ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΜΙΧΑΗΛ κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2253/2017, 28/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B76 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2253/2017
- XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ Παραπονούμενοι -εναντίον-
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛ
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους: κ. Γ. Ορφανίδης για Ορφανίδης, Χριστοφίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενους: κ. Σ. Σταυρινίδης Κατηγορούμενοι παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εκ πρώτης όψεως υπόθεση) (Δοθείσα Αυθημερόν) Α. Εισαγωγή Οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν, αμφότεροι, συνολικά τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ.154, και οι υπόλοιπες δύο αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.
- Συγκεκριμένα, στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών προβάλλονται, αντιστοίχως, τα ακόλουθα: (α) οι Κατηγορούμενοι, κατά ή περί την 01/09/2015, ενέγραψαν συνεταιρισμό με αριθμό Σ12438 με σκοπό να εξαπατήσουν το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας για να πετύχουν εγγραφή επιβάρυνσης δυνάμει απόφασης ημερομηνίας 22/05/2015 (εφεξής η «Απόφαση») που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αριθμό 2100/2008 μεταξύ Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ και
(1)XXXXX Κυριάκου και XXXXX Κυριάκου (εφεξής η «Αγωγή») επί της ακίνητης περιουσίας των Παραπονουμένων, ενώ γνώριζαν ότι ο συνεταιρισμός Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ δεν ήταν εξ αποφάσεως πιστωτής (1η κατηγορία), (β) οι Κατηγορούμενοι κατά ή περί την 21/04/2008 ενώ γνώριζαν ότι ο συνεταιρισμός Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ δεν ήταν εγγεγραμμένος ή/και νομίμως συσταθείς κατά την καταχώριση της Αγωγής, προχώρησαν στην εκδίκαση της με σκοπό να εξασφαλίσουν απόφαση και/ή ποσά τα οποία δεν θα δικαιούνταν αν αποκάλυπταν το γεγονός (2η κατηγορία), (γ) οι Κατηγορούμενοι κατά ή περί την 16/03/2016 ενώ γνώριζαν ότι ο συνεταιρισμός Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ δεν ήταν εγγεγραμμένος ή/και νομίμως συσταθείς κατά την καταχώριση και/ή έκδοση της Απόφασης και ψευδώς παρέστησαν και/ή παρουσίασαν και/ή δολίως παρέστησαν ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ο συνεταιρισμός με αριθμό εγγραφής Σ12438 με σκοπό να προσπορίσουν όφελος με την εγγραφή επιβάρυνσης επί της ακίνητης περιουσίας των Παραπονουμένων από νομικό πρόσωπο που ήταν ανύπαρκτο κατά την καταχώριση και/ή έκδοση απόφασης στην Αγωγή, γεγονός που γνώριζαν οι Κατηγορούμενοι (3η κατηγορία). Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε σχέση με αυτούς για ακρόαση. Β. Σύνοψη Προσαχθείσας Μαρτυρίας και Αγορεύσεις Για να αποδείξει την υπόθεσής της, η πλευρά των Παραπονουμένων κάλεσε 6 μάρτυρες, κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 19 Τεκμήρια. Δεν θα επιχειρήσω να αναφερθώ εκτενώς στο περιεχόμενο της μαρτυρίας των προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον κάτι τέτοιο κρίνω ότι είναι αχρείαστο και αντιπαραγωγικό. Θα αναφερθώ απλώς περιγραφικά και συνοπτικά στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, τονίζοντας ταυτόχρονα το αυτονόητο, ότι δηλαδή το σύνολο της μαρτυρίας, προφορικής και γραπτής, παρά την απουσία εκτενούς αναφοράς, το έχω διεξέλθει στον αναγκαίο και επιτρεπόμενο βαθμό, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937 και Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφεση 121/2014 ημ. 16/12/2016). Ως πρώτη μάρτυρας κατέθεσε η XXXXX Παπαφιλίππου (Μ.Κ.1), γραφέας στο Πολιτικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η μαρτυρία της οποίας επικεντρώθηκε στην κατάθεση των εγγράφων που είχε στην κατοχή της αναφορικά με τη δικογραφία που καταχωρήθηκε στην Αγωγή (Τεκμήρια 1 - 3), την Απόφαση που εκδόθηκε σε αυτήν (Τεκμήριο 4, το οποίο κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του) και τη διαδικασία που ακολούθησε στο πλαίσιο αυτής για την ακύρωση του ΜΕΜΟ με αριθμό εγγραφής 1/ΕΒ/1860/2016 (εφεξής το «ΜΕΜΟ») και την αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης (Τεκμήρια 5 - 7). Περαιτέρω, κατά τη μαρτυρία της ανέφερε ότι εναντίον της Απόφασης καταχωρήθηκε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο με αριθμό 203/15 (εφεξής η «Έφεση»). Ως δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Παραπονουμένων παρουσιάστηκε ο XXXXX Μαξούλης (Μ.Κ.2), ανώτερος επιστημονικός λειτουργός στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου (ΕΤΕΚ), ο οποίος ανέφερε ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει εγγεγραμμένη οντότητα στο μητρώο των μελών του ΕΤΕΚ με την ονομασία Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του κλάδου αρχιτεκτονικής από το 1994 και ο Κατηγορούμενος 2 είναι εγγεγραμμένος στον κλάδο Πολιτικής Μηχανικής από το
- Τρίτος μάρτυρας για τους Παραπονούμενους παρουσιάστηκε ο XXXXX Νεοφύτου (Μ.Κ.3), λειτουργός Φ.Π.Α. στο Τμήμα Φορολογίας και υπεύθυνος του τμήματος εγγραφών στην υπηρεσία Φ.Π.Α, ο οποίος ανέφερε ότι στα μητρώα της εν λόγω υπηρεσίας δεν υπάρχει εγγεγραμμένος συνεταιρισμός με το όνομα Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ αλλά υπάρχει στα μητρώα τους εγγραφή ενός άτυπου συνεταιρισμού με το όνομα XXXXX Μιχαλάκης και XXXXX Κυριάκος, σε σχέση με την οποία παρουσίασε σχετικά έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια 8 - 10, εξηγώντας παράλληλα τη διάκριση που γίνεται στα μητρώα της εν λόγω υπηρεσίας μεταξύ εγγεγραμμένου και άτυπου συνεταιρισμού αλλά και υπό ποιες περιστάσεις γίνεται ανάλογη εγγραφή. Παρουσιάζοντας το Τεκμήριο 11, ανέφερε επίσης ότι ο πιο πάνω άτυπος συνεταιρισμός εγγράφηκε στις 26/07/2005 και διαγράφηκε από τα μητρώα του Φ.Π.Α. στις 31/01/2018 λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης του σε εταιρεία, την MICHAEL BROS (PITSIAKKAS) LLC, η οποία εγγράφηκε στα μητρώα της υπηρεσίας Φ.Π.Α. την 01/02/
- Ως τέταρτη μάρτυρας παρουσιάστηκε η XXXXX Ιωάννου (Μ.Κ.4), λειτουργός στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Η Μ.Κ.4, ανέφερε ότι στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών υπάρχει εγγεγραμμένος συνεταιρισμός με την ονομασία Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ που φέρει αριθμό 12438, ο οποίος εγγράφηκε την 01/09/
- Προς τούτο, κατέθεσε τα Τεκμήρια 12 και
- Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τη σύσταση, τη διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου και των μετόχων και αξιωματούχων της εταιρείας MICHAEL BROS (PITSIAKKAS) LLC, αναφέροντας ότι αυτή συστάθηκε στις 29/04/
- Ανέφερε επίσης ότι ο Έφορος Εταιρειών δεν έχει εξουσία ούτε μπορεί να ελέγξει πότε ιδρύθηκε και πότε άρχισε τις εργασίες του ένας συνεταιρισμός αλλά πότε αυτός εγγράφεται και καταχωρείται στο μητρώο του. Ως πέμπτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο Παραπονούμενος, XXXXX Κυριάκου (Μ.Κ.5), ο οποίος υιοθέτησε, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και ο οποίος κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε τα Τεκμήρια 15 -
- Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τα όσα σχετικά προηγήθηκαν και ακολούθησαν της καταχώρισης της Αγωγής και της Απόφασης που εκδόθηκε σε αυτήν. Ανέφερε ότι κατά την ετοιμασία της Έφεσης διαπιστώθηκε, έπειτα από έρευνα στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ότι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο της Αγωγής αλλά και κατά το χρόνο έκδοσης της Απόφασης οι Ενάγοντες, Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ, δεν ήταν εγγεγραμμένος συνεταιρισμός και ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο. Προς τούτο, παρέπεμψε στην μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4, αφού προηγουμένως κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας που ζήτησε στις 11/04/2016 από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, αναφέροντας ότι μόλις το παρέλαβε αντιλήφθηκε ότι στις 16/03/2016 εγγράφηκε η Απόφαση επί της περιουσίας του, η οποία έλαβε τον αριθμό του πιο πάνω ΜΕΜΟ, με τα ακόλουθα στοιχεία αιτητή: 12438/3/23 Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ. Υποστήριξε ότι ο συνεταιρισμός Σ12438 ενέγραψε στο όνομα του την Απόφαση επί της ακίνητης περιουσίας του παρόλο που δεν ήταν διάδικος στην Αγωγή, εφόσον εγγράφηκε ως συνεταιρισμός την 01/09/2015 ενώ η Απόφαση εκδόθηκε στις 22/05/
- Απέδωσε στους κατηγορούμενους ότι με τις πράξεις τους προσπαθούν να αποκομίσουν οικονομικό όφελος σε βάρος τους δηλώνοντας ότι υπάρχει συνεταιρισμός από το 1996 ενώ η πραγματικότητα είναι ότι εγγράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2015 ένας συνεταιρισμός με αυτό το όνομα και με τους ίδιους ως συνεταίρους, προσδιορίζοντας το παράπονο τους στο ότι οι Κατηγορούμενοι, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσαν να εγείρουν αγωγή εναντίον τους και συνακόλουθα να την εκτελέσουν, προώθησαν την Αγωγή και αφού πέτυχαν την έκδοση Απόφασης, ενέγραψαν συνεταιρισμό και παραπλάνησαν το Κτηματολόγιο για να εγγράψουν επιβάρυνση επί της περιουσίας του, η οποία αυτή τη στιγμή είναι δεσμευμένη και δεν μπορεί να την αξιοποιήσει. Αντεξεταζόμενος, όταν ερωτήθηκε αν οι Κατηγορούμενοι του παρουσιάστηκαν πριν την Αγωγή ότι είναι εγγεγραμμένος συνεταιρισμός με το όνομα Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ απάντησε ότι δεν τέθηκε τέτοιο θέμα και ότι ο ίδιος γνώριζε τον κύριο Μιχάλη και είχε κατ' ιδίαν συναντήσεις και επαφές με αυτόν. Ως έκτη και τελευταία μάρτυρας για την πλευρά των Παραπονουμένων παρουσιάστηκε η XXXXX Αποστολίδου Χ''Χριστοφή (Μ.Κ.6), προϊστάμενη του κλάδου Αυτοεργοδοτουμένων και ενστάσεων στο Τμήμα Φορολογίας. Κατά τη μαρτυρία της κατέθεσε το Τεκμήριο 19, αναφέροντας ότι, σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε, διαπίστωσε ότι ουδέποτε εγγράφηκε στο Τμήμα Φορολογίας συνεταιρισμός με την ονομασία Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ ή με τον αριθμό Σ
- Μετά το πέρας της υπόθεσης για τους Παραπονούμενους, ο συνήγορος των Κατηγορουμένων, στη βάση των προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους για την κατηγορία που αντιμετωπίζουν ώστε το Δικαστήριο να τους καλέσει σε απολογία. Στην αντίπερα όχθη, ο συνήγορος των Παραπονουμένων, επιχειρηματολογώντας, προέβαλε ότι, μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που τους προσάπτονται ώστε να δικαιολογείται η κλήση τους σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα όσα αναφέρθηκαν από αμφότερες τις πλευρές μέσω των αγορεύσεων τους για την υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν μελετηθεί με την επιβαλλόμενη προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν με λεπτομέρεια στην παρούσα απόφαση. Γ. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά γνωστές και συνοψίζονται στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, Denickom Enterprises Ltd v. Savva Nikiforou Trading Co Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2018:B227, Ποιν. Έφεση 299/2015 ημ. 14/5/2018, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Συνοπτικά, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, είναι δυνατή η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο μόνο εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) όταν, από την αντικειμενική θεώρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος∙ ή (β) όταν η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη, σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή, κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Το αποδεικτικό βάρος που φέρει στο στάδιο αυτό η κατηγορούσα αρχή δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Σε αυτό το στάδιο είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως η οποία, γενικά και αντικειμενικά θεωρούμενη, δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (σε αντίθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δικής). Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)Α.Α.Δ. 9). Ο δε κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B767, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015 αναφέρθηκε ότι: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα.» Ως προαναφέρθηκε, η 1η κατηγορία στρέφεται εναντίον των Κατηγορουμένων και αφορά τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 300 του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου:
- Η απόκτηση από κάποιο άλλο πρόσωπο οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν, και
- Η χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος για την απόκτηση του εν λόγω αντικειμένου, χρημάτων ή αγαθών. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διάπραξη του αδικήματος της απάτης προϋποθέτει την κτήση αντικειμένου που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά με χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος. Ως προς την νομική διάσταση της έννοιας «δόλιο τέχνασμα ή επινόημα» («fraudulent trick or device», όπως ο όρος αυτός συναντάται στο αυθεντικό αγγλικό κείμενο του άρθρου 300), χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει σε συγγράμματα και αποφάσεις του κοινοδικαίου, από όπου προήλθε το αδίκημα της απάτης, το οποίο αποτελεί το παλιό ομώνυμο αδίκημα που υπήρχε στο κοινοδίκαιο και το οποίο στην Κύπρο κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 300 Κεφ.
- Κατά το κοινοδίκαιο, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού (tangible) τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις, όσο ευφάνταστες ή εφευρετικές και να ήταν, δεν μπορούσαν από μόνες τους να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (βλ. Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed. Paras. 334 -339). Ακόμα και η χρήση ταχυδακτυλουργικών τεχνασμάτων που οδηγεί σε εξαπάτηση δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει, με βάση το κοινοδίκαιο, το αδίκημα της απάτης (Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed. σελ. 383, 384) αφού, όπως προκύπτει από την R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόιδο» κάποιον άλλον[2]. Αντιθέτως, κατά το κοινοδίκαιο, θα έπρεπε να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής επινόησης για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της απάτης.[3] Παράλληλα, η ετυμολογική έννοια της λέξης «τέχνασμα», όπως προκύπτει από το ελληνικό ερμηνευτικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του κ. Γ. Μπαμπινιώτη, Β΄ έκδοση, σελ. 1758, παραπέμπει στην επινόηση που κάποιος χρησιμοποιεί για να πετύχει κάτι και να πείσει τους συνομιλητές του προκειμένου να πετύχει κάτι πλαγίως. Ομοίως, παραπέμπει στη χρήση παραπλανητικού κόλπου και στην επίδειξη πανουργίας. Πρόσθετα, στη σελ. 653 του ίδιου βιβλίου η λέξη «επινόημα» σημαίνει ένα εφεύρημα ή μια επινόηση που κάποιος επινοεί. Αναφορικά με το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης, έχει νομολογιακά ερμηνευθεί πως ο όρος «δολίως» (fraudulently) σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως», δηλαδή χωρίς λάθος, και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, Ανδρονίκου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη νομολογία, η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να υποστεί βλάβη με οποιοδήποτε τρόπο από το δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης (βλ. Ioannou v. Police
(1985)2 CLR 14). Τέλος, σύμφωνα με τη νομολογία, η εξαπάτηση προκύπτει ως πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (βλ. Russel on Crime 1422). Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι κατηγορίες 2 και 3, αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297[4] και 298[5] του Κεφ.
- Από τη συνδυαστική εφαρμογή των εν λόγω άρθρων προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης και 3ης κατηγορίας είναι τα ακόλουθα:
- η ψευδής παράσταση, δηλαδή η παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής,
- η γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή,
- η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης και
- ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης ο κατηγορούμενος να αποκτήσει από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υποκινήσει άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 Κεφ. 154 προϋποθέτει, κατά πρώτον, την ύπαρξη «ψευδών παραστάσεων», όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 297 Κεφ. 154, με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τις ψευδείς παραστάσεις όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο[6]. Στην Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2017:B285, Ποιν. Έφεση 318/2015, ημ. 7/9/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861[7], παρατήρησε ότι: «μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής». Περαιτέρω, στην Κυπριανού (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αποσπάσματα από τον Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice 2015: «The representation must be untrue or misleading. There is no express requirement of materiality in this respect in which it is untrue or misleading, either objectively or subjectively to the defendant» (σελ. 2313). Και στη σελίδα 2314: «The definition of "false" incorporated the requirement that the person making the representation knows that the representation is, or might be untrue or misleading. It is the defendant's actual knowledge that matters, not what he ought to have known, or what a reasonable person would have known». Εκτός από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 Κεφ. 154 προϋποθέτει την, με πρόθεση καταδολίευσης, απόκτηση οποιουδήποτε πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης ή του σκοπού καταδολίευσης, επειδή αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Σύμφωνα δε με τα όσα αναφέρθηκαν στην R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, όπου η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (βλ. Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Όπως επίσης προκύπτει από την Ευθυμίου (ανωτέρω), το ψευδές της παράστασης και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις του και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του (βλ. επίσης την Ιωάννου Μαργαρίτα ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 417). Κατά συνέπεια, κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του κατηγορούμενου για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος που αυτός κάνει την εν λόγω παράσταση. Εν παση περιπτώσει, όπως αναφέρεται στον Archbold (παρ. 1979-1982), το πιο πάνω αδίκημα συνδέεται άρρηκτα με τη βλάβη που προκαλείται ή ενδέχεται να προκληθεί στο «υποκείμενο από τα ψέματα θύμα» (R v. Thornton [1964] 2 QB 176) και τούτο λόγω και της συναφούς ερμηνείας του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» (βλ. Georghiou v. Republic
(1984)2 Α.Α.Δ. 65, Ιωάννου ανωτέρω, Ευθυμίου ανωτέρω και Welham v. D.P.P. [1960]). Είναι δε αναγκαίο να προσκομιστεί μαρτυρία ότι η απόσπαση περιουσίας έγινε γιατί η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου ο οποίος, στηριζόμενος σε αυτήν, παρακινήθηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του (R. v. Sullivan 30 Cr. App. R. 132 και Mitskevich v. F & T Investments Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 182/2018 ημ. 20/03/2018). Δ. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Καθοδηγούμενος από τις νομικές αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και έχοντας παράλληλα υπόψη μου τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που προσάπτονται στους Κατηγορούμενους σε συσχετισμό με τη σχετική νομολογία και την προσαχθείσα μαρτυρία, πάντοτε αντικειμενικά θεωρούμενης, και χωρίς την με οποιοδήποτε τρόπο υποκειμενική και εις βάθος αξιολόγησή της ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων ή τη βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί, προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω αν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμενων υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων λεπτομερειών που δίδονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες, σύμφωνα με την νομολογία, αποκρυσταλλώνουν και καθορίζουν ρητά το πλαίσιο εντός του οποίου θα εξεταστεί η ποινική ευθύνη ενός κατηγορούμενου[8]. Αναφορικά με την 1η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της απάτης, κατά παράβαση του άρθρου 300 Κεφ. 154, κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος. Ό,τι αποδίδεται στους Κατηγορούμενους με την εν λόγω κατηγορία είναι η εγγραφή συνεταιρισμού με αριθμό Σ12438 με σκοπό την εξαπάτηση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας για την εγγραφή της Απόφασης ως επιβάρυνσης στην ακίνητη περιουσία των Παραπονουμένων, ενώ αυτοί γνώριζαν ότι ο συνεταιρισμός δεν ήταν εξ αποφάσεως πιστωτής. Όμως, ούτε η εγγραφή συνεταιρισμού αλλά ούτε και η εγγραφή της Απόφασης ως επιβάρυνσης σε ακίνητη περιουσία συνιστούν «αντικείμενο το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής» ή «χρήματα ή αγαθά» ώστε να στοιχειοθετείται το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Επίσης, όσον αφορά την απόδειξη χρήσης οποιωνδήποτε απτών (tangible) πανούργων τεχνασμάτων ή συσκευών, η οποία, όπως προκύπτει από τα όσα προαναφέρθηκαν, είναι αναγκαία για σκοπούς στοιχειοθέτησης του 2ου συστατικού στοιχείου του αδικήματος του άρθρου 300 Κεφ. 154, ουδέν σχετικό καταδείχθηκε μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία και, πέραν τούτου, ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από το Κτηματολόγιο ότι εξαπατήθηκε από τους Κατηγορούμενους, αντίθετα με ό,τι τους αποδίδεται μέσω της 1ης κατηγορίας. Εν πάση περιπτώσει, ούτε στις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας προβάλλεται ισχυρισμός ότι οι Κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν οποιοδήποτε δόλιο τέχνασμα ή επινόημα που είχε σαν αποτέλεσμα την απόκτηση αντικειμένου που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά. Η δε εκδοχή που προέβαλε ο Μ.Κ.5 σε σχέση με την ισχυριζόμενη παραπλάνηση του Κτηματολογίου από τους Κατηγορούμενους για την εγγραφή του ΜΕΜΟ, πέραν του ότι δεν βρίσκει έρεισμα στα όσα τελεσιδίκως αποφασίστηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 299/2017 (Τεκμήριο 18)[9], πόρρω απέχει από τα πιο πάνω ζητήματα που εξετάζονται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 300 Κεφ. 154, αφού περιορίζεται σε γενικόλογους ισχυρισμούς, εικασίες και δικά του συμπεράσματα, τα οποία προέρχονται από τα όσα ανέφερε ότι διαπίστωσε στο στάδιο ετοιμασίας της Έφεσης και τα οποία, προδήλως, δεν έχουν τη δυναμική να στοιχειοθετήσουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση για το εν λόγω αδίκημα που προσάπτεται στους Κατηγορούμενους. Αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 3, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 Κεφ. 154, οι λεπτομέρειες αυτών αποδίδουν στους Κατηγορούμενους τα ακόλουθα: (α) ότι κατά ή περί την 21/04/2008 ενώ γνώριζαν ότι ο συνεταιρισμός Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ δεν ήταν εγγεγραμμένος ή/και νομίμως συσταθείς κατά την καταχώριση της Αγωγής, προχώρησαν στην εκδίκαση της με σκοπό να εξασφαλίσουν απόφαση και/ή ποσά τα οποία δεν θα δικαιούνταν αν αποκάλυπταν το γεγονός (2η κατηγορία) και (β) ότι κατά ή περί την 16/03/2016 ενώ γνώριζαν ότι ο συνεταιρισμός Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ δεν ήταν εγγεγραμμένος ή/και νομίμως συσταθείς κατά την καταχώριση και/ή έκδοση της Απόφασης και ψευδώς παρέστησαν και/ή παρουσίασαν και/ή δολίως παρέστησαν ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ο συνεταιρισμός με αριθμό εγγραφής Σ12438 με σκοπό να προσπορίσουν όφελος με την εγγραφή επιβάρυνσης επί της ακίνητης περιουσίας των Παραπονουμένων από νομικό πρόσωπο που ήταν ανύπαρκτο κατά την καταχώριση και/ή έκδοση απόφασης στην Αγωγή, γεγονός που γνώριζαν οι Κατηγορούμενοι (3η κατηγορία). Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 Κεφ. 154 προϋποθέτει, εκτός από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων, την, με πρόθεση καταδολίευσης, απόκτηση οποιουδήποτε πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα. Εντούτοις από την προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως πάντοτε ιδωμένη, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιωνδήποτε «ψευδών παραστάσεων» από τους Κατηγορούμενους προς τους Παραπονούμενους όπως αυτές αποδίδονται στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 2 και 3, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται σε αυτές (21/04/2008 και 16/03/2016), οι οποίες αποτελούν και τον κρίσιμο χρόνο για να κριθεί τόσο η γνώση των Κατηγορουμένων για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης. Συγκεκριμένα: (
- i)Με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, ότι διαφαίνεται να έγινε στις 21/04/2008 είναι η καταχώριση της Αγωγής (Τεκμήριο 1) και ότι διαφαίνεται να έγινε στις 16/03/2016 είναι η καταχώριση του ΜΕΜΟ στο Κτηματολόγιο (βλ. παράγραφο 7 Εγγράφου Α και Τεκμήριο 15). Όμως, με βάση το Τεκμήριο 1, η Αγωγή καταχωρήθηκε εκ μέρους των Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ (και όχι εκ μέρους των Κατηγορουμένων) και οι αποδιδόμενες ψευδείς παραστάσεις στις 16/03/2016 έγιναν (κατ' ισχυρισμόν) προς το Κτηματολόγιο και όχι προς τους Παραπονουμένους. Κατά συνέπεια, ούτε εκείνο που αναφέρεται στην 1η παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης (Τεκμήριο 1)[10] αλλά ούτε και οι αποδιδόμενες παραστάσεις προς το Κτηματολόγιο μπορούν να θεωρηθούν ότι έγιναν από τους Κατηγορούμενους προς τους Παραπονούμενους ώστε οι τελευταίοι να νομιμοποιούνται στην δίωξη των πρώτων για το αδίκημα του άρθρου 298 Κεφ. 154. (
- ii)Το περιεχόμενο της 1ης παραγράφου του Τεκμηρίου 1 σε συσχετισμό με τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 σαφώς δεν παραπέμπει στις αποδιδόμενες ψευδείς παραστάσεις των λεπτομερειών της 2ης κατηγορίας ενώ οι αποδιδόμενες ψευδείς παραστάσεις των λεπτομερειών της 3ης κατηγορίας παρέμειναν κενές περιεχομένου εφόσον ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από το Κτηματολόγιο σε σχέση με αυτές. Εν πάση περιπτώσει, η υπόσταση των Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ και το δικαίωμα τους για εγγραφή του ΜΕΜΟ ανάγονται στη σφαίρα του υπαρκτού, πραγματικού, γεγονότος (όπως αυτό προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην Απόφαση αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης του Δικαστηρίου στην Γενική Αίτηση 299/2018 - Τεκμήριο 18)[11], παρά σε εκείνα που ορίζει το άρθρο 297 Κεφ. 154 («παράσταση γεγονότος [.] η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής»). Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται μέσα από την προσαχθείσα μαρτυρία το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 2ης και 3ης κατηγορίας (δηλαδή αυτό της ύπαρξης «ψευδών παραστάσεων»). Περαιτέρω, κρίνω ότι δεν στοιχειοθετείται ούτε το 4ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών εφόσον η εξασφάλιση της Απόφασης (η οποία ειρήσθω εν παρόδω εξασφαλίστηκε από τους Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ και όχι από τους Κατηγορούμενους) ή η εγγραφή του ΜΕΜΟ, προδήλως δεν συνιστούν απόκτηση πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων, οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος των Κατηγορουμένων και εναντίον των Παραπονουμένων, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων δεδομένης της κοινής υπεράσπισης και εφόσον αυτοί έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 300 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» [2] Βλ. και το σύγγραμμα του W. Hawkins "A Treatise of the Pleas of the Crown" 8th ed. 1824, Vol. 1 Criminal Offences σελ. 318 - 319 όπου το αδίκημα της απάτης χαρακτηρίστηκε ότι συνίσταται σε: «[.] deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty». Αναφέρεται επίσης στο ίδιο σύγγραμμα ότι: «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false presence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie». [3] Στην αγγλική νομολογία το αδίκημα της απάτης συναντάται σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές προς το κοινό οι οποίες σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες (Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Βλ. επίσης το σύγγραμμα Harris's Criminal Law,
(1968)21η έκδοση, σελ. 496 όπου αναφέρεται ότι: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretences in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance. Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract but it is to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article». [4] Το άρθρο 297 Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ορισμός ψευδών παραστάσεων Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» [5] Το άρθρο 298
(1)Κεφ.154 προνοεί ότι: «Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» [6] Βλ. σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παραγρ. 5.6 σελ. 328. [7] Στην Ευθυμίου (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Εδώ δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων, μη τήρησης των υποσχέσεων του Εφεσείοντα και των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το θέμα, συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης.» [8] Βλ. Rbeiz
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε)
- [9] Βλ. το Τεκμήριο 18 σύμφωνα με το οποίο το αίτημα για απόσυρση ή ακύρωση του ΜΕΜΟ και οι παρεμφερείς ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον Μ.Κ.5 στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας περί ανύπαρκτου συνεταιρισμού ή ότι ο συνεταιρισμός Α/ΦΟΙ Μ&Κ ΜΙΧΑΗΛ με αριθμό Σ12438 δεν δικαιούτο στην εγγραφή του ΜΕΜΟ επειδή δεν ήταν διάδικος στην Αγωγή και εξ αποφάσεως πιστωτής αποτέλεσαν αντικείμενο, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 299/
- [10] Στην 1η παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης (Τεκμήριο 1) αναφέρεται ότι: «Οι ενάγοντες αποτελούν συνεταιρισμό αρχιτεκτόνων - μηχανικών των Μιχάλη Μιχαήλ (αρχιτέκτονα) και Κυριάκου Μιχαήλ (πολιτικού μηχανικού) οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Ε.Τ.Ε.Κ. και έχουν προς τούτο την αναγκαία άδεια και εγγραφή του Ε.Τ.Ε.Κ. Οι ενάγοντες είναι εγγεγραμμένοι στο μητρώο ΦΠΑ και είναι υποχρεωμένοι να εισπράττουν ΦΠΑ για κάθε υπηρεσία και/ή εργασία παρέχουν σ' οποιονδήποτε.» [11] Όπως έχει κριθεί στην Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608 η αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων συνδέεται με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι: «Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεση της ....... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση.....» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο