← Κύπρος

ΚΑΛΑΒΑ ν. ΣΑΒΕΡΙΑΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2586/2015ΚΑΛΑΒΑ, 21/4/2021

ΚΑΛΑΒΑ ν. ΣΑΒΕΡΙΑΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2586/2015ΚΑΛΑΒΑ, 21/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2586/2015 Μεταξύ: XXXXX ΚΑΛΑΒΑ Παραπονούμενος -ν- XXXXX XXXXX ΣΑΒΕΡΙΑΔΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21.4.2021 Για τον Παραπονούμενο: κ. Πέτρος Α. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Άγγελος Πισιάρας ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 9.12.2014 εξέδωσε προς τον παραπονούμενο την επιταγή με αριθμό XXXXX4237 της Emporiki Bank ημερομηνίας 9.12.2014 για το ποσό των €23.103,32 η οποία όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της για πληρωμή. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την εν λόγω κατηγορία. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Τρύφωνος ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Alpha Bank Κύπρου η οποία εξαγόρασε την Εμπορική Τράπεζα. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της κατάστασης του λογαριασμού με αριθμό XXXXX100-3 την οποία εκτύπωσε από το μηχανογραφημένο σύστημα της τράπεζας και ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω αριθμός δόθηκε από την Alpha Bank Κύπρου για τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX309-8 της Εμπορικής Τράπεζας και ως τεκμήριο 2 τα δείγματα υπογραφής που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο. Ισχυρίστηκε ότι το μοναδικό πρόσωπο το οποίο είχε εξουσία να υπογράφει για την έκδοση επιταγών από τον ως άνω λογαριασμό όψεως ήταν ο κατηγορούμενος και κατέθεσε ως τεκμήριο 3 την επίδικη επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ημερομηνίας 9.12.2014 ποσού €23.103,
  2. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 8.4 αλλά δεν τιμήθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων και σφραγίστηκε με τη σφραγίδα «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα» και ότι παρουσιάστηκε ξανά στις 5.5 όπου σφραγίστηκε με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη ακάλυπτη επιταγή». Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι δεν είναι γραφολόγος για να είναι σε θέση να πει κατά πόσο η υπογραφή στο τεκμήριο 2 και στο τεκμήριο 3 είναι η ίδια. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε στην τράπεζα στις 8.4 χωρίς όμως ο συνάδελφός του να αναγράψει σε αυτή συγκεκριμένο έτος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο αποστάλθηκε στον κατηγορούμενο οποιαδήποτε γραπτή ειδοποίηση για τη μη πληρωμή της επίδικης επιταγής. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος διατηρούσε και άλλους λογαριασμούς στην Εμπορική Τράπεζα οι οποίοι όμως δεν είχαν οποιαδήποτε πιστωτικά υπόλοιπα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από την κατάσταση του λογαριασμού επί του οποίου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή προκύπτει η ημερομηνία κατά την οποία αυτή παρουσιάστηκε για πληρωμή αφού κατά την εν λόγω ημέρα ο λογαριασμός του κατηγορούμενου χρεώθηκε για την εν λόγω επιστροφή. Κατά την επανεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι οι 2 σφραγίδες ημερομηνίας 7.4.2015 και 4.5.2015 που φαίνονται στην επιταγή τεκμήριο 3 δεικνύουν ότι ο δικαιούχος της την κατέθεσε στην τράπεζά του στις εν λόγω ημερομηνίες. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο ίδιος ο παραπονούμενος κ. XXXXX Καλαβάς ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι είναι δικηγόρος και ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο εναγόμενος στην αγωγή με αριθμό 2670/2004 του Ε.Δ. Πάφου υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της περιουσίας κάποιου Ρώσσου με το όνομα XXXXX ZAKHAROV. Στις 28.4.2011 η εν λόγω αγωγή διευθετήθηκε και συμφωνήθηκε ως κανόνας Δικαστηρίου ότι, αφαιρουμένων των εξόδων της εν λόγω αγωγής και των δικηγορικών εξόδων του διαχειριστή της περιουσίας του ως άνω XXXXX ZAKHAROV, το υπόλοιπο θα διαμοιραζόταν εξίσου στην ενάγουσα στην ως άνω αγωγή και στον υιό του εν λόγω XXXXX ZAKHAROV. Αντίγραφο του σχετικού Διατάγματος κατέθεσε ως τεκμήριο
  3. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος ενώπιόν του υπέγραψε την επίδικη επιταγή προς συμμόρφωσή του με όσα συμφωνήθηκαν στην ως άνω απόφαση και στο ποσό της συμπεριλήφθηκαν τα έξοδα που είχαν επιδικαστεί υπέρ του, οι τόκοι από το έτος 2004 και τα δικηγορικά έξοδα της αίτησης μηνιαίων δόσεων που είχε καταχωρήσει εναντίον του κατηγορούμενου. Ισχυρίστηκε ότι κατέθεσε την εν λόγω επιταγή στην Τράπεζα Κύπρου στις 7.4.2015 και στις 4.5.2015 αλλά δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε και τις 2 φορές απλήρωτη επειδή το υπόλοιπο στον λογαριασμό του κατηγορούμενου δεν επαρκούσε για την πληρωμή της. Κατέθεσε τις σχετικές αποδείξεις της Τράπεζας Κύπρου ως τεκμήρια 5, 6, 7 και
  4. Ισχυρίστηκε τέλος ότι μέχρι τις 16.12.2020 που ο Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο κάποιος εξάδελφος του κατηγορούμενου του είχε καταβάλει το ποσό των €13.000 έναντι του ποσού της επιταγής. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι μέχρι την ημέρα της παρουσίας του στο Δικαστήριο είχε πληρωθεί μόνο το ποσό των €13.000 και παρέμενε οφειλόμενο το υπόλοιπο των €10.103 για το οποίο αρνήθηκε σχετική υποβολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου ότι συμφωνήθηκε πως θα εξοφλείτο με 2 δόσεις των €5.000 η καθεμιά κατά τον Γενάρη και τον Φλεβάρη του
  5. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 2 σφραγίδες που φαίνονται στην επίδικη επιταγή τεκμήριο 3 αναγράφονται οι ημερομηνίες 8.4 και 5.5 χωρίς να αναγράφεται συγκεκριμένο έτος και ότι σε αυτές δεν βλέπει να υπάρχει υπογραφή της τράπεζας. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο τελευταίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του που έλαβε χώρα στις 25.2.2021 ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή προς συμμόρφωση με όσα συμφωνήθηκαν στα πλαίσια διευθέτησης της αγωγής με αριθμό 2670/2004 του Ε.Δ. Πάφου και ότι σε αυτή είναι η υπογραφή του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ειδοποιήθηκε από την Alpha Bank τον Ιούνη του 2015 ότι η επιταγή που είχε εκδώσει δεν τιμήθηκε και εξεπλάγηκε που ειδοποιήθηκε από την εν λόγω τράπεζα επειδή την εν λόγω επιταγή την είχε εκδώσει επί της Εμπορικής Τράπεζας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επίδικη επιταγή είχε εξοφληθεί από τα τέλη του Γενάρη του 2021 και ότι ο λόγος που προωθήθηκε η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης είναι η απαίτηση του δικηγόρου του παραπονούμενου να του πληρώσει το ποσό των €10.000 ως δικηγορικά έξοδα. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι έλαβε γνώση ότι η επίδικη επιταγή δεν τιμήθηκε τον Ιούνη του 2015 και ότι σε αυτή δεν φαίνεται να τέθηκαν η ημερομηνία και η υπογραφή της τράπεζας όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή ως απαιτεί το άρθρο 305Α
(3)του Ποινικού Κώδικα. Όταν ολοκληρώθηκε η αντεξέταση του κατηγορούμενου οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός το οποίο εγκρίθηκε ως τέτοιο από το Δικαστήριο ότι η επίδικη επιταγή εξοφλήθηκε πλήρως μέσω ενός εξάδελφου του κατηγορούμενου. Μετά που ολοκληρώθηκε η προσκόμιση μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Πισιάρας εκ μέρους του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ενυπόγραφη σφράγιση της επίδικης επιταγής από την τράπεζα στην οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή ως απαιτεί το εδάφιο
(3)του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Εισηγήθηκε επίσης ότι από τις σφραγίδες οι οποίες τέθηκαν στην επίδικη επιταγή δεν προκύπτει ότι αυτή πράγματι παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας είχε εκδοθεί. Ο κ. Μιχαήλ εκ μέρους του παραπονούμενου εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η τέλεση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εκ μέρους του κατηγορούμενου και κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει ένοχο στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Έχω υπόψη μου όσα εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων και θα κάνω αναφορά σε αυτά όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262 «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επίσης τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη μου κρίνω ότι η εισήγηση του κ. Πισιάρα ότι δεν αποδείχθηκε η ενυπόγραφη σφράγιση της επίδικης επιταγής σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα, η οποία στην ουσία θεωρεί την ενυπόγραφη σφράγιση μιας επιταγής ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή γιατί η ως άνω υποχρέωση της τράπεζας κρίνω ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Οδηγούμαι στο ως άνω συμπέρασμα ότι το εν λόγω εδάφιο
(3)αφορά μόνο τις υποχρεώσεις μιας τράπεζας και δεν καθιερώνει συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος έχοντας υπόψη μου ότι αυτά περιέχονται σε άλλο εδάφιο από αυτό στο οποίο καθορίζονται τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Κρίνω ότι σε περίπτωση που η ενυπόγραφη σφράγιση μιας επιταγής αποτελούσε πράγματι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής θα ήταν λογικά αναμενόμενο ότι αυτό θα αναγραφόταν ως τέτοιο στοιχείο στο εδάφιο
(1)του επίδικου άρθρου μαζί με τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία και όχι στο εδάφιο
(3)το οποίο ρυθμίζει τις υποχρεώσεις της τράπεζας και δεν καθορίζει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Κρίνω επίσης ότι η σφράγιση μιας επιταγής από την τράπεζα αποτελεί μαρτυρία αφενός της παρουσίασής της στην τράπεζα και αφετέρου του λόγου για τον οποίο αυτή δεν τιμήθηκε και όχι συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος. Κρίνω επίσης ότι από το εν λόγω εδάφιο
(3)προκύπτει ξεκάθαρα ότι η υπογραφή στη σφραγίδα που τοποθετεί η τράπεζα είναι πράγματι μαρτυρία και όχι συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος. Στο ίδιο ως άνω συμπέρασμα οδηγούμαι επίσης έχοντας υπόψη μου ότι στην 1η παράγραφο του εδαφίου
(3)χρησιμοποιείται από τον νομοθέτη η φράση «οφείλει (εννοείται η τράπεζα) ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της» καθώς και όσα αναγράφονται στη 2η επιφύλαξη του εν λόγω εδαφίου στην 3η παράγραφό του και συγκεκριμένα η φράση ότι «νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωση του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το εδάφιο
(3)ρυθμίζει τις υποχρεώσεις μιας τράπεζας και όχι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για αυτό και ο νομοθέτης στο εδάφιο
(5)του ιδίου άρθρου προβλέπει ότι η παράβαση των δυνάμει του εδαφίου
(3)επιβαλλόμενων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο του πιστωτικού ιδρύματος συνιστά ποινικό αδίκημα που διαπράττεται εκ μέρους του εν λόγω λειτουργού ή υπαλλήλου. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Όσα ισχυρίστηκε επιβεβαιώνονται από τις σχετικές σφραγίδες που τέθηκαν στην επιταγή την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο και από τη σχετική κατάσταση λογαριασμού της οποίας η ορθότητα των όσων καταγράφονται σε αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Από την κατάσταση λογαριασμού προκύπτει συγκεκριμένα ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην Alpha Bank για πληρωμή στις 8.4.2015 και στις 5.5.2015 και επιστράφηκε και τις 2 φορές απλήρωτη και επίσης ότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου χρεώθηκε με τα σχετικά έξοδα για την επιστροφή της. Ο παραπονούμενος επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ο οποίος κατά τη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι πράγματι εξέδωσε την επίδικη επιταγή και ότι σε αυτή είναι η υπογραφή του. Ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι κατέθεσε την επίδικη επιταγή για πληρωμή στην τράπεζά του στις 7.4.2015 και 4.5.2015 επιβεβαιώνεται από τις σχετικές σφραγίδες που τοποθετήθηκαν σε αυτή από την Τράπεζα Κύπρου. Το γεγονός της παρουσίασης της εν λόγω επιταγής για πληρωμή στην Alpha Bank επιβεβαιώνεται ως προανέφερα από τις σχετικές καταγραφές στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
  1. Ο κατηγορούμενος επίσης κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και πως είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Οδηγούμαι σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη μου ότι με τη μαρτυρία του προέβαλε και ισχυρισμούς που ήταν ενάντια στα συμφέροντά του ήτοι ότι πράγματι υπέγραψε την επίδικη επιταγή και ότι πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς από την Alpha Bank τον Ιούνιο του 2015 ότι η επίδικη επιταγή όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή δεν τιμήθηκε. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή στις 9.12.2014 ούτε ότι τον Ιούνιο του 2015 πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς από την Alpha Bank ότι αυτή κατά τον χρόνο που παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας είχε εκδοθεί δεν τιμήθηκε ούτε και ότι παρέμεινε απλήρωτη μετά την πάροδο 15 ημερών από την παρουσίασή της για πληρωμή. Καταλήγω στα πιο πάνω συμπεράσματα έχοντας υπόψη μου ότι αυτά προκύπτουν από τους σχετικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου που προέβαλε κατά την αντεξέτασή του οι οποίοι ως ανέφερα ήταν αντίθετοι με τα συμφέροντά του. Κρίνω επίσης ότι η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή καθώς και το γεγονός ότι δεν πληρώθηκε προκύπτουν επίσης και από τις σχετικές σφραγίδες με τις οποίες αυτή σφραγίστηκε καθώς και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 η οποία έκρινα ότι αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Alpha Bank η οποία διαδέχθηκε την Εμπορική Τράπεζα όταν την εξαγόρασε κρίνω ότι προκύπτει από τη σχετική κατάσταση λογαριασμού την οποία ο τραπεζικός υπάλληλος παρουσίασε και η ορθότητα των όσων καταγράφονται σε αυτή δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Σε αυτό το σημείο να αναφέρω πως δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η άλλη εισήγηση του κ. Πισιάρα ότι από τις σφραγίδες που τέθηκαν στην επίδικη επιταγή δεν προκύπτει πως αυτή παρουσιάστηκε στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Κρίνω ότι η παρουσίαση μιας επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή μπορεί να αποδειχθεί και με άλλο τρόπο και όχι μόνο με τη σχετική σφραγίδα που η τράπεζα θέτει σε αυτή. Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι η παρουσίαση της επίδικης επιταγής για πληρωμή αποδείχθηκε από τη σχετική καταγραφή στη σελίδα 4 της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο
  2. Συγκεκριμένα σε αυτή φαίνεται ότι ο λογαριασμός του κατηγορούμενου χρεώθηκε στις 8.4.2015 και στις 5.5.2015 με έξοδα επιστροφής της επίδικης επιταγής. Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτές τις 2 καταγραφές είναι ότι η εν λόγω επιταγή, ο αριθμός της οποίας αναγράφεται εκεί, παρουσιάστηκε για πληρωμή και δεν τιμήθηκε επειδή ο λογαριασμός του κατηγορούμενου δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθεί. Κρίνω συνεπώς ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ήτοι της επίδικης, η οποία ήταν πληρωτέα στις 9.12.2014 και που παρουσιάστηκε για πληρωμή διαδοχικά στις 8.4.2015 και στις 5.5.2015 και ότι και τις δύο φορές που παρουσιάστηκε παρέμεινε απλήρωτη. Η εν λόγω παρουσίαση έλαβε χώρα μετά την ημερομηνία που η επίδικη επιταγή ήταν πληρωτέα. Αποδείχθηκε επίσης ότι παρά την πάροδο 15 ημερών από την παρουσίασή της για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας είχε εκδοθεί αυτή παρέμεινε απλήρωτη λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του κατηγορούμενου. Το γεγονός ότι η εν λόγω επιταγή είχε εκδοθεί επί της Emporiki Bank και τελικά παρουσιάστηκε στην Alpha Bank η οποία την εξαγόρασε κρίνω ότι δεν διαφοροποιεί την κατάσταση αφού η εν λόγω τράπεζα είναι η διάδοχος της πρώτης και η παρουσίαση σε αυτήν είναι αρκετή για να θεωρηθεί ότι η επίδικη επιταγή πράγματι παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας είχε εκδοθεί. Κρίνω τέλος ότι η εν λόγω επιταγή μέχρι τις 25.2.2021 είχε εξοφληθεί πλήρως προς τον παραπονούμενο από κάποιον εξάδελφο του κατηγορούμενου. Το τελευταίο γεγονός όμως δεν αναιρεί την τέλεση του επίδικου αδικήματος αφού αυτό συντελέστηκε όταν παρήλθαν 15 ημέρες από την ημέρα που η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή και αυτή παρέμεινε απλήρωτη για την εν λόγω περίοδο. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.