Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας ν. ATALIOTIS & CHRISTODOULOU TRANSPORT LTD, Αρ. Υπόθεσης: 6058/2015, 6/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6058/2015 Μεταξύ: Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας Κατηγορούσα Αρχή εναντίον ATALIOTIS & CHRISTODOULOU TRANSPORT LTD, H.E. 83747 Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 6.4.2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για την Κατηγορούμενη: κ. Μ. Σοφοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης όταν καταχωρήθηκε περιελάμβανε τις κατηγορίες 1 έως 4. Οι κατηγορίες 1 και 2 αποσύρθηκαν πριν να ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης και προωθήθηκαν μέχρι τέλους οι κατηγορίες 3 και 4 και οι κατηγορίες 5 και 6 οι οποίες προστέθηκαν στις 17.12.2019 πριν την έναρξη της ακρόασης. Οι κατηγορίες 3 έως 6 αφορούν αδικήματα που κατ' ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής διαπράχθηκαν από την κατηγορούμενη εταιρεία κατά παράβαση των προνοιών του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996 και των σχετικών Κανονισμών. Η 3η κατηγορία αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράλειψη της κατηγορούμενης, ως εργοδότριας, να έχει γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων με βάση την οποία θα καθόριζε τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων της αλλά και των προσώπων που δεν εργοδοτούνταν σε αυτή κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 3 και 4 του περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών του 2002 και των άρθρων 2, 3, 13, 38 και 53
(1)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 3ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι από άγνωστη στην κατηγορούσα αρχή ημερομηνία μέχρι και τις 25.2.2015 ενώ ήταν εργοδότρια, παρέλειψε να καθορίσει τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα που έπρεπε να ληφθούν με βάση τη γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των εργοδοτουμένων της και των άλλων προσώπων που δεν εργοδοτούνταν από αυτή αλλά επηρεάζονταν από τις δραστηριότητές της, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοί της και άλλα πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω του μη έγκαιρου εντοπισμού των κινδύνων και της παράλειψης εφαρμογής των κατάλληλων προληπτικών και προστατευτικών μέτρων. Η 4η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης εφαρμογής κατάλληλου συστήματος ασφάλειας ή συστήματος διαχείρισης των κινδύνων κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 3 και 5
(1)(α) των περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών του 2002 και των άρθρων 2, 3, 13, 38 και 53
(1)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 4ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι από άγνωστη στην κατηγορούσα αρχή ημερομηνία μέχρι και τις 25.2.2015 ενώ ήταν εργοδότρια παρέλειψε να εφαρμόσει κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή σύστημα διαχείρισης των κινδύνων, στο οποίο να περιγράφονται μεταξύ άλλων οι διευθετήσεις για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο καθώς και την παρακολούθηση και την αναθεώρηση των προληπτικών και προστατευτικών μέτρων που έπρεπε να λαμβάνονταν για τις δραστηριότητες στον χώρο εργασίας που ενέχουν κινδύνους με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοί της καθώς και τρίτα πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο. Η 5η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης παροχής και διατήρησης ασφαλών και χωρίς κινδύνους για την υγεία των εργοδοτουμένων συστημάτων και μεθόδων εργασίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13
(2)(α), 13
(12)και 53
(1)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 5ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 25.2.2015 ενώ ήταν εργοδότρια, παρέλειψε να παράσχει και να διατηρήσει μέθοδο εργασίας η οποία να ήταν ασφαλής και χωρίς κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία με αποτέλεσμα ο εργοδοτούμενός της XXXXX Γεωργίου ενώ βρισκόταν στο υποστατικό της εταιρείας «ΤΣΑΚΚΑΛΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» στην οδό Κιλκίς 28, στη βιομηχανική περιοχή Λατσιών, στην προσπάθειά του να ανοίξει τις πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου που μετέφερε από το λιμάνι Λεμεσού, να τραυματιστεί στο αριστερό πόδι όταν συσκευασμένη «κουλούρα» από σύρμα γαλβανιζέ έπεσε από το εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο. Τέλος η 6η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης παροχής πληροφοριών, οδηγιών και εκπαίδευσης για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13
(2)(γ), 13
(12)και 53
(1)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 6ης κατηγορίας η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία, ενώ ήταν εργοδότρια παρέλειψε να παράσχει σε εργοδοτούμενούς της την κατάλληλη πληροφόρηση, οδηγίες και εκπαίδευση για την εκτέλεση των εργασιών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας με αποτέλεσμα εργοδοτούμενοί της να εκτίθενται σε κίνδυνο. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε 2 μάρτυρες. Προηγουμένως δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: κατά τον χρόνο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο η κατηγορούμενη ήταν εργοδότρια του κ. XXXXX Γεωργίου, κατά τον εν λόγω χρόνο επεσυνέβη ατύχημα και η κατηγορούμενη ήταν και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη εταιρεία σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Τίτας ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι σύμβουλος για θέματα ασφάλειας και υγείας σε ιδιωτική εταιρεία. Κατά τα έτη 2009 έως 2016 εργαζόταν ως Επιθεωρητής Εργασίας στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας. Για την παρούσα υπόθεση ετοίμασε Έκθεση Διερεύνησης Εργατικού Ατυχήματος η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 και στην οποία περιέχονται 6 φωτογραφίες ως Παραρτήματα 1 και
- Κατά τη διερεύνηση του περιστατικού έλαβε 2 καταθέσεις από τον κ. XXXXX Γεωργίου και τον κ. XXXXX Αταλιώτη οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης κ. Γεωργίου μετέφερε το επίδικο εμπορευματοκιβώτιο στον χώρο που θα το παρέδιδε και στη συνέχεια απέκοψε την ασφάλεια με την οποία η δεξιά πόρτα του ήταν σφραγισμένη. Αφού απέκοψε την ασφάλεια, άνοιξε τη δεξιά πόρτα και στη συνέχεια την αριστερή. Τότε ένιωσε βάρος στην αριστερή πόρτα από την οποία έπεσε στο έδαφος ένα μεταλλικό κουλούρι με γαλβανιζέ σύρμα βάρους 840 κιλών περίπου. Το εν λόγω κουλούρι τραυμάτισε τον υπάλληλο της κατηγορούμενης στο αριστερό του πόδι ο οποίος υπέστη κάταγμα ανοικτού τύπου και χρειάστηκε πολύμηνη αποθεραπεία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη εταιρεία δεν είχε προχωρήσει σε εκπόνηση γραπτής εκτίμησης κινδύνων και ότι παρέλειψε να καθορίσει μια ασφαλή μέθοδο εργασίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η μέθοδος η οποία χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν ασφαλής και ως τέτοια ισχυρίστηκε ότι μπορούσε να είναι η χρήση περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος το οποίο θα ακουμπούσε τις περόνες του στις πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου πριν να ανοίξουν για να αποφευγόταν ο κίνδυνος πτώσης εμπορευμάτων τα οποία βρίσκονταν μέσα σε αυτό και δεν ήταν αγκυρωμένα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κατηγορούμενη εταιρεία γνωστοποίησε στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας το επίδικο ατύχημα συμπληρώνοντας και αποστέλλοντας το σχετικό έντυπο γνωστοποίησης το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο
- Κατέθεσε τέλος ως τεκμήρια 3 και 4 τις καταθέσεις τις οποίες έλαβε από τον κ. XXXXX Γεωργίου και τον κ. XXXXX Αταλιώτη αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι το σχέδιο εκτίμησης κινδύνων είναι ένα ειδικά διαμορφωμένο για κάθε συγκεκριμένη εργασία έγγραφο το οποίο, σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν έχει τις αναγκαίες γνώσεις για να το ετοιμάσει, μπορεί να ετοιμαστεί από πρόσωπα τα οποία είναι εγκεκριμένα από το Τμήμα Εργασίας και κατέχουν προς τούτο τις αναγκαίες γνώσεις και τη σχετική άδεια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι με βάση τη γραπτή εκτίμηση κινδύνων ο εργοδότης ορίζει και μια μέθοδο εργασίας η οποία να είναι ασφαλής για τη συγκεκριμένη εργασία. Ισχυρίστηκε ότι η εκτίμηση του κινδύνου σε κάθε περίπτωση είναι καθαρά υποκειμενική. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο επίδικο περιστατικό το φορτίο του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου δεν ήταν δεμένο, ότι το περιεχόμενό του δεν ελέχθηκε στο λιμάνι της Λεμεσού και ότι δεν ήταν πρακτικά εφικτό για την κατηγορούμενη να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο στοιβάχθηκε το περιεχόμενό του. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η κατηγορούμενη μπορούσε να δώσει οδηγίες προς τον υπάλληλό της να μην απασφαλίσει τις πόρτες του επίδικου εμπορευματοκιβώτιου στην απουσία ανυψωτικού μηχανήματος η παρουσία του οποίου θα διασφάλιζε πλήρως την αποφυγή οποιουδήποτε κινδύνου. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Γεωργίου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι επαγγελματίας οδηγός αρθρωτού οχήματος, εργάζεται στην κατηγορούμενη εταιρεία και τα κύρια καθήκοντά του είναι η μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων από το λιμάνι. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερομηνίας 17.3.2015 που είχε κατατεθεί ως τεκμήριο 3 στην οποία αναφέρει ότι στις 25.2.2015 ο κ. XXXXX Αταλιώτης τον ενημέρωσε ότι θα παραλάβει ένα εμπορευματοκιβώτιο από το λιμάνι της Λεμεσού για να το μεταφέρει στον πελάτη της κατηγορούμενης στη Βιομηχανική Περιοχή Λατσιών. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι μετέβη στον χώρο του πελάτη που ξεφορτώνονται τα εμπορευματοκιβώτια, κατέβηκε από το όχημά του, πήρε μαζί του το ψαλίδι χειρός, έκοψε την ασφάλεια του εμπορευματοκιβωτίου και στη συνέχεια άνοιξε πολύ προσεκτικά τη δεξιά του πόρτα. Στη συνέχεια προχώρησε στο άνοιγμα της αριστερής πόρτας και σε κάποια στιγμή ένιωσε το βάρος της πόρτας και χωρίς να καταλάβει τι συνέβηκε βρέθηκε στο έδαφος τραυματισμένος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν έτυχε οποιασδήποτε εκπαίδευσης από τους εργοδότες του για να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος όταν ανοίγει ένα εμπορευματοκιβώτιο ούτε του έδωσαν οποιοδήποτε έγγραφο που να περιγράφει τους κινδύνους στην εργασία και τον τρόπο για να προστατεύονται από αυτούς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από το περιστατικό αποκόπηκε η κνήμη και η περόνη του και τα μέρη αυτά του σώματός του αντικαταστάθηκαν με μόσχευμα από το χέρι και τη λεκάνη και ότι παρέμεινε στο νοσοκομείο τμηματικά για 3 μήνες συνολικά και έκανε 5 επεμβάσεις. Από την εργασία του απουσίασε περίπου 22 μήνες. Ισχυρίστηκε τέλος ότι την επίδικη ημέρα άνοιξε τις πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου για να έρθει το συνεργείο με το τηλεσκοπικό όχημα για να ξεφορτώσει τα εμπορεύματα. Ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν οδηγός αρθρωτού οχήματος από το 2006 έως το 2015 και ότι έκανε περίπου 2 με 3 δρομολόγια την ημέρα. Ισχυρίστηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2015 εργαζόταν στην κατηγορούμενη και μετέφερε εμπορευματοκιβώτια από το λιμάνι στους πελάτες της. Για το επίδικο συμβάν ισχυρίστηκε ότι παρέλαβε ένα εμπορευματοκιβώτιο από το λιμάνι, το μετέφερε στον πελάτη της κατηγορούμενης και όταν άνοιξε την πόρτα του τον κτύπησε ένα καρούλι σύρμα βάρους περίπου 850 κιλών. Ισχυρίστηκε ότι τις περισσότερες φορές κόβει ο ίδιος με ψαλίδι την ασφάλεια από τα εμπορευματοκιβώτια τα οποία μεταφέρει. Η επαγγελματική του άδεια ανανεώνεται κάθε 3 χρόνια και εκπαιδεύεται 35 ώρες εκ των οποίων οι 7 αφορούν θέματα ασφάλειας και υγείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το άνοιγμα ενός εμπορευματοκιβωτίου δεν συμπεριλαμβάνεται στην εκπαίδευση που λαμβάνει για την ανανέωση της επαγγελματικής του άδειας. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου ούτε πώς στοιβάχθηκε και ότι η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να πηγαίνει στο λιμάνι και να ελέγχει τον τρόπο ή το περιεχόμενο ενός εμπορευματοκιβωτίου πριν την παραλαβή του. Ισχυρίστηκε πως μόλις απασφάλισε τα κλειδιά του εμπορευματοκιβωτίου ασκήθηκε πολύ μεγάλη πίεση στις πόρτες του και δεν είχε τη δύναμη ούτε τον χρόνο για να τις σπρώξει προς τα πίσω. Οι οδηγίες που είχε για το εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο ήταν να το ανοίξει, να ξεφορτωθεί και στη συνέχεια να το παραλάβει και να φύγει. Η κατηγορούμενη μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κάλεσε 1 μάρτυρα προς υπεράσπισή της. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Αταλιώτης ο οποίος κατέθεσε γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Με αυτή υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 16.3.2015 που είχε κατατεθεί ως τεκμήριο 4 στην οποία αναφέρει ότι ο υπάλληλος της κατηγορούμενης κ. Γεωργίου ήταν ενήμερος για τον συγκεκριμένο κίνδυνο που αντιμετώπιζε κατά το άνοιγμα του εμπορευματοκιβωτίου και γνώριζε τους κινδύνους. Ήταν επίσης εκπαιδευμένος και έκανε τούτη τη δουλειά καθημερινά. Αναφέρει επίσης ότι τα προτεινόμενα μέτρα που έλαβε η κατηγορούμενη για την αντιμετώπιση του κινδύνου πτώσης εμπορευμάτων κατά το άνοιγμα των πορτών του εμπορευματοκιβωτίου ήταν να ανοίγει πρώτα η δεξιά πόρτα με άνοιγμα 30ο χωρίς να ανοίξουν τα χερούλια της όταν και γίνεται αντιληπτό εάν υπάρχει πίεση στην πόρτα και κατά πόσο κάτι ακουμπά σε αυτή. Όταν καταστεί αντιληπτό ότι υπάρχει πίεση δεν ανοίγει το εμπορευματοκιβώτιο μέχρι να έρθει φορκλιφτ για να ακουμπήσει σε αύτη και να την ανοίξει προς τα πίσω. Στη γραπτή του δήλωση Έγγραφο Α περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: η κατηγορούμενη δραστηριοποιείται από το έτος 1991 στις μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων και απασχολεί 25 έμπειρους και άρτια εκπαιδευμένους οδηγούς οι οποίοι λόγω της εμπειρίας και της κατάρτισής τους πραγματοποιούν μεταφορές και άνοιγμα εμπορευματοκιβωτίων χωρίς την επίβλεψη των εργοδοτών τους. Ισχυρίστηκε ότι κατά το επίδικο περιστατικό το καρούλι με το σύρμα δεν ήταν δεμένο ούτε καλά στερεωμένο εντός του εμπορευματοκιβωτίου με αποτέλεσμα να πέσει πάνω στον εργοδοτούμενό τους και να τον τραυματίσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν αδύνατο να γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο στοιβάχθηκαν τα καρούλια εντός του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου ή ότι δεν ήταν δεμένα ή στερεωμένα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο τραυματισμός του υπαλλήλου της κατηγορούμενης κ. Γεωργίου θα μπορούσε να αποφευχθεί γιατί αυτός αφότου απασφάλισε την πόρτα μπορούσε να αντιληφθεί την πίεση που ασκούσε το καρούλι βάρους 840 κιλών πριν προχωρήσει να την ανοίξει και επίσης εάν δεν είχε παρκάρει τόσο κοντά στην κλειστή συρόμενη πόρτα του χώρου στον οποίο θα παρέδιδε το εμπορευματοκιβώτιο θα άφηνε χώρο στον εαυτό του για να αντιδράσει. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι το επίδικο συμβάν καταγράφηκε σε βίντεο το οποίο ήταν εγκατεστημένο στον χώρο που διαδραματίστηκε το οποίο και παρακολούθησε. Ισχυρίστηκε ότι σε αυτό είδε τον κ. Γεωργίου να ανοίγει αρχικά τη δεξιά πόρτα του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου και να βάζει μέσα το κεφάλι του χωρίς όμως να δει το καρούλι το οποίο ακουμπούσε ψηλά και το οποίο έπεσε όταν άνοιξε την αριστερή του πόρτα. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι ο υπάλληλος της κατηγορούμενης κ. Γεωργίου ήταν οδηγός με 10 χρόνια εμπειρίας, μετέφερε 500 εμπορευματοκιβώτια τον χρόνο και μπορούσε να εκτιμήσει τον κίνδυνο που θα είχε να αντιμετωπίσει ανοίγοντάς το επίδικο εμπορευματοκιβώτιο. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη εταιρεία δεν είχε κατά τον επίδικο χρόνο γραπτή εκτίμηση κινδύνων ούτε σύστημα ασφάλειας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα επειδή ο εργοδοτούμενος της κατηγορούμενης δεν ήταν προσεκτικός και παρόλο που άνοιξε τη μια πόρτα του εμπορευματοκιβωτίου και έβαλε μέσα το κεφάλι του για να δει μέσα σε αυτό στη συνέχεια δεν το έστρεψε προς τα πάνω για να διαπιστώσει ότι το επίδικο καρούλι με το σύρμα ήταν πάνω ψηλά ακουμπισμένο στην αριστερή πόρτα του. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Σοφοκλέους εισηγήθηκε ότι υπάρχει μαρτυρία από την οποία προκύπτει ότι μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση που προβλέπεται στα άρθρα 13
(1)και 54 του Ν.89(Ι)/1996. Ειδικότερα εισηγήθηκε ότι το επίδικο συμβάν ήταν υπό τις περιστάσεις απρόβλεπτο αφού, όπως ανέφερε και ο Μ.Κ.1 στα 7 χρόνια που ήταν λειτουργός στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, δεν είχε συμβεί παρόμοιο περιστατικό πτώσης αντικειμένου από το πίσω μέρος εμπορευματοκιβωτίου. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν ήταν πρακτικό εφικτό για την κατηγορούμενη να ελέγξει το περιεχόμενο του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου ή τον τρόπο με τον οποίο είχε στοιβαχθεί και πως ήταν μη αναμενόμενο ότι το επίδικο καρούλι από σύρμα μπορούσε να κυλήσει και να καταπλακώσει έναν άνθρωπο. Εισηγήθηκε τέλος ότι ο Μ.Κ.2 είναι ένας εκπαιδευμένος οδηγός ικανός να αξιολογεί τους κινδύνους που ελλόχευαν κατά το άνοιγμα ενός εμπορευματοκιβωτίου. Ο κ. Προδρόμου από την άλλη εισηγήθηκε ότι ο νομοθέτης επέλεξε όπως τα αδικήματα που τελούνται στους χώρους εργασίας να είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης για αυτό και καθιέρωσε το άρθρο 54 του επίδικου Νόμου 89(Ι)/1996 σύμφωνα με το οποίο σε διαδικασία για αδίκημα που διαπράττεται κατά παράβαση οποιωνδήποτε διατάξεών του αποτελεί ευθύνη του κατηγορούμενου να αποδείξει ότι δεν ήταν πρακτικώς ή ευλόγως εφικτό να πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για εκπλήρωση της υποχρέωσης ή της απαίτησης που τέθηκε σε αυτόν. Εισηγήθηκε επίσης ότι από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 είναι παραδεκτό πως δεν υπήρχε γραπτή εκτίμηση των κινδύνων που υπήρχαν κατά την εργασία με αποτέλεσμα να μην εφαρμοζόταν σύστημα για τη διαχείρισή τους. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις και εισηγήσεις που τέθηκαν ενώπιόν μου, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σχετικός με την παρούσα υπόθεση είναι ο περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμος 89(Ι)/1996 και οι κανονισμοί οι οποίοι εκδόθηκαν δυνάμει αυτού. Στο άρθρο 2 του ως άνω Νόμου δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: «εργοδότης» σημαίνει κάθε πρόσωπο που έχει την ευθύνη για το χώρο εργασίας, το υποστατικό, την επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση στο οποίο απασχολείται ή απασχολήθηκε ο εργοδοτούμενος: Νοείται ότι ο εργοδότης περιλαμβάνει και πρόσωπο που δεν έχει άλλα εργοδοτούμενα πρόσωπα, αλλά διεξάγει οικονομική δραστηριότητα ή διευθύνει την επιχείρησή του με σκοπό κερδοσκοπικό ή μη· «εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται ή εργάστηκε με σύμβαση απασχόλησης με σκοπό την εκτέλεση εργασίας ή ασκούμενο ή μαθητευόμενο πρόσωπο και περιλαμβάνει πρόσωπο .. και ο όρος «εργοδότηση» θα ερμηνεύεται ανάλογα· «σύμβαση απασχόλησης» σημαίνει σύμβαση είτε ρητή είτε εξυπακουόμενη και, εάν είναι ρητή, είτε προφορική είτε γραπτή και περιλαμβάνει σύμβαση μαθητείας. Στο άρθρο 3 του Νόμου καθορίζεται ότι αυτός εφαρμόζεται μεταξύ άλλων: (α) σε χώρους εργασίας, υποστατικά, επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις και σε όλους τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τομείς δραστηριοτήτων, όπως βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αναψυχής, (β) σε εγκαταστάσεις ανελκυστήρων και σε εγκαταστάσεις δοχείων πίεσης, (γ) σε οικιακά υποστατικά και οικιακές εγκαταστάσεις που βρίσκονται στη Δημοκρατία και σε oπoιαδήπoτε άλλη περίπτωση όπου διεξάγεται επιχείρηση ή άλλη δραστηριότητα για σκοπούς κέρδους. Στο άρθρο 13 προνοείται ότι κάθε εργοδότης πρέπει vα διασφαλίζει τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ καθώς και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των υποχρεώσεών του στο εδάφιο
(2)αναφέρονται διάφορες ειδικότερες πτυχές των εν λόγω υποχρεώσεών του. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 13
(1)του Νόμου ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη για συμβάντα οφειλόμενα σε ανώμαλες και/ή απρόβλεπτες συνθήκες που εκφεύγουν του ελέγχου του και/ή σε έκτακτα γεγονότα οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί παρόλη την επιδειχθείσα επιμέλεια. Σύμφωνα με το άρθρο 13
(12)του Νόμου οι υποχρεώσεις των εργοδοτουμένων στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη. Στο άρθρο 38 προνοείται η δυνατότητα έκδοσης κανονισμών οι οποίοι μεταξύ άλλων μπορούν να επιβάλλουν υπoχρεώσεις σε σχέση με τις διατάξεις τoυ εν λόγω Νόμου. Το άρθρο 53 του ως άνω Νόμου έχει ως ακολούθως: «53.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιβάλλονται υποχρεώσεις με βάση τον παρόντα Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτές, είvαι έvoχo αδικήματoς και υπoκείται σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ ή σε φυλάκιση πoυ δεv θα υπερβαίvει τα τέσσερα χρόνια ή και στις δύo αυτές πoιvές ..». Το άρθρο 54 του ως άνω Νόμου είναι δικονομικής μορφής, καθορίζει, δηλαδή το βάρος απόδειξης και προνοεί ότι σε oπoιεσδήποτε διαδικασίες για αδίκημα πoυ διαπράττεται κατά παράβαση oπoιωvδήπoτε διατάξεών τoυ τo oπoίo συvίσταται σε παράλειψη πρoσώπoυ vα συμμoρφωθεί με υπoχρέωση ή με απαίτηση για εκτέλεση καθήκovτoς, καθόσo η συμμόρφωση αυτή είvαι πρακτικώς εφικτή ή είvαι ευλόγως εφικτή, απoτελεί ευθύvη τoυ κατηγoρoύμεvoυ vα απoδείξει ότι δεv ήταv πρακτικώς εφικτό ή δεv ήταv ευλόγως εφικτό vα πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για εκπλήρωση της υπoχρέωσης ή της απαίτησης πoυ τέθηκαv σε αυτόv. Στους περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμούς του 2002 (Κ.Δ.Π. 173/2002) και συγκεκριμένα στον Κανονισμό 4
(1)(α) θεσπίζεται η υποχρέωση ενός εργοδότη, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων του υποστατικού, της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασής του να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων του. Στον Κανονισμό 4
(2)(α)(i) της Κ.Δ.Π. 173/2002 ορίζεται ότι ο εργοδότης οφείλει να έχει στη διάθεσή του μια γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων του. Στον Κανονισμό 4
(2)(β) ορίζεται επίσης ότι ο εργοδότης με βάση την πιο πάνω γραπτή εκτίμηση κινδύνων οφείλει να καθορίζει τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό και τον εξοπλισμό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Στον Κανονισμό 5
(1)(α) της Κ.Δ.Π. 173/2002 ορίζεται ότι κάθε εργοδότης πρέπει να εφαρμόζει κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή σύστημα διαχείρισης των κινδύνων προβαίνοντας σε τέτοιες διευθετήσεις, κατάλληλες για τη φύση των δραστηριοτήτων του, για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο, καθώς και την παρακολούθηση και αναθεώρηση των προληπτικών και προστατευτικών μέτρων που καθορίστηκαν με βάση την εκτίμηση που προνοεί ο Κανονισμός 4. Ως προς τη φύση του καθήκοντος που επιβάλλεται από τον Νόμο στον εργοδότη στην υπόθεση Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Λεμεσού ν. Sedora Enterprises Ltd κ.ά.
(1992)2 Α.Α.Δ. 332, λέχθηκε ότι «η υποχρέωση διατήρησης συνθηκών ασφάλειας σε εργοστάσια και άλλους χώρους που απασχολούνται άνθρωποι, δεν είναι μόνο μια υποχρέωση που πηγάζει από το Νόμο, είναι μια προέκταση διεθνών υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν από τη Δημοκρατία κάτω από το άρθρο 3 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, κάτω από τον οποίο μια συμβαλλόμενη χώρα αναλαμβάνει όχι μόνο τη θέσπιση κανονισμών για συνθήκες ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στον τόπο εργασίας αλλά και την περαιτέρω υποχρέωση της εφαρμογής τους με μέτρα για την αποτελεσματική εποπτεία της συμμόρφωσης προς τις ανειλημμένες αυτές υποχρεώσεις». Στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας: «Έχει λεχθεί ότι ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι αφαιρούν μετά την τοποθέτησή τους τα προφυλακτικά μέτρα, η ευθύνη του εργοδότη δεν μειώνεται γιατί η συνεχής παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας αποτελεί αποκλειστικά δική του ευθύνη. Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Το καθήκον συντήρησης των προστατευτικών μέτρων στις οικοδομικές εργασίες είναι απόλυτο. Η υποχρέωση για διατήρηση των μέτρων ασφάλειας και η συντήρησή τους δεν είναι μόνο απόλυτη αλλά και διαρκής (Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού
(1989)2 Α.Α.Δ. 51, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ και Άλλου
(1995)2 Α.Α.Δ. 290). Η μέριμνα για διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς ασφαλείας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των εργοδοτών που είναι και οι μόνοι που έχουν τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας. Η πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του Μ.Κ.1 δυνατόν να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει όμως την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την παράλειψή τους να φροντίσουν όπως ο συγκεκριμένος εργάτης απασχολείται σε δάπεδο εργασίας που διέθετε μέσα προστασίας». Τέλος στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573, λέχθηκε πως «η ευθύνη για λήψη μέτρων συμμόρφωσης με τις επιταγές ενός Νόμου ο οποίος ρυθμίζει θέματα ασφάλειας στους τόπους εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τους εργοδότες». Λέχθηκε επίσης ότι «σε μια εποχή που οι εργασίες διεξάγονται κυρίως με μηχανήματα με προφανή σκοπό την αύξηση της παραγωγικότητας προβάλλει πιο επιτακτική η υποχρέωση των εργοδοτών για διατήρηση συνθηκών πλήρους ασφάλειας στους τόπους εργασίας. Οι εργαζόμενοι δικαιούνται μετά τον κάματο της ημέρας να επιστρέφουν στις οικογένειες τους αρτιμελείς και υγιείς. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε χαλάρωση αυτής της υποχρέωσης των εργοδοτών». Πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι η ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι παρέχεται σε αυτόν μέσα από τον Νόμο υπεράσπιση προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη. Σχετικές είναι οι πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 13
(1)του Νόμου οι οποίες παρατέθηκαν πιο πάνω καθώς και του άρθρου 54. Στην υπόθεση Λίγγης ν. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, ημερομηνίας 30.9.2014, αποφασίστηκαν σχετικώς τα εξής: «Από τη στιγμή δε που θα δοθεί θετική απάντηση ως προς τούτο, ο εργοδότης, με βάση τις πρόνοιες του ιδίου άρθρου, έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένη υπεράσπιση, ότι, από την πλευρά του, έχει πράξει ό,τι ήταν ευλόγως εφικτό, ώστε να έχει διασφαλίσει ότι, στα πλαίσια της διεξαγωγής της συγκεκριμένης εργασίας, δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από αυτόν πρόσωπα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 54, ο εργοδότης φέρει το βάρος για θεμελίωση της πιο πάνω υπεράσπισης, στη βάση, όμως, του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Η πιο πάνω υπεράσπιση αποτελεί, απλώς, επιβεβαίωση ότι η εν λόγω ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη και ότι αυτός μπορεί να απαλλαγεί από αυτήν, αν αποδείξει ότι έλαβε όλα τα ευλόγως εφικτά μέτρα για αποτροπή του κινδύνου». Ο όρος «πρακτικώς εφικτό» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 261 ως ακολούθως: «Ο όρος σημαίνει εκείνο που μπορεί να γίνει στην πράξη ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτό είναι δύσκολο ή άβολο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Παράγοντες όπως πιθανές δυσκολίες ή το ύψος της δαπάνης σε σύγκριση με το μέγεθος του κινδύνου που υπάρχει, οι οποίοι θ' αποκτούσαν σημασία αν το ζητούμενο ήταν τί είναι εύλογα πρακτικώς εφικτό που είναι όρος στενότερος, δεν διαδραματίζουν ρόλο. Όμως το πρακτικώς εφικτό δεν εξομοιώνεται με το φυσικώς αδύνατο. Το κατά πόσο κάποιο μέτρο είναι πρακτικώς εφικτό κρίνεται κάτω από το φως των σύγχρονων γνώσεων και εφευρέσεων. Έχει εξηγηθεί πως δεν μπορεί να θεωρηθεί πρακτικώς εφικτό να παίρνονται προφυλάξεις για αντιμετώπιση κινδύνων, η γνώση της ύπαρξης των οποίων είναι αδύνατη ή να υιοθετούνται μέτρα που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και ότι η έννοια του όρου πρακτικώς εφικτό εμπεριέχει κάποιο βαθμό λογικής και κάποια σχέση με την πρακτική.... Είναι φανερό ότι η συνάρτηση αυτή περιορίζει το απόλυτο του καθήκοντος. Το τί είναι πρακτικώς εφικτό πρέπει να προσδιορίζεται όχι κατ' απομόνωση αλλά σε συσχετισμό και με την εργασία που γίνεται » Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα μιας ποινικής υπόθεσης είναι αυτά τα οποία προκύπτουν από το ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορητήριο και μόνο όσα από αυτά είναι αμφισβητούμενα. Η δε αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται αποκλειστικά με γνώμονα τα επίδικα θέματα μιας υπόθεσης και υπόψη λαμβάνεται μόνο η μαρτυρία που είναι σχετική με αυτά. Ο Μ.Κ.1 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Στα πλαίσια των εξετάσεων τις οποίες διενήργησε στον χώρο όπου συνέβηκε το επίδικο ατύχημα κατέγραψε τις παρατηρήσεις του στην έκθεση την οποία ετοίμασε και η ορθή καταγραφή τους δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Στη βάση των καθηκόντων του ως σύμβουλος σε θέματα ασφάλειας και υγείας κρίνω ότι είχε τις αναγκαίες γνώσεις για να υποστηρίξει βάσιμα τη θέση του ότι η χρήση περονοφόρου ανυψωτικού μηχανήματος που θα να συγκρατούσε τις πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου, όταν θα άνοιγαν, θα ήταν μια ασφαλής μέθοδος εργασίας. Το ίδιο κρίνω ότι ισχύει και για την άλλη θέση του ότι μπορούσαν να δοθούν ακόμα και οδηγίες να μην ανοιχθεί καθόλου το εμπορευματοκιβώτιο στην απουσία του ως άνω περονοφόρου οχήματος από τον επίδικο χώρο. Κρίνω ότι ο Μ.Κ.1 ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας και μετέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια και ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.2 είναι το πρόσωπο το οποίο τραυματίστηκε κατά το επίδικο συμβάν. Είχε άμεση εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης και κρίνω ότι λόγω τούτου του γεγονότος ήταν σε πλεονεκτική θέση να τα θυμάται και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο με ικανοποιητική επάρκεια. Η μαρτυρία του είχε συνοχή και δεν περιέπεσε κατά την αντεξέτασή του σε αντιφάσεις, αντιθέτως παρέμεινε σταθερός στους ισχυρισμούς του. Κρίνω περαιτέρω ότι οι ειδικότεροι ισχυρισμοί του που είναι σχετικοί με το πως άνοιξε το εμπορευματοκιβώτιο όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του αλλά αποτελούν και κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.2 αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε αυτή. Ο Μ.Υ.1 επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια αφού στους ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε περιέχονται και ισχυρισμοί που δεν ευνοούν την εταιρεία του τους οποίους δεν προσπάθησε να αποκρύψει. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη μου ότι κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε πως τον επίδικο χρόνο η κατηγορούμενη εταιρεία ως εργοδότρια δεν είχε γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά τη διεξαγωγή των εργασιών της κινδύνων ούτε και εφάρμοζε κατάλληλο σύστημα ασφάλειας και διαχείρισης αυτών των κινδύνων. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 ότι η κατηγορούμενη έλαβε μέτρα για την αντιμετώπιση του κινδύνου πτώσης εμπορευμάτων κατά το άνοιγμα των πορτών του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου αφού σε περίπτωση που πράγματι λάμβανε αυτά τα μέτρα, θα ήταν λογικώς αναμενόμενο ότι αυτά θα δίδονταν με γραπτές οδηγίες τις οποίες η κατηγορούμενη είχε νομική υποχρέωση να τηρούσε και επειδή τέτοιες γραπτές οδηγίες ουδέποτε παρουσιάστηκαν από την κατηγορούμενη. Ομοίως δεν αποδέχομαι τον άλλο ισχυρισμό του πως επειδή ο Μ.Κ.2 ήταν ένας έμπειρος οδηγός ο οποίος στα πλαίσια των καθηκόντων του άνοιγε τα εμπορευματοκιβώτια τα οποία μετέφερε, αυτό το γεγονός σήμαινε ταυτόχρονα ότι είχε τύχει και της ανάλογης εκπαίδευσης. Ομοίως δεν αποδέχομαι ούτε τον άλλο ισχυρισμό του πως το ατύχημα συνέβηκε επειδή ο υπάλληλος της κατηγορούμενης δεν ήταν προσεκτικός γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός παραγνωρίζει την αρχή που καθιερώνει το άρθρο 13
(1)του Ν.89(Ι)/1996 ότι η ευθύνη για την παροχή και διατήρηση ασφαλών και χωρίς κινδύνους για την υγεία συστημάτων και μεθόδων εργασίας αποτελεί αποκλειστικά ευθύνη του εργοδότη. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας καθώς επίσης και την αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκαν οι 3 μάρτυρες που παρουσιάστηκαν για τους διαδίκους κρίνω ότι τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητούνται. Ειδικότερα δεν αμφισβητήθηκαν και συνακόλουθα αποτελούν και σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα: η κατηγορούμενη είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται με τις μεταφορές και στις 25.2.2015 εργοδοτούσε τον κ. XXXXX Γεωργίου ο οποίος είναι επαγγελματίας οδηγός αρθρωτού οχήματος. Ο κ. Γεωργίου κατά τον επίδικο χρόνο ήταν οδηγός με 10 περίπου χρόνια εμπειρίας και κάθε έτος μετέφερε και παρέδιδε σε πελάτες της κατηγορούμενης περί τα 500 εμπορευματοκιβώτια των οποίων άνοιγε τις πόρτες. Στις 25.2.2015 ο κ. Γεωργίου παρέλαβε από το λιμάνι Λεμεσού και μετέφερε στις εγκαταστάσεις της εταιρείας «ΤΣΑΚΚΑΛΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ» στη βιομηχανική περιοχή Λατσιών ένα εμπορευματοκιβώτιο στο οποίο ήταν τοποθετημένα καρούλια από γαλβανιζέ σύρμα βάρους περίπου 850 κιλών το καθένα. Ο κ. Γεωργίου στάθμευσε το αρθρωτό όχημα το οποίο οδηγούσε στον χώρο όπου θα γινόταν το ξεφόρτωμα του εμπορευματοκιβωτίου. Κατέβηκε από το όχημά του παίρνοντας μαζί του το ψαλίδι χειρός το οποίο χρησιμοποίησε για να κόψει τις ασφάλειες που υπήρχαν στις πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου. Έκοψε τις ασφάλειες και στη συνέχεια άνοιξε τη δεξιά πόρτα του εμπορευματοκιβωτίου για να προετοιμάσει το ξεφόρτωμα. Στη συνέχεια προχώρησε στο άνοιγμα της αριστερής πόρτας και τότε ασκήθηκε πολύ μεγάλη πίεση στις πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου και το επίδικο κουλούρι από σύρμα που ήταν ακουμπισμένο στην αριστερή πόρτα του εμπορευματοκιβωτίου κύλησε προς τα κάτω, τον κτύπησε στο πόδι και τον τραυμάτισε. Ο υπάλληλος της κατηγορούμενης παρέμεινε στο νοσοκομείο για νοσηλεία σε 3 διαφορετικές περιόδους για συνολική διάρκεια 3 μηνών και υποβλήθηκε σε 5 χειρουργικές επεμβάσεις. Παρέμεινε εκτός εργασίας για περίπου 22 μήνες. Η κατηγορούμενη από άγνωστη ημερομηνία μέχρι και τις 25.2.2015 δεν είχε γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων ούτε σύστημα ασφάλειας και εκτίμησης των εν λόγω κινδύνων στον χώρο της εργασίας της. Στον εργοδοτούμενο της κατηγορούμενης κ. Γεωργίου δεν είχαν δοθεί οδηγίες για το πως να αντιληφθεί ότι το άνοιγμα ενός εμπορευματοκιβωτίου εμπεριέχει κινδύνους ούτε για την αντιμετώπιση των κινδύνων που μπορούσαν να προκύψουν κατά το άνοιγμα του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το αδίκημα της παράλειψης ενός εργοδότη να έχει στη διάθεσή του γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων διαπράττεται όταν ο εργοδότης δεν διαθέτει γραπτή εκτίμηση των εν λόγω κινδύνων παρά την υφιστάμενη προς τούτο νομική υποχρέωσή του. Μόνο η ύπαρξη γραπτής εκτίμησης των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων ικανοποιεί τις πρόνοιες της νομοθεσίας, ως αυτό προκύπτει από τη χρήση της λέξης «γραπτή» στον Κανονισμό 4
(2)(α)(i) της Κ.Δ.Π. 173/2002. Τέτοιο έγγραφο δεν παρουσιάστηκε εκ μέρους της κατηγορούμενης, παρόλο που ως εργοδότρια στην παρούσα υπόθεση, είχε την νομική υποχρέωση να διαθέτει γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων. Η ανυπαρξία δε του εν λόγω εγγράφου είναι παραδεκτή και από τον διευθυντή της κατηγορούμενης. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η κατηγορούμενη από άγνωστη ημερομηνία μέχρι και τις 25.2.2015 παρέλειψε να έχει στη διάθεσή της γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία της κινδύνων ως ορίζει ο Κανονισμός 4
(2)(α) της Κ.Δ.Π. 173/2002. Συνεπώς η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 3η κατηγορία. Αναφορικά με το αδίκημα της 4ης κατηγορίας κρίνω ότι αυτό συνδέεται άρρηκτα με την 3η κατηγορία και ειδικότερα με την παράλειψη της κατηγορούμενης να έχει γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων της. Από τη στιγμή που η κατηγορούμενη δεν είχε γραπτή εκτίμηση των εν λόγω κινδύνων κρίνω πως ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να είχε εφαρμόσει κατάλληλο σύστημα ασφάλειας και διαχείρισης των εν λόγω κινδύνων. Κατά λογική συνέπεια, εν τη απουσία γραπτής εκτίμησης των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων από την κατηγορούμενη, προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτή εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσει και τελικά ούτε εφάρμοσε κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή σύστημα διαχείρισης των κινδύνων, στο οποίο να περιγράφονται μεταξύ άλλων οι διευθετήσεις για τον αποτελεσματικό προγραμματισμό, την οργάνωση, τον έλεγχο καθώς και την παρακολούθηση και την αναθεώρηση των προληπτικών και προστατευτικών μέτρων που έπρεπε να λαμβάνονταν για τις δραστηριότητες στον χώρο εργασίας της που ενέχουν κινδύνους. Λόγω των πιο πάνω η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 4η κατηγορία. Το αδίκημα της παράλειψης παροχής και διατήρησης ασφαλών και χωρίς κινδύνους για την υγεία συστημάτων και μεθόδων εργασίας (5η κατηγορία) διαπράττεται ότι ένας εργοδότης παραλείπει να παρέχει και να διατηρεί ασφαλή συστήματα και μεθόδους εργασίας για μια συγκεκριμένη εργασία. Το ως άνω νομικό καθήκον του εργοδότη, όπως προκύπτει από το άρθρο 13 του Ν.89(Ι)/1996 και τη σχετική με το θέμα νομολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ και Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου, (πιο πάνω) είναι πάρα πολύ ευρύ και δεν θίγεται ούτε περιορίζεται από ενδεχόμενες παραλείψεις των εργοδοτουμένων (άρθρο 13
(12)του ως άνω Νόμου). Στην παρούσα υπόθεση ο Μ.Κ.2 έλαβε οδηγίες από τον εργοδότη του να ανοίξει το επίδικο εμπορευματοκιβώτιο, να ξεφορτωθεί το περιεχόμενό του και στη συνέχεια να το παραλάβει και να φύγει. Πέραν τούτου καμία άλλη ειδικότερη οδηγία δεν έλαβε. Δεν έτυχε εκπαίδευσης αναφορικά με το πως να μπορεί να διακρίνει ότι το άνοιγμα ενός εμπορευματοκιβωτίου δυνατόν να είναι επικίνδυνο ούτε του δόθηκαν πληροφορίες για το περιεχόμενο του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου. Ομοίως δεν έλαβε οδηγίες να μην ανοίξει τις πόρτες του εμπορευματοκιβωτίου χωρίς την παρουσία ανυψωτικού περονοφόρου οχήματος το οποίο θα τις συγκρατούσε για να ανοίξουν σιγά σιγά και με ασφάλεια. Κρίνω πως το γεγονός ότι ο υπάλληλος της κατηγορούμενης αφέθηκε να ανοίξει τις πόρτες του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου με τον τρόπο που το έπραξε, χωρίς τη χρήση περονοφόρου οχήματος, συνιστά ανασφαλή και επικίνδυνη μέθοδο εργασίας και ότι εν προκειμένω αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 5ης κατηγορίας. Τέλος σε σχέση με το αδίκημα της 6ης κατηγορίας που αφορά σε παράλειψη της κατηγορούμενης να παράσχει κατάλληλες πληροφορίες, οδηγίες και εκπαίδευση στους υπαλλήλους της για το άνοιγμα των πορτών του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου, κρίνω ότι ομοίως και σε αυτή έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη μου τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 που προέβαλε κατά την αντεξέτασή του ότι ο υπάλληλος της κατηγορούμενης είχε 10 χρόνια πείρα ως οδηγός και σε αυτή την περίοδο μετέφερε και άνοιγε περί τα 500 εμπορευματοκιβώτια ετησίως και πως λόγω της πείρας του δεν ήταν αναγκαίο να του δοθούν τέτοιες συγκεκριμένες οδηγίες. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούμενη παρέλειψε να παράσχει στον εργοδοτούμενό της Μ.Κ.2 κατάλληλη πληροφόρηση, οδηγίες και εκπαίδευση για την εργασία που του ανέθεσε ήτοι να ανοίξει τις πόρτες του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου στο υποστατικό των πελατών της στη Βιομηχανική Περιοχή Λατσιών, όταν το μετέφερε εκεί στις 25.2.2015 από το λιμάνι της Λεμεσού από όπου το είχε παραλάβει και συνακόλουθα κρίνω περαιτέρω πως αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 6ης κατηγορίας. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης μπορεί στις κατηγορίες 5 και 6 να επιτύχει η υπεράσπιση που καθιερώνει η επιφύλαξη του άρθρου 13
(1)και κατά πόσο η κατηγορούμενη απέσεισε το δικονομικό βάρος το οποίο είχε εναποτεθεί στους ώμους της σύμφωνα με το άρθρο 54 του επίδικου Νόμου. Σύμφωνα με την ως άνω επιφύλαξη ένας εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη για συμβάντα που οφείλονται σε ανώμαλες και/ή απρόβλεπτες συνθήκες που εκφεύγουν του ελέγχου του και/ή σε έκτακτα γεγονότα οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί παρόλη την επιμέλεια που υπέδειξε. Κρίνω πως το γεγονός ότι το επίδικο εμπορευματοκιβώτιο δεν μπορούσε να ελεγχθεί από την κατηγορούμενη στο λιμάνι της Λεμεσού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανώμαλη ή απρόβλεπτη συνθήκη που να εκφεύγει του ελέγχου της κατηγορούμενης ούτε και ότι αυτός ο κίνδυνος δεν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν η κατηγορούμενη έκανε ό,τι ήταν ευλόγως εφικτό για την αποτροπή του. Κρίνω, αντιθέτως, λόγω και του γεγονότος ότι δεν γνώριζε τι περιείχε το επίδικο εμπορευματοκιβώτιο, πως ήταν πρακτικώς εφικτό για την κατηγορούμενη να αναζητούσε πληροφόρηση για το περιεχόμενό του για να ήταν σε θέση να δώσει και τις κατάλληλες οδηγίες στους εργοδοτούμενούς της. Κρίνω ότι η ως άνω παράλειψη της κατηγορούμενης, λόγω και του νομικού καθήκοντός της να διατηρεί ασφαλείς συνθήκες και μεθόδους εργασίας, επενεργεί εναντίον της αφού όφειλε να είχε αναζητήσει τις αναγκαίες πληροφορίες για το περιεχόμενο του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου για να ήταν σε θέση σε κάθε στάδιο της εργασίας να έδιδε τις κατάλληλες οδηγίες προς τον Μ.Κ.2 για να εκτελέσει με ασφάλεια την εργασία που του είχε αναθέσει. Από τη στιγμή που ήταν ευλόγως εφικτό για την κατηγορούμενη να αναζητούσε πληροφόρηση για το περιεχόμενο του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου και παρά τούτο τελικά δεν την αναζήτησε κρίνω πως δεν έπραξε ό,τι ήταν ευλόγως εφικτό για την αποτροπή του κινδύνου που προέκυπτε από το άνοιγμα των πορτών του εμπορευματοκιβωτίου εν αγνοία του περιεχομένου του. Αντιθέτως τίποτα σχετικό με το ως άνω καθήκον της δεν έπραξε και θεώρησε ότι η πείρα του Μ.Κ.2 ήταν αρκετή για να μπορέσει ο ίδιος να ανοίξει με ασφάλεια το εμπορευματοκιβώτιο χωρίς να του δώσει οποιεσδήποτε περαιτέρω και συγκεκριμένες οδηγίες. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν κατόρθωσε να αποδείξει πως έπραξε ό,τι ήταν ευλόγως εφικτό για να αποτρέψει τον κίνδυνο πτώσης της επίδικης κουλούρας από γαλβανιζέ σύρμα βάρους 840 κιλών όταν θα άνοιγαν οι πόρτες του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου και πως στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να εφαρμοστεί η υπεράσπιση που προβλέπεται στο άρθρο 13
(1)του Ν.89(Ι)/
- Συνακόλουθα η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 3, 4, 5 και
- (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο