← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χατζησάββα, Αρ. Υπόθεσης: 18326/19, 5/4/2021

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χατζησάββα, Αρ. Υπόθεσης: 18326/19, 5/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18326/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Χατζησάββα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 5.4.2021 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Λεάνδρου Κατηγορούμενος: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός Δίκης) Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει 6 κατηγορίες οι οποίες σύμφωνα με το κατηγορητήριο έλαβαν χώρα στις 31/7/2018 στην συμβολή των οδών Πρωτομαγιάς και Αναλύοντα στο Τσέρι της Επαρχίας Λευκωσίας. Οι Κατηγορίες αυτές αφορούν: 1η κατηγορία, οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου του 1972, Ν. 86/72. 2η κατηγορία, παράλειψη οδηγού να σταματήσει στο σημείο όπου ενεπλάκη σε δυστύχημα, κατά παράβαση του άρθρου 61

(1)(α) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84. 3η κατηγορία, παράλειψη οδηγού που ενεπλάκη σε δυστύχημα να λάβει προληπτικά μέτρα προς αποφυγή άλλου δυστυχήματος, κατά παράβαση του άρθρου 61
(1)(β) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84. 4η κατηγορία, παράλειψη οδηγού που ενεπλάκη σε δυστύχημα να ειδοποιήσει την αστυνομία, κατά παράβαση του άρθρου 61
(1)(γ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84. 5η κατηγορία, παράλειψη οδηγού που ενεπλάκη σε δυστύχημα να δώσει τα στοιχεία του, κατά παράβαση του άρθρου 61
(1)(δ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών 66/84. 6η κατηγορία, εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, κατά παράβαση του άρθρου 235Α(Ι)
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Κατά το στάδιο της μαρτυρίας της ΜΚ1 (Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Ανδρέου), η μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης, η οποία λήφθηκε στις 24/11/2018 στον σταθμό Λακατάμειας. Στην κατάθεση του τεκμηρίου αυτού, η Υπεράσπιση ήγειρε ένσταση, εξειδικεύοντας τους λόγους ένστασης ως ακολούθως: Υπήρξε παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων του 1964 κατά το στάδιο της ανακριτικής κατάθεσης. Συγκεκριμένα: · Του Δικαστικού Κανόνα IV (α), αφού η ΜΚ1 έπρεπε να ρωτήσει την Κατηγορούμενη αν επιθυμεί η ίδια να καταγράψει την κατάθεση της, και σε περίπτωση που η τελευταία αρνιόταν να την καταγράψει, αυτό να ήταν φανερό μέσα από την κατάθεση, κάτι που δεν εφαρμόστηκε. · Του Δικαστικού Κανόνα 4(ε), που προνοεί ότι η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να είχε διαβάσει την κατάθεσή της, και στο τέλος να υπάρχει δική της δήλωση ότι την διάβασε, είναι ορθή και αληθής και ότι δόθηκε με δική της βούληση, κάτι που δεν καταγράφεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε υπάρχει η υπογραφή της Κατηγορούμενης στο τέλος της κατάθεσης. · Με τη μαρτυρία που είχε η Αστυνομία, θα μπορούσε να κατηγορήσει την Κατηγορούμενη σύμφωνα με τον Δικαστικό Κανόνα III και όχι με τον Δικαστικό Κανόνα II. · Η Κατηγορούμενη τέθηκε σε μια μειονεκτική θέση, καθώς δεν της επεξηγήθηκαν σωστά τα δικαιώματά της. Αντίθετη ήταν η άποψη της Κατηγορούσας Αρχής με αποτέλεσμα να διαταχθεί από το Δικαστήριο η διενέργεια δίκης εντός δίκης, για να διευκρινιστούν οι συνθήκες λήψης της πιο πάνω ανακριτικής κατάθεσης. Πριν από την έναρξη της δίκης εντός δίκης οι διάδικοι εισηγήθηκαν ότι, καθώς θα υπήρχε ένσταση και στην κατάθεση κατοπινής ανακριτικής κατάθεσης που λήφθηκε από την Κατηγορούμενη με ημερομηνία 7/1/2019, θα ήταν επιθυμητό να διεξαχθεί συνενωμένη δίκη εντός δίκης για να αποφασιστεί η αποδεκτότητα και των δύο επίμαχων ανακριτικών καταθέσεων. Το Δικαστήριο συμφώνησε με την πιο πάνω εισήγηση έτσι η δίκη εντός δίκης διεξήχθη και για τα δύο επίμαχα έγγραφα. Μαρτυρία Ως μοναδική μάρτυρας κατηγορίας δίκης εντός δίκης για την Κατηγορούσα Αρχή, κατέθεσε η Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Ανδρέου (στο εξής για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η ΜΚΔΕΔ 1). Η πλευρά της Υπεράσπισης δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Η ΜΚΔΕΔ 1 κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Δίκης Εντός Δίκης 1 (ΤΔΕΔ 1) αντίγραφο γραπτής κατάθεσης της σύμφωνα με την οποία, στις 31/7/2018, κατά την διάρκεια περιπολίας της στην οδό Τεύκρου Ανθία στο Τσέρι, αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX76, να εξέρχεται από την οδό Πρωτομαγιάς με ευθεία πορεία προς την οδό Τεύκρου Ανθία, το οποίο ενώ διερχόταν της διασταύρωσης ανέκοψε την πορεία του ποδηλάτη XXXXX Ruqin Surang από τη Σρι Λάνκα. Από τη σύγκρουση τόσο το ποδήλατο όσο και ο ποδηλάτης ανατράπηκαν καταλήγοντας στην άσφαλτο, ενώ η οδηγός του αυτοκινήτου XXXXX76 εγκατέλειψε την σκηνή του δυστυχήματος. Η ΜΚΔΕΔ 1, ανάφερε ότι βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία πλησίον του σημείου όπου συνέβηκε το δυστύχημα και είδε καθαρά τις συνθήκες του δυστυχήματος, τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου XXXXX76, καθώς επίσης και το γεγονός ότι η οδηγός ήταν γυναίκα. Η ΜΚΔΕΔ 1 αμέσως προσέτρεξε σε βοήθεια προς τον ποδηλάτη, ακολούθως έκανε τις αναγκαίες μετρήσεις που χρειάζονταν και ετοίμασε στην παρουσία του ποδηλάτη πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Στη συνέχεια, μετά από σχετική έρευνα ανακάλυψε ότι ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου XXXXX76, ήταν ο σύζυγος της Κατηγορούμενης, ο οποίος μετά από σχετική επικοινωνία που είχε μαζί του, την ενημέρωσε ότι το αυτοκίνητο το οδηγεί η σύζυγος του. Ακολούθως, η ΜΚΔΕΔ1 κάλεσε την Κατηγορούμενη στον σταθμό, έλεγξαν στην παρουσία της το αυτοκίνητο XXXXX76 και η Κατηγορούμενη της επιβεβαίωσε ότι τη δεδομένη στιγμή οδηγούσε στην εν λόγω οδό. Όμως επειδή είχε ασύρματες ακουστικές συσκευές στα αυτιά της, δεν ήταν σε θέση να ακούει ήχους εκτός του αυτοκίνητου της. Δεν της έλαβε τη δεδομένη στιγμή κατάθεση, λόγω του ότι ήθελε προηγουμένως να δει τι έγινε με τον τραυματία, γι' αυτό την κάλεσε σε μεταγενέστερο χρόνο. Σε μεταγενέστερη ημερομηνία (σύμφωνα με το Τεκμήριο Δίκης εντός Δίκης 2 (ΤΔΕΔ 2) στις 24/11/2018, μεταξύ των ωρών 20:50 και 21:20), λήφθηκε η ανακριτική κατάθεση, ΤΔΕΔ 2, η οποία αποτελεί το πρώτο επίδικο έγγραφο για την αποδεκτότητα του οποίου έφερε ένσταση η Υπεράσπιση. Πριν την λήψη αυτής της ανακριτικής κατάθεσης, η Κατηγορούμενη της ανάφερε την φράση, «αφού ήδη ενημέρωσα την ασφάλεια μου και ανέλαβε». Έπειτα η ΜΚΔΕΔ 1 επέστησε την προσοχή της Κατηγορούμενης στο νόμο και η τελευταία της ανάφερε εκ νέου αυτά που της είχε αναφέρει και κατά την επικοινωνία τους την ημέρα του δυστυχήματος, προσθέτοντας μόνο ότι ήδη είχε ενημερώσει την ασφάλεια της και η ίδια είχε έρθει ήδη σε επικοινωνία με τον τραυματία. Στις 7/1/2019 μεταξύ των ωρών 10:30 με 11:00 κατηγόρησε γραπτώς την Κατηγορούμενη, η οποία απάντησε «παραδέχομαι» (Τεκμήριο Δίκης εντός Δίκης 3 (ΤΔΕΔ 3), το οποίο αποτελεί το δεύτερο επίδικο έγγραφο για την αποδεκτότητα του οποίου η Υπεράσπιση έφερε ένσταση. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην λήψη του ΤΔΕΔ 3, η ΜΚΔΕΔ 1 έδωσε δύο εξηγήσεις, η μία ήταν ότι η ΜΚΔΕΔ 1 ανάμενε κάποια περαιτέρω ιατρικά έντυπα από τον τραυματία, διότι όπως ανάφερε και στην κατάθεση του, έλαβε άδεια ασθενείας και έτυχε περαιτέρω νοσηλείας και εξετάσεων. Η δεύτερη εξήγηση ήταν ότι, μετά την ανακριτική κατάθεση (ΤΔΕΔ 2), τηλεφώνησε στην Κατηγορούμενη, δύο ή τρεις φορές αλλά η τελευταία ανάφερε ότι είχε κάποιο πρόβλημα με τα εγγόνια της που την εμπόδιζε να παραστεί στον σταθμό για να κατηγορηθεί. Κατάθεσε ως Τεκμήριο Δίκης εντός Δίκης 10 (ΤΔΕΔ 10) σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο σύμφωνα με τη ΜΚΔΕΔ 1 ανάμενε πριν να προχωρήσει να κατηγορήσει την Κατηγορούμενη. Δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί πότε της το είχε δώσει ο ποδηλάτης το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, φέρει ημερομηνία 10.8.2018). Παραδέχτηκε ότι μετά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης (ΤΔΕΔ 2), δεν είχε προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες πέραν από την ετοιμασία του φακέλου. Ανάφερε επίσης ότι, κατά την άποψη της, το κατά πόσον υπήρξε τραυματισμός ή όχι ήταν σημαντικό συστατικό στοιχείο της μιας εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη (για το αδίκημα της «εγκατάλειψης» όπως το περιέγραψε). Σε υπόδειξη της συνηγόρου υπεράσπισης ότι στο ΤΔΕΔ 1 η ΜΚΔΕΔ 1 αναφέρει ότι είχε λάβει την ανακριτική κατάθεση από την Κατηγορούμενη (ΤΔΕΔ 3) στις 7/1/2019 μεταξύ των ωρών 16:50-17:00, ενώ στο ΤΔΕΔ 3 αναγράφεται ότι η κατάθεση λήφθηκε μεταξύ των ωρών 10:30 με 11:00, η ΜΚΔΕΔ 1 ανάφερε ότι πρόκειται για λάθος στο ΤΔΕΔ 1 και ότι οι ορθές ώρες αναγράφονται στο ΤΔΕΔ
  2. Ισχυρίστηκε ότι είχε αναφέρει στην Κατηγορούμενη πριν την λήψη του ΤΔΕΔ 2, ότι είχε το δικαίωμα να γράψει μόνη της την κατάθεση της, πλην όμως δεν είχε καταγράψει την σχετική βεβαίωση στο πρακτικό που τηρήθηκε στο ΤΔΕΔ 2, αφού κατά την άποψη της δεν ήταν απαραίτητο. Ανάφερε επίσης ότι ούτε η πιστοποίηση στο τέλος της ανακριτικής κατάθεσης ήταν απαραίτητο να καταγραφεί ιδιοχείρως από την Κατηγορούμενη στα ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ
  3. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Προτού εισέλθω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε στη διαδικασία δίκης εντός δίκης, χρήσιμη είναι η παραπομπή στο σύγγραμμα, «Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Ηλιάδη & Σάντη, Β έκδοση στην σελίδα 901, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα. «Η δίκη εντός δίκης δεν αφορά στο ζήτημα της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, αλλά (συνήθως), στο θέμα της δυνατότητας αποδοχής της ομολογίας του ως μαρτυρίας, με προεξάρχων κριτήριο το κατά πόσο αυτή είναι ή όχι θεληματική (ή γενικότερα αποδεκτή ως μαρτυρία), περιοριζόμενης της διαδικασίας σε όσα είναι αναγκαία για μια τέτοια διαπίστωση ώστε να μην πλήττεται η υπεράσπιση του (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, Erven v R
(1979)1 SCR 926). Στην δίκη εντός δίκης το Δικαστήριο αποφεύγει να προβαίνει σε ευρήματα γεγονότων τα οποία τείνουν να προαποφασίζουν (ή να δημιουργούν την εντύπωση ότι προαποφασίζουν), την αξιοπιστία μαρτύρων και κατηγορουμένων (Petri v The Police
(1968)2 CLR 40).» Εισερχόμενος τώρα στη μαρτυρία που δόθηκε, παρατηρώ ότι με βάση και την αντεξέταση της μοναδικής μάρτυρος που έδωσε μαρτυρία, δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την λήψη των ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ 3. Η διάσταση μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης έγκειται στο κατά πόσον με βάση τα γεγονότα αυτά, τα ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ 3 μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μαρτυρία. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της ΜΚΔΕΔ 1 μπορεί να γίνει αποδεκτή, νοείται μόνο ως προς τα γεγονότα που είναι σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα. Όλα όσα δεν σχετίζονται με τα υπό εξέταση θέματα αγνοούνται. Οι προσωπικές απόψεις της ως προς το κατά πόσον υπήρξε παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων επίσης αγνοούνται, αφού άπτονται θεμάτων για τα οποία αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία. Αγορεύσεις Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι οι Δικαστικοί Κανόνες είναι καθοδηγητικοί και όχι επιτακτικοί. Απουσία πιστής συμμόρφωσης δεν καθιστά την κατάθεση ανεπίτρεπτη. Αυτό που εξετάζεται είναι η θεληματικότητα της κατάθεσης, ήτοι δηλαδή, ότι το πρόσωπο που έδωσε την κατάθεση ήθελε πράγματι να την δώσει και να πει αυτά που ανάφερε. Παράπεμψε στη σελίδα 840 του συγγράμματος «Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Ηλιάδη & Σάντη, Α έκδοση και πιο συγκεκριμένα στις υποθέσεις R v Williams
(2012)EWCA Crim 264, Michael v Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 ΑΑΔ 411, R v Osborne
(1973)1 All ER 649 και Azinas and Another v The Police
(1981)2 CLR
  1. Ανέφερε επίσης ότι, η μη πληροφόρηση της Κατηγορούμενης σε σχέση με το δικαίωμα που είχε να γράψει μόνη της την κατάθεση της, δεν είναι ουσιώδης, έτσι ώστε να καταστήσει την κατάθεση της ανεπίτρεπτη. Σύμφωνα με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, αυτό που ενδιαφέρει το Δικαστήριο είναι η θέληση της να πει αυτά που είπε στην κατάθεση της και ότι τα είπε οικειοθελώς. Καταληκτικά εισηγήθηκε ότι τόσο το ΤΔΕΔ 2 όσο και το ΤΔΕΔ 3, θα πρέπει να επιτραπεί να καταστούν τεκμήρια στην κυρίως δίκη. Η αγόρευση της συνηγόρου Υπεράσπισης κινήθηκε στις ακόλουθες γραμμές. Ότι το ΤΔΕΔ 2 (εκ παραδρομής η συνήγορος ανάφερε τεκμήριο 1 στην αγόρευση της), λήφθηκε λανθασμένα σύμφωνα με τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙ, ενώ θα έπρεπε να είχε ληφθεί σύμφωνα με τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙΙ, αφού η ΜΚΔΕΔ 1 είχε υπόψη της όλη τη μαρτυρία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Συγκεκριμένα, είχε προηγηθεί η προφορική ανάκριση της Κατηγορουμένης στις 31/7/2018, είχε λάβει την γραπτή κατάθεση του ποδηλάτη στις 9/9/2018 (η συνήγορος εκ παραδρομής είχε αναφέρει την ημερομηνία 31/7/2018) και η ίδια ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Το ιατρικό πιστοποιητικό (ΤΔΕΔ 10) φέρει ημερομηνία 10/8/2018 ενώ ο ποδηλάτης είχε δώσει γραπτή κατάθεση στις 9/9/
  2. Αντικειμενικά κρινόμενη η μαρτυρία που είχε μέχρι εκείνη την στιγμή η ΜΚΔΕΔ 1, έδειχνε λογικό ενδεχόμενο ότι θα κατηγορήσει την Κατηγορούμενη και όφειλε να προσάψει κατηγορία. Ότι υπήρξε παράβαση του Δικαστικού Κανόνα IV, ο οποίος είναι συμπληρωματικός των Δικαστικών Κανόνων II και III και καθορίζει λεπτομερώς τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Δικαστικό Κανόνα IV (α), πριν τη λήψη της κατάθεσης, θα πρέπει πάντα να ερωτάται το πρόσωπο που θα δώσει την κατάθεση, κατά πόσον επιθυμεί να την καταγράψει ο ίδιος και σε κάθε περίπτωση να υπάρχει σχετική καταγραφή ότι ερωτήθηκε στο πρακτικό της κατάθεσης. Ότι υπήρξε παραβίαση του Δικαστικού Κανόνα IV (ε), αφού δεν είχε ζητηθεί από την Κατηγορούμενη να γράψει η ίδια την ακόλουθη βεβαίωση «έχω διαβάσει την πιο πάνω κατάθεση και μου λέχθηκε ότι δικαιούμαι να διορθώσω, να αλλάξω ή να προσθέσω ό,τι θέλω. Η κατάθεση αυτή είναι αληθής. Την έδωσα με την ελεύθερη βούληση μου». Ότι σύμφωνα με τους Δικαστικούς Κανόνες πρέπει να αναγράφεται ο τόπος και ο χρόνος που λήφθηκαν οι καταθέσεις. Στο ΤΔΕΔ 1 αναφέρει ότι η κατάθεση (ΤΔΕΔ 3) λήφθηκε μεταξύ των ωρών 16:50 - 17:00 ενώ στο ΤΔΕΔ 3 μεταξύ των ωρών 10:30 - 11:
  3. Τέλος, ότι η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να κατηγορηθεί σε προηγούμενο στάδιο. Νομική Πτυχή Ομολογία ενοχής κατηγορουμένου στο έγκλημα για το οποίο διώκεται είναι αποδεκτή ως μαρτυρία ανεξάρτητα από το παραδεκτό η όχι εξ' ακοής μαρτυρίας (σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδοση, Γ. Πική, σ. 242 με παραπομπή στις αποφάσεις Καυκαρής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, Χαραλαμπίδη ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330). Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Ηλιάδη & Σάντη, Β έκδοση, σελίδα 887 - 889: «Για να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία, η ομολογία πρέπει να είναι θεληματική και νόμιμη. Αυτό απαιτεί η συνταγματική και δικαιϊκή τάξη, πέραν του ότι οι μη θεληματικές ομολογίες μπορεί και να είναι (και συνήθως έτσι είναι που θεωρούνται), αναξιόπιστες και παραβιαστικές του δικαιώματος κατά της αυτοενοχοποίησης» Στο ίδιο σύγγραμμα, στην σελίδα 905 αναφέρεται ότι «Το βάρος απόδειξης ότι μια ομολογία είναι θεληματική, το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ομολογία είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του Κατηγορουμένου και όχι προϊόν αθέμιτων πιέσεων ή υποσχέσεων προς αυτόν (Λυσάνδρου ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 672, Solomou v The Republic
(1978)2 CLR 117, Ioannides v The Republic
(1968)2 CLR 169, Kokkinos v The police
(1967)2 CLR 217, R v Sfongaras
(1957)22 CLR 113, R v Thompson (1891 - 94) All Er Rep 376). Το κριτήριο θεληματικότητας είναι αντικειμενικό και ποσώς ενδιαφέρει εάν η αστυνομία δεν γνώριζε τις συνθήκες που μπορούσαν να καθορίσουν ή να επηρεάσουν την αποδοχή της πάνω σε αυτή τη βάση (R v Everett
(1988)Crim LR 826), ασχέτως αν τούτη ενεργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με καλή πίστη (DPP v Blake (1989(89 Cr App R 179). Όπως λέχθηκε στην Ιbrahim v. R. (1914-15) All E.R. Rep.874, 877: «Ιt has long been established as a positive rule of English Criminal law, that no statement by an accused is admissible in evidence against him unless it is shown by the prosecution to have been a voluntary statement, in the sense that it has not been obtained from him either by fear of prejudice or hope of advantage exercised or held out by a person in authority." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εδώ και καιρό έχει καθιερωθεί σαν θετικός κανόνας του Αγγλικού Ποινικού δικαίου, ότι καμία δήλωση κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του εκτός και αν καταδεικτεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι αποτελεί θεληματική δήλωση, υπό την έννοια ότι δεν εξασφαλίστηκε από αυτόν είτε λόγω φόβου δυσμενούς μεταχείρισης ή ελπίδας ευμενούς μεταχείρισης από μέρους προσώπου που κατέχει εξουσία.» Στην Fournides v Republic
(1986)2 CLR 73 αναφέρθηκε ότι αριθμός υποθέσεων αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν εξασφαλίστηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Καμία από τις υποθέσεις αυτές δεν μεταβάλλει τον βασικό κανόνα ότι το κριτήριο αποδοχής της κατάθεσης είναι η θεληματικότητα. Σύμφωνα με την Azinas v Police
(1981)2 CLR 9, το βασικό κριτήριο το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για να κρίνει αν είναι αποδεκτή ή όχι μια δήλωση από κατηγορούμενο είναι το κατά πόσον αυτή δόθηκε εθελούσια. Η συμμόρφωση με τους Δικαστικούς Κανόνες βοηθά σημαντικά το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το κατά πόσον η δήλωση ήταν όντως θεληματική. Αν δεν προηγήθηκε η δέουσα προειδοποίηση προς τον κατηγορούμενο πριν να προβεί στην ενοχοποιητική δήλωση αυτό είναι ένας παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς το κατά πόσον θα αποκλείσει την δήλωση, αλλά η απουσία προειδοποίησης δεν καθιστά ως θέμα νόμου μη αποδεκτή τη δήλωση. Οι Δικαστικοί Κανόνες στην Κύπρο ισχύουν κατά τον ίδιο τρόπο που ισχύουν στην Αγγλία και έτσι δεν έχουν ισχύ νόμου. Αποτελούν κανόνες πρακτικής, ως καθοδήγηση προς τα αστυνομικά όργανα, και όχι για τον περιορισμό της ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, δεν καθιστά αυτομάτως την ενοχοποιητική δήλωση μη αποδεκτή, αλλά παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να μην την κάνει αποδεκτή. Η φρασεολογία που αναγράφεται στους Δικαστικούς Κανόνες είναι καθοδηγητική και όχι δεσμευτική. Στην Kokkinos v The Police
(1967)2 CLR 217 αναφέρθηκε ότι η θεληματικότητα οποιασδήποτε δήλωσης και δη μιας δήλωσης που περιλαμβάνει ομολογία, αποτελεί θέμα που επηρεάζει την ελευθερία του ατόμου, και συνδέεται με τα διεθνώς αναγνωρισμένα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που ενσωματώνονται στο Σύνταγμα, καθώς επίσης και το δικαίωμα της ελευθερίας και ασφάλειας ενός ατόμου που βρίσκεται υπό σύλληψη. Δεν είναι αποδεκτές στα δικαστήρια ως αποδεικτικά στοιχεία ενοχής, ενοχοποιητικές δηλώσεις που έγιναν από κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν υπό σύλληψη, εκτός και αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τέτοια δήλωση πηγάζει από βεβαρυμμένη συνείδηση και ότι έγινε ελεύθερα και οικειοθελώς. Πρόκειται για πολύ ευαίσθητο θέμα που συνδέεται από τη μια με την προστασία ανθρωπίνων και συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων, και από την άλλη αγγίζει την ρίζα της απονομής της δικαιοσύνης, ήτοι την εξακρίβωση της αλήθειας. Τα Δικαστήρια, μπορούν να συνεισφέρουν ουσιαστικά αποθαρρύνοντας πρακτικές που καταστρέφουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας έναντι στις μεθόδους της αστυνομίας. Αν ύποπτες ομολογίες απορρίπτονται ως μη αποδεκτές, ως πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το νόμο, θα υπάρχει λιγότερος ζήλος από πλευράς αστυνομίας για να τις εξασφαλίζει και μείωση του κινδύνου πρόκλησης ζημιάς από αυτές. Όσον αφορά το τι συνιστά μη θεληματική κατάθεση, καθοδήγηση αντλείται και από τους ίδιους τους Δικαστικούς Κανόνες στο Appendix A στην παράγραφο "e" όπου αναφέρεται ότι: «(e) That it is a fundamental condition of the admissibility in evidence against any person, equally of any oral answer given by that person to a question put by a police officer and of any statement made by that person, that it shall have been voluntary, in the sense that it has not been obtained from him by fear of prejudice or hope of advantage, exercised or held out by a person in authority, or by oppression.» Σε μετάφραση (δανεισμένη από σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδοση, Γ. Πική, σ. 253): «Θεμελιώδης όρος για την αποδοχή μαρτυρίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου αναφορικά με προφορικές απαντήσεις προσώπου σε ερωτήσεις που υποβάλλονται από αξιωματούχο της Αστυνομίας και οποιασδήποτε δήλωσης γίνεται από αυτό το πρόσωπο, είναι ότι αυτή είναι θεληματική, με την έννοια ότι ο δηλώνων προβαίνει στη δήλωση χωρίς φόβο ή επηρεασμό ή προσδοκία για ευεργέτημα το οποίο προβάλλεται από το πρόσωπο που λαμβάνει την κατάθεση ή ως αποτέλεσμα καταπίεσης.» Στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδοση, Γ. Πική, στην σελίδα 279 αναφέρεται: «Κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ο δικαστής λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις παραβίασης των Δικαστικών Κανόνων στη θεληματικότητα κατάθεσης, την έκταση της παραβίασης και, ειδικά, κατά πόσο η απόκλιση αφορά τυπικό θέμα, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις στην απονομή της δικαιοσύνης από συστηματική παράλειψη των Αστυνομικών Αρχών να τηρήσουν τους Δικαστικούς Κανόνες.» Εισερχόμενος στα υπό εξέταση θέματα στην παρούσα υπόθεση, η Υπεράσπιση φέρει ένσταση στην κατάθεση 2 τεκμηρίων, το ΤΔΕΔ 2 και το ΤΔΕΔ
  1. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής:
  2. Το ΤΔΕΔ 2 λήφθηκε με βάση τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙ ενώ θα έπρεπε να είχε ληφθεί με βάση τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙΙ.
  3. Υπήρξε παράβαση του Δικαστικού Κανόνα IV αφού δεν ρωτήθηκε η Κατηγορούμενη αν επιθυμούσε να καταγράψει η ίδια την κατάθεση της.
  4. Υπήρξε Παράβαση του Δικαστικού Κανόνα IV(ε) αφού δεν ζητήθηκε από την Κατηγορούμενη να γράψει ιδιοχείρως τη βεβαίωση που προβλέπεται να καταγραφεί στο τέλος της κατάθεσης.
  5. Στο ΤΔΕΔ 1 αναφέρονται διαφορετικές ώρες λήψης του ΤΔΕΔ 3 σε σχέση με τις ώρες που αναφέρονται στο ΤΔΕΔ
  6. Η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να κατηγορηθεί σε προηγούμενο στάδιο.
  7. Το ΤΔΕΔ 2 λήφθηκε με βάση τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙ ενώ θα έπρεπε να είχε ληφθεί με βάση τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙΙ. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδοση, Γ. Πική, σ. 262, υπάρχουν τρία στάδια στη διαδικασία ανάκρισης: (α) Το στάδιο συλλογής πληροφοριών, κατά το οποίο πληροφορίες μπορούν να ληφθούν από οποιονδήποτε, περιλαμβανομένου και του υπόπτου, χωρίς να χρειάζεται προειδοποίηση. (β) Η συλλογή μαρτυρίας στο πρώτο στάδιο. Σε αυτή την περίπτωση ο ανακρίνων λειτουργός θα πρέπει να προειδοποιήσει τον ανακρινόμενο, και (γ) Το τελικό στάδιο της πρόσαψης κατηγορίας εναντίον ατόμου. Η εξέχουσα διαφορά μεταξύ του Κανόνα ΙΙ και ΙΙΙ των Δικαστικών Κανόνων έγκειται στο ότι βάσει του Κανόνα ΙΙ είναι επιτρεπτό για την αστυνομία να υποβάλει ερωτήσεις στον ύποπτο μετά την προβλεπόμενη προειδοποίηση, ενώ κάτω από τον Κανόνα ΙΙΙ η εξουσία της αστυνομίας να υποβάλει ερωτήσεις στον ύποπτο περιορίζεται αυστηρά σε υποθέσεις όπου τέτοια διαδικασία ειδικά προβλέπεται κάτω από τον Κανόνα. («Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδοση, έντιμου κ. Γ. Πική, σ. 265). Ο Δικαστικός Κανόνας II αναφέρει ότι «Μόλις το αστυνομικό όργανο αποκτήσει μαρτυρία που θα παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, θα επιστήσει την προσοχή του, πριν του υποβάλει οποιαδήποτε ερώτηση ή περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το αδίκημα αυτό». Ο Κανόνας αυτός εφαρμόζεται στο στάδιο των ανακρίσεων κατά το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία που παρέχει εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον συγκεκριμένου προσώπου. Μαρτυρία για τους σκοπούς του Δικαστικού Κανόνα II σημαίνει πληροφορίες και στοιχεία που μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου (Azinas and Another v The Police
(1981)2 CLR 9). Βοηθητική σε σχέση με το πότε πρέπει να ακολουθείται ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙ είναι η υπόθεση R. v. Osborne and Virtue [1973] Q.B. 678 στην σελ. 688 του Λόρδου Lawton: But a police officer when carrying out an investigation meets a stage in between the mere gathering of information and the getting of enough evidence to prefer the charge. He reaches a stage where he has got the beginnings of evidence. It is at that stage that he must caution. ..... he is not bound to caution until he has got some information which he can put before the Court as the beginnings of a case.» Και σε μετάφραση (δανεισμένη από την ενδιάμεση απόφαση (Αρ. 1) του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση 14493/13 Δημοκρατία v Costel Viorel Moca ημερ. 3/10/2013): "Ένας αστυνομικός όταν διενεργεί μια ανάκριση φτάνει σε κάποιο στάδιο που είναι ενδιάμεσο ανάμεσα στην απλή συλλογή στοιχείων (Βλ. Κανόνα Ι) και τη λήψη αρκετής μαρτυρίας για να προσάψει κατηγορία. Φτάνει σε στάδιο που έχει εξασφαλίσει την απαρχή της μαρτυρίας. Είναι σ' αυτό το στάδιο που οφείλει να δώσει την προειδοποίηση (δυνάμει του Κανόνα ΙΙ) ... δεν έχει υποχρέωση να δώσει την προειδοποίηση ως την ώρα που θα έχει τέτοια στοιχεία που να μπορεί να θέσει μπροστά σ' ένα δικαστήριο για το ξεκίνημα μιας υπόθεσης". Σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής του Δικαστικού Κανόνα III σχετικές με το θέμα αυτό είναι οι υποθέσεις Σάκκος ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510, The Republic v. Phivos Petrou Pierides
(1971)2 C.L.R. 181, Koutrouzas v The Republic
(1972)2 CLR 9 και Azinas and Another v The Police
(1981)2 CLR 9 και Andrei Tarita v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 106/14 στις οποίες καταγράφονται οι πιο κάτω αρχές: Εφόσον τα στοιχεία εις χείρας της Αστυνομίας δικαιολογούν, εξ αντικειμένου, την πρόσαψη κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Δικαστικού Κανόνα ΙΙΙ(β), ο οποίος επιτρέπει την υποβολή ερωτήσεων στον κατηγορούμενο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου αυτές είναι αναγκαίες για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση βλάβης, ή ζημίας, ή απώλειας σε τρίτο πρόσωπο, ή στο κοινό, ή προς το σκοπό διευκρίνισης ασάφειας σε προηγούμενη δήλωση του κατηγορουμένου. (Σάκκος ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510, The Republic v. Phivos Petrou Pierides
(1971)2 C.L.R. 181) Στην Κύπρο τα Δικαστήρια δίδουν μια πιο ελεύθερη ερμηνεία στον Δικαστικό Κανόνα III(α) παρά στην Αγγλία (R v. Collier and Stennng
(1965)1 W.L.R 1470). Όταν αντικειμενικά υπάρχει επαρκής μαρτυρία για να εφαρμοστεί ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙΙ, τότε η Αστυνομία θα πρέπει να εφαρμόζει τον Κανόνα αυτό, δηλαδή είτε να κατηγορεί τον κατηγορούμενο, είτε να τον πληροφορεί ότι δυνατόν να διωχθεί ποινικά ούτως ώστε να μην επιτρέπεται η υποβολή περαιτέρω ερωτήσεων αλλά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως διαλαμβάνει ο Κανόνας ΙΙΙ(β). Σημειώνεται ότι σε όλες τις πιο πάνω υποθέσεις, ο Κατηγορούμενος ήταν πρόσωπο που βρισκόταν υπό κράτηση. Στην Pierides και την Σάκκος (ανωτέρω) είχε τονιστεί το γεγονός αυτό: «We felt, thus, that it was right to take a view somewhat more favourable for a person in custody than that in Collier and Stenning». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Νιώσαμε, επομένως, ότι θα ήταν ορθό, στην περίπτωση προσώπου υπό κράτηση να ακολουθήσουμε μια κάπως πιο ευνοϊκή προσέγγιση σε σχέση με την υπόθεση Collier and Stenning». Επίσης στην Kokkinos (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι «Δεν είναι αποδεκτές στα δικαστήρια ως αποδεικτικά στοιχεία ενοχής, ενοχοποιητικές δηλώσεις που έγιναν από κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν υπό σύλληψη, εκτός και αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τέτοια δήλωση πηγάζει από βεβαρυμμένη συνείδηση και ότι έγινε ελεύθερα και οικειοθελώς.(οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Μπορεί συνεπώς να εξαχθεί το συμπέρασμα, ότι αυτή η πιο ελεύθερη ερμηνεία στην Κύπρο δόθηκε για αυτές τις περιπτώσεις όπου το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στην ομολογία βρισκόταν υπό κράτηση. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι η ΜΚΔΕΔ 1 είχε ενώπιον της κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσης ΤΔΕΔ 2 την ακόλουθη μαρτυρία: - προφορική ομολογία της Κατηγορουμένης στις 31/7/2018 με την οποία παραδέχτηκε την εμπλοκή της στο δυστύχημα, - προφορική μαρτυρία του συζύγου της Κατηγορούμενης ότι το ενεχόμενο αυτοκίνητο το οδηγεί η Κατηγορούμενη, - γραπτή κατάθεση του ποδηλάτη ημερομηνίας 9/9/2018, - η ίδια η ΜΚΔΕΔ 1 ήταν αυτόπτης μάρτυρας, αν και δεν είδε ποια ήταν η οδηγός του οχήματος HEK
  1. Κρίνω ότι με βάση τα πιο πάνω στοιχεία, κατά το στάδιο της λήψης της πρώτης ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορούμενης (ΤΔΕΔ 2), η ΜΚΔΕΔ 1 είχε ενώπιον της αντικειμενικά επαρκή μαρτυρία για να εφαρμοστεί ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙΙ ενώ είχε λανθασμένα εφαρμοστεί ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙ. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι η ίδια η ΜΚΔΕΔ 1, παραδέχτηκε ότι δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ανακριτική ενέργεια μετά τη λήψη του ΤΔΕΔ
  2. Υπήρξε παράβαση του Δικαστικού Κανόνα IV αφού δεν ρωτήθηκε η Κατηγορούμενη αν επιθυμούσε να καταγράψει η ίδια την κατάθεση της. Σύμφωνα με τον Δικαστικό Κανόνα IV (α) θα έπρεπε να ερωτηθεί η Κατηγορούμενη κατά πόσον επιθυμούσε να καταγράψει η ίδια αυτά που επιθυμούσε να αναφέρει. Η ΜΚΔΕΔ 1 ανάφερε ότι είχε ρωτήσει την Κατηγορούμενη αν επιθυμούσε να καταγράψει η ίδια την κατάθεση της. Παρατηρώ όμως ότι τόσο στο ΤΔΕΔ 2 όσο και στο ΤΔΕΔ 3, δεν υπάρχει σημείωση ότι είχε ενημερωθεί για το δικαίωμα της αυτό. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, αποδέχομαι ότι η ΜΚΔΕΔ 1 είχε όντως προσφέρει στην Κατηγορούμενη τη δυνατότητα να καταγράψει ιδιοχείρως τα όσα ήθελε να πει. Σύμφωνα όμως με τον Δικαστικό Κανόνα IV (α), θα έπρεπε η Κατηγορούμενη να θέσει την υπογραφή της κάτω από την ακόλουθη δήλωση: «Εγώ ο .., θέλω να δώσω κατάθεση. Θέλω κάποιον να καταγράφει τα όσα λέω. Μου έχει λεχθεί πως δεν έχω υποχρέωση να πω τίποτε, εκτός αν θέλω να το κάνω και πως ό,τι πω, μπορεί να δοθεί ως μαρτυρία.» Η απουσία αυτής της δήλωσης αποτελεί από μόνη της παράβαση και του Δικαστικού Κανόνα IV, έτσι ώστε να καθίσταται αδιάφορο το κατά πόσον η ΜΚΔΕΔ 1 είχε όντως προσφέρει στην Κατηγορούμενη τη δυνατότητα να καταγράψει ιδιοχείρως τα όσα ήθελε να πει.
  3. Υπήρξε Παράβαση του Δικαστικού Κανόνα IV(ε) αφού δεν ζητήθηκε από την Κατηγορούμενη να γράψει ιδιοχείρως τη βεβαίωση που προβλέπεται να καταγραφεί στο τέλος της κατάθεσης. Σύμφωνα με τον Δικαστικό Κανόνα IV (ε) όταν τελειώσει η καταγραφή της κατάθεσης από τον αστυνομικό, θα ζητηθεί από το πρόσωπο που την έδωσε να την διαβάσει και να προβεί σε όσες διορθώσεις, αλλαγές ή προσθήκες επιθυμεί. Όταν τελειώσει την ανάγνωση της, θα του ζητηθεί να καταγράψει στο τέλος της κατάθεσης την ακόλουθη βεβαίωση και να την υπογράψει ή να θέσει το σημείο του στο τέλος της: «Έχω διαβάσει την πιο πάνω κατάθεση και μου λέχθηκε ότι δικαιούμαι να διορθώσω ή να αλλάξω ή να προσθέσω ό,τι θέλω. Η κατάθεση αυτή είναι αληθής. Την έδωσα με την ελεύθερη βούληση μου.» Σύμφωνα με τον Δικαστικό Κανόνα IV (στ) αν το πρόσωπο που έδωσε την κατάθεση αρνείται να την διαβάσει ή να καταγράψει την πιο πάνω βεβαίωση στο τέλος της ή να την υπογράψει, ο ανώτερος σε βαθμό αστυνομικός που είναι παρών θα καταγράψει στην ίδια την κατάθεση και στην παρουσία του προσώπου που την έδωσε ότι έγινε. Αν το πρόσωπο που έδωσε την κατάθεση δεν ξέρει να διαβάζει ή αρνείται να τη διαβάσει, ο αστυνομικός που την κατάγραψε θα του την διαβάσει και θα τον ρωτήσει αν θέλει να διορθώσει, να αλλάξει ή να προσθέσει οτιδήποτε και να θέσει την υπογραφή του ή το σημείο του στο τέλος της. Ο αστυνομικός αυτός θα βεβαιώσει τότε στην ίδια την κατάθεση τι είναι που έκαμε. Διαβάζοντας τα ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ 3, είναι φανερό ότι υπάρχει ξεκάθαρη παραβίαση του Δικαστικού Κανόνα IV (ε) και (στ). Αυτό προκύπτει αφού δεν είχε καταγραφεί ορθά η πιο πάνω βεβαίωση. Αντί της πιο πάνω βεβαίωσης αναγράφηκε η ακόλουθη: «Λήφθηκε από μένα σήμερα 24/11/2019 και μεταξύ των ωρών 20:50 - 21:20 στην Λακατάμια, αφού προηγουμένως την πληροφόρησα για τα αδικήματα τα οποία διερευνώ και της επίστησα γραπτώς την προσοχή της στο Νόμο, έδωσε μια κατάθεση της την διάβασα και την πληροφόρησα ότι μπορούσε να κάμει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε. Είπε ότι είναι ορθή και την υπόγραψε στην παρουσία μου.» Προσέτι, στο τέλος αυτής της βεβαίωσης δεν υπάρχει υπογραφή της Κατηγορούμενης. Η ΜΚΔΕΔ 1 ανάφερε ότι δεν ήταν υποχρεωτικό να καταγραφεί η βεβαίωση που αναφέρεται στον Κανόνα IV (ε) ιδιοχείρως από την ίδια την Κατηγορούμενη. Με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα αυτή η θέση της ΜΚΔΕΔ 1 δεν είναι ορθή.
  4. Στο ΤΔΕΔ 1 αναφέρονται διαφορετικές ώρες λήψης του ΤΔΕΔ 3 σε σχέση με τις ώρες που αναφέρονται στο ίδιο το ΤΔΕΔ
  5. Η ΜΚΔΕΔ 1 ανάφερε ότι αυτό οφείλεται σε λάθος και πως οι ορθές ώρες είναι αυτές που αναφέρονται στο ΤΔΕΔ
  6. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της επί του συγκεκριμένου σημείου είναι αποδεκτή και πως η διάσταση μεταξύ των ωρών που αναγράφονται στο ΤΔΕΔ 1 και στο ΤΔΕΔ 3 είναι επουσιώδες θέμα στο οποίο δεν θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίπτεται και για το λόγο ότι δεν είχε αναφερθεί από την Υπεράσπιση κατά το στάδιο υποβολής του αιτήματος για διεξαγωγή δίκης εντός δίκης όπου είχε καθοριστεί το πλαίσιο στο οποίο θα διεξαγόταν η δίκη εντός δίκης (βλ. «Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Ηλιάδη & Σάντη, Β έκδοση, σ. 902).
  7. Η Κατηγορούμενη θα έπρεπε να κατηγορηθεί σε προηγούμενο στάδιο. Σύμφωνα με τον Κανόνα (β) στο Appendix A των Δικαστικών Κανόνων του 1964: «(d) That when a police officer who is making enquiries of any person about an offence has enough evidence to prefer a charge against that person for the offence, he should without delay cause that person to be charged or informed that he may be prosecuted for the offence» Σε ελεύθερη μετάφραση: «(δ) Ότι όταν αστυνομικός ο οποίος διερευνά αδίκημα εναντίον προσώπου έχει αρκετή μαρτυρία έτσι ώστε να προσάψει κατηγορία εναντίον αυτού του προσώπου για το αδίκημα, οφείλει χωρίς καθυστέρηση να κατηγορήσει αυτό το πρόσωπο ή να το πληροφορήσει ότι πιθανό να κατηγορηθεί για το αδίκημα.» Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι η υπόθεση Koutrouzas v The Republic
(1972)2 CLR 9, όπου αναφέρθηκε ότι η ομολογία του Κατηγορουμένου (ο οποίος όμως βρισκόταν υπό κράτηση όταν την έδωσε) θα έπρεπε να μην γίνει αποδεκτή καθώς η αστυνομία κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε αρκετή μαρτυρία ώστε να προσάψει κατηγορία εναντίον του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω κατά την ημέρα λήψης της ανακριτικής κατάθεσης ΤΔΕΔ 2, η Κατηγορούσα Αρχή είχε ήδη ενώπιον της την ακόλουθη μαρτυρία: - προφορική ομολογία της Κατηγορουμένης στις 31/7/2018 με την οποία παραδέχτηκε την εμπλοκή της στο δυστύχημα, - προφορική μαρτυρία του συζύγου της Κατηγορούμενης ότι το ενεχόμενο αυτοκίνητο το οδηγεί η Κατηγορούμενη, - γραπτή κατάθεση του ποδηλάτη ημερομηνίας 9/9/2018, - η ίδια η ΜΚΔΕΔ 1 ήταν αυτόπτης μάρτυρας, παρότι δεν είδε ποια ήταν η οδηγός του οχήματος HEK
  1. Περαιτέρω, σύμφωνα με παραδοχή της ΜΚΔΕΔ 1, αυτό που εκκρεμούσε ήταν κάποια ιατρικά πιστοποιητικά του ποδηλάτη. Σύμφωνα με την συνήγορο Υπεράσπισης, το ΤΔΕΔ 10, που ήταν το πιστοποιητικό που η ΜΚΔΕΔ 1 ανάμενε, έφερε ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας λήψης της κατάθεσης του ποδηλάτη και της ημερομηνίας λήψης της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορούμενης (ΤΔΕΔ 2). Ως έχει ήδη λεχθεί το κριτήριο είναι αντικειμενικό, οπότε ανεξάρτητα από το τι πίστευε η ΜΚΔΕΔ 1 σε σχέση με το κρίσιμο ερώτημα του κατά πόσον είχε ήδη ικανοποιητική μαρτυρία ώστε να προχωρήσει και να κατηγορήσει την Κατηγορούμενη (και ανεξάρτητα από το αν οι προθέσεις της ήταν αγνές), το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τη μαρτυρία που είχε ενώπιον της τη δεδομένη στιγμή και να κρίνει το θέμα αντικειμενικά. Η ΜΚΔΕΔ 1 δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε της είχε δώσει το ΤΔΕΔ 10 ο ποδηλάτης. Παραδέχτηκε όμως ότι μετά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορούμενης (ΤΔΕΔ 2) δεν είχε προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ανακριτικές ενέργειες πέραν του τυπικού σταδίου της ετοιμασίας του φακέλου που γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εξετάσεων. Συνεπώς, προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα ότι το ΤΔΕΔ 10 λήφθηκε πριν από την λήψη του ΤΔΕΔ
  2. Συνεπώς, αφού όλες οι ανακριτικές ενέργειες έγιναν πριν την λήψη των ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ 3, κρίνω ότι στο χρονικό σημείο πριν από τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης ΤΔΕΔ 2, η ΜΚΔΕΔ 1 κατείχε ικανή μαρτυρία για να προσάψει κατηγορίες στην Κατηγορούμενη. Τελική Κατάληξη Προκύπτει ότι υπήρξαν σημαντικές αποκλίσεις από τους Δικαστικούς Κανόνες, ως έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν οι αποκλίσεις που έχουν διαπιστωθεί, αποβαίνουν μοιραίες σε σχέση με την αποδοχή των ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ 3 ως μαρτυρία στην κυρίως υπόθεση. Κρίνω ότι, οι αποκλίσεις που έχουν καταγραφεί, σωρευτικά ορώμενες δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν ουσιαστικές παραβιάσεις, τέτοιες ώστε η θεληματικότητα των ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ 3 να τίθεται σε αμφιβολία. Συνακόλουθα, κρίνω ότι οι καταθέσεις ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ 3, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και η παρουσίαση τους ως μαρτυρία στην κυρίως δίκη δεν επιτρέπεται. [Υπ.] .......... Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.