← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 14530/19, 12/4/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 14530/19, 12/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14530/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12.4.2021 Για κατηγορούσα αρχή: κος Τσαγγαρίδης Για τον Κατηγορούμενη: κος Μιχαηλίδης Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως Υπόθεση) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο στις οποίες δηλώθηκε μη παραδοχή με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι κατηγορίες στις οποίες ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε παραδοχή είναι: Πρώτη κατηγορία ότι ενώ ήταν ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX96, επέτρεψε στον XXXXX XXXXX XXXXX Mohamed Ali, να χρησιμοποιεί όχημα, χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης για χρήση του οχήματος από τον οδηγό του, έναντι τρίτου προσώπου κατά παράβαση του άρθρου 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμου 96(Ι)/2000. Δεύτερη κατηγορία ότι ενώ ήταν ιδιοκτήτης του ως άνω οχήματος, επέτρεψε στο ως άνω πρόσωπο να οδηγά το εν λόγω όχημα χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8

(3)και 49
(1)(γ) του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου 94(Ι)/
  1. Μαρτυρία Για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες κατηγορίας, τον αστυφύλακα XXXXX κ. XXXXX Ραφίδια (ΜΚ1), τον κ. XXXXX XXXXX XXXXX Elsaid Galou (ΜΚ2) και τον αστυφύλακα XXXXX κ. XXXXX Θεοδούλου (ΜΚ3). Σε σχέση με τον ΜΚ1, γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της ως Τεκμήριο
  2. Σύμφωνα με την κατάθεση, την 1/6/2019 και ώρα 22:25 συνέβη τροχαίο δυστύχημα στη συμβολή Λεωφόρου Γρίβα Διγενή με οδό Γλάυκου Κληρίδη, στην οδό Αρεδιού, με ένα εκ των εμπλεκομένων οχημάτων το μηχανοκίνητο όχημα XXXXX96 (στο εξής το Όχημα) το οποίο οδηγούσε ο XXXXX XXXXX El Madaway Abu Ghanam (στο εξής ο Οδηγός) με συνοδηγό τον ΜΚ
  3. Ο Οδηγός και ο ΜΚ2 εγκατέλειψαν πεζοί την σκηνή. Κατά τη διερεύνηση διεφάνη ότι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Οχήματος ήταν ο XXXXX Γρηγορίου από οδό XXXXX 1, XXXXX. Ο ΜΚ1 κάλεσε τον εν λόγω πρόσωπο στη σκηνή και ο τελευταίος του απάντησε ότι δεν γνώριζε ποιος ήταν οδηγός του Οχήματος καθώς το Όχημα το είχε κλειδωμένο σε περιφραγμένο χώρο στην Ορούντα, ο οποίος χώρος επίσης ήταν κλειδωμένος. Ο ΜΚ2 ανάφερε ότι εκείνο το Σάββατο γύρω στις 9 το βράδι είχε πάει ο Οδηγός στο σπίτι όπου διέμεναν (ήταν συγκάτοικοι) με ένα μαύρο διπλοκάμπινο μάρκας Mitsubishi και του ανάφερε ότι το αφεντικό του (το οποίο αναγνώρισε στο Δικαστήριο υποδεικνύοντας τον Κατηγορούμενο) τον είχε στείλει να παραλάβει σπόρους. Ο ΜΚ2 πήγε μαζί με τον Οδηγό στην Ψιμολόφου και όντως παρέλαβαν σπόρους, κατά την επιστροφή τους όμως εμπλάκηκαν σε τροχαίο δυστύχημα. Λόγω του ότι, όπως ανέφερε, φοβήθηκαν, είχαν εγκαταλείψει τη σκηνή πεζοί. Ο ΜΚ2 ανάφερε επίσης ότι ο Οδηγός εργαζόταν για τον Κατηγορούμενο κατά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, και πως έβλεπε τον Οδηγό να οδηγεί το Όχημα καθημερινά, πάντα - εξ' όσων γνωρίζει - με την άδεια του Κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι ο λόγος που εγκατέλειψαν την σκηνή ήταν γιατί φοβήθηκαν λόγω του ότι (ο Οδηγός) «δεν είχε με ασφάλεια με τίποτα». Ο ΜΚ3 κατάθεσε ως Τεκμήριο 4 γραπτή του κατάθεση σύμφωνα με την οποία στις 3/6/2019 έλαβε θεληματική κατάθεση από τον XXXXX XXXXX Mohamed Ali (Οδηγό). Δεν κατάθεσε όμως αυτή την κατάθεση. Ο ΜΚ3 δεν ανάφερε οτιδήποτε άλλο χρήσιμο για τα υπό εξέταση θέματα. Πριν από την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας αρχής καταχωρήθηκαν εκ συμφώνου τα τεκμήρια 5, 6 και 7, τα οποία είναι γραπτές καταθέσεις που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην αστυνομία στις 2/6/2019, 4/6/2019 και 4/6/
  4. Τα τεκμήρια αυτά δεν κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά ως οι καταθέσεις που όντως είχε δώσει ο Κατηγορούμενος κατά τις εν λόγω ημερομηνίες. Σε αυτές τις καταθέσεις ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι είναι ο ιδιοκτήτης του Οχήματος καθώς επίσης και ότι το Όχημα είχε οδηγηθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο από πρόσωπο άγνωστο σε αυτόν. Ανέφερε επίσης ότι το Όχημα είχε κλαπεί από τον Οδηγό εκείνη την ημέρα και πως τον Οδηγό δεν τον γνωρίζει. Εισήγηση για εκ πρώτης όψεως Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει να αθωωθεί με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Η αγόρευση του στηρίχθηκε κυρίως σε δύο άξονες. Ο πρώτος ήταν ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ότι ο Οδηγός του Οχήματος οδηγούσε χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης και χωρίς να καλύπτεται από ασφάλεια ευθύνης έναντι τρίτου. Ο δεύτερος, ήταν ότι ο ΜΚ2 υπέπεσε σε ουσιώδης αντιφάσεις και η μαρτυρία του είναι τόσο αντινομική, που δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αντίθετη ήταν η άποψη της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, ο συνήγορος της οποίας εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και η Κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Νομικές αρχές αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως Στο σύγγραμμα «Η Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, έντιμου κύριου Γ.Μ. Πική, στις σελίδες 197 - 198 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ορολογία του Άρθρου 74
(1)(β) συνάδει με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) που αποδόθηκε στον όρο διαχρονικά από την αγγλική νομολογία. Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, ορωμένη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου
  1. Η θεώρηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο είναι προκαταρκτική, καθώς το δικαστήριο πρέπει να αφήσει ανοικτούς τους ορίζοντες της ετυμηγορίας του μέχρι το πέρας της δίκης ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου
  2. Το 1962 ο κλάδος του αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) εξέδωσε την ακόλουθη καθοδηγητική οδηγία πρακτικής (practice note) ως προς το τι συνεπάγεται ο όρος «prima facie» (εκ πρώτης όψεως) προς καθοδήγηση των κατώτερων ποινικών δικαστηρίων της χώρας. Οι οδηγίες αυτές, παρόλο που δεν είναι δεσμευτικές για την κυπριακή Δικαιοσύνη, συνιστούν βοήθημα το οποίο υπήρξε καθοδηγητικό για την ανάπτυξη της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος. Η προκριθείσα καθοδηγητική οδηγία έχει (σε ελεύθερη μετάφραση) ως εξής : «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση : (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφαλείας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.» Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε εκείνο το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου
  3. Wiseman and Another v. Borman and Others
(1967)3 AllER 1047 (βλ. Ιδιαίτερα την απόφαση του Λόρδου Denning (M.R.). 674. Cozens v. Brutus
(1972)2 AllER 1. Επίσης βλ. Vye v. Vye
(1969)2 AllER
  1. Practice Note (QBD) ‐ Lord Parker, Chief Justice
(1962)1 AllER 448.» Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 το Ανώτατο Δικαστήριο το Εφετείο συνόψισε και επανέλαβε την νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας, προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ως ακολούθως: «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας εκτός ως ανωτέρω περιγράφεται. Έργο του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο, είναι να αποφανθεί κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή έχει προσφέρει τέτοια μαρτυρία, η οποία εάν και εφόσον αξιολογηθεί και κριθεί αποδεκτή, και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, θα είναι ικανή να στηρίξει καταδίκη του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που κατηγορείται. Νομικές αρχές σε σχέση με τα αδικήματα Θα ξεκινήσω με την πρώτη κατηγορία. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β) του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (96(I)/2000): «3
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να: - (β) προκαλεί ή επιτρέπει σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να χρησιμοποιεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό, εκτός αν βρίσκεται σε ισχύ, σχετικά με τη χρήση του από το άλλο αυτό πρόσωπο, τέτοιο ασφαλιστήριο που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.» Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία σύμφωνα με το άρθρο 8
(3)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94(I)/2001) (ως ίσχυε κατά την ημερομηνία που αναγράφεται στο κατηγορητήριο ως η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος): «8
(3)Κανένας δεν επιτρέπει ή ανέχεται οποιοδήποτε πρόσωπο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, εκτός αν το πρόσωπο τούτο κατέχει ισχύουσα άδεια οδήγησης.» 49
(1)Πρόσωπο το οποίο- (γ) επιτρέπει ή ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή να έχει τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς το πρόσωπο που οδηγεί ή έχει τον έλεγχο του οχήματος να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης ή άδειας οδήγησης μαθητευομένου, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες, ή και στις δυο ποινές, της φυλάκισης και της χρηματικής». Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, θα πρέπει να αποδειχτεί δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος, προκάλεσε ή επέτρεψε στον Οδηγό να χρησιμοποιήσει το Όχημα σε οδό, χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο που να καλύπτει ευθύνη του Οδηγού έναντι τρίτου. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, θα πρέπει να αποδειχτεί ότι ο Κατηγορούμενος, επέτρεψε ή ανέχτηκε τον Οδηγό να οδηγήσει το Όχημα ή να έχει τον έλεγχο του Οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο, χωρίς να είναι κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης. Έχει νομολογηθεί ότι ο έχων τον έλεγχο του αυτοκινήτου έχει ιδιάζουσα γνώση περί των γεγονότων που σχετίζονται με την ύπαρξη άδειας οδικής χρήσης και άδειας κυκλοφορίας και αντίστοιχο καθήκον να αποδείξει την ύπαρξή της. (βλ. Ζυπιτής v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220). Αντίστοιχα, στην αγγλική νομολογία έχει αναγνωριστεί ότι από την στιγμή που θα αποδειχτεί η οδήγηση του οχήματος, το βάρος απόδειξης ύπαρξης ισχύουσας άδειας οδήγησης και πιστοποιητικού ασφάλειας κάλυψης ευθύνης έναντι τρίτου που να καλύπτει τον οδηγό βαρύνει τον Κατηγορούμενο (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 27th edition, παράγραφος 10.69, σελίδα 1/750 «The onus of proving possession of a policy is on the defendant once it is shown that he has used the motor vehicle on the road (Philcox v Carberry [1960] Crim. L.R. 563, following John v. Humphreys [1955]1 All E.R. 793)», σε ελεύθερη μετάφραση: «Η υποχρέωση για απόδειξη κατοχής ασφαλιστηρίου είναι στον Κατηγορούμενο εφόσον έχει καταδειχτεί ότι είχε χρησιμοποιήσει το μηχανοκίνητο όχημα στο δρόμο». Στο ίδιο σύγγραμμα, παράγραφος 11.21, σελίδα 1/770, «it is for the defendant to show that he held a driving licence and was insured once the prosecution established that he had been driving a motor vehicle on the road.» με αναφορά στην DPP v Hay [2005] ECHC 1395; [2006] R.T.R. 3 (p.32) Σε μετάφραση «ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι κατέχει άδεια οδήγησης και ότι καλυπτόταν από ασφάλεια αφού αποδειχτεί από την κατηγορούσα αρχή ότι οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα στο δρόμο»). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 27th edition, παράγραφος 3.77, σελίδα 1/237, αναφέρεται ότι «The owner of a motor vehicle is presumed to be the user, in the absence of contrary evidence (Watson v Paterson, noted at 121 J.P. Jo. 336). In Barnard v Sully
(1931)47 T.L.R. 557, it was held that proof of a defendant being owner of a car is prima facie evidence that it was being driven at the material time by him or his servant or agent.» και σε ελεύθερη μετάφραση «Ο ιδιοκτήτης ενός μηχανοκίνητου οχήματος, στην απουσία αντίθετης μαρτυρίας. τεκμαίρεται ότι είναι ο χρήστης (Watson v Paterson, noted at 121 J.P. Jo. 336). Στην Barnard v Sully
(1931)47 T.L.R. 55, αποφασίστηκε ότι απόδειξη ότι ο Εναγόμενος είναι ο ιδιοκτήτης του οχήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι το οδηγούσε αυτός ή υπηρέτης του ή αντιπρόσωπος του.» Η υπόθεση Barnard v Sally (ανωτέρω) υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Stylianou v. Petrou
(1984)1 CLR 362 όπου αναφέρθηκε ότι «If a plaintiff proves that a vehicle was negligently driven and that the defendant was its owner, and the Court is left without further information, it is legitimate to draw the inference that the negligent driver was either the owner himself, or some servant or agent of his—(Barnard v. Sully, 47 Times L.R. 557)» και σε ελεύθερη μετάφραση, «Αν ο Ενάγοντας αποδείξει ότι ένα όχημα οδηγήθηκε αμελώς και ότι ο Ενάγοντας είναι ο οδηγός του, και το Δικαστήριο δεν έχει άλλες πληροφορίες, είναι νόμιμο να εξαγάγει συμπέρασμα ότι ο αμελής οδηγός ήταν είτε ο ιδιοκτήτης προσωπικά, είτε κάποιος υπηρέτης ή αντιπρόσωπος του».» Σύμφωνα με το ανωτέρω σύγγραμμα, παράγραφος 1.163, σελίδα 1/65, τα αδίκηματα που δημιουργούνται με τα άρθρα 3
(1)(α) του του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 (96(I)/2000) και 8
(1)του περί Άδειας Οδήγησης Νόμου του 2001 (94(I)/2001) είναι αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης ενώ αυτά που δημιουργούνται από τα άρθρα 3
(1)(γ) και 8
(3)αντίστοιχα αδικήματα όπου πρέπει να αποδειχτεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος (mens rea). Σημειώνεται ότι η γνώση, όπως και η ένοχη διάνοια συνεργού, μπορεί να αποδειχτεί στις κατάλληλες περιπτώσεις, με περιστατική μαρτυρία (βλ. Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 75) Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι όπου η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την οδήγηση, το βάρος απόδειξης ότι ο οδηγός κατείχε την αναγκαία άδεια οδήγησης και ασφαλιστήριο μεταφέρεται στον οδηγό. Το ερώτημα είναι κατά πόσον το βάρος αυτό μεταφέρεται και στον ιδιοκτήτη του οχήματος στην περίπτωση που δεν είναι αυτός ο οδηγός. Κατά την άποψη μου, στην περίπτωση αυτή, το κατά πόσον ο οδηγός κατείχε ισχύουσα άδεια οδήγησης και καλυπτόταν από ασφαλιστήριο έναντι τρίτου θα πρέπει να αποδειχτεί από την Κατηγορούσα αρχή και όχι από τον Κατηγορούμενο. Αυτό προκύπτει από το σκεπτικό της Ζυπιτής ανωτέρω, όπου το βάρος απόδειξης μεταφέρεται ένεκα της ιδιάζουσας γνώσης περί των γεγονότων. Ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν μπορεί να έχει ιδιάζουσα γνώση περί των γεγονότων που σχετίζονται με το κατά πόσον ο οδηγός είχε άδεια οδήγησης και κατά πόσον καλυπτόταν με ασφαλιστήριο έγγραφο. Σημειώνεται παρενθετικά, ότι ακόμα και να μην είχε εκδώσει ο ιδιοκτήτης του οχήματος κάποιο ασφαλιστήριο σε σχέση με το όχημα, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η πιθανότητα ο οδηγός να καλυπτόταν από άλλο ασφαλιστήριο αναφορικά με την ευθύνη του έναντι τρίτου. Συνεπώς, παρόλο που ο ιδιοκτήτης μπορεί να γνωρίζει αν ο ίδιος έχει εκδώσει ασφαλιστήριο έγγραφο κάλυψης ευθύνης έναντι τρίτου, δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσον ο οδηγός το είχε πράξει ή όχι. Εφαρμογή νομικών αρχών Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και αφού διεξήλθα της μαρτυρίας κατά τρόπο αντικειμενικό, καταλήγω ότι στα ακόλουθα συμπεράσματα. Δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο ιδιοκτήτης του Οχήματος και ότι είχε τον έλεγχο και την ευθύνη του. Έχει προσφερθεί μαρτυρία, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, ότι ο Οδηγός είχε οδηγήσει το Όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο σε οδό (ως προνοείται στην πρώτη κατηγορία) ή δρόμο (ως προνοείται στη δεύτερη κατηγορία). Έχει επίσης προσφερθεί μαρτυρία από τον ΜΚ2, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο εργοδότης του Οδηγού και ότι του είχε δώσει οδηγίες να οδηγήσει το Όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο για να φέρει σπόρους. Ανάφερε επίσης ότι ο Οδηγός δούλευε για τον Κατηγορούμενο κατά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο και πως είδε πολλές φορές τον Οδηγό να οδηγεί το Όχημα, πάντοτε - όπως γνωρίζει - με την άδεια του Κατηγορουμένου. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία, και αν υπάρχει αν είναι τέτοια που να είναι ικανοποιητική για να αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως, ότι κατά την οδήγηση του Οχήματος από τον Οδηγό αυτός: (α) δεν καλυπτόταν από ασφάλεια ευθύνης έναντι τρίτου, και (β) δεν ήταν κάτοχος ισχύουσας άδειας οδήγησης. Όσον αφορά το (α) ανωτέρω, η μοναδική μαρτυρία που προσφέρθηκε ήταν η αναφορά του ΜΚ2 κατά την αντεξέταση ότι ο λόγος που εγκατέλειψαν πεζοί την σκηνή του δυστυχήματος ήταν γιατί (ο Οδηγός) «δεν είχε με ασφάλεια με τίποτα». Ο ΜΚ2 δεν αποκάλυψε την πηγή της γνώσης του για το γεγονός αυτό. Με βάση την ελλιπή μαρτυρία που έδωσε επί του συγκεκριμένου θέματος, είναι πιθανόν να το ανάφερε επειδή έτσι υποθέτει ο ίδιος ή μπορεί και να του το ανάφερε ο Οδηγός. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε υποθέσεις αναφορικά με ένα τόσο ουσιώδες για την υπόθεση ερώτημα. Η μαρτυρία του ΜΚ2 επί του συγκεκριμένου γεγονότος αντικειμενικά ιδώμενη εξ όψεως - και χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της - είναι τόσο αδύναμη, ελλιπής, γενική και αόριστη που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο στην απουσία άλλης μαρτυρίας. Όσον αφορά το (β) ανωτέρω, δεν προσφέρθηκε απολύτως καμία μαρτυρία σε σχέση με το κατά πόσον ο Οδηγός κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, η τυχόν κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην Κατηγορούσα Αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις οποιεσδήποτε ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Αν το Δικαστήριο καλούσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία, επί της ουσίας θα μετακυλούσε το βάρος επί του ώμου του να αποδείξει την αθωότητα του, πράγμα ανεπίτρεπτο σε μία ποινική διαδικασία. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, κρίνω ότι υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή, δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1 και 2. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] ........... Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.