GLAFKOS MAVROS AUTOSERVICES LTD ν. ΛΟΡΔΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:1456/2017, 15/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B68 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1456/2017 GLAFKOS MAVROS AUTOSERVICES LTD Παραπονούμενη -εναντίον- XXXXX ΛΟΡΔΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2021 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κ. Ιωάννου Για Κατηγορούμενο: κ. Μπίσσας με κα. Μιτίδου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος, κατά ή περί την 10/10/2017, εξέδωσε και παρέδωσε έναντι νομίμου ανταλλάγματος προς την Παραπονούμενη την επιταγή υπ' αριθμό 94896764 ημερομηνίας 10/10/2017 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €2.500 (στο εξής η «Επιταγή») η οποία αφού εμφανίστηκε στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε επειδή ο Κατηγορούμενος χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε την μη εξόφληση και η Επιταγή επιστράφηκε με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» και παρέμεινε απλήρωτη μέχρι σήμερα. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Προσαχθείσα Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της, η Παραπονούμενη κάλεσε δύο μάρτυρες. Ο πρώτος ήταν ο κ. XXXXX Μαύρος (Μ.Κ.1), διευθυντής της Παραπονούμενης, ο οποίος υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και ο οποίος κατέθεσε κατά τη μαρτυρία του τα Τεκμήρια 1 - 10, μεταξύ των οποίων και την Επιταγή (Τεκμήριο 8). Ο δεύτερος ήταν ο κ. Μιχάλης Στυλιανού, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, ο οποίος κατά την μαρτυρία του κατέθεσε το Τεκμήριο 11, το περιεχόμενο του οποίου έγινε παραδεκτό από την υπεράσπιση για την αλήθεια του περιεχομένου του. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Παραπονούμενης, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως για την προώθηση της υπεράσπισης του, υιοθετώντας γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 12 -
- Κάλεσε, επίσης, και τρεις μάρτυρες υπεράσπισης, τον κ. XXXXX Κοσμίδη (Μ.Υ.2), ο οποίος κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε το Τεκμήριο 15, τον κ. XXXXX Χατζηφιλίππου (Μ.Υ.3) ο οποίος κατέθεσε τα Τεκμήρια 16 - 20 και τον κ. XXXXX Χατζηιωσήφ (Μ.Υ.4). Ο Μ.Κ.1 είναι ο μοναδικός αξιωματούχος της Παραπονούμενης εταιρείας, η οποία ασχολείται με την επιδιόρθωση και επισκευή αυτοκινήτων και η οποία διατηρεί συνεργείο στη Βιομηχανική περιοχή Λακατάμιας. Ήταν το πρόσωπο που είχε άμεση επαφή με τον Κατηγορούμενο πριν, κατά αλλά και μετά την έκδοση της Επιταγής. Μαρτύρησε για το λόγο που εκδόθηκε η Επιταγή, ο οποίος ήταν για την εξόφληση μέρους της αμοιβής και των εξόδων της Παραπονούμενης, συνολικού ύψους €6.500, που προέκυψαν από την επισκευή της μηχανής του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου μάρκας Porsche με αριθμούς εγγραφής XXXXX62 (στο εξής το «Αυτοκίνητο»), το οποίο, όπως ανέφερε, μεταφέρθηκε στο συνεργείο της Παραπονούμενης με τη μηχανή διαλυμένη αφού τα περισσότερα εξαρτήματα της είχαν καταστραφεί, καθ' ότι δεν υπήρχε λάδι στην μηχανή. Όπως είπε, αφού το Αυτοκίνητο επισκευάστηκε, ο Κατηγορούμενος το παρέλαβε στις 7/8/2017, εκφράζοντας μάλιστα την ευαρέσκειά του για τη δουλεία που έκαναν σε αυτό. Όπως, περαιτέρω, ανέφερε, πριν την παράδοση του Αυτοκινήτου, ο Κατηγορούμενος το οδήγησε για 20 περίπου λεπτά αναφέροντάς του ότι το βρήκε σε άριστη κατάσταση και, σε διάφορες ερωτήσεις που του έκανε, ο Κατηγορούμενος του απαντούσε ότι δεν έχει καμία παρατήρηση και ότι όλα του φαίνονταν σε εξαιρετική κατάσταση. Για την εξόφληση της πιο πάνω οφειλής (€6.500), ο Κατηγορούμενος εξέδωσε προς την Παραπονούμενη τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, μεταξύ των οποίων και την επίδικη με ημερομηνία πληρωμής την 10/10/
- Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 7/8/2017, ο Μ.Κ.1 έδωσε στον Κατηγορούμενο γραπτή εγγύηση χρονικής διάρκειας ενός έτους ή 15.000km (Τεκμήριο 3), η οποία αφορούσε όλα τα εσωτερικά κινούμενα μέρη και εξαρτήματα της μηχανής τα οποία είχαν αντικατασταθεί με καινούρια. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος υπέγραψε και του παρέδωσε μια δήλωση ημερομηνίας 7/8/2017 που είχε ετοιμαστεί από τον δικηγόρο της Παραπονούμενης, με την οποία ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει ελέγξει το Αυτοκίνητο, το οποίο παραλαμβάνει πλήρως επισκευασμένο, δεν έχει κανένα παράπονο ή απαίτηση και αναγνωρίζει ότι αυτό βρίσκεται σε άριστη κατάσταση, συμφωνώντας παράλληλα να πληρώσει το ποσό των €6.500 με τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές (Τεκμήριο 4). Αναφέρθηκε επίσης στην επικοινωνία που είχε με τον Κατηγορούμενο ενόσω βρισκόταν για διακοπές στο εξωτερικό (την οποία τοποθετεί γύρω στις 20/8/2017), όπου ο Κατηγορούμενος τον ενημέρωσε ότι θα σταματούσε την πληρωμή των πιο πάνω επιταγών λόγω κάποιου θορύβου που άκουγε στην μηχανή, στην αλληλογραφία που ακολούθησε μέσω των δικηγόρων τους (Τεκμήρια 5 - 7) και στο τι έγινε κατά την επίσκεψη του στις 7/9/2017 σε ένα συνεργείο στην Αλάμπρα, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα των τότε δικηγόρων του Κατηγορούμενου, σημειώνοντας επίσης ότι όταν η Επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για πληρωμή, επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής» και ολόκληρο το ποσό της Επιταγής παραμένει οφειλόμενο. Αντεξεταζόμενος, διαφώνησε έντονα με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι την ημέρα που ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το Αυτοκίνητο από το συνεργείο ακουγόταν κάποιος θόρυβος στην μηχανή και ότι, όταν του υπεδείχθη ο θόρυβος αυτός από τον Κατηγορούμενο, τον διαβεβαίωσε ότι ο εν λόγω θόρυβος οφείλεται στο ότι είχε εγκαταστήσει συγκεκριμένο μηχάνημα για να ρυθμιστεί ο εγκέφαλος της μηχανής του Αυτοκινήτου και ότι θα σταματούσε στον πρώτο ένα χρόνο ή στα πρώτα 10.000 km, αναφέροντας επίσης ότι αυτά πρόκειται για ασυνάρτητους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου που προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την επικοινωνία που είχαν ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό, ώστε ο Κατηγορούμενος να αποφύγει την πληρωμή των επιταγών. Επέμεινε ότι όλα τα εξαρτήματα της μηχανής του Αυτοκινήτου τα είχε αντικαταστήσει με καινούρια, όπως αναφέρεται και στην εγγύηση που δόθηκε (Τεκμήριο 3) και διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε να υπογράψει τη δήλωση (Τεκμήριο 4) ώστε να παραλάβει το Αυτοκίνητο, το οποίο, όπως εξήγησε, βρισκόταν για 2 χρόνια στο συνεργείο της Παραπονούμενης εξ υπαιτιότητας του Κατηγορούμενου, ο οποίος καθυστερούσε να αποφασίσει για την επισκευή του και επειδή δεν έφερνε τα χρήματα που του ζητούσε ο Μ.Κ1 για την αγορά των εξαρτημάτων που χρειάζονταν για την επισκευή του Αυτοκινήτου. Αρνήθηκε επίσης ότι, για την επισκευή του Αυτοκινήτου, πληρώθηκε αρχικά από τον Κατηγορούμενο το ποσό των €5.500 και υποστήριξε ότι, πέραν του ποσού των €1.000 που ο Κατηγορούμενος είχε πληρώσει 6 με 8 μήνες πριν την επισκευή του Αυτοκινήτου έναντι προπληρωμένων εξαρτημάτων της μηχανής, δεν πληρώθηκε από αυτόν οποιοδήποτε άλλο ποσό και ήταν μετά από την πληρωμή του εν λόγω ποσού που ο Κατηγορούμενος άρχισε να γίνεται πολύ πιεστικός για την παράδοση του Αυτοκινήτου, αποστέλλοντας του στο κινητό του στις 20/4/2017 ένα μήνυμα με το οποίο του ζήτησε ενημέρωση για το Αυτοκίνητο και με το οποίο του ανέφερε ότι η αξία του Αυτοκινήτου έχει υποστεί σημαντική μείωση με την πάροδο του χρόνου και ότι όσο είναι ακινητοποιημένο υπόκειται και σε άλλες ζημιές (Τεκμήριο 13). Διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι ο λόγος που εκδόθηκαν μεταχρονολογημένες οι επιταγές ήταν για να βεβαιωνόταν ο Κατηγορούμενος ότι δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με τη μηχανή του Αυτοκινήτου μετά την παράδοσή του, επαναλαμβάνοντας ότι ο λόγος που εκδόθηκαν οι επιταγές μεταχρονολογημένες ήταν επειδή ο Κατηγορούμενος του είπε κατά την παράδοση του Αυτοκινήτου ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή αδυνατούσε να τον πληρώσει και ήταν εκείνος που τον παρακάλεσε να πληρώσει την οφειλή με τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές που θα είχαν χρονική απόσταση 3 μηνών η μία από την άλλη διότι ανέμενε κάθε τριμηνία την είσπραξη ενοικίων από κάποιο κτίριο που ενοικίαζε στον Φ.Π.Α. Ο Μ.Κ.2 είναι διευθυντής της Υπηρεσίας Δικαστικών Λειτουργών της Τράπεζας Κύπρου. Μαρτύρησε ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο που εκδόθηκε η Επιταγή, ήταν πελάτης της Τράπεζας Κύπρου και παρουσίασε δέσμη εγγράφων που αφορούν την εν λόγω Επιταγή, τα οποία εκ συμφώνου κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 11 για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Όπως εξήγησε με αναφορά στο Τεκμήριο 11, η πληρωμή της Επιταγή ανακλήθηκε κατόπιν γραπτών οδηγιών του Κατηγορούμενου που δόθηκαν στην Τράπεζα στις 18/8/2017 και οι οποίες εκτελέστηκαν από την Τράπεζα την ίδια ημέρα. Όπως περαιτέρω προκύπτει από τις οδηγίες ανάκλησης (Τεκμήριο 11), ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την Τράπεζα να σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής «λόγω σοβαρών διαφορών με τον δικαιούχο XXXX Μαύρο». Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι επειδή περί τον Ιανουάριο του 2015 η μηχανή του Αυτοκινήτου είχε σπάσει, το μετέφερε με γερανό στο συνεργείο της Παραπονούμενης για επιδιόρθωση. Ο Μ.Κ.1 τον ενημέρωσε ότι θα μπορούσε να επιδιορθώσει τη μηχανή και συμφώνησαν ότι το κόστος για την επιδιόρθωσή της θα ανερχόταν στο ποσό των €12.000, το οποίο αφορούσε την αγορά εξαρτημάτων της μηχανής και τα εργατικά για την επιδιόρθωσή της. Όπως είπε, τον παρακάλεσε να προχωρήσει αμέσως με την επιδιόρθωση της μηχανής και να του επιστρέψει το Αυτοκίνητο το συντομότερο. Υποστήριξε ότι σε κάποιο χρονικό σημείο είχε πληρώσει, με δύο δόσεις, το συνολικό ποσό των €5.500, ως προκαταβολή για την αγορά εξαρτημάτων της μηχανής, όπως του είχε ζητήσει ο Μ.Κ.1, για τα οποία δεν θεώρησε αναγκαίο να ζητήσει απόδειξη επειδή το Αυτοκίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του, επειδή τα χρήματα αυτά αφορούσαν εξαρτήματα της μηχανής και όχι εργατικά και επειδή εμπιστευόταν τον Μ.Κ.1, ο οποίος του είχε επιδιορθώσει στο παρελθόν και ένα άλλο αυτοκίνητο. Υποστήριξε περαιτέρω ότι καλούσε επανειλημμένα τον Μ.Κ.1, ζητώντας ενημέρωση για την επισκευή του Αυτοκινήτου, και επειδή δεν είχε γνώσεις μηχανικής, εμπιστεύτηκε τον Μ.Κ.1 ότι θα του παρέδιδε το Αυτοκίνητο σύντομα και επιδιορθωμένο, κάνοντας υπομονή και ευελπιστώντας ότι θα επιδιορθωθεί. Αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενο των μηνυμάτων που είπε ότι έστειλε στο κινητό του Μ.Κ.1 στις 20/4/2017, 14/8/2017 και 23/8/2017 (Τεκμήριο 13), σημειώνοντας ότι αρχές Αυγούστου 2017 έγινε επίμονος για την επιστροφή του Αυτοκινήτου, οπότε και ο Μ.Κ.1 του είπε να το παραλάβει στις 7/8/
- Εκείνη την ημέρα, επισκέφθηκε το συνεργείο της Παραπονούμενης όπου ο Μ.Κ.1 του ανέφερε ότι το Αυτοκίνητο ήταν έτοιμο, η μηχανή είχε επιδιορθωθεί πλήρως και ότι ήταν ξανά καινούριο. Ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε, όπως είπε, για το θόρυβο που άκουγε να κάνει η μηχανή του Αυτοκινήτου τόσο πριν το οδηγήσει για να ελέγξει την κατάστασή του όσο και μετά που το οδήγησε για 5 περίπου λεπτά μαζί με τον Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.1 του ανέφερε αρχικά ότι είχε τοποθετήσει κάτι στην μηχανή για να μετρά τις στροφές της ενώ μετά από λίγο του είπε για να ρυθμίσει τον εγκέφαλο της μηχανής και ότι αυτός ο θόρυβος δεν ήταν σοβαρός, ήταν δικαιολογημένος και ότι θα αφαιρούσε αυτό που τοποθέτησε στη μηχανή στα 10.000km ή με την πάροδο ενός έτους από την ημέρα παραλαβής του Αυτοκινήτου. Ο ίδιος, όπως είπε, εμπιστεύτηκε τον Μ.Κ.1 εφόσον δεν έχει γνώσεις μηχανικής αυτοκινήτων, και επειδή ήθελε να παραλάβει μετά από σχεδόν 2 ½ χρόνια το Αυτοκίνητο. Βασιζόμενος, όπως υποστήριξε, στις πιο πάνω αναφορές του Μ.Κ.1, συμφώνησε να τον πληρώσει €6.500 για τον κόπο του, υπέγραψε τα Τεκμήρια 3 και 4 και εξέδωσε τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, μεταξύ των οποίων και την επίδικη, ώστε να ήταν βέβαιος ότι το Αυτοκίνητο είχε επιδιορθωθεί και δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά ξανά. Ανέφερε περαιτέρω ότι εκείνη την ημέρα που παρέλαβε το Αυτοκίνητο ο Μ.Κ.1 του ζήτησε επιπρόσθετα το ποσό των €1000 σε μετρητά λόγω αυξημένων εξόδων που είχε, τα οποία του πλήρωσε για να εξοφλήσει, αλλά δεν ενδιαφέρθηκε να εξασφαλίσει απόδειξη επειδή το Αυτοκίνητο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του. Ο Κατηγορούμενος, από την ημέρα που παρέλαβε το Αυτοκίνητο άκουγε συνέχεια τον θόρυβο της μηχανής και δεν ήταν ικανοποιημένος. Στις 17/8/2017, ενώ οδηγούσε το Αυτοκίνητο, άκουσε μια έκρηξη στην μηχανή, μύριζε καμένο και το Αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στη μέση του δρόμου. Κατέβηκε, άνοιξε μπροστά το καπό του Αυτοκινήτου και μύριζε έντονα καμένο. Αμέσως, κάλεσε την εταιρεία ΣΙΑΧΙΝΙ ΛΤΔ, η οποία μετέφερε το Αυτοκίνητο με ρυμουλκό έξω από την επιχείρηση που διοικεί (Τεκμήριο 12). Την επόμενη ημέρα (18/7/2017) έδωσε εντολή στην Τράπεζα να σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής εφόσον η μηχανή του Αυτοκινήτου δεν είχε επιδιορθωθεί, κατά παράβαση της συμφωνίας τους και ένοιωθε ότι ο Μ.Κ.1 τον έχει κοροϊδέψει. Εξηγώντας το λόγο ανάκλησης που αναφέρεται στο Τεκμήριο 11 («λόγω σοβαρών διαφορών με τον δικαιούχο XXXXX Μαύρο») είπε ότι «όταν 2 ½ χρόνια έχεις το αυτοκίνητο σου σε ένα γκαράζ τζιαί το παίρνεις τζαί σπάζει αμέσως, θεώρησα ότι ήταν σοβαρή διαφορά με τον δικαιούχο». Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο λόγος που δεν έλαβε απόδειξη για το ποσό των €5.500 που ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε αρχικά για την αγορά εξαρτημάτων για την επισκευή του Αυτοκινήτου ήταν επειδή του το είχε ζητήσει ο Μ.Κ.1 και ο ίδιος το αποδέχτηκε, ενώ διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι ουδέν ποσό πλήρωσε πέραν των €1.000 σε μετρητά και ότι η καθυστέρηση στην επισκευή του Αυτοκινήτου οφειλόταν στο ότι ο ίδιος δεν πλήρωνε για να προχωρήσει η επισκευή του Αυτοκινήτου. Ακολούθως, ανέφερε ότι ο λόγος που υπέγραψε τη δήλωση, Τεκμήριο 4, ήταν επειδή μετά από 2 ½ χρόνια ήθελε πάρα πολύ να παραλάβει το Αυτοκίνητο και να φύγει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 4 επειδή ξεγελάστηκε από τον Μ.Κ.1, ο οποίος του είπε ότι η μηχανή επισκευάστηκε πλήρως ενώ γνώριζε ότι θα έσπαζε μετά από λίγες μέρες, προσθέτοντας επίσης ότι ο Μ.Κ.1 του ζήτησε να υπογράψει το έγγραφο αυτό επειδή ήθελε να ήταν νομικά κατοχυρωμένος αφού δεν μπόρεσε να επισκευάσει τη μηχανή. Ενώ αποδέχτηκε ότι το Αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο συνεργείο της Παραπονούμενης με ρυμουλκό επειδή ήταν ακινητοποιημένο και όταν το παρέλαβε κινείτο, αφού ο ίδιος το οδήγησε στο σπίτι του, ισχυρίστηκε ότι όταν παρέλαβε το Αυτοκίνητο η μηχανή του δεν λειτουργούσε κανονικά. Επανέλαβε ότι ο λόγος που εξέδωσε μεταχρονολογημένες τις επιταγές (μεταξύ των οποίων και την επίδικη) ήταν για να δει τι θα γινόταν τους επόμενους μήνες με το Αυτοκίνητο, τονίζοντας ότι δεν αντιμετώπιζε οποιαδήποτε οικονομικά προβλήματα και αποδέχτηκε ότι ενοικίαζε στον Φόρο Εισοδήματος ένα κτίριο από το οποίο λαμβάνει ενοίκιο κάθε τριμηνία, αναφέροντας, ωστόσο, ότι αυτό δεν ήταν το μοναδικό του εισόδημα. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν μετέφερε ξανά το Αυτοκίνητο στην Παραπονούμενη μετά που ακινητοποιήθηκε στις 17/8/2017, βασιζόμενος στην εγγύηση που του δόθηκε (Τεκμήριο 3), ήταν λόγω της καθυστέρησης των 2 ½ χρόνων που μεσολάβησαν για την παραλαβή του Αυτοκινήτου από την Παραπονούμενη και επειδή, λίγες μέρες μετά που το παρέλαβε, ο Μ.Υ.4 του ανέφερε ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε που να τοποθετείται στη μηχανή για να την ρυθμίζει, κάτι που τον έκανε να χάσει την εμπιστοσύνη του αφού αντιλήφθηκε ότι εξαπατήθηκε από τον Μ.Κ.1 και ήταν για αυτό το λόγο που σταμάτησε την πληρωμή της Επιταγής. Ανέφερε επίσης ότι το Αυτοκίνητο μεταφέρθηκε σε δικό του μηχανικό στην Αλάμπρα στις 25/8/2017 και ότι κάλεσε μέσω του τότε δικηγόρου του τον Μ.Κ.1 να παρευρεθεί εκεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα ώστε να ανοιχθεί η μηχανή για να δει τα λάθη που έκανε. Όπως είπε, ο Μ.Κ.1 ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα τους, επισκέφθηκε το συνεργείο στην Αλάμπρα μαζί με έναν άλλο συνάδελφο του, όμως ο ίδιος δεν παρουσιάστηκε εκεί διότι δεν υπήρχε λόγος να το κάνει εφόσον δεν είναι μηχανικός και ούτε τον συμβούλευσε ο τότε δικηγόρος του να πάει εκείνη την ημέρα στο συνεργείο στην Αλάμπρα. Υποστήριξε ότι η μηχανή του Αυτοκινήτου δεν ανοίχθηκε τελικά στο συνεργείο της Αλάμπρας λόγω απροθυμίας του μηχανικού του να το πράξει και ο ίδιος, μετά από λίγες μέρες, διευθέτησε τη μεταφορά του κατευθείαν στην αντιπροσωπεία της Porsche στην Κύπρο (στο εξής η «Porsche») για επιδιόρθωση, ώστε να εξασφάλιζε ένα επίσημο report, αφού ο μηχανικός του στην Αλάμπρα του είπε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να του ετοιμάσει κάποιο report αναφορικά με το τι συνέβη στη μηχανή του Αυτοκινήτου, πιθανόν λόγω συναδελφικής αλληλεγγύης. Ανέφερε στη συνέχεια ότι η Porsche αντικατέστησε τη μηχανή του Αυτοκινήτου με μια μεταχειρισμένη μηχανή που ο ίδιος εντόπισε και έφερε από την Αγγλία. Για την επιδιόρθωση του Αυτοκινήτου από την Porsche πλήρωσε συνολικά το ποσό των €14.000, το οποίο αφορούσε την αγορά της μηχανής, τα εργατικά της Porsche και κάποια άλλα εξαρτήματα της μηχανής. Ο Μ.Υ.2 εργαζόταν τον Αύγουστο του 2017 στην εταιρεία ΣΙΑΧΙΝΙ ΛΤΔ, η οποία ασχολείται με μεταφορές αυτοκινήτων. Όπως είπε, στις 17/8/2017 κλήθηκε από τα γραφεία της εν λόγω εταιρείας να μεταβεί στην οδό Βυζαντίου. Όταν πήγε εκεί, συνάντησε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος του είπε ότι κάτι ακουγόταν σε μια φάση και κάτι μύριζε και ο οποίος του ζήτησε να φορτώσει το Αυτοκίνητο και να το μεταφέρει έξω από ένα ξενοδοχείο, όπως και έπραξε. Αφού εκφόρτωσε το Αυτοκίνητο στο σημείο που του ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο, εξέδωσε το σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 12), το οποίο εξοφλήθηκε εκείνη την στιγμή από τον Κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι το Αυτοκίνητο ήταν σταματημένο στο σημείο που κλήθηκε να μεταβεί για να το φορτώσει, η μηχανή ήταν σβηστή και δεν δοκίμασε να το ξεκινήσει εφόσον κάτι τέτοιο δεν ήταν στα καθήκοντά του. Ο Μ.Υ.3 είναι μηχανικός αυτοκινήτων και εδώ και πέντε έτη εργάζεται στην Porsche. Ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η διάγνωση, συντήρηση και επιδιόρθωση όλων των ειδών αυτοκινήτων της Porsche, με βάση τις οδηγίες της αντιπροσωπείας της Porsche. Αφού έκανε αναφορά στα προσόντα του, παρουσιάζοντας σχετικά πιστοποιητικά (Τεκμήριο 16), είπε ότι ήταν ο μηχανικός που είχε ασχολήθηκε με το Αυτοκίνητο όταν μεταφέρθηκε στην Porsche, παρουσίασε τις φωτογραφίες που έλαβε από τη μηχανή του Αυτοκινήτου (Τεκμήριο 17), στις οποίες έκανε αναφορά κατά τη μαρτυρία του για να υποδείξει τα προβλήματα που, όπως είπε, εντόπισε στη μηχανή του Αυτοκινήτου, για τα οποία ετοίμασε το Technical Activity Report, ημερομηνίας 31/10/2017 (Τεκμήριο 18), στο οποίο περιγράφονται οι ενέργειες που έκανε κατά τον έλεγχο της μηχανής του Αυτοκινήτου. Όπως ανέφερε, κατά τον έλεγχο αυτό διαπίστωσε ότι η μηχανή του Αυτοκινήτου ήταν εντελώς κατεστραμμένη και υπήρχαν σε αυτήν εξαρτήματα που είχαν αντικατασταθεί με καινούρια και άλλα που ήταν επιδιορθωμένα. Εντόπισε, όπως είπε, δύο βασικά λάθη στη μηχανή του Αυτοκινήτου που οδήγησαν στην καταστροφή της. Το πρώτο ήταν ότι δεν είχε τοποθετηθεί σωστά μια ασφάλεια, κάτι που οδήγησε στο να μετακινηθεί ο πύρος του πιστονιού με αποτέλεσμα να προκαλείται δυνατός θόρυβος κατά τη χρήση της μηχανής. Το δεύτερο ήταν η χρήση πάρα πολύς επιπρόσθετης (extra) σιλικόνης για στεγανοποίηση του κινητήρα, κάτι που, όπως είπε, απαγορεύεται. Ακολούθως, παρουσίασε την έκθεση που ετοίμασε ο ανώτερος του, Φώτης Δημητριάδης, με βάση την ενημέρωση και τα στοιχεία που του έδωσε ο ίδιος, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Όπως ανέφερε, το Αυτοκίνητο επιδιορθώθηκε με την αντικατάσταση της μηχανής με άλλη μεταχειρισμένη καθώς επίσης και την αλλαγή κάποιων εξαρτημάτων, κάτι που έγινε κατόπιν εισήγησης τους, την οποία αποδέχθηκε ο Κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το Αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στην Porsche στις 31/10/2017, έμεινε κάποιους μήνες για επιδιόρθωση αλλά δεν γνώριζε πού ήταν προηγουμένως. Αυτό που γνώριζε, όπως είπε, ήταν ό,τι τους είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος, δηλαδή ότι προηγουμένως είχε μεταφέρει το Αυτοκίνητο για επισκευή σε κάποιον άλλο μηχανικό, στις 10 ημέρες έσπασε και μετά από λίγες ημέρες, μία - δύο ημέρες, ή την ίδια ημέρα το μετέφερε στην Porsche. Όμως, δεν γνώριζε αν το Αυτοκίνητο είχε μεταφερθεί σε συνεργείο στην Αλάμπρα στις 25/8/2017 και τι έγινε από τότε μέχρι τις 31/10/2017 που μεταφέρθηκε στην Porsche για επισκευή. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον Κατηγορούμενο και διευκρίνισε ότι αντιλήφθηκαν πως είχε γίνει κάποια επιδιόρθωση προηγουμένως στο Αυτοκίνητο με βάση τα όσα είχε αναφέρει ο Κατηγορούμενος στον ανώτερό του αλλά και από κάποιες κηλίδες από ακαθαρσίες που υπήρχαν πάνω στα χαλιά. Ανέφερε επίσης ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η μηχανή που επιδιόρθωσε ο Μ.Κ.1 ήταν εκείνη που είχε ελέγξει όταν μεταφέρθηκε το Αυτοκίνητο στην Porsche, για την οποία ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 20, ούτε μπορούσε να προσδιορίσει από τις φωτογραφίες στη σελίδα 9 του Τεκμηρίου 17 πόσο παλιές ήταν οι σιλικόνες που τοποθετήθηκαν στην μηχανή, αναφέροντας ότι δεν φαίνονται να ήταν «πολλά φρέσκες» και ότι σίγουρα δεν ήταν «πιο καινούριες που 6 μηνών». Επανέλαβε επίσης ότι το Αυτοκίνητο επισκευάστηκε με αντικατάσταση της μηχανής με μεταχειρισμένη που είχε φέρει ο Κατηγορούμενος αλλά δεν γνώριζε πόσα πλήρωσε ο Κατηγορούμενος για την επιδιόρθωση του Αυτοκινήτου από την Porsche. Ο Μ.Υ.4 ανέφερε ότι είναι μηχανολόγος μηχανικός και εργάζεται στη Λεμεσό ως συντονιστής μηχανολόγος. Όπως είπε, είχε επισκεφθεί την οικία του Κατηγορούμενου ένα καλοκαίρι πριν από δύο χρόνια, επειδή ενδιαφερόταν να αγοράσει από τον Κατηγορούμενο ένα άλλο αυτοκίνητο μάρκας Porsche. Στη συνέχεια, όταν ερωτήθηκε αν ήταν πριν τον Δεκαπενταύγουστο του 2017 που επισκέφθηκε την οικία του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι πρέπει να ήταν το 2017, καλοκαίρι, και σίγουρα πριν τον Δεκαπενταύγουστο. Εκείνη την ημέρα, ενώ περίμενε τον Κατηγορούμενο έξω από την οικία του, αυτός κατέφθασε με ένα άλλο αυτοκίνητο Porsche, μπλε χρώματος, μάρκας Cayman. Τότε αυτός του είπε ότι το αυτοκίνητο του κτυπά, κάνει θόρυβο και κάτι έχει και ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι το είχε παραλάβει πριν μια εβδομάδα από τον μηχανικό, ο οποίος του είχε αναφέρει ότι ο θόρυβος αυτός προέρχεται από κάτι που τοποθέτησε στην μηχανή για να την βοηθήσει. Ο Μ.Υ.4, σαν μηχανολόγος, του είπε ότι αυτό δεν ευσταθεί εφόσον το θέμα ήταν μηχανολογικό και όχι κάτι που ρυθμίζεται. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι δεν είναι μηχανικός αυτοκινήτων ούτε η σπουδή του είχε να κάνει με επιδιορθώσεις αυτοκινήτων. Επίσης, ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα που επισκέφθηκε την οικία του Κατηγορούμενου δεν άνοιξε τη μηχανή του Αυτοκινήτου για να δει από πού προερχόταν ο θόρυβος ούτε γνωρίζει τι ήταν αυτός ο θόρυβος. Γ. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του Κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, ECLI:CY:AD:2016:B201, Ποιν. Έφεση 96/2014 ημ. 15/4/2016):
- Η έκδοση της επιταγής, και
- Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου (εκδότη της Επιταγής) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία (βλ. N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ανωτέρω και Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Έφεση 6/18 ημ. 31/10/2018). Σύμφωνα με την N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε από την μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή του η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια επίσης υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του Κατηγορούμενου (εκδότη της Επιταγής) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ανωτέρω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Δ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας και Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή τόσο την προφορική όσο και την έγγραφη μαρτυρία που προσέφεραν, είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων υπό το πρίσμα των επίδικων ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η έκδοση της Επιταγής από τον Κατηγορούμενο (1ο συστατικό στοιχείο) και η από αυτόν πρόκληση της μη εξόφλησης της με πράξη του πριν την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (2ο συστατικό στοιχείο) όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορούμενου αλλά αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων και προκύπτουν αναμφίβολα από το Τεκμήριο 8[3], το περιεχόμενο του οποίου ουδόλως αμφισβητήθηκε, σε συνδυασμό με το Τεκμήριο 11, το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο εκ συμφώνου, για την αλήθεια του περιεχομένου του[4]. Κατά συνέπεια, βρίσκω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, μεταθέτοντας έτσι επί των ώμων του Κατηγορουμένου να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση πληρωμής της Επιταγής (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ανωτέρω) και Δαμιανού ν. Κανάρη ανωτέρω). Έπεται, δηλαδή, ότι εκείνο που παραμένει ως επίδικο ζήτημα και θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης είναι αν, υπό τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος απέσεισε το βάρος που είχε να δείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της Επιταγής κατά τρόπο ώστε να απαλλάσσεται από την ποινική του ευθύνη που το άρθρο 305 Α
(2)εναποθέτει. Ο Μ.Κ.1 έκανε γενικά θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα προσωπικά γνωρίζει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και επιβεβαιώνεται, στην μεγαλύτερη της έκταση, από τα Τεκμήρια που κατέθεσε, το περιεχόμενο των οποίων ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Παρέμεινε συνεπής και σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ενώ παράλληλα απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία του να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του. Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που έδωσε σε ό,τι αφορά τα επίδικα ζητήματα, ούτε έχω διαπιστώσει το οτιδήποτε που θα με οδηγούσε στο συμπέρασμα να μην αποδεκτώ τη μαρτυρία του και να μην μπορώ να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά και επίδικα γεγονότα της υπόθεσης. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα, απλότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν σε σχέση με τα διαδραματισθέντα, δίδοντας μαρτυρία για θέματα τα οποία γνώριζε ως εκ της άμεσης εμπλοκής του στην υπόθεση από πλευράς Παραπονούμενης, εξιστορώντας γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε, χωρίς να προσπαθήσει να αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός ή να επιβαρύνει καθ' οιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος της Παραπονούμενης. Όταν ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του, δεν δίστασε να αναφέρει ούτε προσπάθησε με οποιοδήποτε τρόπο να αποκρύψει ότι το Αυτοκίνητο ήταν για δύο περίπου χρόνια στο συνεργείο της Παραπονούμενης, εξηγώντας, κατά τρόπο πειστικό, το λόγο για τον οποίο το Αυτοκίνητο παραδόθηκε μετά από σχεδόν δύο χρόνια στον Κατηγορούμενο. Εξήγησε, επίσης, εξίσου πειστικά, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επιταγές (περιλαμβανομένης της επίδικης) και το λόγο που δεν πληρώθηκαν, ενώ δεν δίστασε να αναφέρει ότι, πέραν του ποσού για το οποίο εκδόθηκαν οι ρηθείσες επιταγές, η Παραπονούμενη έλαβε προηγουμένως και το ποσό των €1.000 έναντι προπληρωμένων εξαρτημάτων της μηχανής. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.1 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Αποδέχομαι επίσης στην ολότητα της την μαρτυρία του Μ.Κ.2, ο οποίος άφησε άριστες εντυπώσεις στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε με αμεσότητα και πειστικότητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σε σχέση με την ανάκληση της Επιταγής από τον Κατηγορούμενο και η μαρτυρία του, πέραν του ότι έχει λογική συνοχή και υποστηρίζεται πλήρως από το Τεκμήριο 11 που κατέθεσε, είναι κοινώς αποδεκτή εφόσον όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά έγινε επί της ουσίας της παραδεκτή με την εκ συμφώνου κατάθεση του Τεκμηρίου 11 στο Δικαστήριο, για την αλήθεια του περιεχομένου του. Συνεπώς, κρίνω ότι ο Μ.Κ.2 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Κατηγορούμενο. Έχοντας εξετάσει με πολλή προσοχή την μαρτυρία του στο σύνολό της και αξιολογώντας την σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι αυτός προσπάθησε μέσω της μαρτυρίας του να προωθήσει μια εκδοχή που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να πείσει ότι είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή της Επιταγής ώστε να απαλλαχθεί από την ποινική του ευθύνη. Στο πλαίσιο αυτό ο Κατηγορούμενος προέβαλε θέσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες ενώ, στην προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο για την εκδοχή του, υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, δεν παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, σε πολλά σημεία προέβαλε γενικές, ασαφείς και εντελώς ατεκμηρίωτες θέσεις και δεν δίστασε να ισχυριστεί γεγονότα που διαψεύδονται από τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν. Το Δικαστήριο αισθάνεται βεβαιότητα ότι η εκδοχή του Κατηγορούμενου σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης εύλογης αιτίας για την ανάκληση της Επιταγής και οι επιμέρους ισχυρισμοί που προέβαλε στο πλαίσιο αυτό αναφορικά με το ζήτημα του χρόνου που μεσολάβησε μέχρι την επιδιόρθωση της μηχανής του Αυτοκινήτου από την Παραπονούμενη, το θόρυβο που ισχυρίστηκε ότι άκουσε κατά την παράδοση του στις 7/8/2017 και το ποσό των €5.500 που ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε στο μεσοδιάστημα στην Παραπονούμενη δεν αποτελούν παρά έναν εκ των υστέρων σχεδιασμό του Κατηγορούμενου σε μια προσπάθεια του να πείσει ότι είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή της Επιταγής, ώστε να απαλλαχθεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Εν κατακλείδι, ήταν εμφανής η προσπάθεια του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εκδοχή σε σχέση με το ζήτημα της εύλογης αιτίας, η οποία δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Θα δώσω στη συνέχεια κάποια παραδείγματα ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του:
- Ενώ ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ως πρόσωπο που δεν είχε οποιεσδήποτε γνώσεις μηχανικής και επιδιόρθωσης μηχανής αυτοκινήτου (βλ. παραγράφους 9, 15 και 16 του Εγγράφου Β) υποστήριξε, από την άλλη, ότι ο λόγος που έδωσε οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής ήταν επειδή η μηχανή του Αυτοκινήτου δεν είχε επιδιορθωθεί και ο Μ.Κ.1 απέτυχε να το πράξει εφόσον η μηχανή του Αυτοκινήτου είχε σπάσει και πάλι 10 μέρες μετά που το παρέλαβε (παράγραφοι 21, 22 και 25 Εγγράφου Β). Εφόσον, λοιπόν, όπως υποστήριξε, δεν είναι μηχανικός ούτε έχει γνώσεις μηχανικής και επιδιόρθωσης αυτοκινήτων και αφού μέχρι τις 18/8/2017 που έδωσε οδηγίες ανάκλησης δεν είχε ελέγξει το Αυτοκίνητο κάποιος μηχανικός για να προσδιορίσει το πρόβλημα που οδήγησε στην ακινητοποίησή του μία ημέρα πριν, πώς διέγνωσε ότι η μηχανή του Αυτοκινήτου δεν είχε επιδιορθωθεί από τον Μ.Κ.1;
- Ενώ η Επιταγή ήταν πληρωτέα στις 10/10/2017 (βλ. Τεκμήριο 8), η πληρωμή της ανακλήθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 18/8/2017 (βλ. Τεκμήριο 11), χωρίς ο τελευταίος να αναζητήσει προηγουμένως εξηγήσεις από τον Μ.Κ.1 για το λόγο που ακινητοποιήθηκε το Αυτοκίνητο μια ημέρα πριν ή έστω να αναμένει το αποτέλεσμα από το άνοιγμα και τον έλεγχο της μηχανής του Αυτοκινήτου που προγραμματίστηκε να γίνει σε ένα άλλο συνεργείο στην Αλάμπρα στις 7/9/2017, ημερομηνία κατά την οποία η πλευρά της Παραπονούμενης κλήθηκε, μέσω των τότε δικηγόρων του, να ήταν παρούσα (βλ. Τεκμήριο 6). Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του μηνύματος που ανέφερε ότι έστειλε ο Κατηγορούμενος στον Μ.Κ.1 στις 23/8/2017 αλλά και την στάση του Μ.Κ.1, ο οποίος, επικαλούμενος την εγγύηση που δόθηκε (Τεκμήριο 3), κάλεσε τον Κατηγορούμενο να μεταφέρει το Αυτοκίνητο στο συνεργείο μόλις θα επέστρεφε από το εξωτερικό για να ελέγξει την μηχανή, κάθε άλλο παρά «σοβαρές διαφορές» προκύπτουν ότι υπήρχαν με τον Μ.Κ.1 κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή που δόθηκαν οι οδηγίες ανάκλησης της Επιταγής στην Τράπεζα.
- Ως προς το λόγο ανάκλησης της Επιταγής ο Κατηγορούμενος, δια ζώσης, προέβαλε επί της ουσίας δύο διαφορετικές θέσεις. Η πρώτη, ότι η μηχανή του Αυτοκινήτου δεν είχε επιδιορθωθεί εφόσον είχε σπάσει 10 ημέρες μετά που το παρέλαβε, κατά παράβαση της συμφωνίας που είχε με τον Μ.Κ.1 (βλ. παραγράφους 22 και 25 του Εγγράφου Β), θέση που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν συνάδει με το λόγο που γενικά αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 11 («λόγω σοβαρών διαφορών με τον δικαιούχο XXXXX Μαύρο»), στο οποίο ουδεμία αναφορά έγινε περί μη τήρησης οποιασδήποτε συμφωνίας. Η δεύτερη, όπως αυτή εκφράστηκε στη συνέχεια από τον Κατηγορούμενο όταν του υπεδείχθη κατά την κυρίως εξέτασή του το Τεκμήριο 11, συνίσταται, σύμφωνα με τον ίδιο, στο ότι «Αντιλαμβάνεστε όταν 2 ½ χρόνια έχεις το αυτοκίνητο σου σε ένα γκαράζ τζαί το παίρνεις τζαί σπάζει αμέσως, θεώρησα ότι ήταν σοβαρή διαφορά με τον δικαιούχο» και πιο κάτω στην μαρτυρία του ανέφερε ότι το έκανε επειδή θεώρησε ότι τον «εξαπάτησαν», χωρίς ωστόσο η θέση αυτή να συσχετίζεται με τη μη τήρηση οποιασδήποτε συμφωνίας επί της οποίας στηρίχθηκε η πρώτη θέση που προέβαλε.
- Ενώ, όπως αναφέρει στην παράγραφο 14 του Εγγράφου Β, ο Μ.Κ.1 του έδωσε διαφορετικές εξηγήσεις κατά την ημέρα της παράδοσης του Αυτοκινήτου για τον υποτιθέμενο θόρυβο που άκουγε στην μηχανή (τον οποίο μάλιστα χαρακτήρισε «εκκωφαντικό» στο μήνυμα του ημερομηνίας 23/8/2017) και παρόλο που, όπως αναφέρει στην παράγραφο 11 του Εγγράφου Β, προηγουμένως προβληματίστηκε σοβαρά για το κατά πόσο ο Μ.Κ.1 μπορούσε να επιδιορθώσει το Αυτοκίνητο, υπέγραψε το Τεκμήριο 4 και παρέλαβε το Αυτοκίνητο εκδίδοντας την Επιταγή, αναφέροντας ότι το έκανε επειδή βασίστηκε στις αναφορές του Μ.Κ.1 και επειδή ήθελε μετά από 2 ½ χρόνια να παραλάβει άμεσα το Αυτοκίνητο, απλά να υπογράψει και να φύγει (βλ. παράγραφο 16 του Εγγράφου Β). Οι ισχυρισμοί του αυτοί, πέραν του ότι δεν είναι καθόλου λογικοί και πειστικοί, διαψεύδονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, εφόσον, εάν πράγματι ευσταθούσαν οι πιο πάνω περιστάσεις που ισχυρίστηκε, η λογική επιτάσσει ότι δεν θα υπέγραφε το Τεκμήριο 4, για το οποίο μάλιστα του αναφέρθηκε ότι ετοιμάστηκε από δικηγόρο, κατόπιν συμβουλής που έλαβε ο Μ.Κ.1, και στο οποίο αναφέρεται ρητά ότι παραλαμβάνει το Αυτοκίνητο πλήρως επισκευασμένο, δεν έχει κανένα παράπονο ή απαίτηση και αναγνωρίζει ότι τούτο ευρίσκεται σε άριστη κατάσταση, συμφωνώντας παράλληλα να εκδώσει τις επιταγές (μεταξύ των οποίων και την επίδικη).
- Ισχυρίστηκε αρχικά ότι την ημέρα που παρέλαβε το Αυτοκίνητο, ο Μ.Κ.1 του ανέφερε ότι ο θόρυβος που άκουγε οφείλετο στο ότι είχε τοποθετήσει κάτι στη μηχανή για να μετρά της στροφές της και ότι, μετά από λίγο, του είπε για να ρυθμίσει τον εγκέφαλο της μηχανής του Αυτοκινήτου (βλ. παραγράφους 14 και 16 του Εγγράφου Β). Αυτό δεν συνάδει απόλυτα με ό,τι ανέφερε πιο κάτω στη μαρτυρία του (βλ. παράγραφο 23 Εγγράφου Β και Τεκμήριο 13), όπου, με βάση το μήνυμα που έστειλε του Μ.Κ.1 στις 23/8/2017, ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Κ.1 του είχε αναφέρει την ημέρα της παράδοσης του Αυτοκινήτου ότι ο θόρυβος οφείλετο στο ότι είχε βάλει κάτι στο πιστόνι της μηχανής για να μετρά τις στροφές της. Ανεξαρτήτως όμως του λόγου που ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος ότι του αναφέρθηκε την ημέρα της παράδοσης του Αυτοκινήτου από τον Μ.Κ.1 σε σχέση με τον υποτιθέμενο θόρυβο, εφόσον ο θόρυβος αυτός, όπως είπε, ήταν «εκκωφαντικός», πώς είναι δυνατόν να αποδέχθηκε να παραλάβει σε αυτή την κατάσταση το Αυτοκίνητο, υπογράφοντας το Τεκμήριο 4, εκδίδοντας την Επιταγή και παραλαμβάνοντας το Αυτοκίνητο, αποδεχόμενος έτσι ότι θα άκουγε αυτό το θόρυβο για ένα χρόνο ή μέχρι τα 10.000km; Η εκδοχή του αυτή όπως και τα όσα σχετικά ισχυρίστηκε, λέγοντας ότι βασίστηκε στα λεγόμενα του Μ.Κ.1, δεν αντέχουν τη βάσανο της λογικής, πολύ δε περισσότερο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο Κατηγορούμενος είναι ένας επιχειρηματίας που δεν φαίνεται να ήταν εντελώς άσχετος με αυτοκίνητα αφού, με βάση τα όσα είπε, είχε τότε και άλλο αυτοκίνητο της ίδιας μάρκας, το οποίο διέθετε προς πώληση, λίγους μήνες πριν την παράδοση του Αυτοκινήτου έστειλε, όπως ανέφερε, μήνυμα στον Μ.Κ.1 αναφέροντάς του ότι έχει υποστεί σημαντική μείωση η αξία του Αυτοκινήτου και όσο κάθεται υπόκειται και σε άλλες ζημιές (βλ. παράγραφο 12 του Εγγράφου Β) και λίγους μήνες αργότερα ήταν ο ίδιος που εντόπισε από την Αγγλία μια μεταχειρισμένη μηχανή για το Αυτοκίνητο, την οποία μετέφερε στην Porsche για να τοποθετηθεί σε αυτό.
- Ισχυρίστηκε ότι μετά που παρέλαβε το Αυτοκίνητο άκουγε συνέχεια θόρυβο της μηχανής και δεν ήταν ικανοποιημένος. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, για ποιο λόγο δεν μετέφερε αμέσως το Αυτοκίνητο στο συνεργείο της Παραπονούμενης ζητώντας να επιδιορθωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην ακουγόταν θόρυβος στη μηχανή; Αυτό θα ήταν το λογικό και αυτό θα έπρεπε να πράξει, δεδομένης της δήλωσης που είχε υπογράψει, της εγγύησης που του δόθηκε και της Επιταγής που εξέδωσε, η οποία ήταν πληρωτέα μετά από δύο μήνες (10/10/2017).
- Με το μήνυμα προς τον Μ.Κ.1, ημερομηνίας 23/8/2017, ισχυρίστηκε ότι κάποιος άλλος μηχανικός που είχε ακούσει το θόρυβο της μηχανής του Αυτοκινήτου του ανέφερε ότι δεν ευσταθούσε η αιτιολογία που του είχε αναφέρει ο Μ.Κ.1 σε σχέση με το θόρυβο αυτό. Στο ίδιο περίπου πλαίσιο κινήθηκε και η επιστολή του τότε δικηγόρου του Κατηγορούμενου, ημερομηνίας 31/8/2017 (Τεκμήριο 6), στην παράγραφο 4 της οποίας αναφέρεται ότι ρωτήθηκαν «ειδικοί» για το θόρυβο στη μηχανή του Αυτοκινήτου, οι οποίοι χαρακτήρισαν αστείες τις δικαιολογίες του Μ.Κ.
- Αν έτσι είχαν τα πράγματα, για ποιο λόγο ο Κατηγορούμενος δεν ανέφερε αμέσως το γεγονός αυτό στον Μ.Κ.1, ζητώντας εξηγήσεις ή ακόμα και απαιτώντας να επιδιορθωθεί αμέσως η μηχανή του Αυτοκινήτου ώστε να μην ακουγόταν αυτός ο θόρυβος, προτού προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής; Πέραν τούτου, όπως διεφάνη μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας, ο «μηχανικός» και οι «ειδικοί» στους οποίους έγινε αναφορά στην πιο πάνω αλληλογραφία από πλευράς Κατηγορούμενου δεν ήταν άλλος από τον Μ.Υ.4, ο οποίος ούτε μηχανικός ή ειδικός αυτοκινήτων ανέφερε ότι ήταν ούτε ότι γνωρίζει από επιδιορθώσεις αυτοκινήτων.
- Ισχυρίστηκε, γενικά και αόριστα, ότι πλήρωσε στην Παραπονούμενη €5.500 στα 2 ½ χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την παραλαβή του Αυτοκινήτου από το συνεργείο της. Αν πράγματι δεν ευθυνόταν ο ίδιος για την καθυστέρηση αυτή και εφόσον, όπως ισχυρίστηκε, προβληματίστηκε σοβαρά αν ο Μ.Κ.1 μπορούσε να το επισκευάσει και του είχε ήδη πληρώσει το πιο πάνω ποσό, το λογικό θα ήταν να ζητούσε από την Παραπονούμενη την επιστροφή του Αυτοκινήτου και να αξίωνε την επιστροφή του εν λόγω ποσού πολύ ενωρίτερα και όχι να αποδεχθεί να παραλάβει το Αυτοκίνητο 2 ½ χρόνια μετά, με εκκωφαντικό, όπως είπε, θόρυβο στη μηχανή, υπογράφοντας μάλιστα το Τεκμήριο 4 (στο οποίο πουθενά δεν αναφέρεται ότι είχε ήδη πληρώσει το πιο πάνω ποσό) και χωρίς να εξασφαλίσει κάποια απόδειξη ή τιμολόγιο στο οποίο να φαίνεται το ποσό που ισχυρίστηκε ότι είχε ήδη πληρώσει. Περαιτέρω, εάν πράγματι ένοιωθε ότι εξαπατήθηκε από την πλευρά της Παραπονούμενης και εφόσον, κατά την εκδοχή του, είχε ήδη πληρώσει σε μετρητά €5.500 και στη συνέχεια άλλα €1.000 προς την Παραπονούμενη, παραλαμβάνοντας στο τέλος ένα αυτοκίνητο που δεν επιδιορθώθηκε, γιατί δεν ανέφερε ποια μέτρα έλαβε (εάν έλαβε) εναντίον της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.1, όπως προειδοποίησε με την επιστολή των τότε δικηγόρων του ότι θα έπραττε (Τεκμήριο 6), ως θα ήταν αναμενόμενο να πράξει εάν ευσταθούσε η εκδοχή του.
- Ενώ στην παράγραφο 16 του Εγγράφου Β ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε 3 μεταχρονολογημένες επιταγές ώστε να ήταν βέβαιος ότι δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε ζημιά ξανά στο Αυτοκίνητο και ενώ, κατά την αντεξέτασή του, είπε ότι δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα, δεν εξήγησε, κατά τρόπο πειστικό, γιατί δεν εξέδωσε μια μεταχρονολογημένη επιταγή για το συνολικό ποσό των €6.
- Αρνήθηκε, επίσης, ότι είχε αναφέρει στον Μ.Κ.1 ότι ο λόγος που εξέδωσε 3 μεταχρονολογημένες επιταγές ήταν επειδή λάμβανε κάθε τριμηνία ενοίκιο από την ενοικίαση ενός κτιρίου στον Φόρο, χωρίς να ήταν σε θέση να εξηγήσει πώς ο Μ.Κ.1 θα μπορούσε να γνωρίζει το γεγονός αυτό αν δεν του το είχε αναφέρει ο ίδιος ως αιτιολογία για την έκδοση των εν λόγω επιταγών με σκοπό την πληρωμή του ποσού των €6.
- Περαιτέρω, ουδεμία εξήγηση έδωσε γιατί το ποσό των €1000 που ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε σε μετρητά κατά την παράδοση του Αυτοκινήτου δεν το συμπεριέλαβε και αυτό στο ποσό μιας εκ των μεταχρονολογημένων επιταγών που εξέδωσε, αφού, όπως είπε, ο λόγος που δεν πλήρωσε αμέσως την Παραπονούμενη ήταν επειδή ήθελε να ήταν βέβαιος για την καλή κατάσταση του Αυτοκινήτου το επόμενο διάστημα. Ούτε εξήγησε για ποιο λόγο δεν ζήτησε το ποσό των €1.000 να αναφερθεί στη δήλωση που υπέγραψε κατά την παραλαβή του Αυτοκινήτου (Τεκμήριο 4).
- Με δεδομένο ότι ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το Αυτοκίνητο από το συνεργείο της Παραπονούμενης την 7/8/2017 και αυτό, όπως είπε, ακινητοποιήθηκε στις 17/8/2017, προκύπτει ότι τα όσα είχε αναφέρει λίγες ημέρες μετά στον Μ.Κ.1 με το μήνυμα του ημερομηνίας 23/8/2017 δεν παρουσιάζουν χρονική συνάφεια, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο την εκδοχή του. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εκδοχή που προέβαλε μέσω του εν λόγω μηνύματος, το Αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στις 11/8/2017 ενώ με βάση την μαρτυρία που παρουσίασε κατά τη δίκη, αυτό ακινητοποιήθηκε στις 17/8/2017 (βλ. παράγραφο 20 Εγγράφου Β και Τεκμήριο 12).
- Ενώ στην παράγραφο 20 του Εγγράφου Β ισχυρίστηκε ότι όταν ακινητοποιήθηκε το Αυτοκίνητο στις 17/8/2017, κατέβηκε από αυτό και «άνοιξε μπροστά το καπό και μύριζε έντονα καμένο», κατά την αντεξέτασή του διαφοροποίησε τη θέση του, αναφέροντας ότι η μηχανή του Αυτοκινήτου βρίσκεται πίσω από τις μαξιλάρες του Αυτοκινήτου και ότι μπορεί να άνοιξε μπροστά, ισχυριζόμενος, επίσης, ότι δεν έχει σημασία αν άνοιξε μπροστά ή πίσω και ότι αυτό που έχει σημασία είναι ότι η μηχανή μύριζε καμένη ενώ στην υποβολή που του έγινε ότι δεν άνοιξε τη μηχανή ούτε είδε τίποτα, απέφυγε να απαντήσει, αναφέροντας απλώς ότι η μηχανή μύριζε καμένη.
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το Αυτοκίνητο, προτού μεταφερθεί στην Porsche, μεταφέρθηκε πρώτα μέσω της εταιρείας ΣΙΑΧΙΝΙ ΛΤΔ σε ένα συνεργείο στην Αλάμπρα και, ακολούθως μεταφέρθηκε από εκεί κατευθείαν στην Porsche. Κατέθεσε προς τούτο το Τεκμήριο 14, καταλήγοντας ότι πρόκειται για την απόδειξη μεταφοράς του Αυτοκινήτου στο συνεργείο στην Αλάμπρα και όταν ερωτήθηκε να αναφέρει πόσες μέρες παρέμεινε εκεί απάντησε ότι παρέμεινε λίγες μέρες, χωρίς να ήταν σε θέση να προσδιορίσει πόσες ακριβώς. Κατά την επανεξέτασή του, όταν του ζητήθηκε να διαβάσει την ημερομηνία που αναφέρεται στο Τεκμήριο 14 (25/8/2017), ανέφερε ότι το Αυτοκίνητο παρέμεινε στο συνεργείο στην Αλάμπρα δύο με τρείς ημέρες ενώ, σύμφωνα με την μαρτυρία του Μ.Υ.3, το Αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στην Porsche στις 31/10/2017, δηλαδή μετά από δύο μήνες (βλ. Τεκμήριο 20 σελ. 2). Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, και έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου αλλά και την εντύπωση που αποκόμισα από αυτόν ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, κρίνω ότι η εκδοχή της μαρτυρίας του δεν γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της και απορρίπτεται. Από την άλλη, ο Μ.Υ.2 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, δίδοντας την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα, ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει για τα όσα βίωσε την ημέρα που κλήθηκε να παραλάβει το Αυτοκίνητο από την οδό Βυζαντίου, χωρίς παράλληλα να έχω διαπιστώσει ότι είχε οποιοδήποτε συμφέρον να μαρτυρήσει με τρόπο ώστε να ευνοήσει με τη μαρτυρία του οποιαδήποτε πλευρά. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής, χαρακτηρίζεται από πειστικότητα και υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 12 και 13, τα οποία αναγνώρισε και στα οποία αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία του. Απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, χωρίς η μαρτυρία του να έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι τη μαρτυρία του, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Ο Μ.Υ.3 προκάλεσε και αυτός θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εντούτοις, κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν καθόλου βοηθητική ούτε μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε για την επίλυση του ζητήματος που παραμένει επίδικο στην παρούσα υπόθεση εφόσον όσα κατέθεσε προκύπτουν από εκείνα που ανέφερε ότι διαπίστωσε όταν εξέτασε το Αυτοκίνητο στις 31/10/2017, δηλαδή δύο και πλέον μήνες μετά που ο Κατηγορούμενος ανακάλεσε την πληρωμή της Επιταγής και αφού προηγήθηκε η μεταφορά του Αυτοκινήτου σε άλλο συνεργείο στην Αλάμπρα, προτού μεταφερθεί, μετά από δύο μήνες, στην εργοδότρια του. Ο Μ.Υ.4 δεν άφησε καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και έδωσε την εικόνα προσώπου που παρουσιάστηκε με σκοπό να μαρτυρήσει με τρόπο ώστε να βοηθήσει την υπεράσπιση του Κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του δεν ήταν συγκροτημένη, δεν ήταν καθόλου σταθερός στις θέσεις του και, γενικότερα, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφειες και ουσιαστικές εγγενείς αντιφάσεις. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι συνάντησε τον Κατηγορούμενο στο σπίτι του ένα καλοκαίρι πριν από δύο χρόνια, στη συνέχεια, καθοδηγούμενος από την ερώτηση που του υποβλήθηκε, ανέφερε ότι πρέπει να τον συνάντησε το 2017 και, γενικότερα, τόσο κατά την κυρίως εξέτασή του όσο και κατά την αντεξέτασή του δεν έδιδε θετικές απαντήσεις σε σχέση με τον χρόνο που συνάντησε τον Κατηγορούμενο, μεταβάλλοντας συνεχώς τη θέση του. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι η συζήτηση που είχαν με τον Κατηγορούμενο την ημέρα που ανέφερε ότι τον συνάντησε ήταν η ακόλουθη: «[.]Εγώ μόλις έφτασε εκεί του είπα, λέω του "Το αυτοκίνητο αυτό χτυπά, κάτι έχει". Λέει μου "Πριν μια εβδομάδα το πήρα από τον μηχανικό", λαλώ του εγώ "δεν ξέρω, άλλα αυτό δεν είναι Porsche, εν ακούγονται έτσι τα Porsche". Αυτή ήταν η κουβέντα, ναι.». Και όταν ρωτήθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του αν του είχε αναφέρει κάτι ο Κατηγορούμενος, παρουσίασε διαφορετικά το περιεχόμενο της συζήτησης στην οποία είχε αναφερθεί αμέσως προηγουμένως, αναφέροντας ότι: «Ναι. Λαλεί μου "Μόλις το πήρα από τον μηχανικό, είναι μια εβδομάδα" και μου είπε ότι ο μηχανικός του είπε, συγκεκριμένα έκαμε μου το παράπονο του αυτός και λέει του έβαλα κάτι στη μηχανή για να τη βοηθήσει. Και του λέω εγώ σαν μηχανολόγος "Δεν υπάρχει έτσι πράγμα, είναι μηχανολογικό το θέμα, δεν είναι κάτι που ρυθμίζεται". Πρέπει να ρυθμιστεί, διότι είχα και εγώ Porsche πριν και ξέρω ότι για να το κάνεις αυτό το πράγμα πρέπει να έχεις special tools τα οποία πρέπει να τα πάρεις από την Porsche, δεν ξέρω αν αυτός ο μηχανικός έχει αυτά τα συγκεκριμένα tools, πάντως θέλεις να έχεις knowledge για να το κάμεις. Δεν είναι απλή διαδικασία. Γιατί και εμένα αν ήθελα ρύθμιση πήγαινα στον συγκεκριμένο μηχανικό ο οποίος ήταν άνθρωπος της Porsche.» Και αφού τελικά, μέσω της κυρίως εξέτασής του, έδωσε την εντύπωση προσώπου που έχει ειδίκευση σε μηχανές αυτοκινήτων ή ότι, εν πάση περιπτώσει, γνωρίζει από μηχανές αυτοκινήτων, κατά την αντεξέταση του ξεκαθάρισε ότι δεν είναι μηχανικός αυτοκινήτων ούτε γνωρίζει από επιδιορθώσεις αυτοκινήτων και ότι εκείνη την ημέρα που ανέφερε ότι συνάντησε τον Κατηγορούμενο δεν άνοιξε τη μηχανή του Αυτοκινήτου για να δει ποιο ήταν το πρόβλημα ούτε γνωρίζει τι ήταν εκείνος ο θόρυβος στον οποίο αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέτασή του. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του Μ.Υ.4 δεν γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της και απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας και αφού έχω λάβει υπόψη τα κατατεθειμένα Τεκμήρια, πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία προέβηκα ανωτέρω, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα ακόλουθα ευρήματα: Η Παραπονούμενη είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, η οποία ασχολείται με την επιδιόρθωση και επισκευή αυτοκινήτων και η οποία διατηρεί συνεργείο στη Βιομηχανική περιοχή Λακατάμιας. Ο Μ.Κ.1 είναι ο μοναδικός αξιωματούχος της Παραπονούμενης. Η Επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο σε όφελος της Παραπονούμενης στις 7/8/2017, με ημερομηνία πληρωμής την 10/10/2017, έναντι και προς εξόφληση μέρους της αμοιβής και των εξόδων της Παραπονούμενης, συνολικού ύψους €6.500, που προέκυψαν από την επιδιόρθωση της μηχανής του Αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου, το οποίο μεταφέρθηκε πάνω σε πλατφόρμα στο συνεργείο της Παραπονούμενης, αφού η μηχανή του ήταν εντελώς διαλυμένη και το Αυτοκίνητο δεν μπορούσε να κινηθεί. Η επιδιόρθωση της μηχανής του Αυτοκινήτου έγινε από την Παραπονούμενη μετά από σχεδόν δύο χρόνια που αυτό μεταφέρθηκε στο συνεργείο της Παραπονούμενης. Ο λόγος που χρειάστηκαν σχεδόν δύο χρόνια για την επιδιόρθωσή της ήταν επειδή ο Κατηγορούμενος καθυστερούσε να λάβει αποφάσεις για την επισκευή του Αυτοκινήτου και επειδή δεν πλήρωνε τα ποσά που του ζητήθηκαν από την Παραπονούμενη για την παραγγελία των εξαρτημάτων της μηχανής, εκτός από ένα ποσό ύψους €1.000 που πλήρωσε έναντι των εξόδων για τα εξαρτήματα, έξι με οκτώ μήνες πριν από την παράδοση του Αυτοκινήτου. Μετά την πληρωμή του εν λόγω ποσού και κατόπιν διαβεβαιώσεων του Κατηγορούμενου προς τον Μ.Κ.1 ότι θα πλήρωνε το υπόλοιπο των εξαρτημάτων στο τέλος, ο Μ.Κ.1 προχώρησε στην επιδιόρθωση της μηχανής του Αυτοκινήτου. Ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το Αυτοκίνητο στις 7/8/2017, εκφράζοντας κατά την παραλαβή του την ευαρέσκειά του για την εργασία που έγινε σε αυτό, αφού προηγουμένως το οδήγησε για 20 περίπου λεπτά μαζί με τον Μ.Κ.
- Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 7/8/2017, ο Μ.Κ.1 έδωσε στον Κατηγορούμενο γραπτή εγγύηση χρονικής διάρκειας ενός έτους ή 15.000km (Τεκμήριο 3), η οποία υπογράφηκε από τον Μ.Κ.1 και τον Κατηγορούμενο και η οποία αφορούσε όλα τα εσωτερικά κινούμενα μέρη και εξαρτήματα της μηχανής τα οποία και είχαν αντικατασταθεί με καινούρια. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος υπέγραψε και παρέδωσε στον Μ.Κ.1 μια δήλωση ημερομηνίας 7/8/2017 με την οποία δήλωσε ότι έχει ελέγξει το Αυτοκίνητο, το οποίο παραλαμβάνει πλήρως επισκευασμένο, δεν έχει κανένα παράπονο ή απαίτηση και αναγνωρίζει ότι αυτό βρίσκεται σε άριστη κατάσταση, συμφωνώντας παράλληλα να πληρώσει το ποσό των €6.500 με τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές, μεταξύ των οποίων είναι η επίδικη Επιταγή. Στις 17/8/2017 ο Μ.Υ.2, ο οποίος τότε εργαζόταν στην εταιρεία μεταφορών αυτοκινήτων ΣΙΑΧΙΝΙ ΛΤΔ, έπειτα από κλήση που έλαβε από τα γραφεία της εργοδότριάς του, μετέβη στην οδό Βυζαντίου όπου εκεί συνάντησε τον Κατηγορούμενο και είδε το Αυτοκίνητο σταματημένο με σβηστή τη μηχανή. Δεν δοκίμασε να ξεκινήσει το Αυτοκίνητο και, με οδηγίες του Κατηγορούμενου, το φόρτωσε και το μετέφερε έξω από την πόρτα ενός ξενοδοχείου, όπου το εκφόρτωσε εκδίδοντας στη συνέχεια το σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 12), το οποίο εξοφλήθηκε εκείνη την στιγμή από τον Κατηγορούμενο. Στις 18/8/2017 ο Κατηγορούμενος έδωσε γραπτώς οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου να σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής, οι οποίες εκτελέστηκαν από την Τράπεζα αυθημερόν (Τεκμήριο 11). Ως λόγος ανάκλησης αναφέρθηκε στην Τράπεζα «λόγω σοβαρών διαφορών με τον δικαιούχο XXXXX Μαύρο». Γύρω στις 20/8/2017 και ενώ ο Μ.Κ.1 βρισκόταν για διακοπές στο εξωτερικό, έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό του από τον Κατηγορούμενο με το οποίο τον πληροφορούσε για ένα θόρυβο στη μηχανή και ότι θα έδινε εντολή στην Τράπεζα να σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής επειδή, κατά τη γνώμη του, δεν προέβηκαν στις κατάλληλες ενέργειες για την επισκευή του Αυτοκινήτου. Ο Μ.Κ.1 τηλεφώνησε αμέσως του Κατηγορούμενου για να ακούσει τα παράπονά του, του υπενθύμισε ότι του δόθηκε εγγύηση για ένα χρόνο και ότι συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί εάν πράγματι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα και τον κάλεσε να μεταφέρει το Αυτοκίνητο στο συνεργείο δύο ημέρες μετά, όταν θα επέστρεφε Κύπρο. Ακολούθως, στις 23/8/2017, ο Μ.Κ.1 έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό του από τον Κατηγορούμενο με το οποίο του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το Αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε στην οδό Βυζαντίου, είχε σταματήσει την πληρωμή της Επιταγής και θα διευθετούσε τη μεταφορά του Αυτοκινήτου σε άλλο συνεργείο όπου θα τον καλούσε να παρευρεθεί όταν θα γινόταν ο έλεγχος της μηχανής για να δει τι έκανε επειδή πίστευε ότι δεν μπόρεσε να επιδιορθώσει τη μηχανή. Επειδή ο Κατηγορούμενος δεν μετέφερε το Αυτοκίνητο στο συνεργείο της Παραπονούμενης, η τελευταία αποτάθηκε στο δικηγόρο της, ο οποίος, με επιστολή του ημερομηνίας 29/8/2017 (Τεκμήριο 5), υπενθυμίζοντας ότι δόθηκε εγγύηση ενός χρόνου, κάλεσε τον Κατηγορούμενο να μεταφέρει το Αυτοκίνητο στο συνεργείο της Παραπονούμενης ώστε να επιληφθεί του παραπόνου του, χωρίς αναγνώριση οποιασδήποτε ευθύνης. Με την ίδια επιστολή, αναφέρθηκε ότι η Επιταγή θα κατατίθετο στην Τράπεζα κατά την ημερομηνία που αναφέρεται σε αυτήν και σε περίπτωση μη πληρωμής της, θα λαμβάνονταν ποινικά μέτρα εναντίον του. Σε απάντηση της εν λόγω επιστολής, οι δικηγόροι του Κατηγορούμενου, με επιστολή τους ημερομηνίας 31/8/2017 (Τεκμήριο 6), αναφέρθηκαν στους λόγους που ο Κατηγορούμενος προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής και κάλεσαν, μεταξύ άλλων, την πλευρά της Παραπονούμενης να μεταβεί στις 7/9/2017 και ώρα 9:30 στο συνεργείο κάποιου κ. Μάρκου στην Αλάμπρα όπου είχε ήδη μεταφερθεί από τις 25/8/2017 (Τεκμήριο 14) το Αυτοκίνητο, ώστε να ανοιχθεί η μηχανή για να αποδειχθούν τα λάθη και οι εργασίες που δεν έκαναν. Ως ένδειξη καλής θέλησης, ο Μ.Κ.1 μετέβη μαζί με έναν άλλο μηχανικό στο συνεργείο στην Αλάμπρα όπου εκεί βρισκόταν το Αυτοκίνητο και ο κ. Μάρκου, όχι όμως ο Κατηγορούμενος. Αφού ανέμεναν τον Κατηγορούμενο για περίπου μία ώρα χωρίς να εμφανιστεί και επειδή η μηχανή του Αυτοκινήτου δεν είχε ακόμα ανοιχθεί, ο Μ.Κ.1 αποχώρησε από το συνεργείο στην Αλάμπρα. Ακολούθως, ο δικηγόρος της Παραπονούμενης, με επιστολή του ημερομηνίας 21/9/2017 προς τους δικηγόρους του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7) ανέφερε τα όσα διαδραματίστηκαν στις 7/9/2017 στο συνεργείο στην Αλάμπρα και κάλεσαν εκ νέου την πλευρά του Κατηγορούμενου να μεταφέρουν το Αυτοκίνητο στο συνεργείο της Παραπονούμενης για έλεγχο, κάτι που δεν έγινε. Η Παραπονούμενη παρουσίασε την Επιταγή στην Τράπεζα για πληρωμή αλλά αυτή επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ» (Τεκμήριο 8) και ολόκληρο το ποσό της Επιταγής παραμένει οφειλόμενο. Ε. Τελικά Συμπεράσματα και Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)που αφορά η κατηγορία που προσάπτεται εναντίον του Κατηγορούμενου. Έχει δηλαδή αποδειχθεί ότι η Επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο με δικαιούχο την Παραπονούμενη, ο οποίος, με οδηγίες του προς την Τράπεζα στις 18/8/2017, προκάλεσε την μη εξόφληση της πριν την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα (10/10/2017). Συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους του Κατηγορούμενου να καταδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής. Στα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά έχει ερμηνευτεί. Κατά πρώτον, ο λόγος ανάκλησης που, γενικά και αόριστα, παρατέθηκε γραπτώς από τον Κατηγορούμενο στην Τράπεζα («λόγω σοβαρών διαφορών με το δικαιούχο XXXXX Μαύρο») δεν συνάδει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ανωτέρω, Δαμιανού ν. Κανάρη ανωτέρω και Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, ECLI:CY:AD:2019:B147, Ποιν. Έφεση 300/2018 ημ. 17/4/2019). Κατά πρώτον, δεν προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι, από την ημερομηνία έκδοσης της Επιταγής (7/8/2017) μέχρι και το χρόνο ανάκλησης της πληρωμής της (18/8/2017), υπήρχαν ή είχαν δημιουργηθεί οποιεσδήποτε «σοβαρές διαφορές» του Κατηγορούμενου με τον Μ.Κ.1. Ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το Αυτοκίνητο την ημερομηνία που εξέδωσε την Επιταγή, εκφράζοντας την ευαρέσκεια του για τη δουλεία που έγινε σε αυτό και δηλώνοντας ότι δεν έχει κανένα παράπονο ή απαίτηση και ότι το παραλαμβάνει σε άριστη κατάσταση (Τεκμήριο 4). Περαιτέρω, όταν στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 έλαβε στο κινητό του ένα μήνυμα από τον Κατηγορούμενο με το οποίο τον ενημέρωνε για ένα θόρυβο στη μηχανή του Αυτοκινήτου, παρόλο που ήταν στο εξωτερικό για διακοπές, τηλεφώνησε αμέσως στον Κατηγορούμενο για να ακούσει το παράπονό του, τον υπενθύμισε ότι του δόθηκε εγγύηση για ένα χρόνο αναφέροντας του ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί εάν πράγματι υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα και τον κάλεσε να μεταφέρει το Αυτοκίνητο στο συνεργείο δύο ημέρες μετά, όταν θα επέστρεφε Κύπρο. Η στάση αυτή του Μ.Κ.1, σαφώς δεν υποδηλώνει την ύπαρξη σοβαρών διαφορών με τον Κατηγορούμενο κατά το χρόνο ανάκλησης της Επιταγής αφού ο Μ.Κ.1 μόλις ενημερώθηκε για το παράπονο του Κατηγορούμενου επέδειξε ενδιαφέρον και μάλιστα τον κάλεσε να μεταφέρει το Αυτοκίνητο στο συνεργείο της Παραπονούμενης αμέσως μετά που θα επέστρεφε στην Κύπρο ώστε να ελέγξει την μηχανή για να εξετάσει αν υπήρχε σε αυτήν οποιοδήποτε πρόβλημα. Κατά δεύτερον, ο Μ.Κ.1 δεν είναι ο δικαιούχος της Επιταγής αφού, δικαιούχος αυτής είναι η Παραπονούμενη. Εν πάση περιπτώσει, ό,τι προτάχθηκε στην Τράπεζα ως λόγος ανάκλησης της Επιταγής παρέμεινε ατεκμηρίωτο λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου ως αναξιόπιστης N.C. Diamonds Co. Ltd ανωτέρω και Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 7/9/2020). Ούτε η ακινητοποίηση του Αυτοκινήτου στις 17/8/2017 στην οδό Βυζαντίου ή ο χρόνος που παρέμεινε το Αυτοκίνητο στο συνεργείο της Παραπονούμενης μέχρι την επιδιόρθωση της μηχανής δύναται, υπό τις περιστάσεις, να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Όπως υποδεικνύεται στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (ανωτέρω) και στην NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Γ. ΧΡΗΣΤΟΥ ανωτέρω, η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής (εδώ του Κατηγορούμενου) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α, χωρίς να εκτείνεται σε άλλες παραμέτρους ή έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διατάρασσαν την προσφερόμενη υπεράσπιση. Εν προκειμένω, το θέμα δεν ήταν ο χρόνος που μεσολάβησε για την επισκευή του Αυτοκινήτου ή αν αυτό ακινητοποιήθηκε στις 17/8/2017 ούτε αν υπήρξε παράβαση συμφωνίας, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η Επιταγή, αφού δεν ήταν κάποιος από αυτούς τους λόγους για τους οποίους ανακόπηκε η πληρωμή της. Η δικαιολογία που προβλήθηκε από τον Κατηγορούμενο στην Τράπεζα για την ανάκληση ήταν «λόγω σοβαρών διαφορών με το δικαιούχο XXXXX Μαύρο». Συνεπώς, το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση ήταν κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής επί τη βάσει της προβαλλόμενης προς το πιστωτικό ίδρυμα δικαιολογίας και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο τον οποίο, ανεπιτυχώς, επιχείρησε να προωθήσει ο Κατηγορούμενος κατά τη δίκη. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης εύλογης αιτίας για την πρόκληση μη πληρωμής της Επιταγής. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» [2] Για παράδειγμα, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ECLI:CY:AD:2014:A267, Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:D212, Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [3] Σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)του Κεφ. 154, οι σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος καθώς και ο λόγος επιστροφής της Επιταγής που σημειώνονται επί του Τεκμηρίου 8, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [4] Όπως αναφέρθηκε στην LCD DOMIKI LTD v. RKA KIKKOS DEVELOPERS LRD κ.α. Ποιν. Έφεση 116/11 ημ. 30/1/2015: «Είναι κατ΄ αρχάς ορθή η παρατήρηση της εφεσείουσας ότι το λεκτικό του άρθρου 305Α
(2)σχετίζεται και ερμηνεύεται σε σχέση με την περίπτωση ανάκλησης επιταγής και προϋποθέτει βέβαια εκ προοιμίου την ύπαρξη επιταγής, η οποία θα πρέπει λογικά να θεωρείται δεδομένο ότι εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα. Αυτό είναι σαφές από το λεκτικό, αλλά και το νόημα του εδαφίου
(2), εφόσον ανακαλείται χωρίς εύλογη αιτία με οποιαδήποτε πράξη, η εκδοθείσα από τον εκδότη επιταγή ως αποτέλεσμα της οποίας πράξης, η επιταγή δεν εξοφλείται. Δεν θα ήταν νομικά, ή, και λογικά εφικτό, να γίνεται λόγος για ανάκληση επιταγής, αν το εκδοθέν έγγραφο δεν είναι εν πάση περιπτώσει επιταγή. Συνεπώς, η εστίαση της προσοχής σε κατηγορία επί του άρθρου 305Α
(2), ευρίσκεται στην υπεράσπιση που προνοείται από την επιφύλαξη του εδαφίου που αφορά στην «εύλογη αιτία».» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο