Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Χριστοφή, Αρ. Υπόθεσης: 12526 /17, 22/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12526 /17 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Χριστοφή Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 22 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για την Κατηγορούμενη : κ. Χ. Γαβριηλίδης Κατηγορούμενη : Παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες εκ των οποίων η 1η κατηγορία αφορά πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο της XXXXX Ιωάννου τέως από το Γέρι. Επιπρόσθετα, αντιμετωπίζει μια κατηγορία για παράλειψη να τηρεί το όχημά της στην αριστερή άκρη του οδοστρώματος, μια για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος η κατάσταση του οποίου και των εξαρτημάτων του ήταν επικίνδυνη και μία κατηγορία περί το ότι οδηγούσε χωρίς να είναι προσδεμένη με ζώνη ασφαλείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, η Κατηγορούμενη στις 16.06.16 στην οδό Αθαλάσσας στο Γέρι της επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής XXXXX96 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο της Ανδρούλας Ιωάννου τέως από το Γέρι. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο φέρεται να διέπραξε τα αδικήματα των υπολοίπων κατηγοριών. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι, στην υπό κρίση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Γεγονότα που δεν αμφισβητούνται Κατά την ακρόαση δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 16.06.16, περί τις 16:05, η Κατηγορούμενη οδηγούσε το όχημά της στην οδό Αθαλάσσας στο Γέρι της επαρχίας Λευκωσίας με κατεύθυνση από Αγλαντζιά προς Γέρι. Ο επίδικος δρόμος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας. Οι δύο λωρίδες διαχωρίζονται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή. To όχημα της Κατηγορουμένης συγκρούστηκε με το όχημα XXXXX07, το οποίο κατευθυνόταν από Γέρι προς Αγλαντζιά και οδηγείτο από την XXXXX Ιωάννου τέως από το Γέρι. Η σύγκρουση επήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Κατηγορουμένης και στο σημείο σύγκρουσης που καθόρισε η αστυνομία. Επιπρόσθετα, ουδόλως αμφισβητήθηκε ότι ένεκα του επίδικου ατυχήματος επήλθε ο θάνατος της XXXXX Ιωάννου τέως από το Γέρι. Αυτό που αποτέλεσε ουσιαστικό σημείο αμφισβήτησης ήταν η πορεία που ακολουθούσε πριν την σύγκρουση η Κατηγορουμένη. Μαρτυρία Στην υπό κρίση υπόθεση η βασική εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ότι η Κατηγορούμενη εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κάτι που ανάγκασε τον οδηγό του εξ αντιθέτου ερχόμενου οχήματος ν' αλλάξει λωρίδα, για να αποφύγει την σύγκρουση. Ταυτόχρονα η Κατηγορούμενη, αφού αντιλήφθηκε το πιο πάνω κινήθηκε και η ίδια αριστερά, χωρίς όμως να καταφέρει να αποφύγει την σύγκρουση. Προκύπτει, περαιτέρω, ότι ουσιαστική θέση της Κατηγορούσας Αρχής ήταν το ότι η Κατηγορουμένη εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 10 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αρχιαστυφύλακας XXXXX XXXXX Ανδρέου ως Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.1 υιοθέτησε την κατάθεσή του η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Επιπλέον κατά την κυρίως εξέτασή του κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 Α και 1 Β, οι φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη νεκροτομή και οι φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τον μηχανικό έλεγχο των δυο οχημάτων αντίστοιχα. Επίσης, ως Τεκμήριο 2, κατατέθηκε η κατάθεση της Κατηγορουμένης, ημερομηνίας 3.7.
- Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι η εμπλοκή του αφορούσε κυρίως την λήψη φωτογραφιών κατά τον μηχανικό έλεγχό και κατά την νεκροτομή. Επιπρόσθετα, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 η κατάθεση του XXXXX Χ' Στεφάνου. Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Α/λοχίας XXXXX Π. Ορφανός, ως Μ.Κ.
- Ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την σχετική κατάθεσή του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 5 τη συνοπτική έκθεση που ετοίμασε, ως Τεκμήριο 6 το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 7 τις φωτογραφίες της σκηνής και ω Τεκμήριο 8 τις φωτογραφίες των ιχνών τροχοπέδησης. Τέλος κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε την κατάθεση της Κατηγορουμένης, ημερομηνίας 20.4.2017, ως Τεκμήριο
- Ο Μ.Κ.2 στο έγγραφο Β αναφέρεται στις ανακριτικές του ενέργειες και στις δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις που έγιναν. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 5 προβαίνει σε αναφορές ως προς την κατάσταση του δρόμου, την ορατότητα των ενεχόμενων οδηγών, την οδική σήμανση, την κατ΄ ισχυρισμόν άμεση μαρτυρία της σκηνής και τις ζημίες των ενεχόμενων οχημάτων. Επίσης, προβάλλει τη βασική θέση της αστυνομίας ως προς τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος και τα δεδομένα που την στηρίζουν, ήτοι τα κατ' ισχυρισμόν ίχνη τροχοπέδησης και τα πορίσματα των δοκιμών τροχοπέδησης. Επιπρόσθετα, κατά την κυρίως εξέτασή του υπέδειξε επί του Τεκμήριου 4 τα κατ' ισχυρισμόν ίχνη τροχοπέδησης και εκτροπής. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι στις φωτογραφίες 8,9 και 10 του Τεκμηρίου 7 φαίνονται ίχνη τροχοπέδησης. Επίσης, αναφέρθηκε στις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τις εξετάσεις των ιχνών τροχοπέδησης. Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7, όπως επί παραδείγματι στη φωτογραφία 9, υφίστανται γραμμές με κίτρινη κιμωλία. Ο μάρτυρας ανέφερε σχετικά ότι τις γραμμές τις χάραξαν οι ίδιοι με σκοπό να δείξουν, κατά τη φωτογράφηση, τα διάφορα ίχνη στην σκηνή. Σε σχέση με τη φωτογραφία 9 του Τεκμήριο 7 δήλωσε ότι με την κιμωλία ήθελαν να δείξουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Δέχθηκε, όμως, ότι δεν έλαβαν οποιαδήποτε φωτογραφία πριν τοποθετηθεί η κιμωλία. Επέμεινε ότι ο ίδιος διακρίνει ίχνη τροχοπέδησης. Ερωτηθείς για το μεταξόνιο του οχήματος δέχθηκε ότι αυτό είναι 1.47 μέτρα και ότι αυτό δεν αλλάζει. Όμως όταν κλήθηκε να σχολιάσει τη φωτογραφία 31 του Τεκμήριου 7 και το κατά πόσο παρουσιάζεται διαφορετικό εύρος μεταξονίου, απάντησε ότι αυτό μπορεί να αλλάξει εάν τροχοπεδήσει κάποιο όχημα. Ακολούθως ανέφερε ότι οι ενδείξεις που τέθηκαν με την κιμωλία ήταν ενδεικτικές και ότι μπορεί η ένδειξη να μην τέθηκε ακριβώς στην άκρια του μαυρίσματος. Δήλωσε, επίσης, ότι τα ίχνη ήταν αμυδρά αλλά εμφανή και με την κίτρινη κιμωλία προσπάθησαν να δώσουν έμφαση. Επιπλέον, ανέφερε ότι η θέση της αστυνομίας ήταν ότι το όχημα της Κατηγορουμένης, όταν φρέναρε, κινείτο σε ευθεία και υποστήριξε πως και τα ίχνη που άφησε ήταν σε ευθεία. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος για τις δοκιμές τροχοπέδησης που έγιναν, δέχθηκε ότι στην πρώτη χρησιμοποιήθηκε όχημα της ίδιας μάρκας και μοντέλου με το όχημα της Κατηγορουμένης αλλά διαφορετικού κυβισμού και με ψηλότερα ελαστικά. Στη δεύτερη χρησιμοποιήθηκε όχημα διαφορετικής μάρκας αλλά τοποθετήθηκαν σε αυτό τα ελαστικά του οχήματος της Κατηγορουμένης πλην ενός, το οποίο ήταν κατεστραμμένο. Τόνισε ότι οι γραμμές με την κιμωλία τέθηκαν για να δείξουν την κατεύθυνση των ιχνών, ώστε τα ίχνη να είναι πιο ορατά στις φωτογραφίες. Επέμεινε επίσης ότι βρέθηκαν στην σκηνή 13.90 μέτρα τροχοπέδησης. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Αγιώτης ως Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 3 υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία κατατέθηκε ως έγγραφο Γ. Επιπλέον, κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στις φωτογραφίες του Τεκμήριου 8 και σημείωσε τα σημεία που κατά τη θέση του φαίνονταν ίχνη τροχοπέδησης. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά του οχήματος που χρησιμοποιήθηκε κατά τον πρώτο έλεγχο ιχνών τροχοπέδησης καθώς επίσης και στα χαρακτηριστικά των ελαστικών που χρησιμοποιήθηκαν. Υποστήριξε ότι τα πιο πάνω δεν επηρεάζουν τον συντελεστή τριβής. Ταυτόχρονα υπέδειξε πως η λειτουργία του ABS επηρεάζει τον συντελεστή τριβής, εξηγώντας όμως ότι η διαφορά δεν είναι μεγάλη. Επιπλέον, εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της μηχανής skıdman αναφέροντας ότι η ταχύτητα του οχήματος δεν επηρεάζει τον συντελεστή τριβής. Τόνισε παράλληλα ότι η ώρα που έγιναν οι δοκιμές ήταν περίπου η ίδια με την ώρα που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Απέδωσε τη διαφορά στα αποτελέσματα των μετρήσεων στη χρήση του συστήματος ABS. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά της μηχανής skıdman που χρησιμοποιήθηκε, εξηγώντας ότι δεν χρειαζόταν να γίνει αλλαγή των ρυθμίσεων μεταξύ των δυο δοκιμών. Εξήγησε ότι στην κατάθεσή του χρησιμοποίησε τον συντελεστή τριβής που προέκυψε από φρενάρισμα με την χρήση ABS. Ακολούθως ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στις δοκιμές τροχοπέδησης που έλαβαν χώρα στις 31.7.
- Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο λοχίας XXXXX XXXXX Θεοκλέους, ως Μ.Κ.4 Ο μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Δ στη διαδικασία. Σε αυτήν καταγράφει τα προσόντα του. Περαιτέρω αναφέρεται στο σημείο πρώτης επαφής μεταξύ των δύο ενεχόμενων οχημάτων. Αναφέρεται επίσης στις εσωτερικές ζημιές του οχήματος KPW
- Επιπλέον αναφέρεται στις ζώνες ασφαλείας, και στην κατάσταση των ελαστικών των δυο ενεχόμενων οχημάτων. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη υπέδειξε ότι από την κατάσταση της ζώνης ασφαλείας του οδηγού του οχήματος εξάγει το συμπέρασμα ότι η Κατηγορούμενη κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε ζώνη ασφαλείας. Αναφέρεται επιπρόσθετα στο σύστημα πέδησης του οχήματος της Κατηγορουμένης. Δηλώνοντας ότι δεν μπόρεσε να διαπιστώσει το κατά πόσο το σύστημα ΑBS λειτουργούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Καταλήγει δε ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξαιτίας του οποίου να προκλήθηκε το ατύχημα. Όλες οι ζημιές που εντόπισε είναι πρόσφατες και προκλήθηκαν κατά το ατύχημα. Επιπρόσθετα, κατά την κυρίως εξέτασή του υπέδειξε τα ευρήματα του με παραπομπή σε φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1Β. Κατά την αντεξέτασή του, ανάφερε ότι ο ίδιος δεν μετέβη στη σκηνή του ατυχήματος. Σε σχέση με τις αναφορές του ως προς την πρώτη επαφή των δυο οχημάτων ο μάρτυρας αποτύπωσε τις πορείες των δυο οχημάτων στο Τεκμήριο
- Στο ίδιο Τεκμήριο υπέδειξε και την κλίση σύγκρουσης. Επιπλέον αναφέρθηκε στα ευρήματά του ως προς τα ελαστικά του οχήματος της Κατηγορούμενης, δηλώνοντας ότι το πέλμα των ελαστικών ήταν εμφανώς φθαρμένο και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν να προβεί σε μετρήσεις. Επιπλέον επανέλαβε τη θέση ότι ήταν αδύνατο να διαπιστώσει το κατά πόσο λειτουργούσε το σύστημα ΑΒS. Δέχθηκε ότι δεν ρώτησε τον εξεταστή της υπόθεσης εάν το όχημα της Κατηγορούμενης άφησε ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστυφύλακας XXXXX Γ. Χ' Στάθης ως Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Ε. Στην κατάθεσή του αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τον χρόνο που έφθασε στην σκηνή. Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι οι μόνες του ενέργειες ήταν να αποκλείσει τη σκηνή και να εξασφαλίσει ότι δεν έχει μετακινηθεί οποιοδήποτε Τεκμήριο από τη σκηνή. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Υπαστυνόμος XXXXX Θεμιστοκλέους, ως Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ. 6 κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο ΣΤ. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στις ανακριτικές ενέργειες που έλαβαν χώρα κατά τη διερεύνηση του επίδικου αδικήματος. Επιπρόσθετα, αναγνώρισε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
- Σε σχέση με αυτές, παρέπεμψε σχετικά στις φωτογραφίες 8 ‑ 11 δηλώνοντας ότι σε αυτές φαίνεται ένα ζεύγος ιχνών τροχοπέδησης. Επιπρόσθετα, παρέπεμψε στις φωτογραφίες 22 ‑ 30 του Τεκμηρίου 8 για να ισχυρισθεί ότι σε αυτές φωτογραφήθηκαν τα ίχνη που αποτυπώθηκαν στην άσφαλτο. Τέλος, αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 ήτοι το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στην πείρα του σε σχέση με τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων, δήλωσε ότι είναι εκπαιδευμένος και στην αναπαράσταση δυστυχημάτων. Σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση δήλωσε ότι έγινε αναπαράσταση για να ταυτιστεί το ζεύγος των ιχνών τροχοπέδησης που βρέθηκαν στη σκηνή, προσδιόρισε ότι στη σκηνή βρέθηκαν ένα ζεύγος ιχνών τροχοπέδησης, ένα ζεύγος ιχνών εκτροπής από το όχημα της Κατηγορούμενης, καθώς και ίχνος εκτροπής από το έτερο όχημα. Κατά τον ίδιο, σύμφωνα με τις μετρήσεις που έγιναν και την ταύτιση των ιχνών και των πελμάτων, έγινε η σχετική αναπαράσταση. Ήταν η θέση του ότι η κατηγορούμενη για κάποιον δικό της λόγο κινείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, σε κάποιο σημείο έστριψε το τιμόνι της αριστερά και πάτησε ταυτόχρονα φρένα κινούμενη στην αριστερή λωρίδα και χτυπώντας το αυτοκίνητο του θύματος. Ανέφερε ότι μετά το ατύχημα περπάτησε ο ίδιος στη σκηνή και δεν εντόπισε οτιδήποτε που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του συνοδηγού της κατηγορούμενης. Ερωτηθείς γιατί σημειώθηκαν με κιμωλία τα κατ' ισχυρισμό ίχνη, απάντησε ότι είναι πρακτική τους όσα ίχνη εντοπίζονται στη σκηνή να σημειώνονται, ώστε να μην χαθούν από τυχόν φθορά. Σε σχέση με τα συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμό ίχνη ανέφερε ότι ήταν ευδιάκριτα αλλά αμυδρά και γι' αυτό υπήρχε κίνδυνος να χαθούν. Σε σχέση με το πρόσωπο που σημείωσε με κιμωλία την κίτρινη γραμμή, απάντησε ότι πιθανόν να ήταν ο ίδιος. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν υπήρχαν ίχνη στη σκηνή. Περαιτέρω, σε σχέση με τη φωτογραφία 31 του Τεκμηρίου 7 δήλωσε ότι σε αυτήν φαίνεται ο ίδιος να προσπαθεί να μετρήσει το πλάτος των ιχνών τροχοπέδησης. Εξήγησε ότι το πλάτος των ιχνών τροχοπέδησης ήταν ένα επίσης μέτρο. Ανέφερε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης τα μετρούν "κέντρο ‑ κέντρο, εξωτερικά ‑ εξωτερικά, εσωτερικά ‑ εσωτερικά". Δήλωσε ότι η απόσταση του μετατροχίου του οχήματος της κατηγορούμενης μέτρο ‑ μέτρο, κέντρο ‑ κέντρο, ήταν 1.48 ‑ 1.
- Σημείωσε ότι και η φωτογραφία 33 του Τεκμηρίου 7 δείχνει μέτρηση του μετατροχίου κέντρο - κέντρο. Σε αυτήν φαίνεται το μετατρόχιο να είναι 1.
- Το ίδιο και στη φωτογραφία
- Ερωτηθείς σε σχέση με τις φωτογραφίες 38 και 39 του Τεκμηρίου 7, δήλωσε ότι και σε αυτές μετρούν το μετατρόχιο του οχήματος κέντρο ‑ κέντρο και ανερχόταν στο 1.48 ‑ 1.
- Κληθείς να σχολιάσει τη διαφορά των μετρήσεων σε σχέση με τις αποστάσεις του μετατροχίου, απάντησε ότι αυτό παρουσιάζεται επειδή οι τροχοί για κάποιον λόγο ανασηκώθηκαν και δεν είχαν πλήρη επαφή με την άσφαλτο και πιθανόν ο τροχός για κάποιον λόγο να έστριψε είτε δεξιά, είτε αριστερά λόγω της κλήσης του εδάφους. Επιπλέον, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στους ελέγχους ταχύτητας και στον εντοπισμό του συντελεστή τριβής με abs και χωρίς abs. Αναφέρθηκε επίσης στη χρήση και λειτουργία του συστήματος skidman και επέμενε ότι το γεγονός πως στη δεύτερη δοκιμή τροχοπέδησης, ημερομηνίας 31.07.16 χρησιμοποιήθηκε όχημα άλλου τύπου από αυτό της κατηγορούμενης και δεν είχε οποιανδήποτε σημασία. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας υπεστήριξε τα ευρήματα της Αστυνομίας και αρνήθηκε την υποβολή ότι θα ήταν αδύνατο τα πίσω ελαστικά του οχήματος της κατηγορούμενης κατά τον χρόνο της σύγκρουσης να ήταν στην αντίθετη λωρίδα. Επέμενε επίσης ότι το σημείο Χ προσδιορίστηκε από τα ίχνη τροχοπέδησης, τα ίχνη εκτροπής των δύο οχημάτων, τις τελικές τους θέσεις και τις ζημιές πρώτης επαφής. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή πως αν το όχημα της κατηγορούμενης κινείτο ως τα ίχνη τροχοπέδησης που έχουν σχεδιαστεί στα Τεκμήρια 4 και 6 η τελική θέση των οχημάτων δεν θα ήταν αυτή που πραγματικά ήταν. Επέμενε επίσης, ότι όλα τα Τεκμήρια που βρέθηκαν στη σκηνή οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη εισήλθε στην πορεία του θύματος αρχικά και όταν επανήλθε στην πορεία της συγκρούστηκε με το όχημα που οδηγούσε το θύμα. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η ιατροδικαστής XXXXX Παπέττα, ως Μ.Κ.
- η μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε ως Τεκμήριο 12 στη διαδικασία την ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας ‑ νεκροτομής, η εν λόγω έκθεση κατατέθηκε με τη δήλωση των συνήγορων ότι κατατίθεται για την αλήθεια του περιεχομένου της. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι ο θάνατος της XXXXX Ιωάννου επήλθε συνεπεία πολλαπλών κακώσεων σωματικών και ζωτικών οργάνων και διατομής της σπονδυλικής στήλης λόγω οδικού τροχαίου δυστυχήματος. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Χατζηστεφάνου, ως Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.8 υιοθέτησε την κατάθεση ημερομηνίας 20.06.16, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ζ. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στα όσα του μετέφερε ο 13 χρόνος συνοδηγός του οχήματος της κατηγορούμενης. Επιπλέον, προσδιόρισε ότι τα όσα του ανέφερε ο συνοδηγός τα μετέφερε μόνο στην Αστυνομία. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Μιχαηλίδη, ως Μ.Κ.
- Ο μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Η. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Ιωάννου, ως Μ.Κ.
- ο μάρτυρας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, την κατάθεσή του, ημερομηνίας 17.06.16, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Θ. Ο μάρτυρας επίσης δεν αντεξετάστηκε. Η Kατηγορούμενη, αφού κλήθηκε σε απολογία προχώρησε με ανώμοτη δήλωση και κάλεσε δύο μάρτυρες προς υπεράσπισή της. Πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο Δρ. XXXXX Λοΐζου ως ΜΥ
- Ο ΜΥ1 αφού αναφέρθηκε στα προσόντα του, κατέθεσε έκθεση ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος ημερομηνίας 6.02.20 ως Έγγραφο Ι στη διαδικασία. Η έκθεση συνοδευόταν από σειρά Τεκμηρίων και συγκεκριμένα από αντίγραφο αποσπάσματος του συγγράμματος PC Crushö το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επίσης, κατέθεσε αποσπάσματα από τις σελίδες 72 και 73 του συγγράμματος του Δρ. Ηλία Γεωργιάδη ως Τεκμήριο 14 και ως Τεκμήριο 15 αντίγραφα των σελίδων 106 και 110 του εν λόγω συγγράμματος. Επιπλέον, κατέθεσε αντίγραφο από τη σελίδα 42 του συγγράμματος Highway Αccidents : Ιnvestigation, Reconstruction and Causation ως Τεκμήριο
- Επίσης, στη σελίδα 2 της έκθεσής του περιέχεται φωτογραφία η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 εικόνα, υπ' αριθμό 9 στη γραπτή του δήλωση. Επιπλέον, κατέθεσε τις εικόνες υπ' αριθμό 10, 11, 12, 14 και 15 που περιέχονται στην έκθεσή του ως Τεκμήρια 19 Α ‑ Ε αντίστοιχα. Επιπλέον, κατέθεσε την κατάθεση του Αστυφύλακα XXXXX ως Τεκμήριο 20 και την κατάθεση του XXXXX Παπαγεωργίου ημερομηνίας 2.07.16 ως Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα, κατέθεσε βίντεο της ηλεκτρονικής ανάλυσης του ατυχήματος, το οποίο περιέχετο σε usb ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην έκθεσή του και στα σχετικά του ευρήματα υιοθετώντας το περιεχόμενο αυτής. Κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 22 και 23 έντυπα από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών σε σχέση με τα ενεχόμενα οχήματα. Ανέφερε όμως ότι διαφορές των στοιχείων που καταγράφονται στα τμήμα 22 και 23 είναι μηδαμινές σε σχέση με τα στοιχεία που έλαβε υπόψη και δεν επηρεάζουν ουσιωδώς τα ευρήματά του. Επέμενε ότι ο έλεγχος στον οποίο προέβη η Αστυνομία χρησιμοποιώντας διαφορετικό όχημα και διαφορετικά ελαστικά από αυτά του οχήματος της κατηγορούμενης είναι θεμελιακά εσφαλμένος. Επιπλέον, εξήγησε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιεί το σύστημα PC CRUSH, εξήγησε επίσης ότι το βάρος των επιβατών των δύο οχημάτων δεν επηρέαζε τις μετρήσεις. Παράλληλα, εξήγησε τη μεθοδολογία για τη διενέργεια των προσομοιώσεων. Κατά την αντεξέτασή του, του υποδείχθηκε μεγέθυνση της φωτογραφίας 9 του Τεκμηρίου 7, η οποία σημειώθηκε αυτοτελώς ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας επέμενε ότι σε αυτή δεν φαίνεται οποιοδήποτε ίχνος ή ότι υπάρχει οποιοδήποτε ίχνος τροχοπέδησης. Σε υποβολή ότι υπήρχαν αμυδρά ίχνη τροχοπέδησης στη σκηνή απάντησε ότι όσο αμυδρά και να ήταν εάν υπήρχαν θα φαίνονταν έστω σε κάποιο σημείο επί της διακεκομμένης άσπρης γραμμής στον δρόμο. Επέμεινε ότι τα σημάδια που δείχνει η Αστυνομία περνούν πάνω από την άσπρη διακεκομμένη γραμμή, ενώ στην πραγματικότητα δεν φαίνεται οποιοδήποτε ίχνος ή οποιοδήποτε μαύρισμα επ' αυτού. Επέμενε κατά την αντεξέτασή του, ότι η θέση της Αστυνομίας με βάση τους νόμους της φυσικής είναι αδύνατη, αρνήθηκε την υποβολή ότι όσα ανέφερε είναι υποθέσεις και επέμενε ότι τα πορίσματά του στηρίζονται από τους νόμους της φυσικής και της δυναμικής. Επόμενος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Παπασάββα ως Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το έγγραφο Ι. Επίσης αναφέρθηκε στα προσόντα του και στην εμπειρία του στις αναπαραστάσεις τροχαίων ατυχημάτων. Αναφέρθηκε στο λογισμικό PC Crhash και στην χρήση του στην αναπαράσταση τροχαίων ατυχημάτων. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 25 τον οδηγό χρήσης του εν λόγω προγράμματος. Εξήγησε ότι το εν λόγω πρόγραμμα, αφού εντοπίσει μέσω τεχνητής νοημοσύνης την παραμορφωτική ενέργεια, μπορεί να υπολογίσει την ταχύτητα των οχημάτων. Ακολούθως με δεδομένες τις τελικές θέσεις των οχημάτων, την ταχύτητας του και την γωνιά σύγκρουσης, γίνονται προσομοιώσεις, ώστε να καταδειχθεί ο τρόπος που έγινε η σύγκρουση. Δήλωσε ότι με βάση την τελική θέση των δυο οχημάτων ήταν αδύνατο το ατύχημα να έλαβε χώρα ως η εκδοχή της αστυνομίας. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 26 Α και 26 Β φωτογραφίες από τις προσομοιώσεις στις οποίες προέβη. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 26 (β) εάν το ατύχημα λάμβανε χώρα ως η εκδοχή της αστυνομίας τα οχήματα θα κατέληγαν σε διαφορετικές θέσεις. Επιπλέον, ο Μ.Υ2 αναφέρθηκε στην επάρκεια των μετρήσεων που έγιναν από την αστυνομία μέσω του μηχανήματος skidman. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 αντίγραφο μέρους του συγγράμματος Highway accidents investigation. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η μεθοδολογία που ακολούθησε η αστυνομία στον έλεγχο ιχνών τροχοπέδησης ήταν εσφαλμένη. Υποστήριξε την πιο πάνω θέση του με παραπομπή στο σύγγραμμα Τεκμήριο
- Περαιτέρω, κατέθεσε έγγραφο με τίτλο οδηγίες χρήσης εν σχέσει με το μηχάνημα skidman plus, ως Τεκμήριο
- Ανέφερε, περαιτέρω, τι είναι το μετατρόχιο του οχήματος και ότι πρόκειται περί ενός κυλινδρικού άξονα σκληρού και μεταλλικού και δεν μπορεί να αυξομειωθεί. Κατέθεσε τέλος ως Τεκμήριο 29 το εργαλείο μέτρησης του πέλματος των ελαστικών. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στη λειτουργεία του προγράμματος PC Crush και στα δεδομένα που εισήξε σε αυτό, ώστε να λάβει το αποτέλεσμα. Επίσης εξήγησε με λεπτομέρεια το ποιες φωτογραφίες έλαβε υπόψη ώστε να εντοπίσει την γωνία σύγκρουσης. Επέμεινε ότι το εν λόγω πρόγραμμα δεν χρειάζεται ολοκληρωμένη φωτογραφία του οχήματος. Αναφέρθηκε, επίσης, με λεπτομέρεια στον τρόπο υπολογισμού της παραμορφωτικής ενέργειας. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι τα χαρακτηριστικά ενός οχήματος είναι ασφαλέστερο να λαμβάνονται με βάση τα δεδομένα που δίδει ο κατασκευαστής και όχι το ΤΟΜ. Αρνήθηκε την θέση ότι οι φωτογραφίες του Τεκμήριου 7 αποτυπώνουν ίχνη τροχοπέδησης και υποστήριξε την ορθότητα της γωνίας σύγκρουσης που έλαβε υπόψη. Εξήγησε, επίσης, ότι η φωτογραφία 19Ε του εγγράφου Ι προέκυψε από προσομοίωση που έγινε με βάση τη θέση της αστυνομίας. Τέλος, αναφέρθηκε στον τρόπο λειτουργίας του συστήματος abs και ισχυρίστηκε ότι τα σύγχρονα συστήματα ABS δεν αφήνουν ίχνη στην άσφαλτο. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τη θέση του. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω δε κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή, ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 Διευκρινίζω, όμως, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως, πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Ιδίως σε τροχαία ατυχήματα το σχέδιο του ατυχήματος ενέχει σημαντική αξία και χρησιμότητα για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ (Β) 1243. Σε σχέση με τους μάρτυρες πραγματογνώμονες σημειώνω ότι το πρωταρχικό τους καθήκον είναι να παρουσιάσουν τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 958 και Μαλαός Ανδρέας κ.ά ν. Χριστιάνας Χρίστου κ.ά,
(2005)1 Α.Α.Δ.
- Ταυτόχρονα το Δικαστήριο έχει καθήκον, σε κάθε περίπτωση, να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ.
- Το δε ζήτημα του ποιος αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.1 Ο Μ.Κ.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εμπλοκή του στη διερεύνηση ήταν περισσότερο τυπικής διαδικαστικής φύσεως. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως βάση για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.2 Ο Μ.Κ.2 ήταν μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερεύνησε το επίδικο ατύχημα και το πρόσωπο που κατήρτισε την συνοπτική έκθεση της υπόθεσης, Τεκμήριο
- Σε πολλά σημεία της η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Συγκεκριμένα οι θέσεις του αναφορικά με την κατάσταση του δρόμου, την οδική σήμανση και την ορατότητα των ενεχόμενων οδηγών ουδόλως αμφισβητήθηκαν και ούτε αντικρούονται από αντίθετη μαρτυρία. Επίσης, οι θέσεις του ως προς του τραυματισμούς των ενεχόμενων προσώπων δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία του για τα πιο πάνω και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Όμως, σε άλλα βασικά σημεία της η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας και επαρκούς τεκμηρίωσης. Συγκεκριμένα το θεμέλιο της εκδοχής του Μ.Κ.2 ήταν ότι στην σκηνή εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης, τα οποία ξεκινούσαν από το κέντρο των δύο λωρίδων, ως η πορεία της Κατηγορούμενης και οδηγούσαν στο σημείο σύγκρουσης. O πιο πάνω ισχυρισμός στηρίζεται στο ότι υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Η πιο πάνω θέση ενέχει ιδιαίτερη σπουδαιότητα, αφού τα ίχνη τροχοπέδησης έχει κριθεί πως αποτελούν πραγματική μαρτυρία. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Kouma v. Police
(1967)2 CLR
- Ο μάρτυρας προέβαλε την πιο πάνω θέση με παραπομπή στις φωτογραφίες Τεκμήριο
- Όμως, μέσα από τις φωτογραφίες Τεκμήριο 7 δεν φαίνεται οποιοδήποτε ίχνος τροχοπέδησης. Επιπλέον, ούτε από τη φωτογραφία Τεκμήριο 24 η οποία αποτελεί μεγέθυνση της φωτογραφίας 9 του Τεκμήριου 7, και αποτυπώνει τα κατ' ισχυρισμόν ίχνη τροχοπέδησης δεν φαίνεται οποιοδήποτε ίχνος. Αντίθετα σε όλες τις φωτογραφίες φαίνονται χαραγμένες γραμμές με κίτρινη κιμωλία. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί το κατά πόσο μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα στα ίχνη από κιμωλία. Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι η θέση του μάρτυρα ως προς την τοποθέτηση των γραμμών με κίτρινη κιμωλία είναι αντιφατική. Ενώ αρχικά υποστήριξε ότι με την κιμωλία ήθελαν να αναδείξουν τα ίχνη τροχοπέδησης ακολούθως ισχυρίστηκε ότι οι γραμμές ήταν ενδεικτικές. Η προβολή δύο διαφορετικών θέσεων ως προς την χάραξη των γραμμών με την κιμωλία, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να δεχθεί την αρχική του θέση ότι οι γραμμές που χαράχθηκαν αποτυπώνουν τα ίχνη τροχοπέδησης. Επιπρόσθετα, η θέση του ως προς την ορθότητα και ακρίβεια των γραμμών δεν είναι πειστική. Αρχικά δέχθηκε ότι το μετατρόχιο του οχήματος της κατηγορούμενης είναι πλάτους 1.47 μέτρων. Σε κάποιο σημείο των γραμμών με την κιμωλία όντως φαίνεται οι απόσταση μεταξύ των δύο τροχών να είναι 1.
- Σε άλλα σημεία φαίνεται μικρότερη απόσταση. Ο μάρτυρας για να δικαιολογήσει το πιο πάνω ισχυρίστηκε ότι αυτό συνέβη, επειδή πιθανόν ο τροχός να αναπήδησε. Η πιο πάνω θέση συνιστά εντελώς υποθετικό σενάριο. Επίσης, στερείται λογικής, αφού ακόμα και αναπηδούσε ο τροχός η λογική συνέπεια θα ήταν ότι δεν θα καταγράφετο ίχνος και όχι ότι θα μειωνόταν η απόσταση μεταξύ των δυο τροχών. Τα πιο πάνω καθιστούν παράλογη και εξωπραγματική την εκδοχή του μάρτυρα. Θα ανέμενε κανείς πως εάν όντως υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης, οι αποστάσεις των τροχών να παρέμεναν αναλλοίωτες, αφού το πλάτος του οχήματος δεν μπορεί να μεταβληθεί ούτε υπάρχει μαρτυρία που να κατατείνει σε συμπέρασμά ότι το πλάτος ενός οχήματος μπορεί να αυξηθεί ή να μικρύνει. Αντίθετα υπάρχει συγκεκριμένη θέση του εμπειρογνώμονα Μ.Υ.2, η οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν αμφισβητήθηκε, σύμφωνα με την οποία το μετατρόχιο δεν μπορεί να μεταβληθεί. Επομένως, η θέση του Μ.Κ.2 ότι το πλάτος του μετατροχίου μπορεί να αυξομειωθεί, παρόλο που άπτεται επιστημονικού θέματος, δεν υποστηρίζεται από επιστημονική μαρτυρία αλλά αντικρούεται και αντιφάσκει με σαφή επιστημονική μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει, η χάραξη γραμμών στο οδόστρωμα σε σημείο που κατ' ισχυρισμόν υφίστανται ίχνη τροχοπέδησής, στην απουσία οποιουδήποτε αντικειμενικού στοιχείου που να αποδεικνύει ή να απεικονίζει τα εν λόγω ίχνη, δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά μέρος της εκδοχής του μάρτυρος. Έτσι, η ύπαρξη των εν λόγω γραμμών δεν μπορεί να αναχθεί σε αυτοτελή δείκτη αλήθειας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου ( ανωτέρω). Συνεπώς, η εκδοχή του ως προς την ύπαρξη ιχνών τροχοπέδησης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Επομένως, κρίνω ότι είναι ασφαλές να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.3 Σε σχέση με τον Μ.Κ.3 διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του στα πλείστα σημεία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, ειλικρίνεια και σταθερότητα. Όμως, δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από δυο άξονες, ήτοι τον εντοπισμό του συντελεστή τριβής και άρα της ταχύτητας της Κατηγορουμένης και τις δοκιμές τροχοπέδησης. Σε σχέση με τις δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις σχετικές είναι οι φωτογραφίες 52,53 και 54 του Τεκμήριου 8, όπου σύμφωνα με τον μάρτυρα αποτυπώθηκαν αμυδρά ίχνη τριβής. Όμως, ο μάρτυρας κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει αν τα ίχνη που ο ίδιος χαρακτηρίζει αμυδρά στις εν λόγω φωτογραφίες προκλήθηκαν από την επίδικη δοκιμή. Επομένως, η μαρτυρία του δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για την εξαγωγή ευρημάτων. Επιπλέον, η εκδοχή του μαρτυρά ως προς τον καθορισμό του συντελεστή τριβής παρουσιάζει αδυναμίες. Συγκεκριμένα η μεθοδολογία που ακολούθησε δημιουργεί λογική αμφιβολία για το αποτέλεσμα των δοκιμών στις οποίες προέβη, αφού η μεν πρώτη έγινε με διαφορετικού κυβισμού όχημα και διαφορετικά ελαστικά και η δεύτερη με διαφορετικού τύπου όχημα και ένα διαφορετικό ελαστικό. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία εμπειρογνώμονα ή οποιαδήποτε εξειδικευμένη μαρτυρία που να οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι οι πιο πάνω παράμετροι δεν θα επηρέαζαν το τελικό αποτέλεσμα. Αντίθετα υφίσταται ο ισχυρισμός των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 ότι οι πιο πάνω παράγοντες επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξάξω εύρημα ως προς τον συντελεστή τριβής. Το πιο πάνω εύρημα επηρεάζει και την κατάληξη ως προς τη θέση του μάρτυρα για την ταχύτητα της Κατηγορουμένης. Αφ' ης στιγμής δεν έγινε αποδεκτός ο συντελεστής τριβής που χρησιμοποιήθηκε ως δεδομένο για τον εντοπισμό της ταχύτητας της Κατηγορουμένης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αποτέλεσμα που στηρίχθηκε σε αυτό. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 για την εξαγωγή ευρημάτων, ως προς τις συνθήκες που περιβάλλουν την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.4 Ο Μ.Κ.4 κατέθεσε σε σχέση με τον μηχανικό έλεγχο των δύο οχημάτων, υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας. Εν προκειμένω, σημειώνω ότι από τα προσόντα του μάρτυρος και τη μη αμφισβήτηση αυτών κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Ο μάρτυρας εξήγησε με τη δέουσα σαφήνεια τα ευρήματά του σε σχέση με τις ζημίες των επίδικων οχημάτων και τον μηχανικό έλεγχο στον οποίο προέβη, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Επίσης, οι πιο πάνω θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτε αντικρούστηκαν από αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα, το συμπέρασμά του ότι τα ενεχόμενα οχήματα δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το ατύχημα παρέμεινε ακλόνητο. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ήταν σαφής και σταθερή ως προς την κλίση με την οποία κτύπησαν τα δυο οχήματα. Η πιο πάνω θέση του υποστηρίζεται και προκύπτει από τις ζημίες που αυτά υπέστησαν από την σύγκρουση. Περαιτέρω, ο μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο λειτουργίας των ζωνών ασφαλείας και στη βάση ποιων ευρημάτων κατέληξε στο συμπέρασμα για το ποια εκ των εμπλεκομένων προσώπων έφεραν ζώνη ασφαλείας και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Επιπλέον αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι τα ελαστικά του οχήματος της Κατηγορουμένης ήταν σε κακή κατάσταση. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.4 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.5 O Μ.Κ.5 ήταν τυπικός μάρτυρας και η μαρτυρία του αφορούσε τις ενέργειές του στην σκηνή. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.5, για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.6 Ο Μ.Κ.6 ήταν εκ των βασικών μαρτύρων που έλαβαν μέρος στην διερεύνηση. Η μαρτυρία του παρουσιάζει τα ίδια κενά και λογικές αδυναμίες όπως η μαρτυρία του Μ.Κ.
- Ως προς την θέση του περί εμφανών ιχνών τροχοπέδησης υιοθετώ τα όσα ανέφερα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ
- Επιπλέον, η θέση του ως προς την ακρίβεια των ιχνών τροχοπέδησης είναι επίσης μη λογική και εξωπραγματική και υιοθετώ και σε σχέση με τον Μ.Κ. 6 τα όσα ανέφερα κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.6 κατέληξε στην θέση του για την πορεία του οχήματος της Κατηγορούμενης λαμβάνοντας ως βασικό δεδομένο την πορεία που δεικνύουν οι χαραγμένες με την κιμωλία γραμμές. Όμως, οι πιο πάνω γραμμές, όπως επεξηγήθηκε κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ.2, δεν συνιστούν πραγματική μαρτυρία και δεν μπορούν να αναχθούν σε δείκτη αλήθειας. Συνεπώς, αφ' ης στιγμής ένας εκ των βασικών πυλώνων που υποστηρίζουν την κατάληξή του δεν έχει αποδειχθεί, δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε η σχετική κατάληξη του μάρτυρος. Επομένως, κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ6 για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τις συνθήκες επέλευσης του επίδικου ατυχήματος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.7 Η Μ.Κ. 7 ήταν μάρτυρας εμπειρογνώμονας και τα προσόντα της δεν έχουν αμφισβητηθεί. Η μάρτυρας επεξήγησε με επιστημονικότητα και καθαρότητα τα ευρήματά της συνδέοντας αυτά με τις σχετικές φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη νεκροτομή. Επίσης, επεξήγησε με σαφήνεια τη θέση της ότι οι επίδικοι τραυματισμοί προέκυψαν από τραυματισμό σε τροχαίο. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.8 Η μαρτυρία του Μ.Κ 8 ήτα σαφής, πειστική και ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση, Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.8 Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ. 9 Ο Μ.Κ 9 δεν ανετξετάστηκε και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ. 10 Ο Μ.Κ 10 δεν αντεξετάστηκε και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Βαρύτητα ανώμοτης δήλωσης Κατηγορουμένου. Στην υπό κρίση υπόθεση η Κατηγορούμενη όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε σχέση με την προσέγγιση κάποιας ανώμοτης δήλωσης διαφωτιστική είναι η απόφαση στην απόφαση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, όπου επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Περαιτέρω, είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R.
- Στην υπό κρίση υπόθεση η Κατηγορούμενη στη δήλωσή της αναφέρθηκε στις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος και στις δυνατότητες αντίδρασής της. Όμως η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμεύσει, ώστε να αποδειχθούν γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα. Επομένως, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση της Κατηγορουμένης. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ 1 O Μ.Υ.1 κλήθηκε ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας. Από το σύνολο των προσόντων του μάρτυρος και τη μη αμφισβήτηση αυτών, κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ευθύς εξ αρχής σημειώνω ότι η μόνη εκδοχή που τέθηκε ενώπιόν μου σε σχέση με τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος ήταν από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Η Κατηγορούμενη αρκέστηκε σε ανώμοτη δήλωση χωρίς να προβάλει τη δική της θέση ως προς τις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος. Ενόψει των πιο πάνω και έχοντας υπόψη τη φύση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων, θα προβώ σε ευρήματα μόνο στο βαθμό που η μαρτυρία του Μ.Υ.1 αφορά την εκδοχή που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Μ.Υ.1 κατέθεσε με σαφήνεια και επιστημονικότητα σε σχέση με συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος επεξηγώντας λεπτομερώς το πως άχθηκε στα συμπεράσματά του. Ο μάρτυρας προς επίρρωση των θέσεων του παρέπεμψε σε σχετική βιβλιογραφία υποστηρικτική της θέση του, θέτοντάς το υπόβαθρο ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Περαιτέρω, εξήγησε με σαφήνεια, επιστημονικότητα και με παραπομπή στους νόμους της ενέργειας και της ορμής, πως όταν είναι γνωστή γωνία σύγκρουσης μπορεί να υπολογιστεί η τελική θέση των οχημάτων. Κατέληξε δε ότι τα δυο οχήματα με βάση το σημείο σύγκρουσης και τις τελικές θέσεις που ανευρεθήκαν ήταν αδύνατο να ακολουθούσαν την κατεύθυνση που υπέδειξε η αστυνομία. Για την κατάληξη στη πιο πάνω θέση έλαβε υπόψη τη γωνία σύγκρουσης που υπέδειξε η αστυνομία και την τελική θέση των δυο ενεχόμενων οχημάτων. Έχοντας τα πιο πάνω δεδομένα υπόψη, ο μάρτυρας με παραπομπή στους νόμους της φυσικής και σε συγγράμματα κατέληξε ότι ήταν αδύνατο τα δύο οχήματα με βάση την γωνία σύγκρουσης να κατέληγαν στις τελικές θέσεις που εντοπίστηκαν. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η βασική του θέση πως ήταν αδύνατο τα δύο οχήματα με βάση την γωνία σύγκρουσης να κατέληγαν στις τελικές θέσεις που εντοπίστηκαν, έχει επεξηγηθεί επιστημονικά λαμβάνοντας ως δεδομένα στοιχεία που ουσιαστικά συνάδουν και με τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων στην έκταση που έχω εξηγήσει ανωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.2 O Μ.Υ.1 κλήθηκε ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας. Από το σύνολο των προσόντων του μάρτυρος και τη μη αμφισβήτηση αυτών, κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Ως προς την έκταση των ζητημάτων που δυνατόν να χρησιμεύσει η μαρτυρία του Μ.Υ.2, προς αποφυγή επαναλήψεων, υιοθετώ τα όσα σχετικά ανέφερα αναφορικά με τον Μ.Υ.
- Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε με σαφήνεια και επιστημονικότητα σε σχέση με συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος επεξηγώντας λεπτομερώς το πως άχθηκε στα συμπεράσματά του. Ο μάρτυρας προς επίρρωση των θέσεων του παρέπεμψε σε σχετική βιβλιογραφία υποστηρικτική της θέση του, θέτοντάς το υπόβαθρο ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Ιδίως ως προς τα κενά της διερεύνησης που έλαβε χώρα με το μηχάνημα skidman και της μεθοδολογίας της αστυνομίας στον υπολογισμό του συντελεστή τριβής, παρέπεμψε σε σχετικό σύγγραμμα, ήτοι το Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα η θέση του ως προς τα υλικά από τα οποία είναι κατασκευασμένο το μετατροχίο κάποιου οχήματος δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως η θέση του ότι τα υλικά κατασκευής του μετατροχίου είναι τέτοια που είναι αδύνατη η αυξομείωση τους προκύπτει μέσα από αδιαμφησβήτητο υπόβαθρο γεγονότων. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Υ.2 για την εξαγωγή ευρημάτων και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα ως η μαρτυρία του Μ.Υ.2, στην έκταση που έχω οριοθετήσει ανωτέρω. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τέλος, όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.
- Με γνώμονα τα πιο πάνω και υπό το φως της μαρτυρίας που έχω δεχθεί ως αξιόπιστη, θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξη ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Όπως έχει επεξηγηθεί στη νομολογία, στα άρθρα 210 και 211 του Π.Κ εκείνο που προστατεύεται είναι το έννομο αγαθό της ζωής και τιμωρείται η θανατηφόρα σωματική βλάβη, η οποία κατηγοριοποιείται ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Voıcu ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 78/2016, ημερομηνίας 10.9.
- Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης, με πιο πρόσφατη την απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 194/2019, ημερομηνίας 9.7.
- Στην εν λόγω υπόθεση με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη», πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος. Στην απόφαση Savencu v. Αστυνομίας (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων : «Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπίτης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220. Παράλληλα, ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Επίσης, σε σχέση με το συστατικό της μη υπαίτιας αμέλειας, η νομολογία έχει υποδείξει ότι η αμέλεια που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το Άρθρο 210 του Κεφ. 154, είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από τον βαθμό που απαιτείται για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 189/2016 και 190/2016, ημερομηνίας 20.12.
- Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Το τι αποτελεί σφάλμα είναι ζήτημα πραγματικό, αλλά προϋποθέτει ότι ο οδηγός επιδεικνύει οδική συμπεριφορά, η οποία είναι κατώτερη από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Επίσης, ως προς το στοιχείο της αλόγιστης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Επιπρόσθετα, για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει κατηγορία στη βάση του άρθρου 210 του Π.Κ, καλείται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης να καθορίσει ποιες πράξεις ή παραλείψεις του κατηγορουμένου συνιστούσαν αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και το εάν τα αποδιδόμενα σφάλματα στοιχειοθετούν, εξ απόψεως βαθμού, το αδίκημα του άρθρου 210 του ΠΚ. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω). Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι από το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε ο θάνατος της Ανδρούλας Ιωάννου τέως από το Γέρι. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί το κατά πόσο μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης μπορεί να εξαχθεί πράξη ή παράλειψη της Κατηγορουμένης, που να στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη. Στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της Κατηγορουμένης. Σύμφωνα με την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής η Κατηγορούμενη εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κάτι που ανάγκασε τον οδηγό του εξ αντιθέτου ερχόμενου οχήματος ν' αλλάξει λωρίδα, για να αποφύγει την σύγκρουση. Ταυτόχρονα η Κατηγορούμενη, αφού αντιλήφθηκε το πιο πάνω κινήθηκε και η ίδια αριστερά, χωρίς όμως να καταφέρει να αποφύγει την σύγκρουση. Προκύπτει, επίσης, ότι η Κατηγορούσα Αρχή βασίστηκε για την θεμελίωση της κατ' ισχυρισμόν ευθύνης της Κατηγορουμένης στις κίτρινες γραμμές που χαράχθηκαν από τους αστυνομικούς στον δρόμο, επικαλούμενη ότι απεικονίζουν αμυδρά αλλά υπαρκτά ίχνη τροχοπέδησης. Επίσης, επιχειρήθηκε να επιβεβαιωθεί η πιο πάνω θέση με τη διενέργεια δοκιμών τροχοπέδησης, οι οποίες έλαβαν χώρα στις 21.6.2016 και 31.7.
- Όμως, όπως έχει κριθεί στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, οι κίτρινες γραμμές που τέθηκαν στο δρόμο δεν μπορούν να αναχθούν σε αυτοτελή δείκτη αλήθειας. Επίσης δεν υφίσταται οποιοδήποτε αντικείμενο δεδομένο που να υποστυλώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Επιπρόσθετα, όπως έχει κριθεί ανωτέρω, η μεθοδολογία με την οποία εργάστηκε η αστυνομία στις δοκιμαστικές τροχοπεδήσεις δεν ήταν επιστημονικά ενδεδειγμένη. Συγκεκριμένα στην υπό κρίση υπόθεση χρησιμοποιήθηκαν οχήματα διαφορετικού τύπου και ιπποδύναμης με το επίδικο καθώς επίσης και οχήματα που έφεραν διαφορετικά ελαστικά από τα ελαστικά που έφερε το όχημα της Κατηγορουμένης. Σύμφωνα, όμως, με τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 καθώς επίσης και με το Τεκμήριο 27 ο συντελεστής τριβής μπορεί να επηρεαστεί μεταξύ άλλων από την σύνθεση του ελαστικού, την πίεση αυτού και την ταχύτητα. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση η μεθοδολογία της αστυνομίας δεν ήταν ενδεδειγμένη γεγονός που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί στα πορίσματα των δοκιμαστικών τροχοπεδήσεων και να εξάξει ευρήματα στον απαιτούμενο βαθμό. Άλλωστε και να επιβεβαιώνονταν τα υποθετικά ίχνη τροχοπέδησης δεν θα είχε σημασία, αφού δεν έχουν αποδειχθεί αυτά καθαυτά ίχνη που να αποτελούν πραγματική μαρτυρία, ώστε η επιβεβαίωσή τους να είχε κάποια σημασία. Δηλαδή και ενδεδειγμένη να ήταν μεθοδολογία της αστυνομίας, επειδή οι σχετικές δοκιμές έγιναν για να επιβεβαιώσουν ένα σενάριο που δεν υποστηρίζεται επαρκώς από την ενώπιόν μου μαρτυρία, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευρήματα στον απαιτούμενο βαθμό. Προκύπτει, συνεπώς, πως το θεμέλιο του επί του οποίου βασίστηκε η εκδοχή της αστυνομίας ως προς την πορεία της Κατηγορουμένης δεν έχει αποδειχθεί. Αποτέλεσμα είναι να μην μπορεί να αποδειχθεί η πορεία του οχήματος της Κατηγορουμένης πριν το ατύχημα. Υπενθυμίζεται ότι η Κατηγορουμένη δεν όφειλε να αποδείξει οτιδήποτε, αφού, όπως σταθερά υποδεικνύει η νομολογία, η αθωότητα του κατηγορουμένου δεν αποτελεί αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Ηρακλέους ν. Δήμου Λεμεσού,
(1993)2 Α.Α.Δ. 410. Έτσι, η αποτυχία απόδειξης της πορείας του οχήματος της Κατηγορουμένης συμπαρασύρει τη συνολική εκδοχή της Κατηγορούσας αρχής, αφήνει αυτή αστήρικτη και δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Αντίθετο συμπέρασμα θα ήταν προϊόν εικασιών γεγονός ανεπίτρεπτο. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Γενικός Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18. Παρά το ότι το πιο πάνω επαρκεί για την αθώωση της Κατηγορουμένης, στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία της Υπεράσπισης, η οποία έχει γίνει δεκτή, ότι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής αποδεικνύεται και λογικά αδύνατη. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την ενώπιον μου αξιόπιστη επιστημονική μαρτυρία των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 ήταν αδύνατον το δύο οχήματα να συγκρούονταν σύμφωνα με την εκδοχή της αστυνομίας. Έτσι, η απουσία σαφούς θετικής μαρτυρίας ως προς την πορεία που ακολουθούσε το όχημα της Κατηγορουμένης πριν την σύγκρουση σε συνδυασμό με την αξιόπιστη επιστημονική μαρτυρία περί του λογικά αδύνατου της εκδοχής της αστυνομίας, δημιουργεί τουλάχιστον υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς την ευθύνη της Κατηγορουμένης. Συνακόλουθα, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας Η πιο πάνω κατάληξή μου οδηγεί σε απόρριψη και την δεύτερη κατηγορία, αφού το επίδικο ατύχημά επεσυνέβη εντός της λωρίδας της Κατηγορουμένης και δεν υφίσταται μαρτυρία ως προς την πορεία που ακολουθούσε το όχημα της Κατηγορουμένης πριν το ατύχημα. Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας Ως προς το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας σημειώνω ότι η Κατηγορούμενη κατηγορείται στη βάση του άρθρου 50
(12)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Η κατάστασις παντός μηχανοκινήτου οχήματος ως και απάντων των εξαρτημάτων αυτού δέον όπως είναι τοιαύτη ώστε να μη προκαλή ή να ενδέχεται να προκαλέση κίνδυνον εις οιονδήποτε εν τω οχήματι ή επ' αυτού ευρισκόμενον πρόσωπον ή εις πρόσωπον εντός ή επί ετέρου οχήματος ή επί της οδού.» Στην υπό κρίση υπόθεση η Κατηγορούσα αρχή προσδιόρισε ότι το επίδικο όχημα οδηγείτο με φθαρμένα ελαστικά. Το άρθρο 50
(5), των εν λόγω κανονισμών, επιβάλλει όπως τα ελαστικά που είναι προσαρμοσμένα πάνω σε οποιοδήποτε όχημα των Κατηγοριών Μ1, Ν1, Ο1, και Ο2 να έχουν, καθ' όλη τη διάρκεια της χρήσης του οχήματος πάνω σε οποιαδήποτε οδό, πρωτεύουσες αυλακώσεις στο πέλμα τους βάθους τουλάχιστον 1,6 χιλιοστομέτρων. Είναι προφανές ότι οι κανονισμοί καθορίζουν το ελάχιστο όριο των αυλακώσεων που πρέπει να παρουσιάζουν τα ελαστικά ώστε να θεωρούνται ασφαλή. Στην υπό κρίση υπόθεση η μοναδική σχετική μαρτυρία είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 XXXXX Θεοκλέους, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι φαινόταν δια γυμνού οφθαλμού ότι τα ελαστικά ήταν φθαρμένα. Όμως η πιο πάνω δήλωση είναι γενική και δεν επαρκεί για να οδηγήσει σε εύρημα ότι τα επίδικα ελαστικά δεν είχαν πρωτεύουσες αυλακώσεις 1.6 χιλιοστομέτρων. Επιπρόσθετα, το ότι φαίνονταν εμφανώς φθαρμένα, κατά την κρίση του Μ.Κ4, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ότι αυτά ήταν επικίνδυνα. Επομένως, η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην τρίτη κατηγορία. Το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας. Το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 15
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, ως έχει τροποποιηθεί. Η εν λόγω διάταξη επιβάλει σε έκαστο οδηγό να χρησιμοποιεί τα συστήματα ασφάλειας που βρίσκονται στο όχημά του. Στην υπό κρίση υπόθεση το όχημα του Κατηγορουμένου είχε ζώνες ασφαλείας. Μέσα από τα μαρτυρία του Μ.Κ.4 προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη δεν ήταν προσδεμένη με ζώνη ασφαλείας. Επομένως, κρίνεται ένοχη στην τέταρτη κατηγορία. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η Κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην τέταρτη κατηγόρια και αθωώνεται και απαλλάσσεται στις υπόλοιπες κατηγορίες. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /MX cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο