← Κύπρος

Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου, Αρ. Υπόθεσης: 2147/2015, 16/4/2021

Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου, Αρ. Υπόθεσης: 2147/2015, 16/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2147/2015 Μεταξύ: XXXXX Πολυκάρπου Παραπονούμενος -ν- XXXXX Τελεβάντου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16.4.2021 Για τον Παραπονούμενο: κ. Ανδρέας Ε. Ανδρέου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μάριος Α. Σοφοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρίστηκε στις 9.2.2015 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 30.7.2011 εξέδωσε προς τον παραπονούμενο την επιταγή με αριθμό XXXXX5306 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €4.500 η οποία όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της για πληρωμή. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε την εν λόγω κατηγορία. Ο παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσής του κάλεσε 4 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο ίδιος ο παραπονούμενος κ. XXXXX Πολυκάρπου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Η γραπτή του δήλωση αποτελείται από 6 φύλα χαρτί και σε αυτή περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: τον Δεκέμβριο του 2007 αγόρασε ένα σκάφος θαλάσσης για το ποσό των €580.000 το οποίο στη συνέχεια λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε αποφάσισε τον Σεπτέμβριο του 2009 να το πωλήσει στον κατηγορούμενο για το ποσό των €470.000 πλέον τόκους προς 7% μέχρι την πλήρη εξόφλησή του. Συμφώνησαν ως προκαταβολή το ποσό των €150.000 εκ των οποίων ο κατηγορούμενος πλήρωσε το ποσό των €100.000 με 2 επιταγές των €50.000 η καθεμιά καθώς επίσης και το ποσό των €30.000 σε μετρητά και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €20.
  2. Ο κατηγορούμενος του επιδιόρθωσε επίσης το όχημα με το οποίο η πρώην σύζυγός του είχε εμπλακεί σε τροχαίο ατύχημα και έναντι του ποσού της προκαταβολής του πίστωσε και το ποσό των €10.000 που ήταν το κόστος επιδιόρθωσής του και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €10.000 το οποίο ουδέποτε εξοφλήθηκε. Στις 11.5.2010 ο κατηγορούμενος υπέγραψε και του παρέδωσε 25 επιταγές. Μία εξ αυτών ήταν ποσού €275.000 και πληρωτέα στις 11.5.2010 και οι υπόλοιπες 24, συνολικού ποσού €100.000, ήταν πληρωτέες σε μεταγενέστερες ημερομηνίες. Δώδεκα από τις εν λόγω 24 μεταχρονολογημένες επιταγές είναι επίδικες στην υπόθεση με αριθμό 2146/15 που εκκρεμεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώ οι υπόλοιπες 12 έχουν τιμηθεί. Όταν η επίδικη επιταγή με αριθμό XXXXX5306 ποσού €4.500 παρουσιάστηκε για πληρωμή δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και παραμένει έως σήμερα ανεξόφλητη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τον Σεπτέμβρη του 2015 υπέγραψαν μια νέα συμφωνία με τον κατηγορούμενο η οποία θα έδιδε οριστικό τέλος στη μεταξύ τους διαφορά που προέκυπτε από την πώληση του ως άνω σκάφους. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω σκάφος πωλήθηκε σε κάποιον κ. Φτελέχα για το ποσό των €200.000 και ότι ο ίδιος έλαβε το ποσό των €125.000 με 2 επιταγές των €62.000 και €63.000 αντίστοιχα. Κατέθεσε ως τεκμήριο 5 αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας ημερομηνίας 28.9.2015 στην οποία είναι επισυνημμένο το αντίγραφο μιας δήλωσης στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνσή του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι παρόλο που είχε παραμείνει οφειλόμενο ένα ποσό γύρω στις €130.000 και ως ένδειξη καλής διάθεσης χάρισε στον κατηγορούμενο το ποσό των €46.
  3. Το υπόλοιπο ποσό των €84.000 θα αποπληρωνόταν με 56 επιταγές ποσού €1.500 έκαστη με τη δικαιολογία ότι θα τον εργοδοτούσε στην εταιρεία του με μηνιαίο μισθό €1.
  4. Ισχυρίστηκε ότι δεν επιθυμούσε να υπογράψει ότι θα ήταν εργοδοτούμενός του κατηγορούμενου αλλά επειδή του ασκήθηκαν πολλές πιέσεις ότι εάν δεν υπογράψει δεν πρόκειται ποτέ να πάρει τα χρήματά του τελικά αναγκάστηκε να υπογράψει την ως άνω συμφωνία. Όρος της μεταξύ τους ως άνω συμφωνίας ήταν να λάβει τα πιο πάνω ποσά και να αποσύρει τις ποινικές υποθέσεις που είχε καταχωρήσει εναντίον του κατηγορούμενου ήτοι την παρούσα και την υπόθεση με αριθμό 2146/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Από τον κατηγορούμενο έλαβε μόνο το ποσό των €18.000 μέχρι τον Οκτώβριο του
  5. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να αποσύρει τις ποινικές υποθέσεις εναντίον του κατηγορούμενου και πως αποτάθηκε στη Δικαιοσύνη γιατί οι πράξεις του κατηγορούμενου είναι αξιόποινες και πρέπει να αποδοθεί Δικαιοσύνη μέσω της τιμωρίας του για τη συμπεριφορά που υπέδειξε απέναντι στον ίδιο. Κατά την αντεξέτασή του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 5 υπογράφηκαν την ίδια ημέρα ήτοι στις 28.9.2015 και όχι το ένα στις 24.9.2015 και το άλλο στις 28.9.2015 και περαιτέρω ότι κάποιος παραποίησε την ημερομηνία στο ένα από αυτά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δέχθηκε πίεση από κάποιο τρίτο πρόσωπο ο αδελφός του οποίου είχε τότε πρόσφατα δολοφονηθεί για να υπογράψει τα εν λόγω έγγραφα. Ισχυρίστηκε τέλος ότι στις 28.9.2015 έλαβε το ποσό των €125.000 με 2 επιταγές καθώς επίσης και το ποσό των €75.000 σε μετρητά. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χ'' Αυγουστής ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 6 αντίγραφο της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX5306, ημερομηνίας 30.7.2011, για το ποσό των €4.500 και ισχυρίστηκε ότι η πρωτότυπη επιταγή είχε κατατεθεί στην Τράπεζα Πειραιώς και μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος εκκαθάρισης επιταγών παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή σε 2 ημερομηνίες ήτοι στις 2 και στις 8.8.2011 αντίστοιχα. Η επιταγή δεν τιμήθηκε επειδή τα χρήματα τα οποία ήταν διαθέσιμα στον λογαριασμό επί του οποίου εκδόθηκε δεν επαρκούσαν. Ισχυρίστηκε τέλος ότι δικαιούχος της εν λόγω επιταγής είναι ο κ. XXXXX Πολυκάρπου. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι από το τεκμήριο 6 δεν προκύπτει ξεκάθαρα τι αναγράφει η σφραγίδα η οποία φαίνεται σε αυτό. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αγνοεί το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού καθώς επίσης και το κατά πόσο η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Στεφάνου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Astro Bank. Κατέθεσε και αυτός αντίγραφο της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX5306, ημερομηνίας 30.7.2011, για το ποσό των €4.500, το οποίο σημειώθηκε ως τεκμήριο 7 και ισχυρίστηκε ότι αυτό εντοπίστηκε στα αρχεία της τράπεζας. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή κατατέθηκε την 1.8.2011 στην Τράπεζα Πειραιώς και μέσω του συστήματος συμψηφισμού επιταγών αποστάλθηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η Τράπεζα Πειραιώς εξαγοράστηκε το έτος 2017 από την Astro Bank. Η Τράπεζα Κύπρου επέστρεψε την ως άνω επιταγή χωρίς να τιμηθεί επειδή δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα προς τούτο και έθεσε σε αυτή τις σχετικές σφραγίδες. Κατά την επίσης πολύ σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι στο τεκμήριο 7 φαίνονται 2 σφραγίδες της Τράπεζας Πειραιώς με ημερομηνία 1 και 5.8.
  6. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η τράπεζα επί της οποίας εκδίδεται μια επιταγή τη σφραγίζει με τον λόγο για τον οποίο αυτή δεν τιμάται. Ως Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Γεωργιάδης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 7 είναι μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου η οποία εκδόθηκε από τον κ. Κωνσταντίνο Τελεβάντο με δικαιούχο τον κ. XXXXX Πολυκάρπου στην οποία τοποθετήθηκαν 2 σφραγίδες της Τράπεζας Κύπρου με ημερομηνία 2 και 8.8.2011 αντίστοιχα. Στη συνέχεια ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 9 αντίγραφο της κατάστασης του λογαριασμού του κατηγορούμενου επί του οποίου εκδόθηκε η επίδικη επιταγή και αναφέρθηκε στο υπόλοιπό του σε διάφορες ημέρες από τις 29.7.2011 έως τις 9.8.
  7. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.4 ισχυρίστηκε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του κατηγορούμενου ήταν αμετάβλητο από τις 4.8.2011 έως τις 8.8.
  8. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος εκκαθάρισης επιταγών κατά την παρουσίαση μιας επιταγής για πληρωμή. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο τελευταίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ισχυρίστηκε ότι τον Μάη του 2010 αποφάσισε να αγοράσει από τον παραπονούμενο ένα σκάφος θαλάσσης για το ποσό των €425.000 στο οποίο δεν περιλαμβανόταν η πληρωμή οποιουδήποτε τόκου. Πλήρωσε το ποσό των €150.000 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο θα εξοφλείτο σε 5 χρόνια. Για την εξόφλησή του θα δίνονταν μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού €50.000 για κάθε ένα από τα 4 επόμενα χρόνια και ποσού €75.000 για το 5ο έτος. Το καλοκαίρι του 2015 μαζί με τον παραπονούμενο αποφάσισαν να πωλήσουν το εν λόγω σκάφος σε κάποιον κ. Φτελέχα για το ποσό των €225.000 που ήταν το τίμημα που είχε παραμείνει έως τότε ως οφειλόμενο προς τον παραπονούμενο από τον κατηγορούμενο. Ο παραπονούμενος έλαβε από τον κ. Φτελέχα το ποσό των €125.000 με 2 επιταγές και το ποσό των €100.000 σε μετρητά. Ο παραπονούμενος υπέγραψε 2 έγγραφα στα οποία περιέχεται δήλωσή του ότι θα αποσύρει τις ποινικές υποθέσεις με αριθμό 2146/15 και 2147/15 που καταχώρησε εναντίον του κατηγορούμενου. Κατέθεσε τα πρωτότυπα των εν λόγω εγγράφων ως τεκμήρια 13 και
  9. Ισχυρίστηκε ότι την επόμενη ημέρα που η επίδικη επιταγή επιστράφηκε ακάλυπτη πλήρωσε στον παραπονούμενο το ποσό των €1.000 και στη συνέχεια, εντός του Σεπτεμβρίου 2011, του πλήρωσε και το υπόλοιπο των €3.500 και ο παραπονούμενος του την επέστρεψε. Τέλος κατέθεσε ως τεκμήριο 16 την πρωτότυπη επίδικη επιταγή. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία πώλησης του επίδικου σκάφους ήταν προφορική και πως έλαβε την κατοχή του τον Μάη του
  10. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το τεκμήριο 7 είναι το αντίγραφο μιας από τις επιταγές που έδωσε στον παραπονούμενο για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς και ότι το τεκμήριο 5 είναι η δήλωση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος διευθέτησε την προς αυτόν οφειλή του και πως θα τον απάλλασσε από τις ποινικές υποθέσεις που είχε καταχωρήσει εναντίον του. Μετά που ολοκληρώθηκε η διαδικασία η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω υπόψη μου όσα εισηγήθηκαν και θα κάνω αναφορά όπου είναι αναγκαίο. Ο κ. Ανδρέου εκ μέρους του παραπονούμενου εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί η τέλεση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής εκ μέρους του κατηγορούμενου και κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει ένοχο στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Ο κ. Σοφοκλέους από την άλλη εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που ο παραπονούμενος δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο την πρωτότυπη επίδικη επιταγή υπάρχει κενό στη μαρτυρία η οποία πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της υπόθεσης. Εισηγήθηκε επίσης ότι η παρούσα υπόθεση πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Εισηγήθηκε ότι από τη μαρτυρία την οποία παρουσίασε ο παραπονούμενος φαίνεται ότι η προώθηση της παρούσας υπόθεσης γίνεται καταχρηστικά. Αυτό συμβαίνει, εισηγήθηκε, για τους εξής 2 λόγους: πρώτο επειδή ο παραπονούμενος με γραπτή του δήλωση ημερομηνίας 28.9.2015 δήλωσε ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του κατηγορούμενου και δεύτερο λόγω του ότι αν και δεσμεύτηκε με το ως άνω έγγραφο να λάβει όλα τα μέτρα για να απαλλαχθεί ο κατηγορούμενος από την παρούσα ποινική υπόθεση και την υπόθεση 2146/2015, η οποία εκκρεμεί επίσης μεταξύ των ιδίων διαδίκων, συνέχισε την προώθησή τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262 «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επίσης τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Ο παραπονούμενος ως μάρτυρας δεν έχει κάνει καλή εντύπωση αφού σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ήταν φλύαρος και αναφερόταν σε ισχυρισμούς άσχετους με τα επίδικα θέματα. Κρίνω πως ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη επιταγή παραμένει έως σήμερα απλήρωτη δεν είναι λογικός και συνεπώς ούτε πειστικός και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτός. Κρίνω ότι το γεγονός ότι η πρωτότυπη επιταγή ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου ο οποίος την κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι αυτός την εξόφλησε για αυτό και ο παραπονούμενος του την παρέδωσε επειδή πλέον δεν είχε καμιά οικονομική απαίτηση εναντίον του από την εν λόγω επιταγή. Με δεδομένο ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης είχε καταχωρηθεί στις 9.2.2015 και στις 24 και 28.9.2015 ο παραπονούμενος υπέγραψε τα τεκμήρια 13 και 14 κρίνω επίσης ότι δεν θα ήταν λογικό ο παραπονούμενος να του επέστρεψε την επίδικη επιταγή χωρίς προηγουμένως να έχει πληρωθεί για αυτή. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του παραπονούμενου ότι ουδέποτε είχε πρόθεση να αποσύρει τις ποινικές υποθέσεις εναντίον του κατηγορούμενου κρίνω ότι αυτός είναι ενδεικτικός της απροθυμίας του να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Παρόλο που υπέγραψε τα τεκμήρια 13 και 14 από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει μόνο το συμπέρασμα ότι ανέλαβε την υποχρέωση να αποσύρει την παρούσα και την υπόθεση 2146/2015 εκ των υστέρων ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν αυτή η πρόθεσή του. Ο ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει τη συμφωνία ημερομηνίας 28.9.2015 με την οποία δήλωσε ότι «θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε ο κ. XXXXX Τελεβάντος να απαλλαχθεί από τις Ποινικές Υποθέσεις με αριθμούς 2146/15 και 2147/15» ομοίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός επειδή αυτή η δήλωση αποτελεί συνέχεια παρόμοιας την οποία υπέγραψε στις 24.9.2015 η οποία έχει περίπου το ίδιο περιεχόμενο. Στην εν λόγω επιστολή στην οποία η υπογραφή του πιστοποιήθηκε και πάλι από πιστοποιούντα υπάλληλο δήλωσε ότι «οι πιο πάνω ποινικές υποθέσεις θα αποσυρθούν και θα διευθετηθούν καθότι δεν υπάρχει καμία απαίτηση εκ μέρους μου». Κρίνω ότι το γεγονός ότι οι ως άνω δηλώσεις υπογράφηκαν με διαφορά 4 ημερών μεταξύ τους είναι απόδειξη ότι αυτές υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση του παραπονούμενου και όχι κατόπιν πίεσης. Σε περίπτωση, αντιθέτως, που η υπογραφή τους ήταν αποτέλεσμα πίεσης, όπως ισχυρίστηκε, θα ήταν εύλογα αναμενόμενο ότι δεν θα έκανε το ίδιο λάθος 2 φορές και θα προχωρούσε και σε σχετική καταγγελία για το πρόσωπο το οποίο ισχυρίστηκε ότι τον απείλησε για να το υπογράψει. Οι Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 ήταν ανεξάρτητοι μάρτυρες οι οποίοι δεν είχαν λόγο να ευνοήσουν ούτε και ευνόησαν οποιοδήποτε από τους διαδίκους με τη μαρτυρία τους. Η μαρτυρία τους αφορούσε στο να περιγράψουν στο Δικαστήριο τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τις τράπεζες στις οποίες εργάζονται όταν παρουσιάστηκε σε αυτές για πληρωμή η επίδικη επιταγή και οι ισχυρισμοί τους ότι αυτή παρουσιάστηκε για πληρωμή και ότι δεν τιμήθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές σφραγίδες οι οποίες τοποθετήθηκαν σε αυτή. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο αναφέρω ότι αυτός έχει κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο αφού η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή, ήταν ειλικρινής ως μάρτυρας αφού αναφέρθηκε και σε ισχυρισμούς που ήταν ενάντια στα συμφέροντά του και την αποδέχομαι ως αληθή. Αποδέχομαι επίσης ως λογικό και συνακόλουθα ως αληθή τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι πλήρωσε στον παραπονούμενο το ποσό της επίδικης επιταγής και ότι ο τελευταίος του την επέστρεψε επειδή ικανοποιήθηκε οικονομικά. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή ούτε ότι αυτή κατά τον χρόνο που παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας είχε εκδοθεί δεν τιμήθηκε. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ούτε ότι παρέμεινε απλήρωτη μετά την πάροδο 15 ημερών από την παρουσίασή της για πληρωμή λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του κατηγορούμενου. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη μου τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι αρχικά κατέβαλε στον παραπονούμενο το ποσό των €1.000 σε μετρητά και το υπόλοιπο των €3.500 το εξόφλησε εντός του Σεπτεμβρίου 2011. Κρίνω επίσης ότι η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα καθώς και το γεγονός ότι δεν πληρώθηκε προκύπτουν επίσης και από τις σχετικές σφραγίδες με τις οποίες αυτή σφραγίστηκε και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.2, Μ.Κ.3 και Μ.Κ.4 η οποία έκρινα ότι αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί σε αυτή το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω συνεπώς ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγές η οποία ήταν πληρωτέα στις 30.7.2011 και η οποία παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 2.8.2011 και στις 8.8.2011 αντίστοιχα και ότι παρέμεινε απλήρωτη μετά την πάροδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Κρίνω επίσης ότι η εν λόγω επιταγή τον Σεπτέμβρη του 2011 εξοφλήθηκε από τον κατηγορούμενο, γι' αυτό και βρισκόταν στην κατοχή του. Παρά την ως άνω κρίση μου ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος το οποίο αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος η υπόθεση δεν ολοκληρώνεται σε αυτό το σημείο. Κρίνω ότι χρήζει απόφανσης και το κατά πόσο η παρούσα υπόθεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, ως ήταν η εισήγηση του δικηγόρου του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά για να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην παρούσα υπόθεση ο παραπονούμενος δήλωσε εγγράφως στις 24.9.2015 ότι «οι πιο πάνω ποινικές υποθέσεις θα αποσυρθούν και θα διευθετηθούν καθότι δεν υπάρχει καμία απαίτηση εκ μέρους μου». Στις 28.9.2015 δήλωσε εκ νέου ότι «θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε ο κ. XXXXX Τελεβάντος να απαλλαχθεί από τις Ποινικές Υποθέσεις με αριθμούς 2146/15 και 2147/15». Είχε επίσης επιστρέψει στον κατηγορούμενο την επίδικη επιταγή. Ο κατηγορούμενος μετά τις ως άνω γραπτές δεσμεύσεις του παραπονούμενου εύλογα ανέμενε πλέον ότι οι ως άνω υποθέσεις που ο παραπονούμενος είχε καταχωρήσει εναντίον του θα αποσύρονταν. Αντ' αυτού όμως ο παραπονούμενος επέλεξε να τις προωθήσει μέχρι τέλους. Με δεδομένη την ως άνω δήλωση του παραπονούμενου κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η προώθηση της παρούσας υπόθεσης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του αφού παρά τη δήλωσή του ότι δεν θα την προωθούσε δεν τίμησε την υπόσχεσή του με αποτέλεσμα να υποβάλει τον κατηγορούμενο σε πολυετή δικαστικό αγώνα που είναι εύλογα αναμενόμενο ότι του προκάλεσε τουλάχιστον ψυχική ταλαιπωρία αφού αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο μιας ποινικής καταδίκης καθώς επίσης και σε έξοδα για να λάβει δικηγορικές υπηρεσίες. Κρίνω ότι η ποινική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από τον παραπονούμενο για αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα για να υποστεί ο κατηγορούμενος ταλαιπωρία όπως την ανέφερα πιο πάνω και όχι επειδή ο παραπονούμενος γνήσια ενδιαφερόταν για την τιμωρία του κατηγορούμενου, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του που προέβαλε κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο. Υπό τις ως άνω περιστάσεις κρίνω ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί επειδή η προώθηση της παρούσας υπόθεση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.