K & E VEGGIE FRUIT MARKET LTD ν. ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 3385/15, 14/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B80 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3385/15 K & E VEGGIE FRUIT MARKET LTD, εκ Λευκωσίας Παραπονούμενη εναντίον XXXXX ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14.4.2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Παπαθεοδώρου Για τον Κατηγορούμενο: κα Κλεόπα με την κα Βασιλείου Κατηγορούμενος παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (Δοθείσα αυθημερόν) Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει μια κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της μοναδικής κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι μεταξύ του Δεκεμβρίου του 2012 και της 25.10.2014, με δόλιο τέχνασμα και επινόημα και με σκοπό εξαπάτησης των παραπονουμένων, απέσπασε από αυτούς διάφορα εμπορεύματα συνολικής αξίας €78.764,
- Το δόλιο τέχνασμα ή επινόημα συνίστατο στην αναληθή ή και ψευδή παράσταση του Κατηγορούμενου προς τους παραπονούμενους ότι αυτός θα εξοφλούσε την αξία των εμπορευμάτων που οι παραπονούμενοι θα του παρέδιδαν με την πώληση ακίνητης περιουσίας της οποίας ήταν ιδιοκτήτης και κάτοχος ενώ στην πραγματικότητα ο Κατηγορούμενος δεν ήταν ούτε ιδιοκτήτης ούτε κάτοχος τέτοιας ακίνητης περιουσίας η οποία να μπορούσε να πωληθεί. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε πάρα πολύ σύντομη. Ως μοναδικός μάρτυρας για την παραπονούμενη παρουσιάστηκε η κυρία XXXXX Γεωργίου. Μέρος της κυρίως εξέτασής της αποτέλεσε η γραπτή της δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Στην ουσία η Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή της επανέλαβε ως ισχυρισμούς όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας. Ήταν η θέση της ότι το δόλιο τέχνασμα ή επινόημα το οποίο μετήλθε ο Κατηγορούμενος ήταν η εκ μέρους του ψευδής παράσταση ότι ήταν ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας η οποία θα μπορούσε να πωληθεί για να εξοφληθεί η αξία των εμπορευμάτων που η παραπονούμενη του παρέδωσε. Μετά που έκλεισε η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, η κυρία Κλεόπα εκ μέρους του Κατηγορούμενου δεν εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Το Δικαστήριο στο στάδιο που η Κατηγορούσα Αρχή κλείνει την υπόθεσή της είναι υποχρεωμένο να εξετάσει κατά πόσο αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος ακόμα και στην περίπτωση που η υπεράσπιση δεν εγείρει τέτοιο θέμα. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρειες. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Αστυνομίας
(1981)2 CLR, 9, In Re Kakos
(1985)1 CLR 250 και Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. σελίδα 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του Κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Αντρέα Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε εκ νέου ότι: «στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται όπως αναφέραμε σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε εκείνο το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα». Παράλληλα σημειώνεται ότι η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της. Σχετική είναι η απόφαση R v. Galbraith
(1981), 2 All E.R. 1060. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι εάν αποδειχτεί η ενοχή ενός Κατηγορούμενου ή στο στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v. Kallenos
(1980)J.S.C 145. Το αδίκημα της απάτης ορίζεται στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και έχει ως ακολούθως: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλον οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκινεί άλλον να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνην η οποία θα παραδιδόταν εάν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης είναι τα ακόλουθα: 1) η απόκτηση από κάποιο άλλο πρόσωπο οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά και 2) η χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος για την απόκτηση του εν λόγω αντικειμένου, χρημάτων ή αγαθών. Στο σύγγραμμα Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στις σελίδες 383 και 394, οι συγγραφείς αναφέρουν ότι στο κοινοδίκαιο ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας διά «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling), ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνται ποινικά κολάσιμες ήταν μόνο εκείνες που αφορούν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία (Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed. pars. 334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful), ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσω, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης ‑ cheating. Για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος απαιτείται η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε, εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud), συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμη και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με βάση το κοινοδίκαιο το πλημμέλημα της απάτης (Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό διότι όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v. Jones, 1703, 2 Ld, Raym. 1013, δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόιδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης ως αναγνωριζόταν στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό W. Hawkins στο σύγγραμμα του "Α Treatise of the Pleas of the Crown" 8th ed. 1824, Vol. 1 Criminal Offences p.g. 318‑ 319, να συνίσταται σε: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty». Και σε ελεύθερη μετάφραση,: «.απατηλές πρακτικές προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν την καταδολίευση των διαδίκων αλλά με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας». Ταυτόχρονα όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής, αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving money from one man to another's use, upon a false pretense of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins). Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συνίσταται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε αθέμιτες εμπορικές πρακτικές που απευθύνονται ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονται με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά για τα «ζάρια» και «σημαδεμένες» τράπουλες (Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed. Par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο όπως το «κενό» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή της απάτης πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757 θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε τη τελική του μορφή με το S. 32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretenses). Το εν λόγω αδίκημα του S. 32 Larceny Act 1916 το οποίο ήταν επιπρόσθετα του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα άρθρα 297, 298, 299, 301 και 305 του Κεφ. 154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο ο Άγγλος νομοθέτης επέλεξε όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του άρθρου 300 του Κεφ. 154, αδίκημα το οποίο όπως και στο κοινοδίκαιο ήταν πλημμέλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or devise» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης), αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων στα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω ότι ο όρος «devise» ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο επινόηση στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι» ή «συσκευή» ( contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή κατασκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law,
(1968), 21η έκδοση, σελίδα 496 είναι άκρως διαφωτιστικό: «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretenses in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance. Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract but it is to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article». Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το άρθρο 300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε εάν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently) σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως» δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση (Χαραλάμπους v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης (Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422). Από την ενώπιόν μου μαρτυρία, χωρίς αυτή να αξιολογείται υποκειμενικά, αλλά μόνο εξ όψεως ιδωμένη, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κάποιο δόλιο τέχνασμα ή επινόημα για την παράδοση των εμπορευμάτων που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Η Μ.Κ.1 η οποία ήταν ο μοναδικός μάρτυρας που παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, πουθενά στη μαρτυρία της δεν προβάλλει ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε κάποιο συγκεκριμένο δόλιο τέχνασμα για να αποκτήσει από την παραπονούμενη τα εμπορεύματα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος ούτε αναφέρει ποιο ήταν αυτό το κατ' ισχυρισμό τέχνασμα ή επινόημα. Οι ισχυρισμοί της περιορίζονται σε αναφορές περί ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του Κατηγορούμενου. Φαίνεται εν ολίγοις ότι από την ενώπιόν του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχτηκε συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης ήτοι αυτό της χρήσης εκ μέρους του Κατηγορούμενου κάποιου δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος. Ως εκ τούτου, ελλείψει συστατικού στοιχείου του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία στην οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο