← Κύπρος

Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου, Αρ. Υπόθεσης: 2146/2015, 16/4/2021

Πολυκάρπου ν. Τελεβάντου, Αρ. Υπόθεσης: 2146/2015, 16/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2146/2015 Μεταξύ: XXXXX Πολυκάρπου Παραπονούμενος -ν- XXXXX Τελεβάντου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16.4.2021 Για τον Παραπονούμενο: κ. Α. Ε. Αντρέου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Α. Σοφοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 9.2.2015 και σε αυτό περιλαμβάνονταν 12 κατηγορίες. Στις 30.11.2020 το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε διά της προσθήκης των κατηγοριών 13 έως 24. Για τις αρχικές 12 κατηγορίες η τότε δικηγόρος του παραπονούμενου δήλωσε ότι δεν θα προσφερθεί μαρτυρία και ο κατηγορούμενος αθωώθηκε σε εκείνες. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των 12 επιταγών που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 13 έως 24 κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις εν λόγω κατηγορίες. Ο παραπονούμενος προς απόδειξη της υπόθεσής του κάλεσε 3 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο ίδιος ο παραπονούμενος κ. XXXXX Πολυκάρπου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Η γραπτή του δήλωση αποτελείται από 15 φύλα χαρτί και σε αυτή περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: τον Δεκέμβριο του 2007 αγόρασε ένα σκάφος θαλάσσης για το ποσό των €580.000 το οποίο στη συνέχεια λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε αποφάσισε τον Σεπτέμβριο του 2009 να το πωλήσει στον κατηγορούμενο για το ποσό των €470.000 πλέον τόκους προς 7% μέχρι την πλήρη εξόφλησή του. Συμφώνησαν ως προκαταβολή το ποσό των €150.000 εκ των οποίων ο κατηγορούμενος πλήρωσε το ποσό των €100.000 με 2 επιταγές των €50.000 η καθεμιά καθώς επίσης και το ποσό των €30.000 σε μετρητά και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των €20.
  2. Στις 11.5.2010 ο κατηγορούμενος υπέγραψε και του παρέδωσε 25 επιταγές. Μία εξ αυτών ήταν ποσού €275.000 και πληρωτέα στις 11.5.2010 και οι υπόλοιπες 24, συνολικού ποσού €100.000, ήταν πληρωτέες σε μεταγενέστερες ημερομηνίες. Δώδεκα από τις εν λόγω 24 μεταχρονολογημένες επιταγές είναι οι επίδικες. Κατέθεσε ως τεκμήρια 1 έως 11 αντίγραφα των επιταγών που αφορούν οι κατηγορίες 14 έως
  3. Καθεμιά από αυτές ήταν πληρωτέα ανά μήνα κατά την περίοδο από τις 30.9.2011 έως τις 30.8.2012 εξαιρουμένου του Δεκεμβρίου του 2011 όπου καμιά επιταγή δεν ήταν πληρωτέα. Οι 7 πρώτες χρονικά επιταγές από τις ως άνω αναφερόμενες ήταν ποσού €4.000 η καθεμιά και οι υπόλοιπες 4 ποσού €4.
  4. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι άλλες 12 από τις 24 μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού €50.500 πράγματι πληρώθηκαν. Ισχυρίστηκε ότι τις πρωτότυπες επίδικες επιταγές τις επέστρεψε στον κατηγορούμενο στις 29.9.2015 μετά από μια συμφωνία την οποία έκαναν εκείνη την ημέρα. Ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές που φαίνονται στα τεκμήρια 1 έως 11 κατατέθηκαν σε λογαριασμό του που διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς και όλες τους, όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας είχαν εκδοθεί για πληρωμή, επιστράφηκαν απλήρωτες και σφραγισμένες με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ». Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εν λόγω επιταγές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να μην έχουν πληρωθεί. Η επιταγή του ποσού €275.000 που είχε αρχικά εκδοθεί στις 11.5.2010 αντικαταστάθηκε διαδοχικά με άλλες επιταγές, αντίγραφα των οποίων κατέθεσε σε δέσμη ως τεκμήριο 15 και τελευταία από αυτές ήταν η επιταγή με αριθμό XXXXX1510 η οποία ήταν πληρωτέα στις 8.9.
  5. Αντίγραφο της εν λόγω επιταγής, που αναφέρεται στην 13η κατηγορία, κατατέθηκε ως τεκμήριο
  6. Όταν η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη και σφραγισμένη με την ένδειξη «STOP PAYMENT». Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τα έτη 2012 έως 2015 καλούσε τον κατηγορούμενο να του εξοφλήσει τα ποσά των επίδικων επιταγών και τελικά τον Σεπτέμβρη του 2015 υπέγραψαν μια συμφωνία η οποία θα έδιδε οριστικό τέλος στη μεταξύ τους διαφορά που προέκυπτε από την πώληση του ως άνω σκάφους. Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας ημερομηνίας 28.9.2015 κατέθεσε ως τεκμήριο
  7. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω σκάφος θα πωλούταν σε κάποιο τρίτο πρόσωπο και ο παραπονούμενος θα λάμβανε από αυτό το πρόσωπο το ποσό των €125.000 και από τον κατηγορούμενο το ποσό των €84.000 με τη δικαιολογία ότι θα τον εργοδοτούσε στην εταιρεία του με μηνιαίο μισθό €1.
  8. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν επιθυμούσε να υπογράψει ότι θα ήταν εργοδοτούμενός του κατηγορούμενου αλλά επειδή του ασκήθηκαν πολλές πιέσεις ότι εάν δεν υπογράψει δεν πρόκειται ποτέ να πάρει τα χρήματά του τελικά αναγκάστηκε να υπογράψει την ως άνω συμφωνία. Όρος της μεταξύ τους ως άνω συμφωνίας ήταν να λάβει τα πιο πάνω ποσά και να αποσύρει τις ποινικές υποθέσεις που είχε καταχωρήσει εναντίον του κατηγορούμενου ήτοι την παρούσα και την υπόθεση με αριθμό 2147/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Πράγματι έλαβε το ποσό των €125.000 από το τρίτο πρόσωπο και από τον κατηγορούμενο έλαβε μόνο το ποσό των €18.000 μέχρι τον Δεκέμβριο του
  9. Κατά την αντεξέτασή του ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία του με τον κατηγορούμενο για την πώληση του σκάφους ήταν προφορική επειδή ο κατηγορούμενος αρνείτο να υπογράψει γραπτή συμφωνία. Η συμφωνία προέβλεπε πλήρη εξόφληση του τιμήματος της πώλησης εντός 2 ετών και ότι ο κατηγορούμενος θα του κατέβαλλε και τόκους προς 7%. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος από το ποσό της προκαταβολής του ποσού των €150.000 του κατέβαλε μόνο τις €130.000 και στη συνέχεια του πιστώθηκαν ακόμα €10.000 επειδή του επιδιόρθωσε ένα αυτοκίνητό του το οποίο είχε εμπλακεί σε δυστύχημα από την πρώην σύζυγό του. Ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι το επίδικο σκάφος πωλήθηκε από τον κατηγορούμενο σε κάποιο κ. Φτελέχα για το ποσό των €200.
  10. Από το συνολικό ποσό των €200.000 το ποσό των €125.000 του δόθηκε με 2 επιταγές των €62.000 και €63.000 αντίστοιχα, ημερομηνίας 28.9.2015 και 29.9.2015, οι οποίες οπισθογραφήθηκαν από τον κατηγορούμενο και του παραδόθηκαν. Αντίγραφα των 2 εν λόγω επιταγών κατατέθηκαν ως τεκμήριο
  11. Ισχυρίστηκε ότι εκείνη την ημέρα έλαβε επίσης σε μετρητά και το ποσό των €75.000 και πλήρωσε κατόπιν παράκλησης του κατηγορούμενου το ποσό των €5.000 σε κάποιον κ. Κουτσόφτα αρνήθηκε όμως υποβολή του δικηγόρου του κατηγορουμένου ότι το ποσό που έλαβε σε μετρητά εκείνη την ημέρα ήταν €100.000 αντί €75.
  12. Ο παραπονούμενος στη συνέχεια της αντεξέτασής του παραδέχθηκε ότι υπέγραψε τα 2 έγγραφα τα οποία κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του ως τεκμήριο 17 στα οποία φαίνεται να ανέλαβε να αποσύρει την παρούσα υπόθεση καθώς και μια άλλη παρόμοιας φύσης που εκκρεμούσε μεταξύ των ενώπιόν μου διαδίκων αρνήθηκε όμως υποβολή ότι τούτο το έπραξε επειδή είχε πληρωθεί τις επίδικες επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 29.9.2015 παρέδωσε τις πρωτότυπες επίδικες επιταγές στον κατηγορούμενο και ότι υποχρεώθηκε να υπογράψει το τεκμήριο 17 λόγω πιέσεων που δέχθηκε από άνθρωπο του υποκόσμου, χωρίς όμως να προχωρήσει σε σχετική καταγγελία, και ότι όσα περιέχονται σε αυτό αναφορικά με την εργοδότησή του στον κατηγορούμενο είναι ψέματα. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. Στέφανος Στεφάνου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Astro Bank Company Ltd η οποία το έτος 2017 εξαγόρασε την Τράπεζα Πειραιώς. Ισχυρίστηκε ότι τα τεκμήρια 1, 2, 8, 9, 10 και 11 είναι τα αντίγραφα των επιταγών της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό XXXXX5308, XXXXX5309, XXXXX5316, XXXXX5317, XXXXX5318 και XXXXX5319 με εκδότη τους τον κ. XXXXX Τελεβάντου και δικαιούχο τον κ. XXXXX Πολυκάρπου οι οποίες παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τότε Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι ως άνω επιταγές όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή μέσω του συστήματος συμψηφισμού επιταγών δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν σφραγισμένες με την ένδειξη «Stop Payment». Αντίγραφο των ως άνω 6 επιταγών κατέθεσε ως τεκμήρια 21 έως 26 και ως τεκμήριο 27 κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού του παραπονούμενου στην οποία ισχυρίστηκε ότι φαίνεται η κατάθεση των εν λόγω επιταγών στον λογαριασμό του παραπονούμενου. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι κατά τη διαδικασία ηλεκτρονικού συμψηφισμού επιταγών οι επιταγές οι οποίες δεν πληρώνονται επιστρέφονται στην Τράπεζα στην οποία κατατέθηκαν και στη συνέχεια παραδίδονται στον πελάτη. Οι επιταγές οι οποίες επιστρέφονται σφραγισμένες συνοδεύονται με ένα ενημερωτικό σημείωμα στο οποίο αναγράφεται ο λόγος για τον οποίο επιστρέφονται. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. Ιωσήφ Χ΄΄Αυγουστής ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και εξήγησε τη διαδικασία η οποία ακολουθείται για την ανάκληση της πληρωμής μιας επιταγής. Ισχυρίστηκε ότι η ανάκληση της πληρωμής μιας επιταγής γίνεται μόνο από τον εκδότη της σε έντυπο της τράπεζας αλλά υπάρχει η δυνατότητα η ανάκληση να δοθεί και με μια επιστολή που ετοιμάζεται από τον πελάτη και ότι σε κάθε περίπτωση το εν λόγω έντυπο φυλάσσεται στα αρχεία της τράπεζας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν επειδή η πληρωμή τους είχε ανακληθεί και ότι αυτό προκύπτει από τη σφραγίδα που τέθηκε σε αυτές. Ισχυρίστηκε ότι δεν εντόπισε τα σχετικά έντυπα ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων επιταγών παρά μόνο αυτό που αφορά την επιταγή ποσού €275.000 το αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως τεκμήριο
  13. Το έντυπο ανάκλησης της εν λόγω επιταγής κατατέθηκε ως τεκμήριο 29 και ως τεκμήριο 30 κατατέθηκε το αντίγραφο του δείγματος υπογραφής του κατηγορούμενου για τον λογαριασμό επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέταση του Μ.Κ.3 κατατέθηκε ως τεκμήριο 31 αντίγραφο εντύπου της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 21.9.2011 το οποίο ισχυρίστηκε ότι φαίνεται να υπογράφηκε από τον κατηγορούμενο και με το οποίο φαίνεται επίσης να δόθηκε εντολή μη πληρωμής των επιταγών με αριθμό XXXXX5308 έως XXXXX
  14. Ισχυρίστηκε επίσης ότι με βάση το τεκμήριο 31 φαίνεται να δόθηκαν οδηγίες προς την Τράπεζα Κύπρου για την ανάκληση της πληρωμής των ως άνω επίδικων επιταγών και ότι αυτές οι οδηγίες δόθηκαν προτού καθεμιά από αυτές καταστεί πληρωτέα. Κατά την επανεξέτασή του ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι η εντολή ανάκλησης πληρωμής που είχε κατατεθεί ως τεκμήριο 29 εντοπίστηκε στο αρχείο της τράπεζας από τον υπεύθυνο προς τούτο υπάλληλό της. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ο τελευταίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατάθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Ισχυρίστηκε ότι τον Μάη του 2010 συμφώνησε προφορικά με τον κατηγορούμενο να αγοράσει από αυτόν ένα σκάφος θαλάσσης για το ποσό των €425.000 και ότι η εν λόγω συμφωνία δεν προνοούσε την πληρωμή τόκων. Δόθηκε ως προκαταβολή το ποσό των €150.000 και για το υπόλοιπο έδωσε μια επιταγή για το ποσό των €275.000 η οποία συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι δεν θα εξαργυρωνόταν αλλά θα κρατείτο από τον παραπονούμενο ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή του ως άνω υπολοίπου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εξόφληση του ποσού των €275.000 θα γινόταν σε 5 έτη με μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού €50.000 για κάθε ένα από τα επόμενα 4 χρόνια και με επιταγές ποσού €75.000 για το πέμπτο κατά σειρά έτος. Με την πληρωμή του ποσού των €50.000 για το πρώτο έτος ο παραπονούμενος θα του επέστρεφε την επιταγή των €275.000 και εκείνος θα του παρέδιδε μια άλλη για το εναπομείναν υπόλοιπο των €225.
  15. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από τον πρώτο κιόλας μήνα που παρέλαβε το εν λόγω σκάφος διαπίστωσε ότι αυτό ήταν δαπανηρό και πολυέξοδο και χρειαζόταν επιδιορθώσεις. Συμφώνησαν με τον παραπονούμενο να γίνει εκτίμηση για το κόστος επιδιόρθωσής του το οποίο θα αφαιρείτο από το υπόλοιπο του τιμήματος. Κατά την περίοδο από τον Μάη του 2010 μέχρι τον Ιούνη του 2011 προέβηκε σε έξοδα επιδιόρθωσης του εν λόγω σκάφους και κατέθεσε ως τεκμήριο 33 τα σχετικά τιμολόγια. Ζήτησε από τον παραπονούμενο να γίνει εκτίμηση του κόστους που θα χρειαζόταν για τις επιδιορθώσεις το οποίο θα αφαιρείτο από το υπόλοιπο του τιμήματος αλλά ο παραπονούμενος δεν ανταποκρίθηκε. Στη συνέχεια και επειδή τα έξοδα για επιδιόρθωση και συντήρηση διογκώνονταν συμφώνησε με τον παραπονούμενο να ακυρώσουν τη μεταξύ τους συμφωνία και να αναζητήσουν αγοραστή για το εν λόγω σκάφος για το ποσό των €225.000 που εν τω μεταξύ είχε παραμείνει οφειλόμενο. Για αυτό προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών και ζήτησε από τον παραπονούμενο να του επιστρέψει όσες μέχρι τότε δεν είχαν καταστεί πληρωτέες. Ισχυρίστηκε ότι στις 9.9.2011 ανακάλεσε την πληρωμή της επιταγής ύψους €275.000 και στις 21.9.2011 ανακάλεσε την πληρωμή των υπολοίπων επιταγών που ήταν πληρωτέες την περίοδο από τις 30.9.2011 έως τις 30.8.
  16. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε επίσης ότι το καλοκαίρι του 2015 ανευρέθηκε αγοραστής για το εν λόγω σκάφος για το ποσό των €225.
  17. Ο νέος αγοραστής αγόρασε την εταιρεία που ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του εν λόγω σκάφους και κατέβαλε στον παραπονούμενο το ποσό των €100.000 σε μετρητά και το υπόλοιπο ποσό των €125.000 με 2 επιταγές, ποσού €62.000 και €63.000 αντίστοιχα. Με την εν λόγω συμφωνία ο παραπονούμενος υπέγραψε 2 έγγραφα. Στο ένα από αυτά περιέχεται δήλωσή του ότι θα αποσύρει την παρούσα υπόθεση καθώς και την υπόθεση 2147/2015 που εκκρεμεί μεταξύ τους και στο άλλο, που είναι επιστολή ημερομηνίας 24.9.2015 αναγράφεται ότι οι ως άνω υποθέσεις θα αποσύρονταν καθώς δεν υπήρχε πλέον οποιαδήποτε απαίτηση εκ μέρους του εναντίον του κατηγορούμενου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επιταγές οι οποίες είναι επίδικες στην παρούσα υπόθεση, πλην εκείνης που αφορά το ποσό των €275.000, εξοφλήθηκαν και του παραδόθηκαν από τον παραπονούμενο. Τις εν λόγω πρωτότυπες επιταγές κατέθεσε ως τεκμήριο 36 και την επιταγή του ποσού των €275.000 ως τεκμήριο
  18. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές συνολικού ποσού €50.000 οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά το έτος 2010 ως η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πληρώθηκαν προς τον παραπονούμενο. Σε ερώτηση εάν επιθεώρησε το σκάφος των €425.000 ισχυρίστηκε ότι δεν το έπραξε επειδή ο παραπονούμενος δεν του το επέτρεπε και επειδή τον διαβεβαίωνε ότι θα είχε την οικονομική βοήθειά του εάν χρειαζόταν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έκανε έξοδα πέραν των €25.000 για την επιδιόρθωση του σκάφους ώστε να είναι ασφαλές αλλά ο παραπονούμενος δεν τήρησε την υπόσχεσή του για να τον συνδράμει οικονομικά. Μετά που ολοκληρώθηκε η διαδικασία η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω υπόψη μου τις θέσεις και εισηγήσεις τους και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. Ο κ. Ανδρέου για τον παραπονούμενο εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκαν όλες οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος καθώς επίσης ότι ο τελευταίος απέτυχε να αποδείξει ότι είχε εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Ο κ. Σοφοκλέους εισηγήθηκε ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο ο οποίος στη συνέχεια ανακάλεσε την πληρωμή τους. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό την υπεράσπιση που προβλέπεται στο άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα και ειδικότερα ότι είχε εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών επειδή η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία πώλησης του επίδικου σκάφους είχε αμοιβαία ακυρωθεί. Εισηγήθηκε επίσης ότι η παρούσα υπόθεση πρέπει να απορριφθεί λόγω κατάχρησης της διαδικασίας επειδή ο παραπονούμενος, παρόλο που με γραπτή του δήλωση η οποία δόθηκε ενώπιον μαρτύρων και πιστοποιούντος υπαλλήλου, δήλωσε ότι δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του κατηγορούμενου και ότι θα λάβει όλα τα μέτρα για να απαλλαχθεί ο κατηγορούμενος από την παρούσα ποινική υπόθεση και την υπόθεση 2147/2015 τελικά δεν τήρησε την ως άνω δήλωσή του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Στην υπόθεση Philippa Estates Ltd v. Ρούσου (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(2)του νόμου, η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε «προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα». Ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη η μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Καθώς είναι αυτονόητο ο χρόνος τέλεσης της πράξης αποκτά σημασία μόνο σε περίπτωση που η επιταγή δεν έχει ακόμα εξοφληθεί. Το άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή και γι' αυτό ακριβώς το λόγο, υιοθετήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη λεκτική διατύπωση. Ακολούθησε η τροποποίηση του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003 με την οποία προστέθηκε (στο άρθρο 4) ο ορισμός της «επιταγής» ο οποίος, για τους σκοπούς του άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 το Εφετείο, σχολιάζει την πιο πάνω τροποποιητική διάταξη ως εξής: «Είναι προφανές ότι πρόκειται για νόμο με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, κατά τον ορθόδοξο τρόπο, ο ορισμός της «επιταγής». Καλύπτει σε όλες τώρα τις περιπτώσεις και τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Το κατά πόσο αυτός ο ορισμός συνάδει ή όχι με την ως τότε νομολογιακή αντίληψη περί της έννοιας της επιταγής δεν έχει σημασία. Απόκειται στο νομοθέτη, οποτεδήποτε το θελήσει, να ορίσει και να μεταβάλει για το μέλλον το αντικείμενο της ποινικής απαγόρευσης.» Ο νόμος δεν θα ήταν λογικός και δεν θα εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε αν ο εκδότης επιταγής απαλλασσόταν, χωρίς άλλο, της ποινικής ευθύνης σε περίπτωση που αυτός, με οποιαδήποτε πράξη του, τελούμενη μετά την ημερομηνία κατά την οποία η επιταγή κατέστη πληρωτέα, προκαλούσε τη μη εξόφλησή της». Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοια της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 αναφέρθηκε το τι συνιστά «εύλογη αιτία»: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει,(«bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 και R. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο ως αναφέρθηκε και πιο πάνω είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της «εύλογης αιτίας»: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Στην υπόθεση Αντρέου ν. Vangel Art Ltd κ.ά.
(2012)2 Α.Α.Δ. 7 λέχθηκε ότι η ποινική διαδικασία δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία και ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Θα παρατηρήσουμε δε περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του Άρθρου 305(Α)
(2)δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων να προκαλέσουν τη μη εξόφληση εν όψει ακριβώς της έντονης διαφωνίας τους με τον Εφεσείοντα ως προς τον κρίσιμο όρο για τον αριθμό των γαϊδουριών που επωλήθησαν. Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Η υπεράσπιση της ευλόγου αιτίας φαίνεται ακριβώς να έχει αυτή την κατεύθυνση και να επιδιώκει να αντισταθμίσει την άλλως αυστηρή ευθύνη που διέπει το Άρθρο 305(Α)
(2), εισάγοντας, έστω και υπό τη μορφή υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea. Με αυτά υπ' όψη, ασφαλώς παραμένει ορθή η κρίση του Δικαστηρίου στην καταληκτική παράγραφο της απόφασης ότι, εφ' όσον η διαφορά που είχαν τα μέρη δεν είχε επιλυθεί, οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν καλόπιστα ώστε να είχαν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα σε μια υπόθεση είναι όσα αποκρυσταλλώνονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου δικογραφία και μόνο όσα από αυτά έχουν αμφισβητηθεί. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις επίδικες επιταγές και ότι έδωσε σχετικές οδηγίες προς την Τράπεζα Κύπρου με τις οποίες ανακάλεσε την πληρωμή των εν λόγω επιταγών. Με αυτό υπόψη κρίνω ότι το μόνο επίδικο θέμα το οποίο παρέμεινε ως επίδικο και χρήζει απάντησης είναι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος απέδειξε την υπεράσπιση ότι είχε «εύλογη αιτία» να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Έχοντας υπόψη μου το ως άνω επίδικο θέμα το οποίο χρήζει απόφανσης προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των Μ.Κ.2 και
  1. Οι εν λόγω μάρτυρες έχουν κάνει καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ανεξάρτητοι, τυπικοί μάρτυρες και η μαρτυρία τους αφορούσε στο να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο τα σχετικά έγγραφα τα οποία τηρούνται στο αρχείο των τραπεζών στις οποίες εργάζονται και στα οποία είχαν πρόσβαση στα πλαίσια των καθηκόντων τους. Εξήγησαν με απλό και σαφή τρόπο τη διαδικασία κατά την παρουσίαση και σφράγιση των επίδικων επιταγών. Η μαρτυρία τους δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή τους και κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε καλός λόγος να μην γίνει αποδεκτή. Ο παραπονούμενος ως μάρτυρας δεν έχει κάνει καλή εντύπωση αφού σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ήταν φλύαρος και αναφερόταν σε ισχυρισμούς άσχετους με τα επίδικα θέματα. Επίσης κρίνω πως δεν ήταν ειλικρινής αφού κατά την κυρίως εξέτασή του παρέλειψε να αναφέρει, το σημαντικό για την παρούσα υπόθεση γεγονός, ότι κατά την πώληση του επίδικου σκάφους έλαβε σε μετρητά κάποιες μερικές χιλιάδες ευρώ, πέραν των €125.000 που έλαβε με τις 2 επιταγές. Κρίνω επίσης ότι ουσιώδεις ισχυρισμοί του παραπονούμενου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί επειδή είναι αντίθετοι με περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του κατηγορούμενου οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν είτε περαιτέρω επειδή οι εν λόγω ισχυρισμοί του δεν είναι λογικοί και συνεπώς ούτε πειστικοί. Προχωρώ ευθύς αμέσως να δώσω 2 παραδείγματα τα οποία με οδήγησαν στην ως άνω κρίση μου. Ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι το τίμημα της συμφωνίας πώλησης του επίδικου σκάφους ήταν €470.000 και ότι η συμφωνία προνοούσε την εκ μέρους του κατηγορούμενου καταβολή τόκου προς 7% μέχρι την πλήρη εξόφληση του τιμήματος της πώλησης. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί επειδή είναι αντίθετοι με τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς τους οποίους προέβαλε ο κατηγορούμενος ότι το τίμημα συμφωνήθηκε στις €425.000 και ότι η συμφωνία τους δεν περιείχε όρο αναφορικά με την καταβολή τόκου. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και λόγω τούτου παρέμειναν αναντίλεκτοι και συνακόλουθα γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Σχετικά δε με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι το τίμημα συμφωνήθηκε στις €425.000 διαπιστώνω περαιτέρω ότι αυτός όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά φαίνεται να είναι αποδεκτός και από τον δικηγόρο του παραπονούμενου ως αυτό προκύπτει και από την ερώτηση του τελευταίου κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου εάν επιθεώρησε το σκάφος των €425.000 ως ανέφερε επί λέξη. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός ότι τα πρωτότυπα των επίδικων επιταγών ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου ο οποίος τις κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι αυτός τις εξόφλησε για αυτό και ο παραπονούμενος του τις παρέδωσε επειδή πλέον δεν είχε καμιά οικονομική απαίτηση εναντίον του. Με δεδομένο ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης είχε καταχωρηθεί στις 9.2.2015 και στις 24.9.2015 και 28.9.2015 ο παραπονούμενος υπέγραψε τα έγγραφα του τεκμηρίου 17 κρίνω ότι δεν θα ήταν λογικό ο παραπονούμενος να επέστρεφε τις επίδικες επιταγές χωρίς να έχει προηγουμένως πληρωθεί για αυτές. Κρίνω ότι δεν είναι λογικό ο παραπονούμενος δικαιούχος τους να τις επέστρεψε στον κατηγορούμενο χωρίς προηγουμένως να είχε ικανοποιηθεί για αυτές. Ομοίως κρίνω ότι δεν είναι πειστικός και για αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε ο άλλος ισχυρισμός του παραπονούμενου ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει τη συμφωνία ημερομηνίας 28.9.2015 με την οποία δήλωσε ότι «θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε ο κ. XXXXX Τελεβάντος να απαλλαχθεί από τις Ποινικές Υποθέσεις με αριθμούς 2146/15 και 2147/15» επειδή αυτή η δήλωση αποτελεί συνέχεια παρόμοιας την οποία υπέγραψε στις 24.9.2015 η οποία έχει περίπου το ίδιο περιεχόμενο. Στην εν λόγω δήλωση ημερομηνίας 24.9.2015 στην οποία η υπογραφή του πιστοποιήθηκε και πάλι από πιστοποιούντα υπάλληλο δήλωσε ότι «οι πιο πάνω ποινικές υποθέσεις θα αποσυρθούν και θα διευθετηθούν καθότι δεν υπάρχει καμία απαίτηση εκ μέρους μου». Κρίνω ότι το γεγονός ότι οι ως άνω δηλώσεις υπογράφηκαν με διαφορά 4 ημερών μεταξύ τους είναι απόδειξη ότι αυτές υπογράφηκαν με την ελεύθερη βούληση του παραπονούμενου και όχι κατόπιν πίεσης. Κρίνω, αντιθέτως, πως σε περίπτωση που η υπογραφή τους ήταν αποτέλεσμα πίεσης, όπως ισχυρίστηκε, θα ήταν εύλογα αναμενόμενο ότι δεν θα έκανε το ίδιο λάθος 2 φορές και θα προχωρούσε και σε σχετική καταγγελία για το πρόσωπο το οποίο ισχυρίστηκε ότι τον απείλησε για να το υπογράψει. Ο κατηγορούμενος από την άλλη έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και σε ουσιώδη μέρη της επιβεβαιώνεται είτε από τον ίδιο τον παραπονούμενο είτε από άλλα έγγραφα τα οποία παρουσίασε ο κατηγορούμενος. Συγκεκριμένα ο ισχυρισμός του ότι το επίδικο σκάφος έχριζε επιδιόρθωσης και ότι πλήρωσε για τις εν λόγω επιδιορθώσεις επιβεβαιώνεται και από τα σχετικά τιμολόγια που παρουσίασε ως τεκμήριο 33 το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι προέβηκε στην ανάκληση 11 από τις επίδικες επιταγές επιβεβαιώνεται και από το σχετικό έντυπο, τεκμήριο 31, το οποίο παρουσίασε που είναι έντυπο της Τράπεζας Κύπρου στο οποίο υπάρχει και η σχετική σφραγίδα του υποκαταστήματος στο οποίο παραδόθηκε και το οποίο αναγνώρισε ως τέτοιο και ο Μ.Κ.3 υπάλληλος της εν λόγω τράπεζας. Αποδέχομαι επίσης ως λογικό και συνακόλουθα ως αληθή τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι πλήρωσε στον παραπονούμενο τα ποσά των επίδικων επιταγών και ότι ο τελευταίος του επέστρεψε τις επίδικες επιταγές επειδή ικανοποιήθηκε οικονομικά. Κρίνω ότι σε περίπτωση που ο παραπονούμενος δεν πληρωνόταν τα ποσά των επίδικων επιταγών δεν θα τις επέστρεφε στον κατηγορούμενο ούτε θα υπέγραφε τα έγγραφα που αποτελούν το τεκμήριο 17 αφού σε αυτό το ενδεχόμενο ο παραπονούμενος θα συνέχιζε να έχει απαίτηση εναντίον του και δεν θα τους τις επέστρεφε. Κρίνω πως στην περίπτωση που ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι πλήρωσε όλα τα ποσά των επίδικων επιταγών και ότι για αυτόν τον λόγο ο παραπονούμενος του επέστρεψε τις επίδικες επιταγές, δεν ήταν αληθής, δεν θα ήταν λογικό αυτές να βρίσκονταν στην κατοχή του κατηγορούμενου αφού κανένας νομιμοποιημένος κάτοχος επιταγής δεν την αποξενώνεται όταν εξακολουθεί να έχει απαίτηση για την πληρωμή της. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι το επίδικο σκάφος πωλήθηκε προς κάποιον κ. Φτελέχα και ότι ο παραπονούμενος έλαβε από τον τελευταίο το ποσό των €100.000 σε μετρητά για πλήρη εξόφληση του τιμήματος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας αφού ο ισχυρισμός του ότι δόθηκαν και μετρητά, πέραν των 2 επιταγών ποσού €62.000 και €63.000 αντίστοιχα, επιβεβαιώνεται και από τον παραπονούμενο. Δεν μου διαφεύγει ότι ο ισχυρισμός του παραπονούμενου είναι ότι έλαβε μόνο το ποσό των €75.000 σε μετρητά και όχι €100.000 ως είναι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου και ότι το σχετικό τεκμήριο 17 δεν κάνει καμία αναφορά στο γεγονός ότι δόθηκε οποιοδήποτε ποσό μετρητών. Επειδή όμως ο παραπονούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του απέκρυψε ότι έλαβε οποιοδήποτε ποσό σε μετρητά κρίνω ότι και πάλι απέκρυψε την αλήθεια και ότι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι ο παραπονούμενος έλαβε και €100.000 σε μετρητά ανταποκρίνεται πράγματι στην αλήθεια. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη τα ακόλουθα είναι τα ευρήματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: οι διάδικοι ήταν φίλοι και κατά το έτος 2009 ο παραπονούμενος πώλησε στον κατηγορούμενο 1 σκάφος για το ποσό των €425.
  2. Συμφώνησαν να δοθεί ως προκαταβολή το ποσό των €150.000 και το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης θα εξοφλείτο σε 5 χρόνια. Για κάθε έτος από τα 4 επόμενα χρόνια συμφώνησαν να καταβάλλεται το συνολικό ποσό των €50.000 ετησίως και κατά το 5ο έτος το ποσό των €75.
  3. Οι €50.000 οι οποίες ήταν καταβλητέες κατά το 1ο χρονικά έτος ο κατηγορούμενος κατέβαλε στον παραπονούμενο το ποσό των €50.000 ως η μεταξύ τους συμφωνία. Για την εξόφλησή του υπολοίπου ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον παραπονούμενο και τις επίδικες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά την περίοδο από τις 30.9.2011 έως τις 30.8.
  4. Ο κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι το εν λόγω σκάφος έχριζε επιδιορθώσεων και προέβηκε στα σχετικά έξοδα καταβάλλοντας το συνολικό ποσό των €22.000 περίπου. Περί τον Σεπτέμβριο του 2011 οι διάδικοι αμοιβαία συμφώνησαν να τερματίσουν τη μεταξύ τους συμφωνία και να αναζητήσουν νέο αγοραστή για το επίδικο σκάφος. Λόγω της ως άνω νέας συμφωνίας τους ο κατηγορούμενος στις 9.9.2011 και 21.9.2011 έδωσε γραπτές εντολές προς την Τράπεζα Κύπρου με τις οποίες ανακάλεσε την πληρωμή των ως άνω 12 επίδικων επιταγών. Επικαλέστηκε ως λόγο για την ανάκλησή τους την ακύρωση της μεταξύ τους συμφωνίας. Ο παραπονούμενος, παρά τη συμφωνία τους να τερματίσουν τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης του επίδικου σκάφους, κατέθεσε τις εν λόγω επιταγές στην Τράπεζα Πειραιώς που ήταν η τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν και στη συνέχεια αυτές, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος συμψηφισμού επιταγών παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας είχαν εκδοθεί. Καμία από τις επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκε και όλες τους σφραγίστηκαν με την ένδειξη ότι η πληρωμή τους ανακλήθηκε από τον εκδότη τους. Το επίδικο σκάφος τον Σεπτέμβριο του 2015 πωλήθηκε σε κάποιον κ. Φτελέχα για το ποσό των €225.000 το οποίο καταβλήθηκε με 2 επιταγές συνολικού ποσού €125.000 που ήταν πληρωτέες στις 28 και στις 29.9.2015 και με €100.000 σε μετρητά. Ο παραπονούμενος έλαβε τις 2 ως άνω επιταγές καθώς επίσης και το ποσό των €100.000 σε μετρητά. Ο παραπονούμενος στις 24.9.2015 και 28.9.2015 στην παρουσία του πιστοποιούντος υπαλλήλου κ. XXXXX Δημητρίου υπέγραψε 2 έγγραφα. Την επιστολή ημερομηνίας 24.9.2015 στην οποία φαίνεται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση διαμονής του παραπονούμενου και η δήλωση ότι «οι πιο πάνω ποινικές υποθέσεις θα αποσυρθούν και διευθετηθούν καθότι δεν υπάρχει καμία απαίτηση εκ μέρους μου» και τη συμφωνία ημερομηνίας 28.9.2015 στην οποία αναγράφεται ότι «ο κ. XXXXX Πολυκάρπου πιστοποιεί ότι θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε ο κ. XXXXX Τελεβάντος να απαλλαχθεί από τις Ποινικές Υποθέσεις με αριθμός 2146/15 και 2147/15». Η παρούσα υπόθεση είχε καταχωρηθεί στις 9.2.
  5. Λόγω του γεγονότος ότι έχουν αποδειχθεί η έκδοση των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο καθώς επίσης και η ανάκλησή τους από τον κατηγορούμενο απομένει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει αποδείξει, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε οποιαδήποτε «εύλογη αιτία» να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Έχοντας υπόψη μου το ως άνω εύρημα μου ότι οι διάδικοι αμοιβαία συμφώνησαν να ακυρώσουν τη μεταξύ τους συμφωνία πώλησης του επίδικου σκάφους από τον παραπονούμενο προς τον κατηγορούμενο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο κατηγορούμενος κατόρθωσε να αποδείξει ότι πράγματι είχε εύλογη αιτία να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει όπως ο εκδότης της πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή να έχει παραθέσει γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εκδόθηκε τον λόγο της ανάκλησής της (TTOZIOS MANAGEMENT LTD κ.ά. ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ (πιο πάνω). Το κατά πόσο ένας κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή μιας επιταγής εξετάζεται άμεσα και αποκλειστικά στη βάση του ευλόγου ή μη του λόγου που επικαλέστηκε στις γραπτές εντολές που παρέθεσε στο πιστωτικό ίδρυμα για μη πληρωμή της επιταγής. Αποτυχία απόδειξης τούτου εκθεμελιώνει την οποιαδήποτε δυνατότητα επίκλησης της υπεράσπισης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου 2 του Άρθρου 305Α του Ποινικού Κώδικα. Στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης η οποία δεν προσφέρεται για την επακριβή διάγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, εξετάζεται ως βασική παράμετρος η ένοχη πρόθεση του κατηγορούμενου παρά η αντικειμενική ορθότητα της πράξης του να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών (Αντρέου ν. Vangel Art Ltd κ.ά. (πιο πάνω). Σε αυτά τα πλαίσια προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η πράξη του κατηγορούμενου να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών είναι αποδεικτική της ένοχης πρόθεσής του. Είναι τέτοια εάν διαπιστωθεί ότι αυτή η πράξη του δεν ήταν εύλογη. Έχοντας υπόψη μου ότι οι διάδικοι αμοιβαία συμφώνησαν να ακυρώσουν τη μεταξύ τους συμφωνία πώλησης του επίδικου σκάφους και ότι λόγω αυτής της νέας συμφωνίας έπαψε πλέον να υφίσταται ο λόγος για τον οποίο οι επίδικες επιταγές είχαν εκδοθεί κρίνω ότι εύλογα ο κατηγορούμενος προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών και ότι ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή τους (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο). Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της ύπαρξης «εύλογης αιτίας» για την οποία είναι ο ισχυρισμός του ότι προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Κρίνω επομένως ότι η «εύλογη αιτία» που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος για την ανάκληση των επίδικων επιταγών έχει αποδειχθεί. Παρά την πιο πάνω κρίση μου η οποία αναπόφευκτα οδηγεί σε αθώωση του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση, θα απέρριπτα αυτή και για ένα επιπλέον λόγο. Κρίνω πως η προώθησή της εκ μέρους του παραπονούμενου συνιστά πράγματι κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 έγινε αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά για να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην παρούσα υπόθεση ο παραπονούμενος, μετά που συμφώνησε με τον κατηγορούμενο να ακυρώσουν τη μεταξύ τους συμφωνία και να πωληθεί το επίδικο σκάφος σε νέο αγοραστή και να λάβει το ποσό των €225.000 που ήταν τότε το υπόλοιπο του τιμήματος και αφού τελικά πληρώθηκε το ποσό τον €225.000 με 2 επιταγές και με €100.000 σε μετρητά δήλωσε εγγράφως στις 24.9.2015 ότι «οι πιο πάνω ποινικές υποθέσεις θα αποσυρθούν και θα διευθετηθούν καθότι δεν υπάρχει καμία απαίτηση εκ μέρους μου». Στις 28.9.2015 δήλωσε εκ νέου ότι «θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε ο κ. XXXXX Τελεβάντος να απαλλαχθεί από τις Ποινικές Υποθέσεις με αριθμούς 2146/15 και 2147/15». Είχε επίσης επιστρέψει στον κατηγορούμενο τις επίδικες επιταγές. Ο κατηγορούμενος μετά τις ως άνω γραπτές δεσμεύσεις του παραπονούμενου εύλογα ανέμενε πλέον ότι οι ως άνω υποθέσεις που ο παραπονούμενος είχε καταχωρήσει εναντίον του θα αποσύρονταν. Αντ' αυτού όμως ο παραπονούμενος επέλεξε να τις προωθήσει μέχρι τέλους. Με δεδομένη την ως άνω δήλωση του παραπονούμενου κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η προώθηση της παρούσας υπόθεσης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του αφού παρά τη δήλωσή του ότι δεν θα την προωθούσε δεν τίμησε την υπόσχεσή του με αποτέλεσμα να υποβάλει τον κατηγορούμενο σε πολυετή δικαστικό αγώνα που είναι εύλογα αναμενόμενο ότι του προκάλεσε τουλάχιστον ψυχική ταλαιπωρία αφού αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο μιας ποινικής καταδίκης καθώς επίσης και σε έξοδα για να λάβει δικηγορικές υπηρεσίες. Κρίνω ότι η ποινική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από τον παραπονούμενο για αλλότριους σκοπούς και συγκεκριμένα για να υποστεί ο κατηγορούμενος ταλαιπωρία όπως την ανέφερα πιο πάνω και όχι επειδή ο παραπονούμενος γνήσια ενδιαφερόταν για την τιμωρία του κατηγορούμενου, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του που προέβαλε κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο. Υπό τις ως άνω περιστάσεις κρίνω ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να αθωωθεί και για τον επιπλέον λόγο ότι η προώθηση της παρούσας υπόθεση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις επίδικες κατηγορίες 13 έως 24 τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.