← Κύπρος

SHARELINK SECURITIES & FINANCIAL SERVICES LTD ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΟΖΩΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1157/17, 7/4/2021

SHARELINK SECURITIES & FINANCIAL SERVICES LTD ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΟΖΩΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1157/17, 7/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B65 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1157A/17 SHARELINK SECURITIES & FINANCIAL SERVICES LTD Παραπονούμενη -εναντίον- XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΟΖΩΤΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα. Σιαμμούτη για Μαρίνα Α. Σιαμμούτη Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενο: κα. Θεοδώρου για Ηρακλής Ν. Κυριακίδης ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της έκδοσης ισάριθμων επιταγών άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, και των συναφών τροποποιήσεων του. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος έκαστης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις εν λόγω κατηγορίες ως ο εκδότης των πιο πάνω επιταγών της ΣΠΕ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, υπ' αριθμό XXXXX9655 και XXXXX9617, ύψους €51.084,65 και €100.000 αντίστοιχα (οι «Επιταγές»), οι οποίες εκδόθηκαν σε όφελος της Παραπονούμενης και οι οποίες, όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο πέραν των 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Δεν θα επιχειρήσω να αναφερθώ στο περιεχόμενο της μαρτυρίας των προσώπων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον κάτι τέτοιο κρίνω ότι είναι αχρείαστο και αντιπαραγωγικό, ιδιαίτερα σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της δίκης όπου το Δικαστήριο προβαίνει σε μια προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, τονίζοντας ταυτόχρονα το αυτονόητο, ότι δηλαδή το σύνολο της μαρτυρίας, προφορικής και γραπτής, παρά την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς, το έχω διεξέλθει, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937 και Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α., ECLI:CY:AD:2016:B555, Ποιν. Έφεση 121/2014 ημ. 16/12/2016). Ό,τι, συνοπτικά, χρειάζεται να λεχθεί σε αυτό το στάδιο είναι ότι, για να αποδείξει την υπόθεσής της, η Παραπονούμενη κάλεσε δύο μάρτυρες, τον Λοΐζο Λοΐζου, διευθυντή της Παραπονούμενης (Μ.Κ.1) και την Ζωή Γεωργιάδη, τραπεζική υπάλληλο (Μ.Κ.2), κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν συνολικά 19 Τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 15 και 16). Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Παραπονούμενη, η συνήγορος του Κατηγορούμενου, στη βάση των προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ώστε το Δικαστήριο να τον καλέσει σε απολογία. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος (δηλαδή εκείνο της έκδοσης των Επιταγών και της παρουσίασης τους στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν), ούτε αποδείχθηκε ο χρόνος που εκδόθηκαν οι Επιταγές αλλά ούτε και η ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος για το οποίο, κατ' ισχυρισμό, εκδόθηκαν. Στην αντίπερα όχθη, η συνήγορος της Παραπονούμενης, επιχειρηματολογώντας, προέβαλε ότι, μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ώστε να δικαιολογείται η κλήση του σε απολογία. Οι αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά γνωστές και συνοψίζονται στις υποθέσεις Azinas and Another v. Police
(1981)2 CL.R. 9, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Denickom Enterprises Ltd v. Savva Nikiforou Trading Co Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2018:B227, Ποιν. Έφεση 299/2015 ημ. 14/5/2018, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Συνοπτικά, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, είναι δυνατή η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο μόνο εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) όταν, από την αντικειμενική θεώρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος∙ ή (β) όταν η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη, σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή, κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Το αποδεικτικό βάρος που φέρει στο στάδιο αυτό η κατηγορούσα αρχή δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Σε αυτό το στάδιο είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως η οποία, γενικά και αντικειμενικά θεωρούμενη, δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (σε αντίθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δικής). Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)Α.Α.Δ. 9). Ο δε κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Στην υπόθεση Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B767, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015 αναφέρθηκε ότι: «Όπως πλειστάκις νομολογήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ο όρος «εκ πρώτης όψεως» υποδηλώνει προκαταρκτική θεώρηση των πραγμάτων, γι' αυτό και ο όρος χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 και Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας, ανωτέρω). Περαιτέρω, το δικαστήριο στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης δεν προβαίνει κατά κανόνα σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και δεν υπεισέρχεται σε θέματα πειστικότητας μαρτυρίας, εκτός και αν η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται παντελώς πειστικότητας, ώστε κανένα δικαστήριο να μην μπορεί να στηριχθεί σ' αυτήν (βλ. Azinas and Another v. Police
(1981)2 CLR 9). Τα πάντα σ' αυτό το στάδιο της δίκης θα πρέπει να έχουν αντικειμενικό έρεισμα, γι' αυτό εξάλλου και απαιτείται από τη νομολογία ότι για να μην κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία θα πρέπει η μαρτυρία να ήταν τέτοια που κάθε «λογικό δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα.» Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154, από τις πρόνοιες του οποίου[1], σε συνδυασμό με την σχετική επί του θέματος νομολογία (βλ. Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.16), προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής.
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των δυο πλευρών υπό το φως των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως σε συσχετισμό με τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο και την προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, στον επιτρεπτό πάντοτε βαθμό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνω ότι η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως θεωρούμενη (on the face of it) και χωρίς την με οποιοδήποτε τρόπο υποκειμενική και εις βάθος αξιολόγησή της ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων ή τη βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί, στοιχειοθετεί, εκ πρώτης όψεως, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης και 2ης κατηγορίας. Συνακόλουθα και έχοντας υπόψη την επί του προκειμένου σχετική νομολογία (Καΐκη ν. Kombos Investments Ltd κ.α.
(2012)2 Α.Α.Δ. 835, Ζιττή ν. Οργάνωση Παραγωγών Συνεργατική Εταιρεία Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λύσης Λτδ Ποιν. Έφεση 272/15 ημ. 4/3/2016, VBH (CYPRUS) LTD v. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 204/2014, ημ. 28/11/2017 και Corina Snacks Limited v. Ορφανίδη Ποιν. Έφεση 212/2015, ημ. 29/5/2018), δεν ευσταθεί η εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση λόγω μη στοιχειοθέτησης των συστατικών στοιχείων της έκδοσης των Επιταγών και της παρουσίασης τους στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, καθ' ότι: (α) υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου η μαρτυρία που παρουσίασε ο διευθυντής της Παραπονούμενης (Μ.Κ.1), η οποία συνδέει τις Επιταγές με χρέος του Κατηγορούμενου στην Παραπονούμενη. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την μαρτυρία που παρουσίασε ο Μ.Κ.1, οι Επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν προς την Παραπονούμενη, έναντι αντίστοιχου υπολοίπου οφειλής του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη, η οποία προέρχεται από συμβάσεις παροχής επενδυτικών ή και άλλων υπηρεσιών, (β) στο μέρος του εκδότη των Επιταγών (Τεκμήρια 15 και 16) αναφέρεται το όνομα του Κατηγορούμενου και επί αυτών υπάρχουν σφραγίδες (οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)Κεφ. 154, δημιουργούν μαχητό τεκμήριο για το λόγο που δεν πληρώθηκε μια επιταγή) στις οποίες φαίνεται ότι αυτές επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, (γ) υπάρχει μαρτυρία από υπάλληλο της Τράπεζας (Μ.Κ.2), κατά την οποία ο Κατηγορούμενος διατηρούσε στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν οι Επιταγές τον τραπεζικό λογαριασμό από τον οποίο αυτές εκδόθηκαν (Τεκμήριο 17) και, από την εν λόγω μαρτυρία, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι Επιταγές εμφανίστηκαν επί του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος στις 15/2/2017 και επιστράφηκαν απλήρωτες την επομένη (16/2/2017) λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και όχι λόγω της μη αναγνώρισης του εκδότη του (της υπογραφής του). Ούτε ευσταθεί η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία επειδή δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αναφορικά με τον χρόνο έκδοσης των Επιταγών ή επειδή δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη νομίμου ανταλλάγματος όσον αφορά την έκδοση των Επιταγών. Αφενός, σε ότι αφορά το ζήτημα του χρόνου της έκδοσης των Επιταγών, αυτό δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 ώστε να επηρεάζει το ζήτημα που εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή εκείνο της διάπραξής του από τον εκδότη της επιταγής (βλ. την (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, ECLI:CY:AD:2015:B707, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015). Αφετέρου, δεν μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο, χωρίς μάλιστα την εις βάθος και υποκειμενική αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, η θέση της υπεράσπισης αναφορικά με την ύπαρξη ανταλλάγματος για την έκδοση των Επιταγών, τη στιγμή που υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία, εξ όψεως πάντοτε θεωρούμενη, υποδεικνύει το αντίθετο και δεδομένου, περαιτέρω, ότι το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, η δε έλλειψη αντιπαροχής είναι ζήτημα που, εάν υφίσταται, θα μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση για τον Κατηγορούμενο (βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, Δρούγκα ν. Μάριου, ECLI:CY:AD:2019:B454, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019). Καταληκτικά, υπάρχει μαρτυρικό υλικό και άλλα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να δικαιολογείται η κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία εφόσον, μετά την προκαταρκτική θεώρηση τους, στοιχειοθετείται υπόθεση «εκ πρώτης όψεως», όπως ο όρος αυτός αντιδιαστέλλεται από την τελική θεώρηση της με κριτήριο πλέον την απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Είναι σε εκείνο το τελικό στάδιο που το Δικαστήριο θα κληθεί να θεωρήσει την υπόθεση στην ολότητά της, να αξιολογήσει το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, να εκτιμήσει την αξία και τη δύναμή της, να συνεκτιμήσει κάθε σχετικό παράγοντα, να προβεί στα αναγκαία ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα και να αποφασίσει επί του ορθού τότε κριτηρίου (βλ. VBH (CYPRUS) LTD, ανωτέρω). Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του. (Εξηγούνται στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματά του) (Υπ)......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.