← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. ΣΠΥΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 359/2020, 29/3/2021

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. ΣΠΥΡΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 359/2020, 29/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2021:5 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαϊωάννου, A.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 359/2020 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α v.

  1. XXXXX ΣΠΥΡΙΔΗΣ
  2. XXXXX GEORGIADIS
  3. XXXXX ΣΠΥΡΙΔΗΣ Κατηγορούμενοι ------------------------- Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Θ. Παπακυριακού Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Δ. Λοχίας Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Θ. Αθανασίου Κατηγορούμενοι παρόντες ------------------------- Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν δικής τους παραδοχής, οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι του αδικήματος της Συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος 3 βρέθηκε ένοχος, επίσης κατόπιν δικής του παραδοχής, των αδικημάτων της Ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 , του αδικήματος της Αρπαγής προσώπου με σκοπό κρυφό και άδικο περιορισμό αυτής, κατά παράβαση του άρθρου 250 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και του αδικήματος της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4

(1)(iii), 5, 7 και 8 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν. 188(Ι)/
  1. Πιο συγκεκριμένα, και σύμφωνα με το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι 1 - 3, μεταξύ Δεκεμβρίου 2019 και 27 Ιανουαρίου 2020, συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, ήτοι το αδίκημα της ληστείας που έλαβε χώρα την 25.1.2020 στο ενεχυροδανειστήριο με την ονομασία F&S Gold Ltd (1η κατηγορία). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 3 κατά την πιο πάνω ημερομηνία, ήτοι την 25.1.2020, ενώ ήταν οπλισμένος με επιθετικό όργανο, ήτοι ένα μαχαίρι μήκους 15 εκ. που καταλήγει σε μυτερή μύτη, εισήλθε στο πιο πάνω αναφερόμενο ενεχυροδανειστήριο και έκλεψε χρυσαφικά συνολικής αξίας €63.335, το χρηματικό ποσό των €2.000 σε μετρητά, μια ανοικτή υπογεγραμμένη επιταγή της Alpha Bank για το χρηματικό ποσό των €2.000, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung αξίας €300 και ένα χαρτονόμισμα των €50, και αμέσως πριν, κατά τον χρόνο της ληστείας και αμέσως μετά, απείλησε να χρησιμοποιήσει πραγματική βία, τοποθετώντας το μαχαίρι στο λαιμό της XXXXX Χριστοδούλου, υπαλλήλου του ενεχυροδανειστηρίου, απειλώντας την να ανοίξει την εσωτερική πόρτα ασφαλείας γρήγορα αλλιώς θα την σκότωνε, με σκοπό να αποκτήσει και κατακρατήσει την προαναφερθείσα περιουσία (2η κατηγορία). Κατά την ίδια ημερομηνία ο κατηγορούμενος 3 άρπαξε την XXXXX Χριστοδούλου με σκοπό να προκαλέσει τον κρυφό και άδικο περιορισμό της (3η κατηγορία). Τέλος, ο κατηγορούμενος 3, κατά την ίδια ημερομηνία, απέκτησε την ως άνω περιουσία, γνωρίζοντας ότι ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας (4η κατηγορία). Σημειώνεται ότι τις ίδιες κατηγορίες με τον κατηγορούμενο 3 αντιμετώπιζαν αρχικά και οι κατηγορούμενοι 1 και
  2. Μετά την παραδοχή τους στην πρώτη κατηγορία, η ποινική δίωξη στις κατηγορίες 2-4 αναστάληκε σε σχέση με αυτούς. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και τα οποία είναι αποδεχτά από την υπεράσπιση, έχουν συνοψιστεί εις το ότι μεταξύ Δεκεμβρίου 2019 και 27 Ιανουαρίου 2020, στην Επαρχία Πάφου και Λευκωσίας, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 συνωμότησαν με τον κατηγορούμενο 3 να διαπράξουν το αδίκημα της ληστείας που έλαβε χώρα την 25η Ιανουαρίου 2020, στη Λευκωσία, στο ενεχυροδανειστήριο με την ονομασία "F&S Gold LTD". Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε μέσω του κλειστού κυκλώματος του ενεχυροδανειστηρίου ότι στις 17/1/2020 και ώρα 9:01 π.μ., ένα κλοπιμαίο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX36 μάρκας ΚΙΑ, χρώματος άσπρου, ήταν σταθμευμένο στο πλάι του καταστήματος για 30 λεπτά, μέχρι να ανοίξει το ενεχυροδανειστήριο η υπάλληλος και αμέσως αποχώρησε. Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν από μέλη της Αστυνομίας, μέσω του μηχανογραφημένου συστήματος, διαπιστώθηκε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX36 μάρκας ΚΙΑ, χρώματος άσπρου, δηλώθηκε ως κλοπιμαίο στις 11/1/2020 στον Αστ. Σταθμό Πέγειας, της Επαρχίας Πάφου όπου διαμένουν οι τρεις κατηγορούμενοι. Το εν λόγω όχημα ήταν αυτό που χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας στις 25/1/2020 στην Λευκωσία. Ακολούθως, την 18/1/2020, μια εβδομάδα πριν την ημερομηνία διάπραξης της ληστείας, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μαζί με τον κατηγορούμενο 3, επισκέφθηκαν το ενεχυροδανειστήριο με την ονομασία "F&S Gold LTD". Συγκεκριμένα οι κατηγορούμενοι 2 και 3 προσποιούμενοι τους πελάτες εισήλθαν εντός του ενεχυροδανειστηρίου, παρατηρούσαν τη διαρρύθμιση του χώρου, το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, καθώς και τις κινήσεις της υπαλλήλου κατά το άνοιγμα του καταστήματος. Ο κατηγορούμενος 1 κινείτο κατά μήκος του δρόμου με όχημα ενοικιάσεως το οποίο είχε ενοικιάσει ο ίδιος στην Επαρχία Πάφου. Εν τέλει, την 25/1/2020, ημερομηνία κατά την οποία διαπράχθηκαν τα επίδικα αδικήματα, της ληστείας και αρπαγής προσώπου, δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τους κατηγορούμενους 1 και 2 με τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε στο κινητό του τηλέφωνο αποθηκευμένες φωτογραφίες οι οποίες απεικόνιζαν την πρόσοψη του ενεχυροδανειστηρίου, καθώς επίσης και φωτογραφίες του κλοπιμαίου οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX36 μάρκας ΚΙΑ το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη των αδικημάτων κατά την επίδικη ημερομηνία, ήτοι 25/1/
  3. Επιπρόσθετα είχε στο κινητό του φωτογραφίες οι οποίες απεικόνιζαν μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας. Σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων και αφορούν τον κατηγορούμενο 3, όπως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και είναι αποδεχτά από την Υπεράσπιση, πέραν των όσων αφορούν τις κοινές ενέργειες των κατηγορουμένων 1, 2 και 3, ως ανωτέρω καταγράφονται, αναφέρθηκε ότι στις 25/01/2020 και ώρα 10:00 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας ότι διαπράχθηκε ληστεία στο ενεχυροδανειστήριο με την ονομασία «F&S Gold LTD», που βρίσκεται στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα 64, στην Λευκωσία. Την ίδια ημέρα τα μέλη του ΤΑΕ Λευκωσίας και του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λευκωσίας επισκέφθηκαν τη σκηνή, όπου συνάντησαν την υπάλληλο του καταστήματος XXXXX Χριστοδούλου, η οποία ανέφερε προφορικά ότι στις 25/01/2020 και περί ώρα 09:35 π.μ., μετέβηκε στο κατάστημα «F&S Gold LTD», για να το ανοίξει και αφού ξεκλείδωσε την μονόφυλλη γυάλινη πόρτα και εισήλθε εντός αυτού, αμέσως ο κατηγορούμενος 3 μαζί με δύο άγνωστα πρόσωπα, εισήλθαν στο ενεχυροδανειστήριο, και την ανάγκασαν να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο υπό την απειλή μαχαιριού και έκλεψαν χρυσαφικά, συνολικής αξίας €63.335 σε βάρος χρυσού, το χρηματικό ποσό των €2.000 σε μετρητά, μια ανοικτή υπογεγραμμένη επιταγή της Alpha Bank για το χρηματικό ποσό των €2.000 περιουσία του ενεχυροδανειστηρίου, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung, αξίας €300 και ένα χαρτονόμισμα των €50, περιουσία της XXXXX Χριστοδούλου. Ένα τέταρτο πρόσωπο περίμενε τον κατηγορούμενο 3 μαζί με τα άλλα πρόσωπα με το κλοπιμαίο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX36, μάρκας ΚΙΑ έξω από το ενεχυροδανειστήριο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 3 μαζί με τα δύο άγνωστα πρόσωπα την κλείδωσαν στην κουζίνα του καταστήματος, λέγοντας της να αρχίσει να φωνάζει 10 λεπτά αφότου φύγουν, και ότι κάποιος θα την ακούσει για να της ανοίξει. Έπειτα, τράπηκαν σε φυγή προς άγνωστη κατεύθυνση με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX36, μάρκας ΚΙΑ, χρώματος άσπρου. Στο εν λόγω κατάστημα υπάρχει σύστημα συναγερμού και κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, το οποίο κατέγραψε τις κινήσεις του κατηγορούμενου 3 και των άγνωστων δραστών. H XXXXX Χριστοδούλου παρέμεινε κλειδωμένη στην κουζίνα για περίπου 10 λεπτά και τράβηξε την πόρτα της κουζίνας, η οποία παρόλο που ήταν κλειδωμένη, άνοιξε, και αμέσως βγήκε έξω, και τηλεφώνησε στην υπεύθυνη του καταστήματος. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 14:20-16:00 η XXXXX Χριστοδούλου, έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, στην οποία περιέγραψε αναλυτικότερα τα γεγονότα και, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι όταν εισήλθε στο κατάστημα, άκουσε βήματα πίσω της και είδε 3 άτομα τα οποία φορούσαν μαύρες κουκούλες και ο ένας εκ των τριών της είπε να ανοίξει την πόρτα αλλιώς θα την σκοτώσουν και ταυτόχρονα ο δεύτερος την άρπαξε από πίσω και της έβαλε το μαχαίρι 15 εκατοστών στο λαιμό. Καθ' όλη τη διάρκεια μέχρι να ανοίξει το χρηματοκιβώτιο είχε το μαχαίρι στο λαιμό της. Την 4/02/2020 η Αστυνομία έλαβε πληροφορία, από αξιόπιστο πληροφοριοδότη, στην οποία αναφέρεται ότι η ληστεία διαπράχθηκε από 4 άτομα, ένας εκ των οποίων ήταν ο κατηγορούμενος
  4. Την 5/02/2020 εξασφαλίστηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου 3 και εντάλματα έρευνας της οικίας του και του οχήματος που χρησιμοποιούσε. Την ίδια ημέρα συνελήφθηκε και εκτελέστηκε το ένταλμα έρευνας. Κατά την σύλληψη του απάντησε «Δεν ξέρω τίποτα». Στις 13/02/2020, λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Από το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου 3 εντοπίστηκε φωτογραφικό υλικό όπου φαίνεται το κλοπιμαίο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX36 μάρκας ΚΙΑ, χρώματος άσπρου που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάπραξη της ληστείας καθώς και φωτογραφίες της κλοπιμαίας περιουσίας. Η κλοπιμαία περιουσία δεν εντοπίστηκε. Μερικά από τα κλοπιμαία αναγνωρίστηκαν από τους ιδιοκτήτες τους, μέσω φωτογραφιών που τους υποδείχθηκαν από την Αστυνομία. Στις 13/02/2020 παραλήφθηκε η έκθεση από το Ινστιτούτο Γενετικής, στην οποία ο Δρ. XXXXX Καριόλου, αναφέρει ότι από το παντελόνι και την γούνα της XXXXX Χριστοδούλου απομονώθηκε γενετικό υλικό του οποίου δότης μέρους του μικτού γενετικού υλικού είναι ο κατηγορούμενος
  5. Ο κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με τις ακόλουθες 2 προηγούμενες καταδίκες οι οποίες έγιναν παραδεκτές από την Υπεράσπιση: • Στην υπόθεση με αρ. 6637/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 ποινή στις 22/7/2015 για τα αδικήματα της διάρρηξης κατοικίας, κλοπής από κατοικία, παράνομης κατοχής περιουσίας, παράνομης κατοχής διαρρηκτικών εργαλείων με μέγιστη ποινή φυλάκισης 2.5 ετών, η οποία αναστάληκε με Προεδρική χάρη για 18 μήνες, δηλαδή από 10/3/2016 μέχρι 9/9/2017 ώστε ο κατηγορούμενος 1 να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης στην Αγία Σκέπη. • Στην υπόθεση με αρ. 12612/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 1 ποινή στις 30/11/2018 σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας, 2 κατηγορίες κλοπής από κατοικία, 2 κατηγορίες παράνομης κατοχής περιουσίας, 1 κατηγορία κατοχής αντικειμένου το οποίο είναι κατασκευασμένο για ηλεκτρική εκκένωση, με μέγιστη ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Οι κατηγορούμενοι τελούν υπό κράτηση από την 6/2/
  6. Αναφορικά με τους κατηγορούμενους έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, ημερομηνίας 19.2.2021, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν οι συνήγοροι τους. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο 1, αυτός είναι ηλικίας 26 ετών, αρραβωνιασμένος και πατέρας ενός ανήλικου παιδιού ηλικίας 6 μηνών. Η αρραβωνιαστικιά του μετά τη σύλληψη του έχει επιστρέψει προσωρινά στη Ρωσία με το παιδί τους το οποίο ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει δει ακόμα. Οι γονείς του εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο το 1997 και διαμένουν στην Πάφο. Ο πατέρας του, ο οποίος είναι Ελληνοπόντιος, εργάζεται ως οικοδόμος και η μητέρα του, η οποία είναι Ρωσίδα, είναι σήμερα άνεργη. Ο κατηγορούμενος έχει ένα αδελφό ηλικίας 20 ετών και μία αδελφή ηλικίας 13 ετών, με τους οποίους διατηρεί καλές σχέσεις και τακτική επικοινωνία. Ο αδελφός του τον στηρίζει οικονομικά τον τελευταίο χρόνο κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στις κεντρικές φυλακές. Η σχέση του με τους γονείς του είναι τυπική τα τελευταία χρόνια, κυρίως, λόγω της παραβατικής του συμπεριφοράς. Ο κατηγορούμενος 1 διέκοψε θεληματικά τη φοίτηση του στην Α΄ τάξη του γυμνασίου παρά το ότι δεν αντιμετώπιζε μαθησιακές δυσκολίες. Ακολούθως εντάχθηκε στο σύστημα μαθητείας στον κλάδο υδραυλικών-συγκολλητών, όμως σταμάτησε ένα χρόνο αργότερα, λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Από 14 ετών περίπου ο κατηγορούμενος άρχισε να κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, γεγονός το οποίο τον οδήγησε σε περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά στην προσπάθεια του να χρηματοδοτήσει τον εθισμό του. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, ο κατηγορούμενος 1 δεν συμμετέχει στο πρόγραμμα απεξάρτησης των Κεντρικών Φυλακών «ΔΑΝΑΗ», όμως παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ουδέποτε εργάστηκε σταθερά σε οργανωμένο πλαίσιο, πλην της περιόδου που απασχολήθηκε ως καθοδηγητής στην κλειστή κοινότητα της «Αγίας Σκέπης», λόγω και της μακράς παραμονής του σε κλειστές δομές από το
  1. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο 2, αυτός είναι ηλικίας 35 ετών, διαζευγμένος και πατέρας δύο ανήλικων παιδιών. Γεννήθηκε στη Γεωργία από Ελληνοπόντιους γονείς. Η μητέρα του είναι ηλικίας 60 ετών και τα τελευταία 6 χρόνια περίπου δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια όταν ο κατηγορούμενος 2 ήταν πολύ μικρός και έκτοτε δεν διατηρούν οποιαδήποτε επαφή. Μεγάλωσε με τη μητέρα του και τον αδελφό του. Όταν ο κατηγορούμενος 2 ήταν ηλικίας 8 ετών μετακόμισαν στην Ελλάδα και ένα χρόνο αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Πάφο, όπου διαμένουν μέχρι σήμερα. Όταν ο κατηγορούμενος 2 ήταν ηλικίας 13 ετών η μητέρα του τον έστειλε να ζήσει με τη γιαγιά του στη Ρωσία για να μάθει καλά τη ρωσική γλώσσα. Εκεί φοίτησε μέχρι το γυμνάσιο και ακολούθως εργάστηκε μέχρι τα 18 του, οπότε και επέστρεψε στην Κύπρο. Ένα χρόνο αργότερα παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο, Ρωσικής καταγωγής με την οποία μετέβηκαν στη Ρωσία όπου απέκτησαν ένα παιδί, σήμερα ηλικίας 15 ετών. Εκεί εργαζόταν ως ψυκτικός. Λόγω προβλημάτων στη σχέση του το ζεύγος χώρισε και ο κατηγορούμενος 2 επέστρεψε στην Κύπρο πριν από 6 χρόνια. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου 2 με την πρώην σύζυγο του έχουν σήμερα εξομαλυνθεί και διατηρεί τυπική επικοινωνία για το παιδί τους. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου 2 με τον γιό του είναι πολύ καλές αφού διατηρούν τακτική επικοινωνία και ο γιός του περνά όλα του τα καλοκαίρια μαζί του στην Πάφο. Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο ο κατηγορούμενος 2 γνώρισε την νυν συμβία του με την οποία πριν 8 μήνες απέκτησαν ένα γιο και ως εκ τούτου η συμβία του δεν μπορεί τώρα να εργαστεί. Με την οικογένεια διαμένει και η κόρη της συμβίας του από τον πρώτο της γάμο, ηλικίας 13 ετών. Οι οικογενειακές τους σχέσεις είναι αρμονικές. Ο κατηγορούμενος 2 έχει ιστορικό χρήσης κάνναβης από την ηλικία των 18 ετών περίπου, παραμένει δε καθαρός από εξαρτησιογόνες ουσίες τον τελευταίο χρόνο που βρίσκεται στη φυλακή. Σε ηλικία 27 ετών ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις στα πόδια και να του τοποθετηθεί πλατίνα στο δεξί πόδι. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να ασχοληθεί με βαριές εργασίες. Με την επιστροφή του στην Κύπρο ο κατηγορούμενος 2 εργάστηκε ως ψυκτικός ενώ στη συνέχεια εργάστηκε για ένα χρόνο με τον πεθερό του ως ηλεκτροκολλητής. Τον τελευταίο ενάμισι χρόνο πριν τη σύλληψη του εργαζόταν σε ιδιωτική Εταιρεία στην Πάφο ως ψυκτικός. Στο παρόν στάδιο η οικογένεια του συντηρείται οικονομικά από τον αδελφό του κατηγορούμενου
  2. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο 3, αυτός είναι ηλικίας 33 ετών. Γεννήθηκε στη Γεωργία από Ελληνοπόντιους γονείς. Ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια όταν ο ίδιος ήταν 2 ετών και δεν διατηρούσαν οποιαδήποτε επαφή μέχρι που ο πατέρας του απεβίωσε το 2005.Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε με την μητέρα του και τον αδελφό του. Μετακόμισαν στην Ελλάδα όταν ήταν 9 ετών. Ολοκλήρωσε τη φοίτηση του σε δημοτικό και ξεκίνησε φοίτηση στο γυμνάσιο την οποία διέκοψε αφού έμεινε στάσιμος λόγω απουσιών επειδή εργαζόταν ως πελεκάνος. Σε ηλικία 16 ετών άρχισε να εργάζεται ως οικοδόμος μέχρι την εγκατάσταση του στην Κύπρο πριν 7 χρόνια. Τον πρώτο χρόνο παραμονής του εδώ έκανε διάφορες εργασίες μέχρι που εξασφάλισε σταθερή εργασία ως πελεκάνος. Λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, τους τελευταίους 4 μήνες πριν τη σύλληψη του, έμεινε εκτός εργασίας. Η μητέρα του, ηλικίας 56 ετών, η οποία διαμένει στην Ελλάδα, είναι άνεργη τα τελευταία 6 χρόνια περίπου λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Ο αδελφός του, ηλικίας 34 ετών, διαμένει μόνιμα και εργάζεται στην Αγγλία. Οι σχέσεις του με τον αδελφό του είναι τυπικές ενώ διατηρεί τακτική επικοινωνία με τη μητέρα του. Όταν ήταν ηλικίας 20 ετών παντρεύτηκε. Με τη σύζυγο του χώρισαν 1 χρόνο αργότερα και επανασυνδέθηκαν το
  3. Απέκτησαν 2 παιδιά, ηλικίας 10 και 4 ετών σήμερα. Το ζεύγος εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με την τότε τετράχρονη κόρη τους για μια καλύτερη ζωή. Η συμβία του κατηγορούμενου 3 η οποία ήταν ξενοδοχοϋπάλληλος παραμένει εκτός εργασίας τον τελευταίο χρόνο λόγω της αναστολής εργασιών των ξενοδοχείων συνεπεία των περιοριστικών μέτρων κατά της εξάπλωσης του κορωνοϊού και λαμβάνει ειδικό μηνιαίο ανεργιακό επίδομα συμβίας. Ο κατηγορούμενος 3 συντηρείται περιστασιακά από την μητέρα του. Από την ηλικία των 23 ετών περίπου ο κατηγορούμενος 3 άρχισε να κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών συμπεριλαμβανομένων κοκαΐνης και χαπιών LSD. Ο κατηγορούμενος 3 συμμετέχει στο πρόγραμμα απεξάρτησης των Κεντρικών Φυλακών «ΔΑΝΑΗ» και παραμένει μακριά από εξαρτησιογόνες ουσίες τον τελευταίο χρόνο. Έχει συνεργασία με ψυχίατρο των Κεντρικών Φυλακών και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου 1, ο κ. Λοχίας κάλεσε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει προς όφελος του κατηγορούμενου την παραδοχή του, η οποία επήλθε αμέσως μετά την διακοπή των υπόλοιπων κατηγοριών που αντιμετώπιζε και η οποία δεικνύει την έμπρακτη μεταμέλεια του και λειτουργεί ως ελαφρυντικό λόγω της εξοικονόμησης δικαστικού χρόνου. Με δεδομένη την εμπλοκή του κατηγορούμενου στο αδίκημα της 1ης κατηγορίας, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1, μετά την επιπόλαια και στιγμιαία συμμετοχή του στην οργάνωση της ληστείας, μετάνιωσε και τελικά ενημέρωσε το τρίτο πρόσωπο που τον είχε προσεγγίσει ώστε να λάβει μέρος στη διάπραξη της ληστείας, ότι δεν επιθυμούσε να συμμετέχει σε αυτήν. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του πελάτη του ο συνήγορος υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας τονίζοντας ότι ο πελάτης του οδηγήθηκε στο παρελθόν σε παραβατικές συμπεριφορές λόγω του εθισμού του σε ναρκωτικές ουσίες και της απουσίας στηρικτικού περιβάλλοντος ενώ επεσήμανε πως σήμερα έχει συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Φυλακών. Παρουσίασε προς τούτο σχετική ιατρική έκθεση (ένδειξη Χ2) της Δρος Α. Βαλανίδου στην οποία αναφέρεται η συνεργασία του κατηγορούμενου 1 για σκοπούς στήριξης και διατήρησης των καλών πρακτικών απεξάρτησης καθώς και η συμμετοχή του στο πρόγραμμα απεξάρτησης Αγία Σκέπη από το 2016 μέχρι το 2018 οπότε και το ολοκλήρωσε. Ο κ. Λοχίας τόνισε ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν συμμετείχε στη ληστεία και έτσι η εγκληματική του πράξη δεν προκάλεσε βλάβη σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Αναγνωρίζοντας, τέλος, τη σοβαρότητα του αδικήματος εισηγήθηκε ότι η περίοδος των 13 μηνών που ο κατηγορούμενος 1 τελεί υπό κράτηση συνιστούν γι' αυτόν επαρκή τιμωρία. Στη δική του αγόρευση, εκ μέρους του κατηγορούμενου 2, ο κ. Αθανασίου τόνισε την ειλικρινή και έμπρακτη μεταμέλεια του κατηγορούμενου 2, την παραδοχή του αμέσως μετά την αναστολή δίωξης στις κατηγορίες 2 και 3, ενώ εξέφρασε την υπόσχεση του να μην ξαναπασχολήσει το Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 συνειδητά αποστασιοποιήθηκε από τη συμμετοχή του στη ληστεία όταν αντιλήφθηκε το αποτρόπαιο του αδικήματος το οποίο αρχικά συνωμότησε να διαπράξει. Υιοθετώντας την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις κακουχίες που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος 2 σε τρυφερή ηλικία που ήταν καθοριστικές για την ψυχοσωματική του ανάπτυξη, στη γέννηση του εννέα μηνών σήμερα υιού του καθώς και στη δεινή οικονομική κατάσταση της συμβίας του η οποία διαμένει με την δεκατριάχρονη κόρη της από τον πρώτο της γάμο. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου 2 και τον πρότερο έντιμο βίο του, το γεγονός ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη του αδικήματος, την κατάσταση της υγείας του μετά από το τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη, που τον εμποδίζει να εκτελεί βαριές εργασίες καθώς και την κατάσταση της υγείας της μητέρας του η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα οστεοπόρωσης, διαβήτη και νεφροπάθειας. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, ο ευπαίδευτος συνήγορος εξέφρασε την απολογία του πελάτη του προς το Δικαστήριο και την παραπονούμενη και εισηγήθηκε ως ελαφρυντικά την παραδοχή του και όλες τις προσωπικές του περιστάσεις όπως αυτές προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, καθώς και την ιατρική έκθεση (ένδειξη Χ3) της Δρος Α. Βαλανίδου του Τμήματος Φυλακών. Σύμφωνα με την τελευταία ο κατηγορούμενος 3, ο οποίος παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, έχει ιστορικό ουσιοεπαγόμενης ψύχωσης και έχει ξεκινήσει φαρμακευτική αγωγή επειδή παρουσίασε αντιληπτικές διαταραχές, με καλή ανταπόκριση στη θεραπεία. Στο παρόν στάδιο έχει ύφεση συμπτωμάτων και συνεχίζει να λαμβάνει θεραπεία με αντιψυχωσικά φάρμακα, είναι, όμως συνεργάσιμος. Ο κ. Λοχίας απέδωσε τη διάπραξη των αδικημάτων στην εξάρτηση του κατηγορούμενου 3 από τα ναρκωτικά και τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει, τα οποία οδήγησαν σε μείωση των αντιστάσεων του. Παρόλα αυτά, η πορεία του για απεξάρτηση χαρακτηρίζεται ως θετική. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι, κατά την επιμέτρηση της ποινής, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνεργασία του κατηγορούμενου 3 για λήψη του γενετικού του υλικού από την αστυνομία. Ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης ο κ. Λοχίας κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη ότι δεν ασκήθηκε πραγματική βία στην παραπονούμενη καθώς και το ότι ο κατηγορούμενος 3 ενώ συναπέκτησε και συγκατείχε το προϊόν της ληστείας για συγκεκριμένο μικρό χρονικό διάστημα, δεν απεκόμισε οικονομικό όφελος αφού, ποσό που θα λάμβανε, τελικώς δεν του δόθηκε. Παρεμβάλλεται, επί του προκειμένου, ότι το ζήτημα απασχόλησε το Δικαστήριο και διευκρινίστηκε ότι ο κατηγορούμενος 3 όντως συγκατείχε, έστω προσωρινά, με τους υπόλοιπους συνεργάτες του, την κλοπιμαία περιουσία. Ο κ. Λοχίας υποστήριξε, τέλος, ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν ο ιθύνων νους της ληστείας αλλά ένα από τα πρόσωπα που συμμετείχαν σε αυτήν εκτελώντας οδηγίες τρίτου προσώπου, την ταυτότητα του οποίου δεν αποκάλυψε στην κατάθεση του στην αστυνομία, λόγω εύλογου φόβου. Τα αδικήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι από τη φύση τους σοβαρά. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο νόμος, που αποτελεί και τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για επιμέτρηση της ποινής (βλ. Λεμονάρης ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B150, Ποιν. Εφ. 212/2017, απόφαση ημερ. 17.4.2019, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου, Ποιν. Εφ. 5/2016, απόφαση ημερ. 1.3.2016, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 727 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. David William Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639). Το αδίκημα της ένοπλης ληστείας είναι ένα από τα σοβαρότερα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα, γεγονός που αντανακλάται στην προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή η οποία προνοεί μέχρι και δια βίου φυλάκιση. Χαμηλότερες ποινές, ήτοι ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια, προβλέπονται για τα αδικήματα της συνομωσίας και της αρπαγής προσώπου. Για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων προβλέπεται, στην παρούσα περίπτωση, ποινή φυλάκισης μέχρι δεκατέσσερα χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Όπως επισημάνθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171, Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551), τα αδικήματα της ληστείας και γενικότερα τα αδικήματα που στρέφονται εναντίον της περιουσίας, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας και επομένως δικαιολογείται η επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή. Για τον καθορισμό της ποινής, σ' αυτού του είδους αδικήματα, θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες διάπραξης τους, συμπεριλαμβανομένου του βαθμού βίας και της έκθεσης ή μη σε κίνδυνο ανθρωπίνων ζωών, καθώς και η αξία της κλαπείσας περιουσίας. Η αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίστηκαν από τα Δικαστήρια της χώρας μας αδικήματα όπως αυτά της παρούσας υπόθεσης διαφαίνεται από τις πολυετείς ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί διαχρονικά. Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 217, Σάμπη Κωνσταντίνος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100 και Fowokan v. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 36). Στην Talal ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128 ο εφεσείων, μαζί με τον άγνωστο συνεργό του, έστησαν καρτέρι στον παραπονούμενο, ο οποίος συνοδευόμενος από φίλη του, πήγαινε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας. Ο εφεσείων και ο συνεργός του κτύπησαν επανειλημμένα τον παραπονούμενο με ρόπαλο στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός του και του άρπαξαν χαρτοφύλακα με σεβαστό ποσό χρημάτων. Στη συνέχεια διέφυγαν. Το ποσό χρημάτων τα οποία ο εφεσείων και ο συνεργός του οικειοποιήθηκαν, ανερχόταν σε £6.000 περίπου. Ο εφεσείων δεν παραδέχθηκε ενοχή και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών, την οποία εφεσίβαλε ως έκδηλα υπερβολική. Επικυρώνοντας την επιβληθείσα ποινή το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε τα ακόλουθα: «Τα δικαστήρια μας, εκδηλώνοντας την έντονη αγωνία του κοινού, αντιμετωπίζουν, και δικαιολογημένα, με αυστηρότητα την παρανομία. Οι κάτοικοι της χώρας μας θυμούνται τους καιρούς που ένιωθαν, και ζούσαν την ασφάλεια. Την άνεση π.χ. να αφήνουν ανοιχτές τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους, ξεκλείδωτα τα αυτοκίνητα τους, εκτεθειμένη την περιουσία τους και κυρίως να διακινούνται χωρίς να αισθάνονται οποιοδήποτε κίνδυνο από ελλοχεύοντες εγκληματίες. Η διαπίστωση της πραγματικής, και άκρως ανησυχητικής κατάστασης, που επικρατεί σήμερα στον τόπο μας είναι επαρκής λόγος για να δράσουν τα δικαστήρια προς την κατεύθυνση της πάταξης της παρανομίας. Μέχρις ότου οι ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι και εγκληματολόγοι προσφέρουν τις μακροπρόθεσμες δικές τους υπηρεσίες στην καλυτέρευση της κοινωνίας, τα δικαστήρια δεν έχουν άλλη επιλογή, αντίθετα είναι καθήκον τους, να διασφαλίσουν τη νομιμότητα. Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί. Η νομολογία μας δίδει το μέτρο εξισορρόπησης των διαφόρων παραγόντων, που προσμετρούν στην επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις ένοπλης ληστείας, έγκλημα για το οποίο, όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 283, προβλέπεται ως μέγιστη ποινή η φυλάκιση δια βίου. Και εδώ ο εφεσείων αντιμετώπιζε αυτή την κατηγορία, γιατί διέπραξε τη ληστεία μαζί με συνεργό και χρησιμοποίησε ρόπαλο για να ακινητοποιήσει το θύμα.» Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 17 Φεβρουαρίου 2021 στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, Cotorceanu κ.ά. v. Αστυνομίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε επιβάλει στους εφεσείοντες 1 και 2 ποινή φυλάκισης 17 μηνών και 4 ετών αντίστοιχα στην κατηγορία της ληστείας την οποία είχαν παραδεχθεί, με τη διαφοροποίηση στο ύψος της ποινής να δικαιολογείται στη βάση της ύπαρξης δυο προηγούμενων καταδικών του δεύτερου εφεσείοντα, σε αντίθεση με τον πρώτο, ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού τόνισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών προς αποτροπή, όπως και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και ειδικότερα την ύπαρξη προσχεδιασμού, τη χρήση ωμής βίας και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ήτοι σιδερολοστός και κουκούλες, όπως και τις σωματικές βλάβες που υπέστηκε το θύμα, επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές χαρακτηρίζοντάς τις, μάλιστα, επιεικείς. Στην υπόθεση Sefik Yusuf v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 46/2014, απόφαση ημερ. 18.2.2016 επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ποινή φυλάκισης 8 ετών για το αδίκημα της ληστείας, κατά τη διάρκεια της οποίας προκλήθηκε στο θύμα πραγματική σωματική βλάβη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, τονίζοντας τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το αδίκημα διαπράχθηκε, με τη συμμετοχή τρίτου προσώπου, με προσχεδιασμό, σε βάρος ενός ατόμου 73 ετών, το οποίο κτύπησαν και τραυμάτισαν και από το οποίο του απέσπασαν ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή στη ληστεία, χαρακτηρίζοντάς την «κάπως αυστηρή», επισημαίνοντας, όμως, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και προσμέτρησε σωστά όλους τους σχετικούς μετριαστικούς παράγοντες. Σε αυτούς αναγνωρίστηκε το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, οι επιπτώσεις στην οικογένεια του, όπως επίσης και τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Στην υπόθεση Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα σε νεαρούς δράστες, ηλικίας 19 και 23 ετών, οι οποίοι εισέβαλαν σε διαμέρισμα φορώντας κουκούλες και κρατώντας μαχαίρια, αποσπώντας με τη χρήση βίας το ποσό των £65 από δυο αλλοδαπές γυναίκες. Οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν μετά από μερική ακρόαση. Στην υπόθεση Παπέττας ν Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 236 ποινή φυλάκισης 3.5 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα για το αδίκημα της ληστείας αντικαταστάθηκε με αυτήν των 2 ετών. Ο εφεσείοντας, ηλικίας 20 ετών, ο οποίος διέπραξε ληστεία από αρτοποιείο υπό την απειλή μαχαιριού, προέβηκε σε άμεση παραδοχή, κάτι το οποίο συνέβαλε τα μέγιστα στην εξιχνίαση και απονομή δικαιοσύνης, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, εξαρτημένος στην κάνναβη, επέστρεψε όλα τα χρήματα που απέσπασε από τους παραπονουμένους ύψους €583, και είχε καταχωρηθεί αναστολή ποινικής δίωξης σε συγκατηγορούμενο του χωρίς καταγραφή των λόγων αυτής. Όσον αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο επίσης επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια ή/και χρηματική ποινή μέχρι €500.000, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 298/18 ημερ. 27/06/19, στην οποία αναφέρθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγήσαντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητάς του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρό του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (Δέστε: Μαληκκίδης (ανωτέρω), Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015 ημερ. 4.7.2017 και Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B150, ECLI:CY:AD:2019:B150, Ποιν. Εφ. 212/2017 ημερ. 17.4.2019), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.». Για δε το αδίκημα της αρπαγής, αυτονόητη είναι η σοβαρότητα της στέρησης της ελευθερίας ενός προσώπου, ιδιαίτερα, στις περιστάσεις της παρούσας, για σκοπούς διευκόλυνσης τέλεσης άλλης εγκληματικής ενέργειας. Έχοντας επισημάνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που προβάλλει από τη φύση τους και τη νομολογία, καθώς και τις αυστηρές ποινές που είναι αναγκαίο να επιβάλλονται, το Δικαστήριο οφείλει να επιτελέσει και ένα άλλο σοβαρό και ουσιαστικό καθήκον εξατομικεύοντας την ποινή σε συνάρτηση πάντοτε με το πρόσωπο του δράστη και το σύνολο των συνθηκών διάπραξης των αδικημάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν πρέπει να εξουδετερώνεται το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55). Η υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί έστω και αν επιβάλλεται να προσδοθεί αποτρεπτικός χαρακτήρας στην ποινή, χωρίς η εξατομίκευση να οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου αυτού ως επιβάλλεται από τη φύση και τα περιστατικά του αδικήματος. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου. Εξετάζοντας τις συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, τονίζουμε εξαρχής το γεγονός ότι η εμπλοκή των κατηγορουμένων 1 και 2 περιορίζεται στη διάπραξη του αδικήματος της συνωμοσίας του αδικήματος της ληστείας, χωρίς οποιαδήποτε συμμετοχή τους στο ουσιαστικό αδίκημα ή τα αδικήματα των υπολοίπων κατηγοριών. Δεν μας διαφεύγει, όμως, ότι στα πλαίσια της διάπραξης του αδικήματος, το οποίο παραδέχτηκαν, προέβηκαν σε συγκεκριμένες και συντονισμένες ενέργειες με σκοπό την οργάνωση του αδικήματος της ληστείας. Η εν τέλει απόσυρση τους από τη διάπραξη του αδικήματος της ληστείας αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, στοιχείο που συνυπολογίζεται προς όφελος τους. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από τον ίδιο και τρία άλλα πρόσωπα φανερώνουν ότι δεν έχουμε ενώπιον μας μια στιγμιαία παράνομη συμπεριφορά. Οι ενέργειες που προηγήθηκαν της ληστείας, η συμμετοχή τεσσάρων ατόμων σε αυτήν και η χρήση κουκούλων, ώστε αυτοί να μην αναγνωριστούν, δεικνύουν δράση οργανωμένης ομάδας και προσχεδιασμό. Η δε τοποθέτηση μαχαιριού στο λαιμό της παραπονούμενης, με απειλή της ζωής της, είναι στοιχείο που επίσης λαμβάνεται υπόψη ως πράξη βίας κατά την τέλεση του αδικήματος, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι τελικώς δεν προκλήθηκαν οποιοιδήποτε φυσικοί τραυματισμοί. Η εν λόγω πράξη αναμφίβολα συνδέεται επίσης με την πράξη αρπαγής και περιορισμού της παραπονούμενης. Δεν μπορεί παράλληλα να αγνοηθεί ότι, μετά τη διάπραξη των αδικημάτων αυτών, οι δράστες, έχοντας αποκομίσει την κλοπιμαία περιουσία, εγκατέλειψαν το θύμα της αρπαγής τους, το οποίο είχαν περιορίσει προηγουμένως. Το ύψος της κλοπιμαίας περιουσίας, η οποία δεν εντοπίστηκε, αποτελεί επιπρόσθετο καθοριστικό στοιχείο κατά την επιβολή της ποινής. Τέλος, στον επιτρεπτό βαθμό, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 3, τελικώς, δεν απεκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τις παράνομες πράξεις του. Κοινό ελαφρυντικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση, το οποίο αφορά και τους τρείς κατηγορούμενους αποτελεί η παραδοχή τους στο Δικαστήριο, η οποία μπορεί να εκληφθεί, αφενός, ως έμπρακτη μεταμέλεια τους και, αφετέρου, ως ευπρόσδεκτη ενέργεια σε κάθε περίπτωση. Ως εξηγήθηκε, άλλωστε, στην υπόθεση Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή, αφού μια τέτοια εξέλιξη οδηγεί στο να μην σπαταλάται πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη στον επιτρεπτό βαθμό τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, όπως αυτές εκτέθηκαν από τους συνηγόρους Υπεράσπισης και προκύπτουν από τις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, καθώς επίσης όλους τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες ως έχουν αναπτυχθεί από τους συνηγόρους των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψη τις δυσκολίες που οι κατηγορούμενοι αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν στη ζωή τους, την εξάρτηση τους από τα ναρκωτικά καθώς και την ηλικία τους και μεταμέλεια τους. Προς όφελος των κατηγορουμένων 2 και 3 λαμβάνουμε υπόψη το λευκό τους ποινικό μητρώο. Το στοιχείο αυτό δικαιολογεί διαφορετική αντιμετώπιση τους και ειδικά του κατηγορούμενου 2 σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, με τον οποίο αντιμετωπίζει το ίδιο εύρος εγκληματικής συμπεριφοράς, ο οποίος, όμως, βαρύνεται με τις προηγούμενες καταδίκες που παρατίθενται πιο πάνω και αφορούν συναφή αδικήματα. Στα πλαίσια αυτά δεν μας διαφεύγει ότι κανένας δεν τιμωρείται εκ νέου για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη τιμωρηθεί. Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξή τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, μεγάλο ή μικρό, ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων στα οποία αναφέρονται, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565). Μέσα αυτά τα πλαίσια θα προσεγγίσει, λοιπόν, το Δικαστήριο τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου
  1. Στη βάση, συνεπώς, όλων των ως άνω, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης. Λαμβάνοντας, συνακόλουθα, υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων και την αναγκαιότητα ικανοποίησης του στοιχείου της αποτροπής, ως αναλύεται ανωτέρω, τις περιστάσεις τέλεσης των αδικημάτων, τα ελαφρυντικά στοιχεία και προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων, ως επίσης αναλύονται ανωτέρω, επιβάλλουμε τις ακόλουθες ποινές: Στον κατηγορούμενο 1 στην 1ην κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2½ ετών. Στον κατηγορούμενο 2 στην 1ην κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στον κατηγορούμενο 3: - Στην 1η κατηγορία, ουδεμία ποινή επιβάλλεται ενόψει του ότι τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 2ης κατηγορίας. - Στην 2η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 ετών. - Στην 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών. - Στην 4η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 2 ετών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο 3 να συντρέχουν. Στην ποινή να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης των κατηγορούμενων από 6/2/
  2. (Υπ.) ................ Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Γ. Πετάση‑Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Μ. Παπαϊωάννου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.