφή της από το σχετικό μητρώο, κατόπιν αιτήματος αναδρομικής ακύρωσης που υπέβαλε στο Τμήμα Φορολογίας στις 19/02/2019. Η Κατηγορούμενη 1 τέθηκε υπό καθεστώς εκκαθάρισης στις 05/02/2014 με βάση σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου και η καταχώριση της παρούσας υπόθεσης εναντίον της επιτράπηκε με διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/9/2017. 2. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από τις 21/06/2010 αδιάλειπτα, χωρίς να έχει παυθεί, μέχρι και τις 15/10/2018 που εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2
(4), η Κατηγορούμενη 3, που είναι αδερφή του Κατηγορούμενου 2, ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από τις 08/12/2005 μέχρι και τις 21/06/2010 οπότε και παύθηκε από αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1, και η Κατηγορούμενη 4, που είναι η σύζυγος του Κατηγορούμενου 2, ήταν γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 από τις 08/06/2004 αδιάλειπτα, χωρίς να έχει παυθεί, μέχρι και τις 15/10/2018 που εκδόθηκε το Τεκμήριο 2
(4).
  1. Η Κατηγορούμενη 1 δεν συμμορφώθηκε εμπρόθεσμα με τις φορολογικές της υποχρεώσεις και οφείλει τα ποσά που αναγράφονται στις κατηγορίες του υπό κρίση κατηγορητηρίου, με εξαίρεση τα ποσά που αναγράφονται στην 15η κατηγορία έναντι των οποίων καταβλήθηκε εκπρόθεσμα το συνολικό ποσό των €16.020,88 και παραμένει υπόλοιπο, σε σχέση με την εν λόγω κατηγορία, το ποσό των €11.783,35 που αναλογεί σε €5.510,49 πρόσθετο φόρο και €6.272,86 τόκο. Πέραν του ποσού αυτού ουδέν άλλο ποσό πληρώθηκε, μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, έναντι των αναφερόμενων στο κατηγορητήριο οφειλόμενων ποσών.
  2. Οι φορολογικές δηλώσεις που αναφέρονται στις κατηγορίες 9 - 12 υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα στις 19/02/
  3. Στις 14/8/2012 καταχωρήθηκε εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 η ποινική δίωξη με αριθμό 17395/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε αδικήματα μέχρι την φορολογική περίοδο 31/01/2012 και η οποία αποσύρθηκε στις 17/05/2013 λόγω αδυναμίας επίδοσης της.
  4. Στις 04/11/2013 καταχωρήθηκε εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 η ποινική δίωξη με αριθμό 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε αδικήματα μέχρι τη φορολογική περίοδο 31/10/2012[10]. Κατόπιν αιτήματος των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 που υποβλήθηκε στο Τμήμα Φορολογίας στις 22/09/2014, η δίωξη στην εν λόγω ποινική υπόθεση αναστάληκε από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 19/11/2014, έχοντας υπόψη την περιέλευση της Κατηγορούμενης 1 σε εκκαθάριση με διάταγμα ημερομηνίας 05/02/2014 και τη δέσμευση του Κατηγορούμενου 2 για αποπληρωμή της οφειλής Φ.Π.Α, υπό τον όρο επανακαταχώρισης της ποινικής δίωξης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης στην υπόθεση 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας, το Τμήμα Φορολογίας, ένεκα της περιέλευσης της Κατηγορούμενης 1 σε καθεστώς εκκαθάρισης έδωσε πίστωση χρόνου στους Κατηγορούμενους και ανέμενε την εξόφληση της οφειλής. Προς τούτο παρείχε χρόνο και μετά την ψήφιση του Ν.4(Ι)/2017 που αφορά τη διαδικασία ρύθμισης ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών αλλά λόγω της μη συμμόρφωσης των Κατηγορουμένων, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση.
  5. Η Κατηγορούμενη 1, η οποία ασχολείτο με εργασίες στον κατασκευαστικό τομέα, είχε συμφωνήσει περί τα έτη 2008 - 2009 με την Samis την ανέγερση 10 κατοικιών στην Μουταγιάκα της Επαρχίας Λεμεσού. Λόγω διαφορών που προέκυψαν κατά την εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 και της Samis, τα μέρη συμφώνησαν στις 12/05/2011 όπως παραπέμψουν τις εν λόγω διαφορές τους προς επίλυση σε διαιτησία, στο πλαίσιο της οποίας παραδόθηκε στις 22/07/2011 η έκθεση απαίτησης της Κατηγορούμενης 1, με την οποία διεκδικεί από την Samis, μεταξύ άλλων, το συνολικό ποσό των €2.832.000[11]. Η εν λόγω διαδικασία διαιτησίας (η Διαιτησία) δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
  6. Μέσω του προηγούμενου δικηγόρου τους, οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4, με επιστολές ημερομηνίας 3/1/2019 και 31/1/2019[12], ζήτησαν από τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Έφορο Φορολογίας την αναστολή της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση για περίοδο δύο ετών ώστε να εξοφλήσουν την οφειλή προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. από τα χρήματα που θα εισπράττονταν από την Διαιτησία. Δ. Βάρος Απόδειξης - Νομική Πτυχή και Τελικά Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον των Κατηγορουμένων βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη καταβολής στον Έφορο Φορολογίας των ποσών που αναφέρονται ανωτέρω και τα οποία φαίνονται σε αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις για καθορισμένες φορολογικές περιόδους. Πρόκειται για τις κατηγορίες 1 έως 8 και 13, με τη διάκριση που γίνεται ανωτέρω ως προς τα πρόσωπα εναντίον των οποίων στρέφονται. Νομική βάση των κατηγοριών αυτών είναι τα άρθρα 46
(9),
(20)
(1)και 48 του Νόμου. Το άρθρο 46
(9)του Νόμου διαλαμβάνει ότι: «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Το άρθρο 20
(1)του Νόμου αναφέρει ότι: «Καταβολή με αναφορά σε φορολογικές περιόδους και έκπτωση του φόρου εισροών έναντι του φόρου εκροών 20.—
(1)Κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο αποδίδει λογαριασμό και καταβάλλει Φ.Π.Α., σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί και σε σχέση με απόκτηση από το εν λόγω πρόσωπο οποιωνδήποτε αγαθών από άλλα κράτη μέλη, αναφορικά με τέτοιες περιόδους (που στον παρόντα Νόμο αναφέρονται ως "καθορισμένες φορολογικές περίοδοι") σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που μπορεί να καθορίζεται από ή με βάση Κανονισμούς και τέτοιοι Κανονισμοί μπορούν να προβλέπουν διαφορετικά για διαφορετικές περιστάσεις.» Συνεπώς, το άρθρο 20
(1)του Νόμου υποβάλλει υποχρέωση στο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 6 του Νόμου, να αποδίδει λογαριασμό και να καταβάλλει ΦΠΑ σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους οι οποίες καθορίζονται με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς. Περαιτέρω, σχετικές με τα προαναφερόμενα αδικήματα, είναι και οι ακόλουθες πρόνοιες των άρθρων 17
(1)και 29
(2)της Κ.Δ.Π. 314/2001 που περιλαμβάνονται στην έκθεση αδικήματος της κάθε κατηγορίας: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του ΦΠΑ. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: [.] 29.—
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό ΦΠΑ. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.». Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος που προσάπτεται με τις κατηγορίες 1 μέχρι 8 και 13 είναι τα ακόλουθα: (α) η παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α, (β) ο οποίος είναι καταβλητέος δυνάμει φορολογικής δήλωσης και (γ) ο οποίος δεν καταβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ενόψει των ανωτέρω και με βάση την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης μέχρι και της 8ης και 13ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1, ως υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, εν τη εννοία του Νόμου, κατά τον επίδικο χρόνο που αφορά έκαστη κατηγορία που αντιμετωπίζει, υπέβαλε τις σχετικές φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/08/2009 - 31/07/2011 και 01/11/2013 - 31/01/2014 (Τεκμήρια 3
(1)μέχρι 3
(7), 3
(12)και 3
(13)). Έχει επίσης αποδειχθεί, μέσω των εν λόγω φορολογικών δηλώσεων, ο καταβλητέος φόρος που δηλώθηκε από την Κατηγορούμενη 1 και ότι η τελευταία παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα το ΦΠΑ που δηλώθηκε, σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Τα προαναφερόμενα επιβεβαιώνονται και από το Πιστοποιητικό που κατατέθηκε δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου (Τεκμήριο 4), οι πρόνοιες της οποίας δημιουργούν μαχητό τεκμήριο εφόσον ορίζουν ότι το εν λόγω Πιστοποιητικό αποτελεί επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνει μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το εν λόγω νομοθετικό τεκμήριο δεν έχει αμφισβητηθεί. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1 - 8 και 13. Όσον αφορά τις κατηγορίες 9 έως 12, νομική βάση των εν λόγω κατηγοριών είναι τα προαναφερόμενα άρθρα 20
(1), 48 του Νόμου και το άρθρο 17
(1)της Κ.Δ.Π 314/2001, καθώς επίσης και το άρθρο 46
(10)του Νόμου που προνοεί ότι: «
(10)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να υποβάλει φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46
(10)του Νόμου που αφορά τις κατηγορίες 9 - 12 είναι τα ακόλουθα: (α) η παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης για καθορισμένη φορολογική περίοδο και (β) η μη υποβολή της εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Με βάση τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 9ης μέχρι και της 12ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να υποβάλει εμπρόθεσμα τις φορολογικές δηλώσεις για τις αντίστοιχες φορολογικές περιόδους που αναφέρονται στις εν λόγω κατηγορίες και οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/11/2011 - 31/10/2012, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 4). Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 9η μέχρι και την 12η κατηγορία. Όσον αφορά τις κατηγορίες 15 έως 23, νομική βάση των εν λόγω κατηγοριών είναι τα προαναφερόμενα άρθρα 46
(9), 20
(1), 48 του Νόμου και τα άρθρα 17
(1)και 29
(2)της Κ.Δ.Π 314/2001, καθώς επίσης και το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου που προνοεί ότι: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος του άρθρου 46 (10Α) του Νόμου που αφορά τις κατηγορίες 15 έως 23 είναι τα ακόλουθα: (α) η παράλειψη καταβολής πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου, (β) που επιβλήθηκαν δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών. Στη βάση των ανωτέρω και μέσα από την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 15ης μέχρι και της 23ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει πρόσθετο φόρο και τόκο που επιβλήθηκε σε αυτήν λόγω της διάπραξης των αδικημάτων της 1ης - 8ης και 13ης κατηγορίας, ήτοι λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που οφείλετο σύμφωνα με φορολογικές δηλώσεις ΦΠΑ για τις περιόδους που αναφέρονται στις εν λόγω κατηγορίες, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 4). Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην 15η μέχρι και την 23η κατηγορία. Όσον αφορά τώρα την ποινική ευθύνη των Κατηγορούμενων 2, 3 και 4 για τις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει, αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 48 του Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Από το περιεχόμενο του άρθρου 48 του Νόμου, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη του συμβούλου ή «διευθύνοντα αξιωματούχου» (στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε διευθυντής και γραμματέας) ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και ότι πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ευθύνη προσωπική που εκπηγάζει από την ίδια την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο, χωρίς να προϋποθέτει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή του στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν εξετάζει αν υπήρχε ένοχη διάνοια (mens rea) από πλευράς συμβούλου ή διευθύνοντα αξιωματούχου στη διάπραξη αδικήματος που προνοείται στο Νόμο ώστε να του αποδοθεί ποινική ευθύνη για αυτό. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο από πλευράς νομικού προσώπου και ότι, κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης, το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή «διευθύνοντα αξιωματούχου» του νομικού προσώπου που διέπραξε το ρηθέν αδίκημα (βλ. Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατία
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ.276/2015 ημ. 12/04/2017 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολωμονίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 323/2015 ημ. 18/12/2018). Εν προκειμένω, όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω, έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει μέσα από την αξιόπιστη και αναντίλεκτη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 και η Κατηγορούμενη 4 ήταν γραμματέας της εν λόγω εταιρείας κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει (σχετικά είναι τα Τεκμήρια 2
(4)και 4). Συνακόλουθα, έχω ικανοποιηθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 ευθύνονται ποινικά για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες που τους προσάπτονται. Κατά συνέπεια, η θέση που προωθήθηκε από τις Κατηγορούμενες 3 και 4 μέσω της ανώμοτης τους δήλωσης ότι είναι αθώες και ότι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση ή εμπλοκή στη διοίκηση της Κατηγορούμενης 1 δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα και απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη εφόσον, υπό τις περιστάσεις, ουδεμία σημασία έχει ο βαθμός εμπλοκής των Κατηγορουμένων 3 και 4 στην διοίκηση και διαχείριση της Κατηγορούμενης 1 ώστε να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ποινική ευθύνη που υπέχουν στη διάπραξη των αδικημάτων των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Ούτε, βεβαίως, η θέση της υπεράσπισης πως η Κατηγορούσα Αρχή είναι βέβαιο ότι θα εισπράξει πλήρως τον οφειλόμενο φόρο από το αποτέλεσμα που αναμένεται να έχει η διαδικασία Διαιτησίας είναι παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη ή να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων στα αδικήματα που αντιμετωπίζουν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Αυτό, εάν επιτευχθεί, θα έχει σημασία και θα μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της παρούσας διαδικασίας, όχι όμως τώρα όπου το Δικαστήριο εξετάζει εάν στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη σε αυτούς ποινική ευθύνη για τα αδικήματα που τους προσάπτονται στην παρούσα υπόθεση, η διάπραξη των οποίων, ενόψει της πιο πάνω απόδειξης των συστατικών τους στοιχείων, είναι δεδομένη. Συναφώς, η σχετική εισήγηση που προβλήθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων από πλευράς υπεράσπισης ότι οι Κατηγορούμενοι θα πρέπει να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν ενόψει του αποτελέσματος που αναμένουν ότι θα έχει η διαδικασία Διαιτησίας, είναι προδήλως αβάσιμη, αλυσιτελής και, ως τέτοια, απορρίπτεται. Παρά τα πιο πάνω, η υπόθεση δεν ολοκληρώνεται εδώ εφόσον με την υπεράσπιση εγείρονται δύο επιμέρους ζητήματα, κεφαλαιώδους σημασίας, που το Δικαστήριο, καθηκόντως, οφείλει να εξετάσει. Το πρώτο αφορά την ισχυριζόμενη παρανομία στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης από τον Έφορο Φορολογίας λόγω της επικαλούμενης ακυρότητας του διορισμού του κ. Τσαγγάρη και το δεύτερο αφορά την ισχυριζόμενη υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, δηλαδή εκείνο της παρανομίας στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, το επιχείρημα της υπεράσπισης βασίζεται σε δυο δικαστικές αποφάσεις που κατατέθηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 ως Τεκμήρια 10 και 11. Συγκεκριμένα, αποτελεί βασική θέση της υπεράσπισης ότι, επειδή ο διορισμός του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας κρίθηκε παράνομος και ακυρώθηκε με απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 10), όλες οι πράξεις του εν λόγω προσώπου πάσχουν εξ υπαρχής με αποτέλεσμα η καταχώριση της παρούσας υπόθεσης να είναι παράνομη και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να απορριφθεί. Κατ' αρχάς, υπενθυμίζεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική και αφορά τη δίωξη προσώπων (των Κατηγορουμένων) για αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών. Όπως είναι γνωστό, η άσκηση ποινικής δίωξης κατά προσώπου εναπόκειται στην εξουσία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ο οποίος δύναται να την ασκεί είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω υπαλλήλων υπαγόμενων σε αυτόν ενεργούντων υπό και σύμφωνα με τις οδηγίες του (βλ. άρθρο 113 του Συντάγματος και Kaya Meryem
(2010)1 Α.Α.Δ. 1887). Έχει, βεβαίως, αναγνωριστεί νομολογιακά στην Κύπρο η, υπό προϋποθέσεις, δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης από ιδιώτες που θίγονται κατά άμεσο τρόπο από αδίκημα που διαπράχθηκε από παραβάτες ιδιωτικού δικαίου (βλ. Ttofinis v. Theocharides and another
(1983)2 CLR 363, Δημοσθένους ν. Τύχωνος, Ποιν. Έφεση 153/2011 ημ. 16/1/2013 και Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου ECLI:CY:AD:2014:B917, Ποιν. Έφεση 194/2013 ημ. 2/12/2014), όμως η εν λόγω περίπτωση δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω όπου η παρούσα υπόθεση δεν καταχωρήθηκε από ιδιώτη αλλά από τον Έφορο Φορολογίας. Συναφώς, σε υποθέσεις όπως η παρούσα, η δίωξη των Κατηγορουμένων ασκείται στο πλαίσιο του άρθρου 113 του Συντάγματος και ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας (βλ. άρθρα 46
(14)του Νόμου και άρθρα 87
(1),
(2)του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμων του 2004 Ν. 94(Ι)/2004), σύμφωνα δηλαδή με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, γεγονός το οποίο όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από την υπεράσπιση αλλά επιβεβαιώνεται και από την επιστολή του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 14/9/2020 που καταχωρήθηκε στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δια της οποίας διακόπηκε από τη Δημοκρατία η δίωξη των Κατηγορουμένων στην 14η κατηγορία. Και όπως, περαιτέρω, προκύπτει από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, η καταχώριση της παρούσας υπόθεσης θα έπρεπε να γίνει στο όνομα του Εφόρου Φορολογίας, ο οποίος συνιστά μια οργανωτική μονάδα που αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο αρμοδιοτήτων, έννοια που σαφώς διακρίνεται από την έννοια του «φορέα του οργάνου» στην οποία εμπίπτει ο κ. Τσαγγάρης[13]. Είναι δεδομένης αυτής της διάκρισης μεταξύ «οργάνου» και «φορέα του οργάνου» που στο άρθρο 4
(6)του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου του 2014 (Ν.70(Ι)/2014)προνοείται ότι: «Ελάττωμα αναφορικά με το διορισμό του Εφόρου Φορολογίας δεν επηρεάζει την εκπλήρωση είτε των δικών του αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων είτε αυτών του Τμήματος Φορολογίας γενικά.» Εφόσον, λοιπόν, η καταχώριση της παρούσας υπόθεσης δεν έγινε (ούτε θα μπορούσε να γίνει) με απόφαση του Εφόρου Φορολογίας αλλά κατόπιν οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στο όνομα του Εφόρου Φορολογίας και λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω διάκριση μεταξύ «οργάνου» και «φορέα του οργάνου», έπεται ότι η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης περί παρανομίας στην καταχώριση της παρούσας υπόθεσης ή ότι ο Έφορος Φορολογίας δεν θα μπορούσε να την καταχωρίσει ενόψει της ακυρότητας του διορισμού του προσώπου που διορίστηκε στη θέση αυτή στερείται οποιουδήποτε νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως προκύπτει από το «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», του Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου, Τόμος 1, 15η έκδοση
(2017), σελ. 114 και επ., η νόμιμη υπόσταση ενός μονομελούς διοικητικού οργάνου, όπως εν προκειμένω είναι ο Έφορος Φορολογίας, και οι συνέπειες που επιφέρει η ακύρωση διορισμού του προσώπου που διορίστηκε στη θέση αυτή (δηλαδή του «φορέα του οργάνου») αποτελούν ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο εξέτασης του κύρους των διοικητικών πράξεων που εξέδωσε το εν λόγω πρόσωπο πριν την ακύρωση του διορισμού του. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που το άρθρο 15 του Ν.158(Ι)/1999 προβλέπει, ειδικά με αναφορά σε διοικητική πράξη, ότι: «Βασική προϋπόθεση για να είναι μία διοικητική πράξη έγκυρη είναι η νόμιμη υπόσταση του οργάνου που την εκδίδει.» και είναι υπό το πρίσμα αυτό που, όπως υποδεικνύεται, στο πιο πάνω σύγγραμμα: «Το μονομελές διοικητικό όργανο, για να είναι ικανό να εκδώσει τη διοικητική πράξη, πρέπει να έχει νόμιμη υπόσταση. [.] Οι πράξεις του προσώπου που εμφανίσθηκε ως διοικητικό όργανο χωρίς να λάβει νόμιμη υπόσταση δεν έχουν χαρακτήρα διοικητικής πράξης, είναι ανύπαρκτες ή ανυπόστατες από την άποψη του διοικητικού δικαίου ΣΕ 531/1971). [.] Εάν η πράξη του διορισμού ή της εκλογής του προσώπου που αποτελεί το μονομελές διοικητικό όργανο δεν είναι, κατά τα προαναφερόμενα, ανυπόστατη, αλλά απλώς παράνομη, και συνεπώς πάσχει από ακυρότητα, αυτό δεν επιδρά στο κύρος των διοικητικών πράξεων που έχει εκδώσει. Το όργανο αυτό ονομάζεται συνήθως de facto διοικητικό όργανο. Αναγκαίος όρος, για να θεωρηθεί ένα όργανο ως de facto, είναι να υπάρχει πράξη διορισμού ή εκλογής του προσώπου που το αποτελεί, η οποία είναι μεν παράνομη, αλλά δημιουργεί αντικειμενική επίφαση νομιμότητας [.] Δεν υπάρχει επίφαση νομιμότητας, εάν η πράξη διορισμού ή εκλογής είναι ανυπόστατη και όχι απλώς παράνομη.». (οι πιο πάνω υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Εν προκειμένω, η καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης σαφώς δεν συνιστά διοικητική πράξη αλλά πράξη στενά συνδεδεμένη με την παρούσα δικαστική διαδικασία. Όπως, άλλωστε, προαναφέρθηκε, η δίωξη στην παρούσα υπόθεση ασκείται σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας με αποτέλεσμα, η καταχώρισή της, να μην συνιστά πράξη της διοικήσεως, προερχόμενη από τον Έφορο Φορολογίας, αλλά απόφαση προερχόμενη από τον Γενικό Εισαγγελέα που λήφθηκε στο πλαίσιο των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 113 του Συντάγματος (και όχι στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας για την θέσπιση ενός κανόνα δικαίου με σκοπό τη ρύθμιση εννόμων σχέσεων που διέπονται από το διοικητικό δίκαιο ή ως μέτρο διοικητικού καταναγκασμού), για τη δίωξη αδικημάτων που διαπράχθηκαν κατά παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας (και όχι προς επιδίωξη άλλου σκοπού δημοσίου συμφέροντος στο πλαίσιο των διατάξεων του διοικητικού δικαίου). Συνεπώς, είναι πρόδηλο ότι ζητήματα νόμιμης υπόστασης του Εφόρου Φορολογίας δεν ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση ούτε επηρεάζουν τη νομιμότητα στην καταχώριση και προώθησή της. Εν πάση περιπτώσει, η στοιχειοθέτηση των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους δεν προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμα διορισμένου προσώπου στη θέση του Εφόρου Φορολογίας ούτε η δημιουργία των εν λόγω αδικημάτων ήταν απότοκο εξουσίας που ασκήθηκε με οποιασδήποτε πράξη εκδοθείσα από τον κ. Τσαγγάρη ως Έφορο Φορολογίας. Αντίθετα, τα αδικήματα για τα οποία διώκονται οι Κατηγορούμενοι προκύπτουν απευθείας από συγκεκριμένες πρόνοιες του Νόμου, οι οποίες κατά το χρόνο διάπραξής τους ήταν (και συνεχίζουν να είναι) σε ισχύ και οι οποίες αδιαμφισβήτητα αποκαλύπτουν τα ποινικά αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, διαπράχθηκαν πολύ πιο πριν τον επικαλούμενο παράνομο διορισμό του κ. Τσαγγάρη στη θέση του Εφόρου Φορολογίας και τα οποία αφορούν παραλείψεις συμμόρφωσης με φορολογικές υποχρεώσεις που ουδέποτε αμφισβητήθηκαν ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου έχουν οριστικοποιηθεί κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου (βλ. Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75). Συνακόλουθα, η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Πολ. Αίτηση 69/2017 ημ. 6/12/2017 (Τεκμήριο 11)[14] που επικαλέστηκε η υπεράσπιση προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης της δεν βρίσκει έρεισμα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης εφόσον τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι στην υπό κρίση περίπτωση προβλέπονται στο Νόμο και όχι σε πράξεις που εκδόθηκαν από ανυπόστατο όργανο. Για τους πιο πάνω λόγους, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης περί παρανομίας στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας διαδικασίας είναι ολωσδιόλου αβάσιμη και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, εγείρεται από την υπεράσπιση ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης δεδομένου ότι τα αδικήματα του κατηγορητηρίου σε σχέση με τα οποία διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία διαπράχθηκαν τη χρονική περίοδο 2009 μέχρι 2012 ενώ η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 13/04/2018. Αυτό, κατά την υπεράσπιση, συνιστά υπέρμετρη καθυστέρηση από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, με αποτέλεσμα να έχει παραβιαστεί το δικαίωμα των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Ως εκ τούτου και έχοντας στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας την υπόθεση Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020, αποτελεί βασική θέση της υπεράσπισης ότι οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 θα πρέπει να απαλλαχθούν από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και δεν έχουν παραδεχθεί. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης (βλ. Μηνά ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2020:B102, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020 και Κάζανου ανωτέρω), χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω και Κάζανου ανωτέρω) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορουμένου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης (βλ. Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2016:B267, Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016 και Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019). Όπως, επίσης, σημειώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Στην Μηνά ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σοβαρά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2000 όπου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε από το Κακουργιοδικείο το 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ανέφερε ότι: «Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του.» Στην Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, η οποία αφορούσε αδικήματα παρόμοιας φύσης με αυτά του υπό κρίση κατηγορητηρίου που είχαν διαπραχθεί το 2002 και η ποινική υπόθεση είχε καταχωρηθεί στις 6/12/2007, μετά την απόρριψη στις 6/9/2005 σχετικής προσφυγής, το Ανώτατο Δικαστήριο, συνυπολογίζοντας το χρόνο που μεσολάβησε για να αποφασίσει αν η επιβληθείσα ποινή ήταν έκδηλα υπερβολική και αφού έλαβε υπόψη του την εκκρεμοδικία που υπήρχε στην προσφυγή, ανέφερε πως: «Κατ' αρχάς είναι προφανές ότι η καθυστέρηση στην ποινική δίωξη στην πραγματικότητα του άφηνε χρονικά περιθώρια συμμόρφωσης ώστε αυτή, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί.» Στην υπό κρίση περίπτωση, τα αδικήματα του κατηγορητηρίου, σε σχέση με τα οποία διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία, είναι ιδιαίτερα σοβαρά[15] και διαπράχθηκαν σε διάφορες ημερομηνίες εντός της χρονικής περιόδου Δεκεμβρίου 2009 μέχρι Δεκεμβρίου 2012[16] ενώ η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 13/04/
  1. Στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, η Κατηγορούσα Αρχή αρχικά καταχώρισε εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στις 14/8/2012 την ποινική υπόθεση 17395/12 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε αδικήματα μέχρι την φορολογική περίοδο 31/01/2012 και η οποία αποσύρθηκε στις 17/05/2013 λόγω αδυναμίας επίδοσης της. Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, ο λόγος που η εν λόγω υπόθεση δεν καταχωρήθηκε νωρίτερα οφείλεται στη συνήθη πρακτική της υπηρεσίας Φ.Π.Α. να προχωρεί σε ποινικές διώξεις υποκείμενων στο φόρο προσώπων μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος από την παράλειψη συμμόρφωσης επειδή, αφενός, τα εγγεγραμμένα πρόσωπα στο μητρώο ΦΠΑ είναι χιλιάδες με αποτέλεσμα τα κατηγορητήρια, τα οποία ετοιμάζονται από συγκεκριμένα άτομα, να μην μπορούν να καταχωρούνται αμέσως μετά την διαπιστωθείσα παράλειψη αφού δίδεται προτεραιότητα σε όσο πιο παλιές φορολογικές περιόδους και επειδή, αφετέρου, παρέχεται από την υπηρεσία ΦΠΑ κάποιο χρονικό περιθώριο στο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο για να μπορέσει να συμμορφωθεί με τις φορολογικές του υποχρεώσεις. Στη συνέχεια, η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρισε εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 στις 04/11/2013 την ποινική υπόθεση με αριθμό 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας, η οποία αφορούσε αδικήματα μέχρι τη φορολογική περίοδο 31/10/2012 και η οποία, κατόπιν αιτήματος των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 αναστάληκε στις 19/11/2014, στο πλαίσιο άσκησης των εξουσιών του Βοηθού Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο και θεωρείται ότι ασκούνται προς το δημόσιο συμφέρον[17]), έχοντας υπόψη την περιέλευση της Κατηγορούμενης 1 σε εκκαθάριση με διάταγμα ημερομηνίας 05/02/2014 και τη δέσμευση του Κατηγορούμενου 2 για αποπληρωμή της οφειλής Φ.Π.Α, υπό τον όρο επανακαταχώρισης της ποινικής δίωξης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης στην υπόθεση 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας, το Τμήμα Φορολογίας, ένεκα της περιέλευσης της Κατηγορούμενης 1 σε καθεστώς εκκαθάρισης έδωσε πίστωση χρόνου στους Κατηγορούμενους και ανέμενε την εξόφληση της οφειλής. Προς τούτο παρείχε χρόνο και μετά την ψήφιση του Ν.4(Ι)/2017 που αφορά τη διαδικασία ρύθμισης ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών αλλά λόγω της μη συμμόρφωσης των Κατηγορουμένων, καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές παραμέτρους αλλά και χωρίς να μου διαφεύγει ότι η παρούσα υπόθεση αφορά μεν σοβαρά αδικήματα αλλά δεν εντάσσεται στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, εφόσον αφορά κατηγορίες που δεν έχριζαν οποιασδήποτε ιδιαίτερης διερεύνησης ούτε υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο ή πολύπλοκο από απόψεως επίδικων θεμάτων και μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής (η οποία παρουσίασε την μαρτυρία ενός μάρτυρα στο πλαίσιο της οποίας κατατέθηκαν 8 Τεκμήρια προς απόδειξη της υπόθεσης της αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων τα οποία μπορούσε να διαπιστώσει σχεδόν αμέσως μέσω του μηχανογραφικού συστήματος που είχε στη διάθεσή της), δεν θεωρώ ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής ήταν τέτοια ώστε να εγείρεται στο πλαίσιο αυτό ζήτημα παραβίασης του πιο πάνω θεμελιακού δικαιώματος των Κατηγορουμένων για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, λαμβάνοντας, αφενός, υπόψη τη στάση της Κατηγορούσας Αρχής και τις ενέργειες στις οποίες προέβη πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης και έχοντας, αφετέρου, υπόψη ότι με τη συμπεριφορά τους οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 συνέβαλαν σε σημαντικό βαθμό στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε εφόσον αναζητούσαν και επιζητούσαν χρόνο ώστε να συμμορφωθεί η Κατηγορούμενη 1 με τις φορολογικές της υποχρεώσεις, τον οποίο εξασφάλισαν με την αναστολή της ποινικής δίωξης στην υπόθεση 30227/13[18] (κάτι που επιχειρήθηκε να γίνει από τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4 και μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης[19] διότι, όπως ανέφερε, αντεξεταζόμενος, ο Κατηγορούμενος 2, ο χρόνος που τους δόθηκε δεν ήταν αρκετός) αλλά και λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπεράσπιση των Κατηγορουμένων επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς ως απόρροια του χρόνου που διέρρευσε μέχρι την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης. Ούτε διαπιστώνω ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την ημερομηνία διατύπωσης των κατηγοριών μέχρι την ημερομηνία της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης είναι τέτοιος ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης ευλόγου χρόνου στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων. Όπως προαναφέρθηκε, αφετηρία για τον υπολογισμό του ευλόγου χρόνου είναι η ημέρα διατύπωσης των κατηγοριών που, εν προκειμένω, είναι η 13/4/2018, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό, και ανατρέχοντας στα πρακτικά του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω ότι όλες οι αναβολές που δόθηκαν μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας (27/10/2020) προέρχονταν αποκλειστικά από αιτήματα της πλευράς των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 με τα οποία ζητούσαν περαιτέρω χρόνο, άλλοτε για λόγους που αφορούσαν την υποβολή και προώθηση του αιτήματος αναστολής της ποινικής δίωξης στην παρούσα υπόθεση και άλλοτε για λόγους που αφορούσαν την εκπροσώπησή τους από δικηγόρο και τον τρόπο χειρισμού της παρούσας υπόθεσης από τους εκάστοτε δικηγόρους που εμφανίζονταν εκ μέρους τους στη διαδικασία, ενώ στις 16/03/2020 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 προέβηκαν σε αλλαγή απάντησης και, παραδεχόμενοι τις κατηγορίες, ζήτησαν από το Δικαστήριο χρόνο 6 μηνών ή και το μέγιστο δυνατό χρόνο ώστε να προσπαθούσαν να συμμορφωθούν με τις κατηγορίες με χρήματα που ανέμεναν να λάβουν από τη Διαιτησία, η οποία, ως ανέφεραν τότε στο Δικαστήριο, ανέμεναν να ολοκληρωθεί σύντομα. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε για Γεγονότα και Ποινή στις 14/9/2020, ημερομηνία κατά την οποία οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 άλλαξαν και πάλι απάντηση, δηλώνοντας έτσι μη παραδοχή στις κατηγορίες επικαλούμενοι, δια του δικηγόρου τους, την υπόθεση Κάζανου (ανωτέρω), με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση στις 27/10/2020, ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία, η οποία ολοκληρώθηκε στις 17/12/2020 (εντός τριών δικασίμων) και όχι ενωρίτερα για λόγους που αφορούσαν είτε την πλευρά των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 είτε λόγω της εφαρμογής των μέτρων που ίσχυαν τότε στη Δημοκρατία ενόψει της πανδημίας Covid-
  2. Είναι συνεπώς πρόδηλο μέσα από την πορεία της υπόθεσης ότι, σε αντίθεση με την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής που ουδέποτε αιτήθηκε αναβολής μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 έχουν μεγάλο και σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης ώστε να μην μπορούν να στηριχθούν σε αυτόν για να επωφεληθούν της όποιας καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, την οποία έχουν προκαλέσει οι ίδιοι με τη συμπεριφορά και τις ενέργειες τους (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας 2003 2 Α.Α.Δ. 405). Εν πάση περιπτώσει, από μόνο του το χρονικό διάστημα των 2 ετών και 8 μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας υπόθεσης μέχρι σήμερα δεν θεωρώ ότι εκφεύγει υπό τις περιστάσεις της έννοιας του ευλόγου χρόνου, ούτε άλλωστε υπήρξε μια τέτοια εισήγηση από πλευράς υπεράσπισης. Έχοντας περαιτέρω υπόψη όλα τα πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι οι περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης προσομοιάζουν σε τέτοιο βαθμό με τα δεδομένα της Κάζανου (ανωτέρω) ώστε να οδηγήσουν σε απόρριψη της παρούσας υπόθεσης λόγω παραβίασης του θεμελιακού δικαιώματος των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 για διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης. Μπορεί μεν η διάπραξη των υπό εκδίκαση αδικημάτων να ανατρέχει στην χρονική περίοδο Δεκεμβρίου 2009 μέχρι Δεκεμβρίου 2012 εντούτοις υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά που διακρίνει την παρούσα υπόθεση από την Κάζανου (ανωτέρω). Αυτή έγκειται στο ότι, σε αντίθεση με την περίπτωση της Κάζανου (ανωτέρω), η διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων στην παρούσα υπόθεση έγινε εντός 2 ετών και 8 μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης του κατηγορητηρίου (και όχι εντός 6 ετών όπως ήταν η περίπτωση στην Κάζανου ανωτέρω), μέσα δηλαδή σε ένα χρονικό διάστημα που, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν κρίνω ότι εκφεύγει, υπό τις περιστάσεις, της έννοιας του ευλόγου χρόνου. Πέραν τούτου, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ο Κατηγορούμενος 2, όπως μαρτύρησε, δεν διαφωνεί ούτε αμφισβητεί τις κατηγορίες που προσάπτονται με το υπό κρίση κατηγορητήριο και τόσο αυτός όσο και η Κατηγορούμενη 4 δηλώνουν ταυτόχρονα παραδοχή στις κατηγορίες 13 και 23, οι οποίες αφορούν ίδιας φύσης φορολογικά αδικήματα με εκείνα που δεν παραδέχονται, ενώ παράλληλα, ως πρόδηλα προκύπτει μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία, δεν αμφισβητείται η στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων του υπό κρίση κατηγορητηρίου και ότι εκείνο που ουσιαστικά επιζητούν οι Κατηγορούμενοι 2 - 4 είναι περαιτέρω χρόνο μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία Διαιτησίας ώστε να υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με τις φορολογικές υποχρεώσεις που συνιστούν τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση, δεδομένα τα οποία σαφώς δεν εντοπίζονται στην υπόθεση Κάζανου (ανωτέρω) και τα οποία, συναφώς, διακρίνουν την εν λόγω υπόθεση από την παρούσα. Ενόψει των ανωτέρω και συνυπολογίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες, δεν θεωρώ ότι υπήρξε εν προκειμένω τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει. Ούτε αναφέρθηκε στο Δικαστήριο πώς πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς η υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 από το χρονικό διάστημα που διέρρευσε ώστε να αδυνατούσαν να παραθέσουν την εκδοχή τους ενώπιον του Δικαστηρίου με τον τρόπο που αυτοί επιθυμούσαν τη στιγμή που, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, ο χρόνος που διέρρευσε ήταν ανέκαθεν το ζητούμενο από πλευράς τους για να μπορέσουν να συμμορφωθούν με τις φορολογικές υποχρεώσεις που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Ό,τι στην ουσία προωθήθηκε από πλευράς υπεράσπισης σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι, αφενός, ότι η Κατηγορούσα Αρχή προώθησε την παρούσα υπόθεση με υπέρμετρη καθυστέρηση και, από την άλλη, ότι «βιάστηκε» να την καταχωρίσει αφού δεν ανέμενε την εξέλιξη της διαδικασίας Διαιτησίας, θέση όχι μόνο παράδοξη αλλά και αποτελούσα σχήμα οξύμωρο. Εν κατακλείδι, δεν εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του δικαιώματος των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 για δίκαιη δίκη που να δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Το πιο πάνω χρονικό πλαίσιο που διέρρευσε μέχρι σήμερα σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, των όσων μεσολάβησαν περιλαμβανομένης της όποιας μεταβολής των προσωπικών συνθηκών των Κατηγορουμένων 2, 3 και 4 είναι παράγοντες που, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούν να συνεκτιμηθούν αναλόγως από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης σχετικά με το ζήτημα της καθυστέρησης κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Ε. Κατάληξη Κατ' ακολουθία των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έχει επιτύχει να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης και, ως εκ τούτου, οι Κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........................................ Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδης κ.α. ECLI:CY:AD:2018:B546, Ποιν. Έφεση 323/15 ημ. 18/12/2018, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Δεν υπάρχουν τυπικοί διοικητικοί σύμβουλοι ενός νομικού προσώπου. Από τη στιγμή που ένα άτομο διορίζεται διοικητικός σύμβουλος εταιρείας έχει όλες τις ευθύνες και υποχρεώσεις ενός διοικητικού συμβούλου όπως αυτές καθορίζονται από τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, τα τυχόν σχετικά και κατά περίπτωση υπό κρίση νομοθετήματα και τη νομολογία επί του θέματος. Εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε κατά νόμο και αυτό παρά τη θετική αξιολόγηση της εφεσίβλητης περί της γνησιότητας και ειλικρίνειας της μαρτυρίας της, ότι η συμμετοχή της στην εταιρεία ήταν τυπική και ότι «.. δεν υπείχε ουσιαστικά ευθύνες διευθύντριας στην Κατηγορούμενη εταιρεία..». Αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με πάγια νομολογία, αλλά και με την αυστηρή ευθύνη που δημιουργεί το άρθρο 48 του Νόμου σε σχέση με τους διοικητικούς συμβούλους εταιρείας οι οποίοι έχουν υποχρεώσεις δυνάμει του Νόμου.» [2] Όπως είπε κατά την αντεξέτασή του: «Η Ελένη ήταν υπεύθυνη για την αγορά των υλικών μόνο, διότι ήθελε κάποιο άτομο εκεί που να έχει εμπιστοσύνη, συναλλασσόμουν με εμπόρους, ποιον άλλο να έβαλλα; Υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να σε κλέψουν. Η Ελένη έκαμνε μόνο τα υλικά. Εάν τα υλικά είναι διοίκηση εταιρείας για όνομα του Θεού. Η Μαρία ήταν υπεύθυνη για το προσωπικό του γραφείου, έλειπα εγώ επήαινα Λεμεσό, Πάφο, πού πήαινα, έπρεπε να έσιει κάποιον τζιαμέ. Και ήταν μια περίοδος που μπορεί να είχαμε τζαί πάνω από 10 άτομα προσωπικό.» [3] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85. [4] Βλ. Τεκμήρια 3
(1)- 3
(7)και 3
(12)όπου στο σημείο 6 έκαστης φορολογικής δήλωσης αναφέρεται το ύψος των εργασιών, χωρίς Φ.Π.Α., που παρείχε κατά την αντίστοιχη φορολογική περίοδο η Κατηγορούμενη
  1. [5] Βλ. παραγράφους τις 9 - 10 της Έκθεσης Απαίτησης που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο
  2. [6] Βλ. παραγράφους 9 - 17 της Έκθεσης Απαίτησης που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο
  3. [7] Βλ. παραγράφους 4 - 8 του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 4). [8] Βλ. παραγράφους 9 - 11 του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 4). [9] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 505, Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014, Eυθυμίου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/
  1. [10] Σημειώνεται ότι η ποινική υπόθεση 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας αφορούσε τα ίδια ποινικά αδικήματα για τα οποία δηλώθηκε μη παραδοχή από τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4 στην παρούσα υπόθεση (βλ. τις κατηγορίες 1 - 8 και 10 - 21 του κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης 30227/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας - το οποίο αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 5 -, και τις κατηγορίες 1 - 12 και 15 - 22 του υπό κρίση κατηγορητηρίου, με αντίστοιχη διαφοροποίηση του ύψους του ποσού του εκάστοτε οφειλόμενου πρόσθετου φόρου και τόκου). [11] Βλ. Τεκμήριο
  2. [12] Βλ. Τεκμήρια 6 και
  3. [13] Βλ. την υπόθεση Χατζηγεωργίου ν. Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 37/14, ημ. 6/10/2020 όπου αναφέρθηκε ότι: «Το πρώτο που πρέπει να διαχωριστεί είναι ότι διαφορετική είναι η έννοια του «οργάνου» απ΄αυτή του «φορέα του οργάνου». Ο φορέας του οργάνου αφορά το πρόσωπο και δεν μπορεί να ταυτιστεί εννοιολογικά με το όργανο. [.] Αναφέρονται τα εξής στο Σύγγραμμα Γενικό Διοικητικό Δίκαιο α΄ Δαγτόγλου 1977, σελ.211 και
  4. «΄Οργανο, υπό νομική έννοια είναι η οργανωτική μονάδα που αποτελεί αυτοτελές υποκείμενο αρμοδιοτήτων. Από το όργανο πρέπει να διακρίνουμε σαφώς τον φορέα του οργάνου. Ενώ το όργανο είναι μια οργανωτική μονάδα, ο φορεύς του οργάνου είναι πάντοτε φυσικό πρόσωπο». Και παρακάτω: «το πρώτο είναι απρόσωπο και συνεχές, ενώ ο δεύτερος είναι προσωπικός, συγκεκριμένος και κατ΄ανάγκην, χρονικώς περιορισμένος». [14] Η Πολ. Αίτηση 69/2017 (ανωτέρω) δεν αφορούσε οποιονδήποτε από τους διαδίκους στην παρούσα υπόθεση ούτε σχετίζεται με αδικήματα παρόμοιας φύσεως όπως εκείνα που αναφέρονται στις υπό κρίση κατηγορίες. Αφορούσε αριθμό κατηγοριών, μεταξύ άλλων, και για χειραγώγηση της αγοράς κατά παράβαση προνοιών του Περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμου του 2005, της Οδηγίας 3/2005, της Κ.Δ.Π. 445/2005 και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε την Κ.Δ.Π 445/05, επί της οποίας στηρίζοντο οι εν λόγω κατηγορίες, παράνομη και άκυρη εξ υπαρχής, συνεπεία του ανυπόστατου οργάνου που την είχε εκδώσει. [15] Βλ. Κύπρος Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 28/2014 ημ. 24/12/2014 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 12/04/2017 και 18/09/
  5. [16] Βλ. παραγράφους 4 - 15 του Πιστοποιητικού (Τεκμήριο 4) στις οποίες αναφέρεται, για κάθε κατηγορία, η προθεσμία εντός της οποίας η Κατηγορούμενη 1 θα έπρεπε να είχε συμμορφωθεί με τις αντίστοιχες φορολογικές της υποχρεώσεις. [17] Βλ. Kaya Meryem
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. [18] Βλ. Τεκμήρια 5 και
  2. [19] Βλ. Τεκμήρια 6 και
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.