ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. NAWAZ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 17086/2020, 14/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 17086/2020. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- 1. XXXXX NAWAZ 2. XXXXX IRFAN 3. XXXXX MUHAMMAD 4. XXXXX UMAR Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 14/04/2021. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Σ. Στυλιανού. Για τον Κατηγορούμενο 3: καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, Παρόντες. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, τελικώς, αντιμετωπίζουν τις εξής κατηγορίες: - Ο Κατηγορούμενος 1, αντιμετωπίζει: (
- i)τις κατηγορίες με αρ. 2 και 3 στο κατηγορητήριο, που αφορούν το αδίκημα της υποβοήθησης της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία υπηκόου τρίτης χώρας, του Άρθρου 19Α
(2)[i] του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 105»)· και (ii) την κατηγορία με αρ. 4 στο κατηγορητήριο, που αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, του Άρθρου 4
(1)(α)(iii) [ii] του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 188(Ι)/2007»). - Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, από κοινού με τον Κατηγορούμενο 1, αντιμετωπίζουν τις προαναφερόμενες κατηγορίες με αρ. 2 και 3 στο κατηγορητήριο, που, ως προελέχθη, αφορούν το αδίκημα της υποβοήθησης της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία υπηκόου τρίτης χώρας, του Άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105. [iii]. 2. Η θέση που ο Κατήγορος έλαβε για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και τον σχηματισμό του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για την ποινική τους δίωξη, είναι ότι, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2020, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, βοήθησαν υπηκόους τρίτης χώρας, δηλαδή τους XXXXX Hamza Khan Bahtti και XXXXX Jalil από το Πακιστάν, προκειμένου να διαμείνουν παράνομα στην Δημοκρατία. Και περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος 1, κατά τον ίδιο χρόνο, απέκτησε το χρηματικό ποσό των €20.000, ενώ γνώριζε ότι αυτό αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων, δηλαδή της υποβοήθησης της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία υπηκόου τρίτης χώρας. 3. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κατά την ακρόαση της, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των: (
- i)Αστ. XXXXX, XXXXX Τερλικκά (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν η Αστυνομικός του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου Νήσου, που εξέτασε τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης για την Αστυνομία· (
- ii)XXXXX Hamza Khan Bhatti (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ένας εκ των υπηκόων τρίτης χώρας, που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, βοήθησαν προκειμένου να διαμείνει παράνομα στην Δημοκρατία· (iii) XXXXX Jaliy (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ο άλλος εκ των υπηκόων τρίτης χώρας, που οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, βοήθησαν προκειμένου να διαμείνει παράνομα στην Δημοκρατία· και (
- iv)XXXXX Αγαμέμνωνος (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ4»), που ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι λειτουργός στην Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών, με πρόσβαση στο αρχείο της εν λόγω υπηρεσίας, σχετικά με υπηκόους τρίτης χώρας που βρίσκονται στην Δημοκρατία ως αιτητές πολιτικού ασύλου ή υπέβαλαν σχετικό αίτημα. 4. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, μετά από την κλήση τους από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσαν από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, ενόρκως, και κάλεσαν για την υπόθεση τους προς υπεράσπιση τους και την μαρτυρία του XXXXX Singh (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι φίλος του Κατηγορουμένου 1 και ο οποίος, μετά τα επίδικα συμβάντα, παρακολούθησε τους ΜΚ2 και ΜΚ3, να εκδηλώνουν συμπεριφορά από την οποία εξάγεται, κατά τους Κατηγορουμένους 1 και 2, ότι η καταγγελία τους εναντίον του Κατηγορουμένου 1 στην Αστυνομία, που οδήγησε στην δίωξη αυτή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, είχε αλλότρια κίνητρα. 5. Ο Κατηγορούμενος 3, μετά από την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, παρέμεινε, ως είχε δικαίωμα, σιωπηλός και δεν παρουσίασε προς υπεράσπιση του, οποιαδήποτε μαρτυρία. 6. Αρκετά γεγονότα, σημειώνεται, έχουν, από τους Κατήγορο και Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δηλωθεί ως παραδεχτά, και το Δικαστήριο, ως τέτοια, τα έχει αποδεχθεί προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων αυτής της υπόθεσης. Σε αυτά, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο, για την ανάλυση του σκεπτικού μου για την απόφαση που καταληκτικά λαμβάνω. 7. Καθώς πρόκειται για ποινική δίκη, το βάρος ή η υποχρέωση απόδειξης της ενοχής των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, τοποθετείται ακριβώς στον Κατήγορο. Αυτό το βάρος, βαρύνει τον Κατήγορο για κάθε στοιχείο ή ουσιώδες γεγονός που αποτελεί τα αδικήματα, με τα οποία, ως προαναφέρθηκε, κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3. Αυτό το βάρος, κανονικά [iv], δεν μεταφέρεται ποτέ στον κατηγορούμενο. Δεν υπήρχε, καμία απολύτως υποχρέωση για τους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3 σε αυτή την υπόθεση, να αποδείξουν οποιοδήποτε γεγονός ή ζήτημα που τέθηκε υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν εναπόκειτο στους Κατηγορούμενους 1, 2 και 3, να αποδείξουν την αθωότητα τους, αλλά, βεβαίως, στον Κατήγορο να αποδείξει την ενοχή τους. 8. Ένα κρίσιμο μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό που σημαίνει, είναι ότι, ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι είναι αθώο, εκτός εάν και έως ότου, ο Κατήγορος πείσει το Δικαστήριο για την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 9. Το γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ως έχει προαναφερθεί, έχουν δώσει μαρτυρία και καλέσει μάρτυρα για την υπεράσπιση τους κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν μεταβάλλει το βάρος απόδειξης. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν χρειαζόταν να αποδείξουν ότι η εκδοχή τους είναι αληθινή. Είναι ο Κατήγορος που έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί τους και αυτοί του μάρτυρα υπεράσπισης τους, δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ως εκδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν εύλογα να είναι αληθινοί. 10. Το Δικαστήριο, έχει βεβαίως την υποχρέωση, σε σχέση με αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων Κατήγορος και Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιστοίχως βασίζονται για την υπόθεση τους, να αποφασίσει ποιους θα αποδεχθεί. Εντούτοις, είναι ουσιώδες και βασική αρχή δικαίου για να επισημανθεί, ότι, αποδοχή από το Δικαστήριο, μετά από σχετική εκτίμηση της μαρτυρίας από την οποία προκύπτουν αντιθετικοί ισχυρισμοί, της εκδοχής των γεγονότων που παρουσιάστηκαν από πλευράς Κατήγορου, δεν δικαιολογεί αυτομάτως και συμπέρασμα του περί ενοχής των Κατηγορουμένων 1 και 2 [όπως επίσης και του Κατηγορουμένου 3], στο κατηγορητήριο τους, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε κατά την ακρόαση ο Κατήγορος και μόνον, δεν αρκεί. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να καταδικάσει τους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, εκτός εάν ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια αυτής της μαρτυρίας. Περαιτέρω, ακόμη και αν η μαρτυρία επί της οποίας οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βασίζονται, δεν αποτιμηθεί θετικά από το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ως αληθινή, το Δικαστήριο, οφείλει να μην καταδικάσει τους Κατηγορουμένους 1 και 2, αν αυτή η μαρτυρία, του δημιουργεί μια λογική αμφιβολία για την ενοχή τους. [v]. 11. Ο Κατήγορος, δεν είχε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάθε γεγονότος υπό αμφισβήτηση. Ο Κατήγορος, είχε υποχρέωση να αποδείξει τα στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία. Αυτά, είναι τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα στην κάθε κατηγορία, και είναι αυτά τα γεγονότα που ο Κατήγορος είχε το βάρος απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 12. Η ικανοποίησης του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σημαίνει, για σκοπούς του Νόμου, βεβαιότητα από την μαρτυρία για τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων στο κατηγορητήριο. [vi]. Η αμφιβολία, ως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να είναι ευφάνταστη, ούτε ανόητη, αλλά λογική. 13. Από την προσκομισθείσα κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτουν τα εξής. 14. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3, κατάγονται από το Πακιστάν, από την πόλη Σηεικηθπθρα («Sheikhupura»). Μεταξύ τους, πριν από την γνωριμία τους στην Κύπρο, ήταν άγνωστοι. Για πρώτη φορά, γνωρίστηκαν στην οικία του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι. Το έτος 2019, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Κύπρο. Στην πόλη τους, ήταν τότε ευρέως γνωστό ότι, ο Κατηγορούμενος 1, για όποιον το επιθυμούσε, διευθετούσε την παράνομη μετανάστευση του στην Κύπρο. Κατά τον ίδιο χρόνο, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, επικοινώνησαν με τον Κατηγορούμενο 1, με τον οποίο πράγματι συμφώνησαν την παράνομη μετανάστευση τους στην Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος 1, βάσει των συμφωνηθέντων τους, θα διευθετούσε για την μετακίνηση τους για την άφιξη τους τελικώς στην Κύπρο, εξασφαλίζοντας τους για τον σκοπό και όλα τα αναγκαία. Ακολούθως και περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 1, όταν πλέον αυτοί θα βρίσκονταν στην Κύπρο, θα διευθετούσε για την εξασφάλιση από αυτούς στην Δημοκρατία, άδειας παραμονής, όπως επίσης και για την εξεύρεση από αυτούς εργασίας. Ο Κατηγορούμενος 1, για τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του προς τους ΜΚ2 και ΜΚ3, ζήτησε από αυτούς και συμφώνησαν, ότι θα πληρωνόταν €10.000. Αντάλλαγμα για τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του, που, όπως επίσης συμφωνήθηκε, θα του το κατέβαλλαν στην Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος 1, στην βάση των συμφωνηθέντων του με τους ΜΚ2 και ΜΚ3, πράγματι προέβη για αυτούς σε διευθετήσεις, και οι ΜΚ2 και ΜΚ3 πράγματι ταξίδεψαν, βάσει αυτών, από το Πακιστάν αεροπορικώς, -κάνοντας κάποιες ενδιάμεσες στάσεις σε άλλες χώρες-, με τελική κατάληξη το αεροδρόμιο στην Λευκωσία που παράνομα λειτουργεί η υποτελής διοίκηση του στρατεύματος κατοχής της Τουρκίας στις μη αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές (στο εξής καλούμενα «τα Κατεχόμενα»), από όπου και παράνομα εισήλθαν στην Δημοκρατία. Στα Κατεχόμενα, -όπως άλλωστε και στους πλείστους ενδιάμεσους σταθμούς που οι ΜΚ2 και ΜΚ3 έκαναν μέχρι και την άφιξη τους στην Κύπρο-, και βάσει πάντοτε διευθετήσεων και οδηγιών του Κατηγορουμένου 1, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, παραλήφθηκαν από κάποιο πρόσωπο, ξεχωριστό σε ότι αφορούσε την περίπτωση έκαστου, εντολή του οποίου από τον Κατηγορούμενο 1, ήταν, η μετακίνησης τους τελικά -μετά από κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα που διέμειναν στα Κατεχόμενα-, οδικώς με αυτοκίνητο, από κάποιο άλλο και πάλι πρόσωπο, διαφορετικό επίσης στην περίπτωση έκαστου, -και βεβαίως παράνομα-, από τα Κατεχόμενα, από μη κανονικό και ελεγχόμενο από την Δημοκρατία σημείο διέλευσης, από την γραμμή αντιπαράταξης, στις αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, για να παραληφθούν τελικά, -ο ΜΚ2 από τον Κατηγορούμενο 1 και ο ΜΚ2, κατ' εντολήν του Κατηγορουμένου 1, από τον Κατηγορούμενο 2-, και να μεταφερθούν στην οικία του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι. Εκεί, -δηλαδή, στην οικία του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι-, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, διέμειναν για κάποιο χρονικό διάστημα, -μαζί και με αριθμό άλλων παράνομων μεταναστών-, αναμένοντας την υλοποίηση, από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, των συμφωνηθέντων τους, σχετικά με τις διευθετήσεις για την εξασφάλιση από αυτόν, για την περίπτωση έκαστου, άδειας παραμονής τους στην Δημοκρατία και για την εξεύρεση εργασίας. Κατά την διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος, για την διαμονή και διαβίωση τους, οι ΜΚ2 και ΜΚ3 κατέβαλλαν στον Κατηγορούμενο 1, χρηματικό αντάλλαγμα, €150. Ο Κατηγορούμενος 1, τότε, για κάποια περίοδο, είχε συλληφθεί από την Αστυνομία και ήταν υπό κράτηση. Ως εκ τούτου, ο έλεγχος, κατ' εκείνη την χρονική περίοδο, της κατάστασης, κατ' εντολήν του Κατηγορουμένου 1, είχε περάσει στους Κατηγορουμένους 2 και 3, αδελφούς του, οι οποίοι γνώριζαν για τα προαναφερόμενα συμβάντα. Παρά το γεγονός ότι, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, κατέβαλαν στον Κατηγορούμενο 1, όταν τους ζητήθηκε από τον τελευταίο, στην Κύπρο, ως ήταν η συμφωνία τους, έκαστος, το προαναφερόμενο ποσό των €10.000, για τις προαναφερόμενες συμφωνηθείσες υπηρεσίες του προς αυτούς, ο Κατηγορούμενος 1, τελικά, δεν τους εξασφάλισε άδεια παραμονής στην Δημοκρατία, αλλά ούτε και εργασία, παρά μόνο τους διευθέτησε την υποβολή αιτήματος, προς την αρμόδια υπηρεσία της Δημοκρατίας, για να τους παρασχεθεί διεθνής προστασία («πολιτικό άσυλο»). Ως εκ τούτου, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, που σε κάποιο στάδιο έφυγαν από την οικία του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι, ήρθαν σε ρήξη με τον Κατηγορούμενο 1, γεγονός που τους οδήγησε να καταγγείλουν τα προαναφερόμενα γεγονότα στην Αστυνομία. 15. Αυτά τα γεγονότα, αποτελούν την ουσία των ισχυρισμών των ΜΚ2 και ΜΚ3 και την βάση, ουσιαστικά, της υπόθεσης του Κατήγορου. 16. Ο Κατηγορούμενος 1, με την κατάθεση του στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της υπόθεσης, αμφισβήτησε την πραγματικότητα των γεγονότων αυτών. Υποστήριξε ότι, τα όσα οι ΜΚ2 και ΜΚ3 κατήγγειλαν στην Αστυνομία και κατέθεσαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο, είναι ψέματα. Υποκινήθηκαν, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 1, για να πράξουν κατά τον προαναφερόμενο τρόπο εναντίον του, με σκοπό να τον βλάψουν, από κάποιον Faisal, ομοεθνή του, επίσης κάτοικο Δαλιού, με τον οποίο, αν και προηγουμένως υπήρξαν φίλοι, λίγο πριν από την σύλληψη του από την Αστυνομία σχετικά με αυτή την υπόθεση στις 14/10/2020, είχαν τσακωθεί, λόγω του ότι, αυτός, είχε ταχθεί, σε ότι αφορούσε κάποιο τσακωμό του εν λόγω Faisal με κάποιον Ινδό, με τον τελευταίο, και όχι μαζί του. Συγκεκριμένα, όπως ο Κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε, ο εν λόγω Faisal, με τον οποίο, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, υποστήριξε, συγκατοικούν, είχε, μετά από μεθύσι του, προκαλέσει κακόβουλα ζημιά στο αυτοκίνητο του εν λόγω Ινδού, ο οποίος, λόγω τούτου, ήθελε να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Μαζί με τον εν λόγω Ινδό, ανέφερε επίσης ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος είχε επικοινωνήσει μαζί του για το θέμα αυτό τηλεφωνικώς, επισκέφτηκε τον προαναφερόμενο Faisal στο σπίτι του, σε μια προσπάθεια του να επιλύσουν την διαφορά τους μεταξύ τους, χωρίς την εμπλοκή της Αστυνομίας. Εντούτοις, το γεγονός αυτό εξόργισε τον εν λόγω Faisal, που θεώρησε ότι αυτός είχε ταχθεί εναντίον του. Μάλιστα, ο εν λόγω Faisal, δεκαπέντε ημέρες πριν από την σύλληψη του, ως προαναφέρθηκε, από την Αστυνομία, σε κάποια συνάντηση τους, τον προειδοποίησε ότι, λόγω των προαναφερόμενων συμβάντων, θα του έκανε κάτι κακό. Περαιτέρω, και μετά από την καταγγελία του από τους ΜΚ2 και ΜΚ3 στην Αστυνομία, γεγονός που οδήγησε και στην σύλληψη του από την Αστυνομία και στην συνέχεια την ποινική αυτή δίωξη του, όπως και των αδελφών του Κατηγορουμένων 2 και 3, για την οποία κρατούνται, τόσο ο ίδιος, όσο και ο αδελφός του Κατηγορούμενος 3, υπόδικοι, κάποιος φίλος του, παρακολούθησε τους ΜΚ2 και ΜΚ3 και τον εν λόγω Faisal, διαδικτυακά, να διασκεδάζουν για την προαναφερόμενη αυτή κατάληξη, λέγοντας μάλιστα, ότι, σκοπός τους, ήταν η καταστροφή της ζωής τους. Η διασκέδασης αυτή, των ΜΚ2 και ΜΚ3 και του εν λόγω Faisal, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος 1, όπως τον πληροφόρησε ο εν λόγω φίλος του, βιντεοσκοπήθηκε. 17. Ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, επίσης κατέθεσε στο Δικαστήριο τους ισχυρισμούς του, αμφισβήτησε και αυτός τα όσα γεγονότα, δια των ΜΚ2 και ΜΚ3, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο για την υπόθεση του εναντίον, τόσο του ιδίου, όσο και των αδελφών του, Κατηγορουμένων 1 και 3. Όπως ο Κατηγορούμενος 2, υποστήριξε, τους ΜΚ2 και ΜΚ3, πράγματι τους φιλοξένησε στο σπίτι του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι, κατά την περίοδο που ο Κατηγορούμενος 1 απουσίαζε λόγω της κράτησης του από την Αστυνομία σχετικά με ποινική υπόθεση που τότε αντιμετώπιζε, και τους προσέφερε φαγητό, λόγω του ότι, είναι ομοεθνείς και τότε, όταν τους συνάντησε για πρώτη φορά, έκρινε ότι χρειάζονταν την βοήθεια του. Όπως ο Κατηγορούμενος 2, επεσήμανε, είχε κάποτε απλά φιλοξενήσει τους ΜΚ2 και ΜΚ3 στο σπίτι του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι, όταν τότε συγκατοικούσε σε αυτό με τον αδελφό του Κατηγορούμενο 3, και ότι δεν υπήρξε ποτέ συγκατοίκησης του με τους ΜΚ2 και ΜΚ3, οι οποίοι όμως τον επισκέπτονταν εκεί συχνά λόγω της φιλίας τους, και ότι ποτέ δεν πήρε από αυτούς χρήματα για να τους παρέχει στέγη, φαγητό ή άλλη βοήθεια. Στην πορεία, μάλιστα, λόγω της συμπεριφοράς και πράξεων των ΜΚ2 και ΜΚ3, που δεν του άρεσε, απομακρύνθηκαν, και σταμάτησε την προαναφερόμενη σχέση του μαζί τους. Ο Κατηγορούμενος 1, ισχυρίστηκε περαιτέρω ο Κατηγορούμενος 2, τότε, δεν γνώριζε τίποτα για το προαναφερόμενο γεγονός. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3, ήταν δικοί του φίλοι και καμία σχέση δεν είχαν με τον αδελφό του, Κατηγορούμενο 1. Όπως ο Κατηγορούμενος 2, περαιτέρω ισχυρίστηκε, κάποιος φίλος του τον πληροφόρησε ότι, έχει βίντεο όπου κάποιος Faisal με άλλους, φαίνεται να μιλάει άσχημα για αυτόν και τους αδελφούς του, Κατηγορουμένους 1 και 3, μεταξύ άλλων, αναφέροντας ότι σκοπός τους, ήταν να τους κάνουν την ζωή δύσκολη. Ο φίλος του αυτός, ισχυρίστηκε επίσης ο Κατηγορούμενος 2, του παρέδωσε το εν λόγω βίντεο και το έχει παρακολουθήσει. Πληροφορήθηκε, ανέφερε επίσης ο Κατηγορούμενος 2, για αυτό το γεγονός, μετά την έναρξη της ποινικής του δίωξης με αυτή την υπόθεση, και μετά από αυτό, επεδίωξε και συνάντησε τον εν λόγω Faisal, για να τον ρωτήσει τους λόγους για την εν λόγω συμπεριφορά του. Τότε, ο εν λόγω Faisal, στην παρουσία και του ΜΚ2, του είπε ευθέως, ότι, σκοπός του ήταν η καταστροφή, τόσο του ιδίου, όσο και των αδελφών του, Κατηγορουμένων 1 και 3. Μετέπειτα, μάλιστα, ενέργειες του εν λόγω Faisal και των ΜΚ2 και ΜΚ3, τον έκαναν να νιώθει ότι απειλείται και ότι κινδυνεύει από αυτούς, ακόμη και η ζωή του. 18. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένων 1 και 2, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [vii]. 19. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, μου έκαναν καλή εντύπωση στο ειδώλιο του μάρτυρα, και έχω πεισθεί ότι, στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχουν καταθέσει τα γεγονότα, όπως τα θυμόνταν να έχουν πραγματικά διαδραματιστεί. Η μαρτυρία τους, ήταν, σχετικά με τους ουσιώδη ισχυρισμούς τους, χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις, συνεκτική, είχε την απαιτούμενη λεπτομέρεια, είχε λογική, ουσιαστική αλληλοεπικάλυψη ή/και υποστήριξη από άλλη άμεση ή και εξ ακοής μαρτυρία, και ιδωμένη, ως προελέχθη, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα. 20. Η μαρτυρία, άλλωστε, των ΜΚ1 και ΜΚ4, σε ότι αφορά το γνωστικό της μέρος για τα επίδικα γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκε καθόλου από πλευράς των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3. Ο Κατηγορούμενος 3, σημειώνεται, δεν αντεξέτασε καθόλου τους εν λόγω μάρτυρες κατηγορίας. Ενώ, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τους, δια της αντεξέτασης τους, προσπάθησαν περισσότερο να διευκρινίσουν ή/και να εκμαιεύσουν γεγονότα, που θα μπορούσαν να επενεργήσουν προς υπεράσπιση τους, χωρίς αμφισβήτηση των ισχυρισμών τους. [viii]. Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 1, ο οποίος δια της αντεξέτασης της ΜΚ4, πέτυχε, διευκρινίζοντας κάποιους από τους ισχυρισμούς της για τα γεγονότα, ως αυτοί παρουσιάστηκαν κατά την κυρίως εξέταση της, να απαλλαγεί από το Δικαστήριο και να μην κληθεί σε απολογία, για το αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 5 στο κατηγορητήριο που αντιμετώπιζε. 21. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3, ως προανέφερα, μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες και έχω πεισθεί ότι, στο Δικαστήριο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, κατέθεσαν την αλήθεια. Η μαρτυρία τους, ως προελέχθη, ήταν χωρίς ουσιαστικές αντιφάσεις και κινήθηκε στο ίδιο πλαίσιο ισχυρισμών που κατέθεσαν για την υπόθεση αυτή στην Αστυνομία. Κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους από το Δικαστήριο, κατέθεσαν, ως παρατηρήθηκε, με αμεσότητα και φυσικότητα. Ειδικότερα, κατά την αντεξέταση τους από πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 2, παρατηρήθηκε ότι, για τα όσα έκαστος υποστήριξε ως γεγονότα, μπόρεσαν να δώσουν για αυτά, χωρίς να υπερβάλουν και να υποπέσουν σε ουσιαστικές αντιφάσεις, λεπτομέρεια, αλλά και λογικές εξηγήσεις στα διάφορα ζητήματα που τους ετέθησαν, αμφισβητούμενοι ή προς διευκρίνηση. Σε σχέση και με τους ισχυρισμούς των Κατηγορουμένων 1 και 2, ως προαναφέρθηκαν, για τα κίνητρα των ΜΚ2 και ΜΚ3 να καταγγείλουν αυτή την υπόθεση στη Αστυνομία, είναι άλλωστε, κατά την κρίση μου, εντελώς παράλογο, οι ΜΚ2 και ΜΚ3, που στην Δημοκρατία βρίσκονται με το καθεστώς του αιτητή πολιτικού ασύλου, για έναν τέτοιο λόγο, που δεν αφορά τους ιδίους προσωπικά, αλλά την έχθρα ενός τρίτου προσώπου, κάποιου Faisal, με τον Κατηγορούμενο 1, που δεν είναι και αναλόγως σοβαρός, να καταγγέλλουν γεγονότα στην Αστυνομία εναντίον του Κατηγορουμένου 1, εξέτασης των οποίων, στην κανονική πορεία των πραγμάτων, από την αρμόδια Υπηρεσία Ασύλου του κράτους, ενδεχομένως και σε μεγάλο βαθμό αναμένεται, να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης τους για πολιτικό άσυλο. Και τούτο, εφόσον, αυτό που ουσιαστικά κατέθεσαν κατά την καταγγελία του Κατηγορουμένου 1 στην Αστυνομία και στην συνέχεια στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση αυτής της υπόθεσης, ήταν ότι, οι λόγοι που τους οδήγησαν στην Κύπρο, καμία σχέση δεν έχουν με οποιοδήποτε κίνδυνο αντιμετωπίζουν στην χώρα τους και ότι βασικά, η αίτησης τους προς την Δημοκρατία για πολιτικό άσυλο, που υποβλήθηκε υπό τις περιστάσεις που περιέγραψαν, -ουσιαστικά, κατόπιν διαβημάτων του Κατηγορουμένου 1 και χωρίς αυτοί καλά καλά να γνωρίζουν τι ελάμβανε χώρα-, είναι ανεδαφική. Έγιναν, συνεπώς, πιστευτοί οι ΜΚ2 και ΜΚ3, όταν ανέφεραν στο Δικαστήριο ότι, σκοπός της καταγγελίας τους στην Αστυνομία, ήταν η τιμωρία του Κατηγορουμένου 1, ο οποίος, ουσιαστικά, τους εξαπάτησε. 22. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3, δεν μου έκαναν καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Η δισταχτικότητα τους στις απαντήσεις που έδιδαν κατά την εξέταση τους, η γενικότητα των τοποθετήσεων τους για τα επίδικα γεγονότα, το παράλογο των θέσεων τους για αυτά και κάποιες αντιφάσεις μεταξύ των σχετικών ισχυρισμών τους αλλά και αυτοαναιρέσεις τους ισχυρισμών τους, με οδήγησαν σε αυτή την κατάληξη. Αυτά, σε συνδυασμό και με τον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης τους, ως επεξηγώ στην συνέχεια, σε ότι αφορά τα κύρια γεγονότα για την υπεράσπιση τους, με οδηγούν στο να απορρίψω την μαρτυρία τους, στο βαθμό βεβαία που αφορά τα επίδικα γεγονότα. 23. Κακή εντύπωση, μου προξένησε και ο ΜΥ, ο οποίος, ως φίλος του Κατηγορουμένου 1, προσπάθησε, τον αντιλήφθηκα, να παρουσιάσει στο Δικαστήριο γεγονότα, μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, λόγω αλλοίωσης τους κατά την παρουσίαση τους δια των ισχυρισμών του, που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Δεν πείστηκα όμως από την μαρτυρία του. Εξασφάλισε κάποια μαρτυρία, βιντεοσκοπώντας, υποστήριξε, τους Faisal και ΜΚ2 και ΜΚ3, να εκδηλώνουν συμπεριφορά εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, που υποστηρίζει την θέση των τελευταίων περί κακοπιστίας της καταγγελίας τους εναντίον τους, την οποία, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του, δεν αποδέχθηκα, ως παρανόμως ληφθείσα. Δεν αντιλήφθηκα όμως, σε κάθε περίπτωση, από τα όσα υποστήριξε ο ΜΥ για το περιεχόμενο του βίντεο που κατείχε, να υπάρχει πραγματική σύνδεσης του με το βάσιμο ή μη της καταγγελίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 εναντίον του Κατηγορουμένου 1. Τα όσα σχετικά ανέφερε ο ΜΥ, ήταν γενικά και αόριστα. Και όχι τυχαία. Τον αντιλήφθηκα κατά την μαρτυρία του, από τις τοποθετήσεις του και αντιδράσεις κατά την διάρκεια τους, να πράττει σκόπιμα με αυτό τον τρόπο, για να αφήσει περιθώριο εντυπώσεων για τα γεγονότα, διαφορετικό της πραγματικότητας. Αν οι ΜΚ2 και ΜΚ3, απλά κακολόγησαν («κακοποιούσαν λεκτικά») τον Κατηγορούμενο 1 ή και τους Κατηγορουμένους 2 και 3, σε κάποια στιγμή που βιντεοσκοπήθηκε από τον ΜΥ, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη, έχοντας υπόψη και τα περιστατικά που οι ΜΚ2 και ΜΚ3 κατέθεσαν σχετικά με την σχέση τους με τον Κατηγορούμενο 1 και την εξέλιξη της, ότι τα γεγονότα που κατήγγειλαν στην Αστυνομία εναντίον του και τα όσα κατέθεσαν στο Δικαστήριο σχετικά, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πέραν αυτού, ήταν σαφές ότι, ο ΜΥ, παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε για τα επίδικα γεγονότα, προσπάθησε να υποστηρίξει το καλό του χαρακτήρα του Κατηγορουμένου 1, ουσιαστικά προς αντίκρουση τους και πάλι σε μία προσπάθεια προαγωγής του στο Δικαστήριο, λόγω της φιλίας τους. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ, εκτός της κακής εντύπωσης μου για αυτόν από την παρουσία του ενώπιον μου, δεν είναι σε μεγάλο βαθμό και σχετική με τα επίδικα γεγονότα, και ως εκ τούτου την απορρίπτω. 24. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου, επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι, δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [ix] [x]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί (ή του είχαν υποβληθεί ατελώς, ή ουσιωδώς διαφορετικά) στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [xi]. [xii]. 25. Στο σύγγραμμα του R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23, σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες αρχές και την εφαρμογή τους, ειδικά σε ποινικές υποθέσεις, αναφέρονται τα εξής: «4. Ο διάδικος που αντεξετάζει, πρέπει να θέτει όσο το δυνατόν περισσότερη από την υπόθεσή του, όσον αφορά τον μάρτυρα, σε αυτόν. Επομένως, εάν ο διάδικος που αντεξετάζει, σκοπεύει να προσκομίσει μαρτυρία που αντικρούει την μαρτυρία που έδωσε ο μάρτυρας, πρέπει να υποβάλει την εκδοχή του στον μάρτυρα, έτσι ώστε ο μάρτυρας να έχει την ευκαιρία να εξηγήσει την αντίφαση. Εάν ένας διάδικος δεν το κάνει αυτό, θεωρείται γενικά ότι έχει αποδεχτεί την μαρτυρία του μάρτυρα. ...». [xiii]. (η υπογράμμιση είναι δική μου) 26. Αναφορά στις προαναφερόμενες αρχές, έγινε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση, Μαρσέλο κ. α. ν Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 167/2013, 18/01/2017. Ελέγχθηκαν τα εξής: «Όπως έχουμε σημειώσει πιο πάνω, ο συνήγορος είναι εκπρόσωπος του διάδικου και οι δηλώσεις του τον δεσμεύουν. (Βλ. Ανδρέου ν Almifalani
(2009)1 A.A.Δ. 608). Στην υπόθεση Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, τονίστηκε ότι, "η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν. Αυτή δε η υποχρέωση καθίσταται βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό". Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε προσφάτως και στην υπόθεση Ρεβέκκα Πέτρου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:D497, Ποιν. Εφ. 41/2015, ημερ. 25 Οκτωβρίου 2016, στην οποία έκαμε αναφορά ο συνήγορος των εφεσειόντων. Η αρχή αυτή έχει ως βασικό υπόβαθρο το γενικό σκοπό της αντεξέτασης, που αποτελεί σημαντικό όπλο της υπεράσπισης, όχι μόνο να αμφισβητήσει τα λεχθέντα και την αξιοπιστία των μαρτύρων κατηγορίας, αλλά, και εξίσου αναγκαίο να θέσει την εκδοχή της υπεράσπισης, ως προς τα γεγονότα, για να τεκμηριώσει στη συνέχεια τη δική της. Επίσης, η αντεξέταση προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίασης γεγονότων που δεν έχει καταθέσει ένας μάρτυρας τα οποία, όμως, θα μπορούσε να είχαν κατατεθεί. (Βλ. Ανθίμου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 56).». [xiv]. (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 27. Στην βάση των προαναφερόμενων αρχών, αποτελεί παρατήρηση του Δικαστηρίου, ότι, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, την προαναφερόμενη θέση που προέβαλαν κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους, αναφορικά με τα κίνητρα της καταγγελίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 εναντίον του Κατηγορουμένου 1, αλλά και την πραγματική σχέση τους μαζί τους, δεν ετέθη στους ΜΚ2 και ΜΚ3, για να μπορούσε να υπάρξει, ενδεχομένως, αντίλογος τους. 28. Μάλιστα, ο Κατηγορούμενος 2, αντεξεταζόμενος σχετικά, στην προσπάθεια του να επεξηγήσει αυτό το γεγονός, υπέπεσε και σε μία σημαντική αντίφαση, από την οποία, μεταξύ άλλων, φάνηκε στο Δικαστήριο η ανειλικρίνεια του. Ερωτηθείς από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, κατά πόσο είχε αναφέρει στον συνήγορο υπεράσπισης του, τα γεγονότα που ισχυρίστηκε, για να τα έθετε αυτός με την σειρά του στους ΜΚ2 και ΜΚ3 κατά την αντεξέταση τους, εφόσον, όπως παραδέχθηκε, αυτά ήταν σε γνώση του από προηγουμένως, υποστήριξε ότι, όπως και για κάποιους άλλους ισχυρισμούς του, δεν μπόρεσε να πληροφορήσει τον δικηγόρο του για αυτά, επειδή δεν μιλάει καθόλου, είτε ελληνικά, είτε αγγλικά. Εντούτοις, στην συνέχεια της αντεξέτασης του, σε ερώτηση της εκπροσώπου του Κατήγορου, γιατί, εφόσον ένιωσε, ως προαναφέρθηκε, ότι απειλείτο από τον εν λόγω Faisal και τους ΜΚ2 και ΜΚ3, και κατείχε και βίντεο με συμπεριφορά τους, που μπορούσε να το υποστηρίξει, δεν τους κατήγγειλε στην Αστυνομία· αντιλαμβανόμενος ότι, αν οι ισχυρισμοί του ήταν η πραγματικότητα, αυτό θα ήταν το λογικό να είχε πράξει, έσπευσε να δικαιολογηθεί, αναφέροντας ότι το έπραξε. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι, σε μία από τις παρουσιάσεις του στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου Νήσου, -προς συμμόρφωση με όρο εγγύησης που του ετέθη από το Δικαστήριο για την διασφάλιση της παρουσίασης του στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης-, το υπέδειξε σε κάποιο Αστυνομικό, με τον οποίο μάλιστα είχαν και κάποια συνομιλία σχετικά με το κατά πόσο είχε τα τηλέφωνα επικοινωνίας των Faisal, ΜΚ2 και ΜΚ3 ή αν είχε κάποιο διερμηνέα για απόδοση του περιεχομένου του βίντεο στα ελληνικά. Αναφορά του όμως, υποστήριξε περαιτέρω, που δεν απέδωσε, εφόσον δεν είχε, ούτε τα τηλέφωνα επικοινωνίας των Faisal, ΜΚ2 και ΜΚ3, ούτε και κάποιο γνωστό του για την διερμηνεία. Από αυτά, φαίνεται τουλάχιστον ότι, ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου 2, περί του ότι δεν γνωρίζει καθόλου ελληνικά ή αγγλικά, σε επίπεδο που να μπορούσε να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του για την υπεράσπιση του, δεν είναι αληθινός. Ενώ, περιέπεσε και σε μία περαιτέρω αντίφαση, εφόσον, κατά την εξέταση του προηγουμένως, στο Δικαστήριο ανέφερε ότι, με τους ΜΚ2 και ΜΚ3, τον καιρό που ήταν φίλοι, είχαν και τηλεφωνικές επικοινωνίες και άρα κάποιο τηλέφωνο επικοινωνίας τους πρέπει να το είχε υπόψη. 29. Ανειλικρινής, ο Κατηγορούμενος 2, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του, ήταν σχετικά και με το εξής γεγονός, που αφορά στην ταυτότητα του, από τον οποίο ισχυρισμό του, ελέγχεται επίσης, και η ανειλικρίνεια του Κατηγορουμένου 1, με τον οποίο η θέση τους για αυτό, όπως προκύπτει και από την μαρτυρία του τελευταίου κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ήταν κοινή. Στις 14/01/2021, οι διάδικοι από κοινού, παρουσίασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, για την αλήθεια του περιεχομένου της, την κατάθεση του Αστ. XXXXX, του Γραφείου Επιχειρήσεων Αρχηγείου της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης της Αστυνομίας, που ήταν εκ των Αστυνομικών που έλαβαν μέρος στην επιχείρηση της Αστυνομίας της 14ης/10/2020, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η σύλληψης του Κατηγορουμένου 1 σχετικά με αυτή την υπόθεση. Σύμφωνα με τον εν λόγω μάρτυρα, παρών στην οικία του Κατηγορουμένου 1 κατά την εν λόγω ημερομηνία όπου και αυτός συνελήφθη, μεταξύ άλλων, ήταν και o «XXXXX Irfan @ XXXXX, υπήκοος Πακιστάν, ημερομηνία γέννησης 20/XXXXX /XXXXX, αριθμός διαβατηρίου XXXXX8091, αιτητής ασύλου». Δηλαδή, ο Κατηγορούμενος 2, XXXXX Irfan, ο οποίος, είναι γνωστός και ως XXXXX. Πάραυτα, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους, αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αμφισβήτησαν την αλήθεια αυτού του γεγονότος, το οποίο, ως προελέχθη, είχαν ήδη παραδεχθεί ως αληθές, αντιλαμβανόμενοι πολύ καλά, ως είναι προφανές, κατά την εξέλιξη της ακρόασης της υπόθεσης, ότι, άρνησης του, εξυπηρετούσε καλύτερα, ενδεχομένως, στην περίπτωση που ανακολουθία τους αυτή διέφευγε της προσοχής του Δικαστηρίου, την αμφισβήτηση της όποιας εμπλοκής ή ουσιαστικής εμπλοκής του Κατηγορουμένου 2 στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Και τούτο, έχοντας, ως είναι προφανές, κατά νουν, την μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος, στην κατάθεση του προς την Αστυνομία στις 12/10/2020, αναφερόταν στο πρόσωπο που τον παρέλαβε και τον πήρε στο σπίτι του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι, όταν ο διακινητής του από τα Κατεχόμενα τον πέρασε στις αποτελεσματικά ελεγχόμενος στην Δημοκρατία περιοχές, ως τον αδελφό του Κατηγορουμένου 1 XXXXX, και όχι στον ίδιο τον Κατηγορούμενο 2, ονομαστικά. 30. Η προαναφερόμενη μαρτυρία του ΜΚ3, ελέγχει ως κατασκευασμένη, ή τουλάχιστον ως παράλογη, για να μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, και την μαρτυρία των Κατηγορουμένων 1 και 2, σχετικά με τα κίνητρα των ΜΚ2 και ΜΚ3 στο να καταγγείλουν αυτή την υπόθεση στην Αστυνομία. Όπως αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ισχυρίστηκαν κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους, η καταγγελία τους στην Αστυνομία από τους ΜΚ2 και ΜΚ3, ήταν κακόπιστη και υποκινούμενη από τον προαναφερόμενο Faisal. Μάλιστα, όπως ο Κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε, με τον εν λόγω Faisal, υπήρξαν φίλοι και γνωρίζονταν καλά. Το ίδιο ισχυρίστηκε και ο Κατηγορούμενος 2 για τους ΜΚ2 και ΜΚ3. Διερωτάται κάποιος, και είναι λογικό, αποτελεί και απορία του Δικαστηρίου. Έχοντας αυτούς τους ισχυρισμούς των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατά νουν, ποιος ο λόγος, αν πρόθεσης των ΜΚ2 και ΜΚ3, ήταν η ενοχοποίησης του Κατηγορουμένου 2, όπως και των υπολοίπων Κατηγορουμένων 1 και 3, σε κατά φαντασία αδικήματα, ο ΜΚ3, προς υλοποίηση του πλάνου αυτού, αντί να αναφερόταν στην Αστυνομία όταν κατέθετε τους ισχυρισμούς του για τον Κατηγορούμενο 2 με το όνομα του όπως έκανε και με τον Κατηγορούμενο 1, να τον ανέφερε απλά ως XXXXX αδελφό του Κατηγορουμένου 1, αφήνοντας με τον τρόπο αυτό ανοικτό, ακόμη και το ενδεχόμενο, η Αστυνομία, λόγω έλλειψης στοιχείων ταυτότητας του, να μην μπορούσε καν να τον εντοπίσει εξ αρχής για να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του. 31. Κατ' ακολουθία, της προαναφερόμενης εκτίμησης της μαρτυρίας, αξιολογώντας την αποδεκτή μαρτυρία και τα παραδεκτά γεγονότα, καταλήγω με βεβαιότητα στο ότι: (
- i)Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους, -κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο σχετικό κατηγορητήριο τους, ήτοι, τον Φεβρουάριο του έτους 2020, αλλά και κατά την αμέσως προηγούμενη χρονική περίοδο, από Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του έτους 2019, αναλόγως περίπτωσης ΜΚ2 και ΜΚ3-, βοήθησαν τους ΜΚ2 και ΜΚ3, υπήκοος τρίτης χώρας -από το Πακιστάν-, προκειμένου να διαμείνουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των διατάξεων της περί αλλοδαπών και μεταναστεύσεως νομοθεσίας. (
- ii)Ο Κατηγορούμενος 1, ενήργησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, παρέχοντας στους ΜΚ2 και ΜΚ3, έναντι ανταλλάγματος €150 μηνιαίως, ο ίδιος προσωπικά, ή μέσω των Κατηγορουμένων 2 και 3 όταν αυτός απουσίαζε για κάποια περίοδο όταν βρισκόταν στην φυλακή, -με τους οποίους ενεργούσαν ως προς αυτό από κοινού-, στέγαση στην οικία του στο Δάλι και φαγητό, όταν γνώριζε, όπως γνώριζαν για αυτό και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ότι στην Δημοκρατία μετανάστευσαν παράνομα. (iii) Ο Κατηγορούμενος 1, ενήργησε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, στα πλαίσια ενός ευρύτερου σχεδιασμού και ενεργειών από πλευράς του, -σχετικά με την παράνομη αυτή μετανάστευση των ΜΚ2 και ΜΚ3 στην Δημοκρατία και την κατάληξη τους από τα Κατεχόμενα από όπου εισήλθαν στην Δημοκρατία παράνομα στις αποτελεσματικά ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές-, που σκοπό είχε, για την εξασφάλιση από αυτούς νόμιμου καθεστώτος διαμονής στην Δημοκρατία, την υποβολή αιτήσεως από τους ΜΚ2 και ΜΚ3 για να τους παρασχεθεί από την Δημοκρατία πολιτικό άσυλο, όπως και πράγματι έγινε, εν γνώση του ότι, για ένα τέτοιο αίτημα, δεν υπήρχε πραγματικό έρεισμα. (
- iv)Εις αντάλλαγμα των προαναφερόμενων ενεργειών του, ο Κατηγορούμενος 1, πληρώθηκε από κάθε ένα εκ των ΜΚ2 και ΜΚ3, €10.000. (
- v)Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, που είναι αδέλφια με τον Κατηγορούμενο 1, γνώριζαν για τις προαναφερόμενες ενέργειες του Κατηγορουμένου 1 που αφορούσαν τους ΜΚ2 και ΜΚ3. Ο Κατηγορούμενος 2, σε ότι αφορά την περίπτωση του ΜΚ3: (α) με το να τον συναντήσει, κατ' εντολήν του Κατηγορουμένου 1, σε τζαμί στην Λευκωσία, όταν ο διακινητής του από τα Κατεχόμενα τον είχε μόλις περάσει παράνομα στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, και να τον μεταφέρει στην οικία του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι και (β) στην συνέχεια, με το να τον συνοδεύσει, μαζί και με κάποιο άλλο πρόσωπο, για την υποβολή του αιτήματος του για πολιτικό άσυλο, προς την αρμόδια Υπηρεσία Ασύλου της Δημοκρατίας· βοήθησε ενεργά τον Κατηγορούμενο 1, σε ότι αφορούσε την υλοποίηση του προαναφερόμενου ευρύτερου σχεδιασμού του, αναφορικά με την παράνομη μετανάστευση του ΜΚ3 στην Δημοκρατία. Στο βαθμό, βέβαια, που αφορούσε την υποβοήθηση της παράνομης παραμονής του ΜΚ3 στην Δημοκρατία. Και τούτο, επιπρόσθετα των προαναφερόμενων ενεργειών του, που αφορούσαν στην στέγαση και σίτιση των ΜΚ2 και ΜΚ3, στην οικία του Κατηγορουμένου 1 στο Δάλι. 32. Τα προαναφερόμενα ευρήματα μου για τα γεγονότα, δικαιολογούν την καταδίκη των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 για τα αδικήματα στο κατηγορητήριο, που, ως προαναφέρθηκε, τελικώς αντιμετωπίζουν. Κατέληξα, ως προαναφέρθηκε, έχοντας σαφώς κατά νουν, την διερεύνηση που έγινε αυτής της υπόθεσης από πλευράς της Αστυνομίας και των στοιχείων μαρτυρίας που υπάρχουν προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών των ΜΚ2 και ΜΚ3 για τα γεγονότα, και του ότι, ο Κατήγορος, επεδίωξε να αποδείξει την ενοχή των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, για τα αδικήματα στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο τους, βασιζόμενος, σχεδόν αποκλειστικά, στην μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, δεδομένο που επιβάλλει προσοχή. Και αυτό, επειδή, ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, η εν λόγω καταδίκη των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, εξαρτήθηκε, σε μεγάλο βαθμό, από την αποδοχή της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, μόνο των δύο αυτών μαρτύρων. Όντας όμως ικανοποιημένος, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι ΜΚ2 και ΜΚ3 ήταν ειλικρινείς και ακριβείς μάρτυρες στην εκδοχή τους για τα επίδικα γεγονότα, κατέληξα ως προαναφέρθηκε. 33. Προτού ολοκληρώσω, θα σχολιάσω και το κατηγορητήριο των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, στο οποίο, αναλόγως περίπτωσης, μετά και την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης από πλευράς Κατήγορου, τους απάλλαξα και δεν κάλεσα σε απολογία για να προβάλουν υπεράσπιση. Και τούτο, για να υπάρχει ολοκληρωμένο το σκεπτικό του Δικαστηρίου σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση. 34. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, σε αυτή την υπόθεση, αντιμετώπισαν και την κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, που αφορά το αδίκημα της συνομωσίας για την διάπραξη κακουργήματος, του Άρθρου 371 [xv] του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που ο Κατήγορος δίνει για αυτό στο κατηγορητήριο, «οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, κατά ή περί τον Φεβρουάριο του έτους 2020 στη Λευκωσία . συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή υποβοήθηση της παράνομης εισόδου, διέλευσης και παραμονής στη Δημοκρατίου υπηκόου τρίτης χώρας.». 35. Το αδίκημα της συνομωσίας, διαπράττεται όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα, συμφωνούν να υλοποιήσουν την διάπραξη αδικήματος. Η ίδια η συμφωνία για την υλοποίηση της διάπραξης αδικήματος, είναι μία πράξη από μόνη της, που ολοκληρώνει το αδίκημα. Αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος. Δεν απαιτείται υλοποίηση της διάπραξης του αδικήματος για να αποδειχθεί το αδίκημα. Πράξεις κάθε ενός από τα μέρη, κατ' εφαρμογή μίας προφανούς συμφωνίας, μπορούν να παράσχουν την αποδεικτική βάση για να συναχθεί η συνομολόγηση συμφωνίας για την διάπραξη αδικήματος, δεν αποτελούν όμως οι ίδιες συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, από πράξεις των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών, όταν από τα πρωταρχικά γεγονότα που αποδεικνύονται προς ικανοποίηση του, αυτό είναι αναπόφευκτο. Επιπρόσθετα των γεγονότων που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος, πρέπει να αποδειχθεί ότι έκαστος κατηγορούμενος, όταν προσερχόταν στην συμφωνία για την διάπραξη αδικήματος, σκόπευε να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην συμφωνημένη πορεία συμπεριφοράς για την προώθηση του εγκληματικού σκοπού τον οποίο αυτή [η συμφωνημένη πορεία συμπεριφοράς] σκόπευε να επιτύχει. Ότι δηλαδή, σκόπευε να προσέλθει στην συμφωνία και ότι η πρόθεσης του αυτή συνοδευόταν από πρόθεση εκτέλεσης των παράνομων στοιχείων στη συμφωνημένη πορεία συμπεριφοράς, έχοντας ταυτόχρονα γνώση εκείνων των γεγονότων που καθιστούν τον σκοπό της εγκληματικό. Σε αυτά συνίσταται η ένοχη διάνοια για το αδίκημα. 36. Αν και η συνομωσία ως αδίκημα ολοκληρώνεται, όταν γίνεται μία συμφωνία για την διάπραξη αδικήματος, συνεχίζει να υφίσταται, για όσο υπάρχουν δύο ή περισσότερα μέρη, που σκοπεύουν να πραγματοποιήσουν τον σχεδιασμό. Είναι αδίκημα διάρκειας, ή όπως αλλιώς μπορεί να λεχθεί, ένα συνεχιζόμενο αδίκημα. Η συμφωνία συνομωσίας συνεχίζει την λειτουργία της έως ότου εκπληρωθεί δια της ολοκλήρωσης της εκτέλεσης της, ή έως ότου εγκαταλειφθεί ή ματαιωθεί, ή έως ότου άλλως πως τερματιστεί. 37. Όταν δυο συνωμότες συμφωνούν να υλοποιήσουν αρκετούς παράνομους σκοπούς και ένα τρίτο πρόσωπο συμφωνεί μαζί τους να υλοποιήσει μόνο κάποιους από αυτούς τους σκοπούς, υπάρχουν δύο συνομωσίες και όχι μία. Οι αρχικοί συνωμότες είναι μέρη και στις δύο συνομωσίες και το τρίτο πρόσωπο είναι μόνο μέρος στην συνομωσία με τον πιο περιορισμένο σκοπό. Όταν η κατηγορία καταλογίζει μία και μόνο συνομωσία εναντίον όλων των κατηγορουμένων, το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τους κατηγορούμενους ή κάποιους από αυτούς για μία και μόνο συνομωσία. Δεν μπορεί όμως το Δικαστήριο όταν η κατηγορία έχει με αυτό τον τρόπο πλαισιωθεί, να βρει κάποιους από τους κατηγορούμενους ένοχους για συμφωνία να υλοποιήσουν ένα ή περισσότερους από τους παράνομους σκοπούς που δηλώνονται, και άλλους από τους κατηγορούμενους ένοχους για συμφωνία να υλοποιήσουν άλλους από τους παράνομους σκοπούς που δηλώνονται, επειδή κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα είναι εύρημα διαφόρων συνομωσιών σε κατηγορία που προσάπτει μόνο μία. Αυτό φυσικά, δεν σημαίνει ότι όταν ένα πρόσωπο υλοποιήσει ένα από τους αρκετούς παράνομους σκοπούς της συμφωνίας, δεν μπορεί να είναι μέρος της συνομωσίας. Το ερώτημα είναι πάντοτε, κατά πόσο έχει συμφωνήσει στην υλοποίηση όλων των παράνομων σκοπών της συμφωνίας (ώστε οι δικές του πράξεις να υλοποιούν μερικώς αυτούς τους παράνομους σκοπούς) ή κατά πόσο η συμφωνία του περιορίστηκε στην υλοποίηση μέρους μόνο αυτών των παράνομων της σκοπών. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι μέρος στην αρχική συμφωνία για την διάπραξη ποινικού αδικήματος, αλλά μόνο μέρος σε μια άλλη συνομωσία που είχε πιο περιορισμένο σκοπό. Όπως έχει παρατηρηθεί από Εφετείο του Ηνωμένου Βασίλειου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας στην υπόθεση R. V Griffiths [1965] 2 All ER 448: «Τολμούμε να πούμε ότι, πολύ συχνά, αυτή η αρχή ξεχνιέται και κατηγορούμενοι ενώνονται σε μια κατηγορία συνωμοσίας, χωρίς πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία μια κριτική επιτροπή ενόρκων μπορεί να συμπεράνει ότι, το μυαλό τους, ξεπέρασε τη δέσμευση, με ένα ή περισσότερα άλλα άτομα, με μία ή περισσότερες συγκεκριμένες πράξεις φέρεται εναντίον τους κατά τις ουσιαστικές κατηγορίες, ή ξεπέρασε τη συνωμοσία να κάνει μια συγκεκριμένη πράξη ή πράξεις.». [xvi]. 38. Στην προκείμενη περίπτωση, ως η υπό συζήτηση κατηγορία είχε πλαισιωθεί από τον Κατήγορο, καταλόγιζε στους Κατηγορουμένους 1, 2 και 3, συνομωσία «να υποβοηθήσουν την παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στην Δημοκρατία, υπηκόου τρίτης χώρας», για την οποία, ως έκρινα κατά το στάδιο αμέσως μετά την δήλωση από πλευράς του Κατήγορου της ολοκλήρωσης της παρουσίασης της υπόθεσης του, δεν υπήρχε μαρτυρία για πράξεις των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3 από τις οποίες η συνομολόγηση της μπορούσε αναπόφευκτα να συναχθεί. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ο Κατήγορος, δεν παρουσίασε μαρτυρία από την οποία θα μπορούσε, ως προαναφέρθηκε, αναπόφευκτα να συναχθεί ότι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 συνωμότησαν, όχι απλά να υποβοηθήσουν την παράνομη παραμονή στην Δημοκρατία υπηκόου τρίτης χώρας, αλλά ότι συνωμότησαν να υποβοηθήσουν την παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στην Δημοκρατία, υπηκόου τρίτης χώρας. 39. Τέτοια συμπεράσματα γεγονότων από το Δικαστήριο, δηλαδή, ευνοϊκά για την υπόθεση του κατήγορου, μπορούν να συναχθούν από την άμεση μαρτυρία που προσκομίζεται κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Βασίζονται στην κοινή λογική και προέρχονται κατόπιν συλλογισμού από συνδυασμό αποδεδειγμένων γεγονότων. Λόγω του ότι, σε μία ποινική υπόθεση, ως προαναφέρθηκε, η ενοχή του κατηγορουμένου, πρέπει να αποδειχθεί από τον κατήγορο προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο οφείλει να είναι πολύ προσεχτικό σχετικά με τα όποια συμπεράσματα συνάγει για τα επίδικα γεγονότα. Κάθε πιθανό συμπέρασμα, πρέπει να εξετάζεται, ώστε να διασφαλίζεται ότι, το συμπέρασμα που τελικά συνάγεται, υπό τις περιστάσεις, είναι εύλογο και δικαιολογημένο. Για να είναι εύλογο και δικαιολογημένο το Δικαστήριο να συνάγει κάποιο γεγονός, αυτό πρέπει να στηρίζεται σε κάτι περισσότερο από απλή εικασία. Δεν εναπόκειται, βεβαίως, στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, να αποδείξει ότι κάποιο συμπέρασμα, εκτός από αυτό της ενοχής, συνάγεται από τα γεγονότα, ή να αποδείξει συγκεκριμένα γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν τέτοιο συμπέρασμα για τα γεγονότα. Αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει ό,τι προκύπτει από την μαρτυρία προς όφελος του κατηγορουμένου. 40. Στην προκείμενη περίπτωση, ως προελέχθη, από την προσκομισθείσα κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρία, ειδικότερα αυτήν των ΜΚ2 και ΜΚ3 που είναι σχετική, δεν θα ήταν εύλογο και δικαιολογημένο, το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, συνωμότησαν για τον προαναφερόμενο συγκεκριμένο παράνομο σκοπό. 41. Στην βάση της προαναφερόμενης αρχής του δικαίου της απόδειξης, κατέληξα να απαλλάξω, κατά το προαναφερόμενο στάδιο, τους Κατηγορουμένους 2 και 3, από την κατηγορία με αρ. 4 στο κατηγορητήριο, -η οποία τους προσάχθηκε από κοινού και με τον Κατηγορούμενο 1-, που αφορά το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, του Άρθρου 4
(1)(α)(iii) του Νόμου 188(I)/2007, εφόσον, στην απουσία μαρτυρίας από πλευράς του Κατήγορου, ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, για να υποβοηθήσουν την παράνομη παραμονή των ΜΚ2 και ΜΚ3 στην Δημοκρατία, πληρώθηκαν από κάθε ένα από αυτούς €10.000, η εξαγωγή εντός τέτοιου συμπεράσματος, ευνοϊκού για την υπόθεση του Κατήγορου από το Δικαστήριο, θα ήταν παράλογη και αδικαιολόγητη. Σύμφωνα με την μαρτυρία των ΜΚ2 και ΜΚ3, σημειώνω, για το συγκεκριμένο χρηματικό αντάλλαγμα, συμφώνησαν, σχετικά με τα όσα προαναφέρθηκαν, με τον Κατηγορούμενο 1, στον οποίον και τελικά το κατέβαλαν, χωρίς να γίνει, για το προκείμενο, καμία αναφορά στους Κατηγορουμένους 2 και
- Τέλος, σύμφωνα με την μαρτυρία της ΜΚ4, ο Κατηγορούμενος 1, λόγω της προσφυγής με αρ. 357/2019, που στις 08/11/2019 υπέβαλε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, εναντίον της απόφασης της διοίκησης να του απορρίψει αίτημα του προς την Δημοκρατία για να του παρασχεθεί πολιτικό άσυλο, -η οποία βρίσκεται σε εκκρεμότητα-, αλλά και της χρονικής περιόδου που είχε σύμφωνα με τον Νόμο ως προθεσμία για την καταχώρισης προσφυγής εναντίον της, κατά την χρονική περίοδο μεταξύ της 16ης/10/2019 και της 14ης/10/2020 που αφορά το αδίκημα της 5ης κατηγορίας στο κατηγορητήριο που του καταλογιζόταν από τον Κατήγορο, ήτοι της παράνομης παραμονής στην Δημοκρατία χωρίς άδεια από τον Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μεταναστεύσεως, στην Δημοκρατία βρισκόταν νόμιμα. Εξ ου και απαλλαγή και αθώωσης του από αυτήν, όταν ο Κατήγορος δήλωσε στο Δικαστήριο την ολοκλήρωση της παρουσίασης της υπόθεσης του.
- Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι, ο Κατήγορος, έχει επιτύχει την απόδειξη της υπόθεσης του εναντίον των Κατηγορουμένων 1, 2 και 3, στον απαιτούμενο βαθμό, γι' αυτό και τους καταδικάζω, έκαστο στα αδικήματα που εισαγωγικά έχει αναφερθεί ότι αντιμετώπισαν τελικώς σε αυτή την υπόθεση, και για τα οποία δεν έχουν ήδη καταδικαστεί από το Δικαστήριο λόγω της δικής τους παραδοχής.
- Θα προχωρήσω με την διαδικασία της επιβολής ποινής. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 19Α
(2)του Κεφ. 105, προνοεί: «Πρόσωπο το οποίο με πρόθεση και με σκοπό την αποκόμιση κέρδους βοηθά υπήκοο τρίτης χώρας προκειμένου να διαμείνει στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος μέλος, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή της οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα οκτώ χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.». [ii] Το Άρθρο 4 του Νόμου 188(I)/2007 προνοεί: «
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, προβαίνει σε οποιασδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες: (
- i)Μετατρέπει, μεταβιβάζει, ή μετακινεί τέτοια περιουσία με σκοπό να αποκρύψει ή, να συγκαλύψει την παράνομη προέλευσή της ή να παράσχει με οποιοδήποτε τρόπο βοήθεια σε πρόσωπο το οποίο είναι αναμιγμένο στη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος για να προβεί το πρόσωπο αυτό σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πράξεις και ενέργειες ή άλλως ενεργεί για να αποφύγει τις νομικές συνέπειες των πράξεων και ενεργειών του˙ (
- ii)αποκρύπτει ή συγκαλύπτει την αληθή φύση, την πηγή, τον τόπο, τη διάθεση, την κίνηση, τα δικαιώματα σε σχέση με περιουσία ή με την κυριότητα αυτή˙ (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία˙ (
- iv)συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνωμοτεί για να διαπραχθεί, ή αποπειράται να διαπράξει και παρέχει συνδρομή και βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω˙ (
- v)παρέχει πληροφορίες σχετικά με έρευνες που γίνονται για νομιμοποίηση εσόδων γενεσιουργού αδικήματος με σκοπό να δυνηθεί το πρόσωπο που αποκόμισε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος να διατηρήσει τα έσοδα ή τον έλεγχο των εσόδων από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ
(500000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ
(50000)ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) Δεν έχει καμιά σημασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκημα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων· (β) τα αδικήματα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις· (δ) δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα, από το οποίο προήλθαν έσοδα· (ε) δεν απαιτείται να αποδειχθεί η ταυτότητα του προσώπου που διέπραξε το γενεσιουργό αδίκημα από το οποίο προήλθαν τα έσοδα.». [iii] Ο Κατηγορούμενος 3, αντιμετωπίζει επιπρόσθετα, και τις κατηγορίες με αρ. 6 και 7 στο κατηγορητήριο, που αφορούν, αντιστοίχως, τα αδικήματα της εισόδου στην Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι και της απαγορευμένης μετανάστευσης, βάσει διατάξεων του Κεφ. 105, στις οποίες έχει, εξ αρχής της εκδίκασης της υπόθεσης, δηλώσει την παραδοχή του. [iv] Εκτός συγκεκριμένων περιπτώσεων, που εξαιρούνται από τον γενικό αυτό κανόνα, που δεν τυγχάνει κάποια εφαρμογής σε αυτή την υπόθεση. Βλ. Ιωάννου, κ. α. ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [v] «Liberato direction»: Βλ. Liberato v The Queen
(1985)159 CLR 507 (βλ. τον δικαστικό λόγο του Brennan J.) και De Silva v The Queen [2019] HCA 48. Αμφότερες αποφάσεις Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστραλίας. Στην υπόθεση R v Anderson
(2001)127 A Crim R 116 (Εφετείου Νέας Νότιας Ουαλίας Αυστραλίας), η εν λόγω οδηγία, διατυπώθηκε ως εξής στους ενόρκους -υιοθετήθηκε και στην Johnson v Western Australia
(2008)186 A Crim R 531 (Εφετείου Δυτικής Αυστραλίας)-: «First, if you believe the evidence of the accused, obviously you must acquit. Second, if you find difficulty in accepting the evidence of the accused, but think that it might be true, then you must acquit. Third, if you do not believe the accused, then you should put his testimony to one side. The question will remain; has the Crown, upon the basis of evidence that you do accept, proved the guilt of the accused beyond reasonable ground?». Οδηγία σχετιζόμενη με αρχή στο δίκαιο της απόδειξης, που αποτελεί νομολογία και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική, μεταξύ άλλων, είναι η υπόθεση Charitonos, a. o. v Republic
(1971)2 C.L.R. 40, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μία εκτενή ανάλυση του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459, για το προκείμενο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με μια έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), η αθώωση είναι αναπόφευκτη ...». [vi] Σε αντίθεση, βέβαια, με τα αποδεικτικά στοιχεία, που δεν απαιτείται η απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά απλά να έχουν καθαρά αποδειχθεί προτού θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα. [vii] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. [viii] Σημειώνεται, εδώ, ότι, ο Κατηγορούμενος 2, εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο κατά την ακροαματική διαδικασία, όχι εξ αρχής, αλλά μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας της ΜΚ1, την οποία, ως παρατηρείται, όπως και ο Κατηγορούμενος 3, δεν αντεξέτασε. [ix] Βλ. τα αναφερόμενα από τον έντιμο, πρώην Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Γεωργίου ν Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138.: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [x] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [xi] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου) [xii] Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία. Βλ Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Ουλούπη ν Χρίστου κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ.
- [xiii] R. May, Criminal Evidence, 4η έκδοση, στην παράγραφο 23-23: «
- The cross-examining party should put as much of his own case as concerns the witness to him. Thus, if the cross-examining party intends to adduce evidence which contradicts evidence given by the witness, he should put his version to the witness, so that the witness may have the opportunity of explaining the contradiction. If a party fails to do this, he is generally taken to have accepted the witness's evidence. ...». (η υπογράμμιση είναι δική μου). [xiv] Βλ. επίσης Πιριλλίδη ν Δήμος Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, 11/12/2017 και Corina Snacks Ltd v Ορφανίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2015, 29/05/
- [xv] Το Άρθρο 371 του Κεφ. 154 προνοεί: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειμένου για κακούργημα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.». [xvi] R. V Griffiths [1965] 2 All ER 448: «We venture to say that far too often this principle is forgotten and accused persons are joined in a charge of conspiracy without any real evidence from which a jury may infer that their minds went beyond committing with one or more other persons the one or more specific acts alleged against them in the substantive counts, or went beyond conspiracy to do a particular act or acts.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο