← Κύπρος

Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. ALPAN COSMETICS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 2810/2017, 27/4/2021

Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. ALPAN COSMETICS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 2810/2017, 27/4/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2810/2017 Μεταξύ: Διευθύντρια Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων Κατηγορούσα Αρχή εναντίον ALPAN COSMETICS LIMITED (H.E. 4307) Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 27.4.2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για την Κατηγορούμενη: κα Γ. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης αποτελείται από 2 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της αποκοπής μισθού χωρίς τη συγκατάθεση του υπαλλήλου κατά παράβαση των άρθρων 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αρ. 35(Ι)/2007 και το αδίκημα της παράλειψης παρουσίασης αρχείου, πιστοποιητικού, βιβλίου ή άλλου εγγράφου ή στοιχείου που απαιτήθηκε να παρουσιαστεί κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 17 και 20

(4)(γ) του Ν.35(Ι)/
  1. Η κατηγορούμενη εταιρεία κατηγορείται ότι από το τέλος Απριλίου 2013 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου 2014 απέκοψε χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της εργοδοτούμενής της μέρος του μισθού της συνολικού ύψους €4.380 (1η κατηγορία) και ότι από τις 2.11.2015 έως τις 9.11.2015 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής των μισθών της υπαλλήλου της όπως της είχε ζητηθεί να πράξει από αρμόδιο λειτουργό (2η κατηγορία). Η κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε τις επίδικες κατηγορίες. Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε 2 μάρτυρες προς απόδειξη της υπόθεσής της. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων τα ακόλουθα: ότι η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και σήμερα είναι εταιρεία νομότυπα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ότι η παραπονούμενη κα XXXXX Μιχαλοπούλου κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εργοδοτούμενη της κατηγορούμενης, ότι υπήρξε μείωση ύψους €219,00 ακάθαρτα μηνιαίως στον μισθό της για την περίοδο από 1.4.2013 έως 10.12.2014 και ότι η εργοδότηση της παραπονούμενης τερματίστηκε στις 10.12.
  2. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Βαλιαντή. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων στο Υπουργείο Εργασίας και ανάμεσα στα καθήκοντά της είναι και η διερεύνηση παραπόνων που προκύπτουν από παραβίαση του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή της δήλωση που σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στην οποία περιέχονται οι πιο κάτω ισχυρισμοί: στις 5.1.2015 υποβλήθηκε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων παράπονο από την κα XXXXX Μιχαλοπούλου ότι η εργοδότριά της εταιρεία ALPAN COSMETICS LIMITED της απέκοψε μέρος του μισθού της χωρίς τη γραπτή συγκατάθεσή της για την περίοδο από την 1.4.2013 έως τις 10.12.2014 συνολικού ποσού €4.
  3. Στις 19.3.2015 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τη λογίστρια της κατηγορούμενης, κα XXXXX Γεωργιάδου, την οποία ενημέρωσε για το παράπονο της κας Μιχαλοπούλου και εκείνη της ανέφερε ότι η αποκοπή του μισθού είχε γίνει με τη συγκατάθεση της εργοδοτούμενης. Στις 27.3.2015 έστειλε επιστολή μέσω φαξ προς την κατηγορούμενη αναφορικά με το ως άνω παράπονο με την οποία την καλούσε μέχρι τις 3.4.2015 να καταβάλει τα δεδουλευμένα προς την παραπονούμενη. Την ίδια ημέρα έλαβε από την κατηγορούμενη επιστολή με την οποία της απαντούσε ότι αρνείται να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη, μέσω των δικηγόρων της, στις 2.4.2015 της έστειλε μια άλλη επιστολή εκφράζοντας τις θέσεις της. Στις 2.11.2015 έστειλε εκ νέου επιστολή προς την κατηγορούμενη μέσω φαξ με την οποία την καλούσε ξανά να καταβάλει τα δεδουλευμένα προς την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε τέλος ότι στις 24.4.2017 η παραπονούμενη ενημέρωσε το Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας ότι δεν είχε πληρωθεί το ως άνω ποσό. Η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως τεκμήριο 1 το αντίγραφο του εντύπου υποβολής παραπόνου, ως τεκμήριο 2 αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 27.3.2015 και ως τεκμήριο 3 επιστολή του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ημερομηνίας 2.11.2015 με την οποία κάλεσε την κατηγορούμενη όπως μέχρι τις 9.11.2015 καταβάλει τα δεδουλευμένα προς την παραπονούμενη και της αποστείλει τις σχετικές αποδείξεις καταβολής τους. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 4 την επιστολή της κατηγορούμενης ημερομηνίας 27.3.2015 και ως τεκμήριο 5 την επιστολή των δικηγόρων της κατηγορούμενης ημερομηνίας 2.4.
  4. Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν στη συνέχεια ισχυρίστηκε επίσης ότι η παραπονούμενη δεν είχε γραπτή σύμβαση εργασίας με την κατηγορούμενη καθώς επίσης ότι η παραπονούμενη της είπε ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε γραπτώς στην αποκοπή μέρους του μισθού της. Ισχυρίστηκε ότι στη συνομιλία που είχε με τη λογίστρια της κατηγορούμενης εταιρείας, κα XXXXX Γεωργιάδου, η τελευταία της ανέφερε ότι η μείωση του μισθού της εργοδοτούμενης έγινε με τη συγκατάθεση της τελευταίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ζήτησε από την κα Γεωργιάδου με επιστολή της να της αποστείλει τα σχετικά αποδεικτικά αλλά αυτή μέχρι και την ημέρα που η Μ.Κ.1 έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν της είχε αποστείλει απόδειξη καταβολής των δεδουλευμένων της παραπονούμενης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ποσό των €4.380 αφορά τους 20 επίδικους μήνες που η κατηγορούμενη απέκοπτε από τον μισθό της εργοδοτούμενής της το ποσό των €219,00 μηνιαίως. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι το παράπονο της κας Μιχαλοπούλου το έλαβε κάποια συνάδελφός της και στη συνέχεια η υπόθεση ανατέθηκε στην ίδια. Ισχυρίστηκε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κα XXXXX Γεωργιάδου η οποία ήταν η λογίστρια της κατηγορούμενης η οποία της ανέφερε ότι η μείωση του μισθού της παραπονούμενης έγινε με την προφορική συγκατάθεσή της. Διασταύρωσε τον εν λόγω ισχυρισμό με την παραπονούμενη η οποία αρνήθηκε ότι έδωσε τη συγκατάθεσή της προς τούτο, γραπτή ή προφορική. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σε συνομιλία που είχε με την προπονούμενη της ανέφερε ότι για 2 χρόνια υπήρξε σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους της για τη μείωση του μισθού της και η τελευταία ήταν έντονη και της παραπονέθηκε ότι το Υπουργείο παίρνει το μέρος των εργοδοτών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η υποβολή του παραπόνου έγινε μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της εργοδοτούμενης σχεδόν 2 χρόνια μετά την πρώτη φορά που αποκόπηκε μέρος του μισθού της. Σε επικοινωνία που είχε στη συνέχεια με την παραπονούμενη αυτή της ανέφερε ότι επανειλημμένα παραπονέθηκε στο λογιστήριο της κατηγορούμενης για την εν λόγω αποκοπή και ότι αυτό γινόταν κάθε μήνα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο έντυπο της υποβολής παραπόνου τεκμήριο 1 κάποιος συνάδελφός της έγραψε ότι το θέμα «έληξε 27/01/16» και ότι στη συνέχεια η υπόθεση προωθήθηκε μετά τα παράπονα της εργοδοτούμενης και καταχωρήθηκε υπόθεση στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι με τις επιστολές που έστειλε προς την κατηγορούμενη της ζητούσε να καταβάλει τα δεδουλευμένα προς την παραπονούμενη και να της αποστείλει τις σχετικές αποδείξεις. Ισχυρίστηκε τέλος ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε συγκεκριμένο έντυπο με το οποίο να ζητούνται από τον εργοδότη οι αποδείξεις πληρωμής των δεδουλευμένων και ότι όσες φορές μίλησε με την παραπονούμενη η τελευταία αρνήθηκε πως συγκατατέθηκε στην αποκοπή μέρους του μισθού της. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Μιχαλοπούλου η οποία ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε στην κατηγορούμενη από τον Γενάρη του 2010 μέχρι την απόλυσή της στις 10.12.
  5. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν ξεκίνησε η οικονομική κρίση η κατηγορούμενη της εισηγήθηκε να γίνει περικοπή στις ημέρες εργασίας της αλλά όταν αυτή αρνήθηκε η εργοδότριά της μονομερώς προχώρησε σε αποκοπή μέρους του μισθού της και συγκεκριμένα άρχισε να της αποκόπτει το ποσό των €219,00 μηνιαίως. Ισχυρίστηκε ότι την πρώτη φορά που έγινε αποκοπή από τον μισθό της ζήτησε τον λόγο για αυτό και της είπαν ότι η αποκοπή έγινε σε όλο το προσωπικό της εταιρείας και πως πρέπει να το αποδεχθεί. Κάθε μήνα ζητούσε να μην γίνεται αποκοπή από τον μισθό της και να της δοθεί κάποιο συμφωνητικό αλλά ουδέποτε της δόθηκε και για αυτό ουδέποτε συγκατατέθηκε σε αυτή τη μείωση. Ισχυρίστηκε πως όταν ζήτησε να πληροφορηθεί πόσο θα διαρκέσει η αποκοπή στον μισθό της ότι της είπαν πως θα έχει διάρκεια 6 μηνών και η ίδια τους είπε πως για να συγκατατεθεί θέλει να της δώσουν κάποιο συμφωνητικό. Ισχυρίστηκε επίσης πως δεν κατάγγειλε άμεσα την εργοδότριά της επειδή φοβόταν πως μετά την καταγγελία της θα «έκλειναν» οι πόρτες, όπως ανέφερε επί λέξη, καθώς επίσης ότι το ποσό που αποκόπηκε από τον μισθό της ουδέποτε της καταβλήθηκε. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι τον Απρίλιο του 2013 αποκόπηκε για 1η φορά μέρος του μισθού της και πως σε σχετική συζήτηση που είχε με την κα XXXXX Μυρμιδώνη της είπε ότι θα συγκατατεθεί στην εν λόγω αποκοπή μόνο αν της δοθεί γραπτή σύμβαση αναφορικά με την περίοδο και το ποσό της αποκοπής η οποία όμως ουδέποτε της δόθηκε. Αρνήθηκε υποβολή ότι αποδέχθηκε μείωση του μισθού της και ισχυρίστηκε πως είχε ζητήσει να της δοθεί γραπτώς η περίοδος που θα διαρκούσε η εν λόγω μείωση. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη προχώρησε μονομερώς στην αποκοπή μέρους του μισθού της και πως επικαλέστηκε προς τούτο την οικονομική κρίση που υπήρχε στην Κύπρο κατά τον επίδικο χρόνο. Ισχυρίστηκε ότι κάθε μήνα που συνεχιζόταν αυτή η αποκοπή υπήρχαν τριβές με τους εργοδότες της. Όταν πέρασαν οι πρώτοι 6 μήνες που γινόταν η αποκοπή μέρους του μισθού της ζήτησε να επανέλθει ο μισθός της στο ποσό πριν την αποκοπή χωρίς όμως να εισακουστεί. Ισχυρίστηκε επίσης πως το παράπονό της το υπέβαλε μετά που τερματίστηκε η εργοδότησή της στην κατηγορούμενη επειδή όταν εργαζόταν σε αυτή φοβόταν να καταγγείλει την εργοδότριά της και επειδή προσέβλεπε σε επίλυση του εν λόγω θέματος. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης ούτως ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή της αυτή παρουσίασε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Γεωργιάδου η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο ήταν υπεύθυνη του λογιστηρίου της κατηγορούμενης και των θεμάτων ανθρωπίνου δυναμικού και διεκπεραίωσης της μισθοδοσίας των υπαλλήλων. Τον Απρίλιο του 2013 η κατηγορούμενη εξέταζε το ενδεχόμενο μείωσης των μισθών των υπαλλήλων της λόγω της οικονομικής κρίσης και της μείωσης των πωλήσεών της. Η ίδια έλαβε οδηγίες να συζητήσει με το προσωπικό της εταιρείας το ενδεχόμενο της μείωσης των μισθών τους ή της μείωσης των ωρών εργασίας τους και στη συνέχεια να ενημερώσει τη διεύθυνση κατά πόσο το ενδεχόμενο μείωσης ήταν αποδεκτό. Αναφορικά με τον μισθό της παραπονούμενης ενημερώθηκε από την προϊστάμενη της τελευταίας κα XXXXX Μυρμιδώνη ότι είχε συζητήσει μαζί της το εν λόγω θέμα και έλαβε τη ρητή συγκατάθεσή της για μείωση του μισθού της και στη συνέχεια, αφού έλαβε την προφορική συγκατάθεση και από το υπόλοιπο προσωπικό, προχώρησε στην αναπροσαρμογή του μισθού τους. Ισχυρίστηκε ότι για τα θέματα που αφορούν τους μισθούς τους οι υπάλληλοι απευθύνονται στην ίδια και ότι η παραπονούμενη τους 21 μήνες που λάμβανε μειωμένο μισθό ουδέποτε παραπονέθηκε για αυτό ούτε και ζήτησε την επιστροφή του ποσό που της είχε αποκοπεί. Ισχυρίστηκε επίσης πως τον Μάρτη του 2015 τηλεφωνήθηκε με τη λειτουργό του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων κα Βαλιαντή στην οποία ανέφερε ότι η αποκοπή του ποσού των €219,00 μηνιαίως από τον μισθό της εργοδοτούμενης γινόταν με τη συγκατάθεσή της. Ισχυρίστηκε επίσης πως μετά από μερικές ημέρες μίλησε ξανά με την εν λόγω λειτουργό η οποία της ανέφερε ότι η υπόθεση είχε κλείσει και δεν χρειαζόταν να προβούν σε οποιαδήποτε περαιτέρω διαβήματα και θεώρησαν ότι η υπόθεση πράγματι είχε κλείσει. Στις 2.11.2015 προς έκπληξή τους έλαβαν επιστολή από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και την οποία καλούνταν να καταβάλουν το ποσό στην εργοδοτούμενή τους. Σε σχετική συνάντηση που διευθέτησαν η κα Βαλιαντή τους επιβεβαίωσε ότι η υπόθεση είχε κλείσει αλλά θα την προωθούσαν επειδή η εργοδοτούμενη απαιτούσε να προχωρήσει μέσω της δικαστικής οδού. Κατά την εν λόγω συνάντηση η κα Βαλιαντή δεν τους ανέφερε ότι ζητούσε από την κατηγορούμενη να της παραδώσει οποιαδήποτε έγγραφα σχετικά με την εργοδότηση της κας Μιχαλοπούλου. Ισχυρίστηκε τέλος ότι το παράπονο της τελευταίας καταχωρήθηκε για εκδικητικούς λόγους επειδή η εταιρεία αποφάσισε να τερματίσει την απασχόλησή της και πως έγινε για αλλότριους σκοπούς. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι είναι λογίστρια και διευθύντρια της κατηγορούμενης. Ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη ουδέποτε έκανε παράπονο για την μείωση του μισθού της καθώς επίσης ότι πληροφορήθηκε για την εν λόγω μείωση του μισθού της προφορικά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η παραπονούμενη δεν είχε συμβόλαιο εργοδότησης με την κατηγορούμενη εταιρεία επειδή τότε δεν ήταν πρακτική της τελευταίας να ετοιμάζει συμβόλαια εργασίας. Ως Μ.Υ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Μυρμιδώνη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή της δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Ισχυρίστηκε ότι είναι υπεύθυνη του τμήματος πωλήσεων και μάρκετινγκ της κατηγορούμενης. Περί τα τέλη Μαρτίου 2013 η κατηγορούμενη εξέταζε το ενδεχόμενο μείωσης των μισθών των υπαλλήλων της λόγω της οικονομικής κρίσης. Της ζητήθηκε να συζητήσει με το προσωπικό του τμήματος της εταιρείας που ήταν υπό την επίβλεψή της το ενδεχόμενο της μείωσης των μισθών τους και στη συνέχεια να ενημερώσει τη διεύθυνση κατά πόσο αυτό ήταν αποδεκτό. Ισχυρίστηκε πως ήταν η προϊστάμενη της παραπονούμενης και το μόνο άτομο που είχε επαφή μαζί της. Συζήτησε με αυτή το θέμα της μείωσης του μισθού της και εκείνη έδωσε τη συγκατάθεσή της λέγοντας «οκ». Στη συνέχεια ενημέρωσε και τη λογίστρια της κατηγορούμενης κα Γεωργιάδου. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η παραπονούμενη κατά τη διάρκεια των 21 μηνών που διήρκεσε η μείωση του μισθού της ουδέποτε έκανε οποιοδήποτε παράπονο ούτε ζήτησε να της επιστραφεί το ποσό ούτε να σταματήσει να λαμβάνει χώρα η εν λόγω αποκοπή. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Υ.2 ισχυρίστηκε ότι η πρόθεση της κατηγορούμενης να μειώσει τον μισθό της εργοδοτούμενής της δεν δόθηκε στην τελευταία γραπτώς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η παραπονούμενη έδωσε τη συγκατάθεσή της για να μειωθεί ο μισθός της. Μετά που η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων έθεσαν στο Δικαστήριο τις θέσεις και εισηγήσεις τους. Ο κ. Προδρόμου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή αποδείχθηκε πως η εργοδοτούμενη ουδέποτε συγκατατέθηκε στην επίδικη μηνιαία αποκοπή μέρους του μισθού της καθώς επίσης και ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας τα έγγραφα που της είχε ζητηθεί να παρουσιάσει. Εισηγήθηκε επίσης ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι 2 μάρτυρες που παρουσίασε η κατηγορούμενη δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί επειδή οι εν λόγω μάρτυρες, ως διευθύντριες της κατηγορούμενης, ήρθαν στο Δικαστήριο για να τη βοηθήσουν. Η κα Γεωργίου από την άλλη εισηγήθηκε ότι η κατηγορούμενη πρέπει να αθωωθεί επειδή αποδείχθηκε η προβλεπόμενη από τον νόμο υπεράσπιση και συγκεκριμένα ότι η κατηγορούμενη προχώρησε στην αποκοπή μέρους του μισθού της παραπονούμενης μετά που έλαβε προς τούτο τη συγκατάθεσή της. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης είναι ουσιωδώς ελαττωματικό επειδή οι λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας είναι λανθασμένες αφού σε αυτές αναγράφεται ότι η κατηγορούμενη «απέκοψε (εννοείται μέρος του μισθού της) χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της εργοδοτούμενης», παρόλο που στον νόμο δεν καθορίζεται ότι αυτή η συγκατάθεση πρέπει να είναι έγγραφη με αποτέλεσμα να επηρεαστούν δυσμενώς τα συμφέροντά της και να παραβιαστούν τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης αφού επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη περαιτέρω προϋποθέσεις για την απόδειξη της εν λόγω υπεράσπισης από όσες προβλέπει ο νόμος. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό αποδεικνύεται στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων η υπεράσπιση της κατηγορούμενης ότι έλαβε τη συγκατάθεση της παραπονούμενης για να προχωρήσει στην αποκοπή του ποσού των €219,00 μηνιαίως από τον μισθό της τελευταίας. Εισηγήθηκε επίσης ότι στη 2η κατηγορία γίνεται αναφορά σε «αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής της κατηγορούμενης» σε αντίθεση με τις 2 επιστολές που απέστειλε στην τελευταία το Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων με τις οποίες ζητήθηκε να παρουσιαστούν «αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων». Εισηγήθηκε ότι τα εν λόγω έγγραφα μέσω των οποίων θα αποδεικνυόταν η καταβολή των δεδουλευμένων προς την παραπονούμενη δεν παρουσιάστηκαν επειδή δεν υπήρχαν και επειδή εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να υφίσταντο επειδή η κατηγορούμενη δεν όφειλε να καταβάλει προς την παραπονούμενη τα εν λόγω ποσά. Εισηγήθηκε τέλος ότι η παραπονούμενη καταχρηστικά και καταπιεστικά προωθεί την παρούσα ποινική υπόθεση ενώ θα μπορούσε για την αποκοπή του επίδικου μέρους του μισθού της να προωθήσει διαδικασία στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Έχω μελετήσει με προσοχή όσα οι δικηγόροι των διαδίκων εισηγήθηκαν, τα έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτά όπου είναι αναγκαίο. Εξετάζοντας πρώτα την εισήγηση της κας Γεωργίου περί καταχρηστικής προώθησης της παρούσας υπόθεσης από την παραπονούμενη, με όλο τον σεβασμό προς αυτή την εισήγηση, κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εν λόγω εισήγηση παραγνωρίζει ότι η παρούσα υπόθεση προωθήθηκε από τη Διευθύντρια του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στα πλαίσια των καθηκόντων που της εναποθέτει η σχετική νομοθεσία και όχι από την παραπονούμενη, παρόλο που η τελευταία παρουσιάστηκε ως μάρτυρας κατηγορίας σε αυτή. Παραγνωρίζει επίσης ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε εναντίον της κατηγορούμενης για να διαπιστωθούν ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες της για παραβιάσεις εκ μέρους της των διατάξεων του επίδικου Νόμου 35(Ι)/2007 και δεν αποσκοπεί στη διεκδίκηση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων εκ μέρους της παραπονούμενης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου αρ. 35(Ι)/2007 δίδονται οι ακόλουθοι ορισμοί: "εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές· Το άρθρο 3 του ως άνω νόμου προνοεί ότι οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα και το άρθρο 5 ότι ο μισθός πρέπει να πληρώνεται απευθείας προς τον εργοδοτούμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από τον μισθό παρά μόνο για τις 5 περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται εκεί. Το άρθρο 10
(1)(ε) ειδικότερα προβλέπει ότι επιτρέπονται αποκοπές μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου χωρίς οποιαδήποτε αναφορά ότι αυτή η συγκατάθεση πρέπει να είναι γραπτή. Το άρθρο 12 του ως άνω νόμου προνοεί τα ακόλουθα: 12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές.
(2)Τα τηρούμενα δυνάμει του εδαφίου
(1)αρχεία θα πρέπει να φυλάσσονται από τον εργοδότη ή για λογαριασμό του και να είναι διαθέσιμα κατά πάντα εύλογο χρόνο για έλεγχο από Επιθεωρητή ή άλλο λειτουργό, που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 13.
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης. Το άρθρο 17 του Ν.35(Ι)/2007 προνοεί τα ακόλουθα: 17.-
(1)Κάθε εργοδότης ή αντιπρόσωπός του και κάθε εργοδοτούμενος στον εργοδότη αυτό πρέπει, όταν το απαιτεί ο Επιθεωρητής, να δίνει σ' αυτόν κάθε πληροφορία, βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο έχει στην κατοχή του σχετικά με τα ρυθμιζόμενα στον παρόντα Νόμο θέματα.
(2)Ο εργοδότης, οι αντιπρόσωποί του ή οι εργοδοτούμενοι σ' αυτόν πρέπει γενικά να παρέχουν τα μέσα που απαιτούνται από τον Επιθεωρητή, τα οποία είναι απαραίτητα για την είσοδο, επιθεώρηση, εξέταση, έρευνα, ή άλλη άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος Νόμου σχετικά με την επιχείρηση του εργοδότη αυτού. Το άρθρο 20
(1)του σχετικού νόμου προνοεί ότι εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 20
(4)(γ) προνοεί ότι οποιοσδήποτε «παραλείπει να παρουσιάσει οποιοδήποτε αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο που απαιτείται να παρουσιάσει σύμφωνα με το Νόμο, είναι ένοχος αδικήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10000) ή και στις δύο αυτές ποινές». Το άρθρο 20
(2)προνοεί ότι το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο. Στην υπόθεση Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Έφεση Αρ. 138/2017, ημερομηνίας 4.7.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σκοπός βεβαίως θέσπισης του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Υπό το πρίσμα αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι το άρθρο 12
(3)του Νόμου προβλέπει περί μετάθεσης του βάρους απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη». Αυτό το σημείο κρίνω ότι είναι κατάλληλο για να εξεταστεί και η άλλη εισήγηση της κας Γεωργίου ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας είναι λανθασμένες και οδήγησαν σε παραβίαση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης της οποίας πρέπει να τύχει η κατηγορούμενη. Είναι γεγονός ότι οι εν λόγω λεπτομέρειες αναφέρονται σε απουσία γραπτής συγκατάθεσης του εργοδοτούμενου και ότι το άρθρο 10
(1)(ε) του Ν.35(Ι)/2007 αναφέρεται μόνο σε συγκατάθεση χωρίς να προβλέπει ότι αυτή πρέπει απαραίτητα να είναι γραπτή. Κρίνω όμως ότι η αναφορά στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας σε γραπτή συγκατάθεση, η οποία πράγματι είναι εκ του περισσού και ανακριβής δεν επενεργεί εις βάρος της κατηγορούμενης ούτε επηρέασε δυσμενώς το δικαίωμά της να τύχει δίκαιης δίκης. Τούτο, επειδή στην περίπτωση που το Δικαστήριο στο τέλος κρίνει ότι η αποκοπή του επίδικου μέρους από τον μισθό της παραπονούμενης έγινε με τη συγκατάθεσή της τελευταίας, θα αποδεχθεί ότι η κατηγορούμενη απέδειξε την εν λόγω υπεράσπιση και δεν θα αναζητήσει κατά πόσο αυτή ήταν γραπτή, αφού κατά την κρίση μου ο νόμος (άρθρο 10) δεν απαιτεί αυτή η συγκατάθεση να είναι γραπτή. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι ούτε αυτή η εισήγηση της κας Γεωργίου μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Στην παρούσα υπόθεση όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε ότι η παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και ότι από τον μηνιαίο μισθό της έγινε αποκοπή του ποσού των €219,00 μηνιαίως από την 1.4.2013 έως τις 10.12.2014 συνολικού ύψους €4.380 αλλά αυτά δηλώθηκαν ως κοινώς παραδεκτά γεγονότα. Ό,τι αμφισβητήθηκε ήταν το κατά πόσο η παραπονούμενη συγκατατέθηκε στην ως άνω μείωση. Η θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι η παραπονούμενη ουδέποτε συγκατατέθηκε σε αυτή και η θέση της κατηγορούμενης εκ διαμέτρου αντίθετη δηλαδή ότι η παραπονούμενη συγκατατέθηκε προφορικά σε αυτή. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε θα γίνει με αποκλειστικό γνώμονα τη σχετικότητά της με τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας αυτό κατά νου προχωρώ ευθύς αμέσως σε τούτο. Η Μ.Κ.1 ήταν η αρμόδια Επιθεωρήτρια να εξετάσει το παράπονο το οποίο υπέβαλε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας η εργοδοτούμενη της κατηγορούμενης. Η εν λόγω μάρτυρας μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας αφού η μαρτυρία της είχε συνοχή και δεν περιείχε αντιφάσεις. Κρίνω ότι λόγω του γεγονότος της άμεσης εμπλοκής της με τα επίδικα θέματα ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα θυμάται καλά και να τα μεταφέρει με ικανοποιητική επάρκεια στο Δικαστήριο. Ο ισχυρισμός της ότι για την περίοδο από την 1.4.2013 έως τις 10.12.2014 ο μισθός της παραπονούμενης μειώθηκε συνολικά κατά €4.380 συνάδει με όσα οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά μεταξύ τους γεγονότα. Κρίνω ότι η Μ.Κ.2 επίσης ήταν μάρτυρας της αλήθειας και αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι της αποκόπηκε από τον μισθό της το ως άνω συνολικό ποσό κατά την επίδικη περίοδο. Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό της ότι από την πρώτη χρονικά φορά που αποκόπηκε μέρος του μισθού της εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της, επειδή κάτι τέτοιο είναι λογικό να είχε γίνει, αφού κανένας υπάλληλος δεν αποδέχεται αδιαμαρτύρητα μείωση του μισθού του ή γενικά των κεκτημένων ωφελημάτων που έχει στην εργασία του. Αποδέχομαι επίσης ως λογικό τον ισχυρισμό της πως φοβούμενη για τη θέση εργασίας της και ελπίζοντας σε φιλική επίλυση του θέματος με την κατηγορούμενη δεν προχώρησε στην καταγγελία της όσο χρόνο εργαζόταν σε αυτή γι' αυτό και μετά την απόλυσή της, προτού καν περάσει ένας μήνας από τον τερματισμό της απασχόλησής της στην κατηγορούμενη, υπέβαλε το παράπονό της στις αρμόδιες υπηρεσίες. Κρίνω ότι κατά τον επίδικο χρόνο που η χώρα μας βρισκόταν στη δίνη της οικονομικής κρίσης, η οποία ως ισχυρίστηκαν και οι μάρτυρες που παρουσίασε η κατηγορούμενη ήταν και ο λόγος που ώθησε την τελευταία να προχωρήσει σε μειώσεις ωρών εργασίας ή και μισθών των εργοδοτουμένων της, η παραπονούμενη πράγματι δεν ήθελε να διακινδυνεύσει την εργασία της και για αυτό όσο χρόνο ήταν εργοδοτούμενη της κατηγορούμενης δικαιολογημένα δεν προχώρησε στην καταγγελία της. Σε σχέση με τους μάρτυρες που παρουσίασε η κατηγορούμενη κρίνω ότι ο ισχυρισμός της Μ.Υ.1 ότι η παραπονούμενη συγκατατέθηκε προφορικά στη μείωση του μισθού της δεν είναι πειστικός και συνεπώς δεν γίνεται αποδεκτός. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός της πως η παραπονούμενη συγκατατέθηκε προφορικά στην επίδικη μείωση του μισθού της δεν είναι πειστικός λαμβανομένης υπόψη της νομικής υποχρέωσης που η κατηγορούμενη ως εργοδότρια έχει σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν.35(Ι)/2007 να τηρεί στοιχεία, αρχεία και αποδείξεις για τον μισθό κάθε εργοδοτούμενού της και για τυχόν αποκοπές από αυτόν. Ήταν λογικά αναμενόμενο πως σε περίπτωση που πράγματι η παραπονούμενη είχε συγκατατεθεί να μειωθεί ο μισθός της, η εν λόγω μάρτυρας εκ μέρους της κατηγορούμενης, θα μεριμνούσε, λόγω και της ως άνω νομικής υποχρέωσης της κατηγορούμενης να εξασφάλιζε γραπτώς την ως άνω συγκατάθεση της υπαλλήλου της για σκοπούς και μόνο τήρησης των αρχείων που απαιτείται από τον νόμο και όχι επειδή αυτή η γραπτή συγκατάθεση για την αποκοπή προνοείται από το άρθρο 10 του ως άνω Νόμου. Εάν πράγματι η παραπονούμενη είχε συγκατατεθεί στην επίδικη αποκοπή από τον μισθό της ήταν λογικά αναμενόμενο πως δεν θα αρνείτο να τη δώσει και γραπτώς. Το γεγονός της μη παρουσίασης αυτής της συγκατάθεσης οδηγεί μόνο στο συμπέρασμα ότι αυτή ουδέποτε δόθηκε από την παραπονούμενη. Κρίνω ομοίως και για τους ίδιους λόγους που μόλις πιο πάνω ανέφερα πως ούτε ο ισχυρισμός της Μ.Υ.2 ότι η εργοδοτούμενη συγκατατέθηκε στην αποκοπή μέρους του μισθού της μπορεί να γίνει αποδεκτός επειδή ούτε αυτός είναι πειστικός. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία για τους λόγους τους οποίους ανέφερα πιο πάνω έγινε αποδεκτή καθώς επίσης και τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε καθώς και όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από τους διαδίκους, τα ακόλουθα είναι τα ευρήματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η κατηγορούμενη κατά τον επίδικο χρόνο μέχρι και σήμερα είναι εταιρεία νομότυπα εγγεγραμμένη στο μητρώο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και ήταν κατά τον επίδικο χρόνο εργοδότρια της παραπονούμενης κας XXXXX Μιχαλοπούλου. Για την περίοδο από 1.4.2013 έως τις 10.12.2014 υπήρξε μείωση ύψους €219,00 ακαθάριστα μηνιαίως στον μισθό της εργοδοτούμενης. Η εργοδότησή της στην κατηγορούμενη τερματίστηκε στις 10.12.2014. Στις 5.1.2015 η παραπονούμενη υπέβαλε παράπονο στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας ισχυριζόμενη ότι για την ως άνω περίοδο η κατηγορούμενη της απέκοψε χωρίς τη συγκατάθεσή της από τον μισθό της το συνολικό ποσό των €4.380. Η λειτουργός του Γραφείου Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας, κα Βαλιαντή, στις 27.3.2015 απέστειλε προς την κατηγορούμενη επιστολή με την οποία της ζητούσε να της αποστείλει τις αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων της παραπονούμενης. Η κατηγορούμενη με επιστολές ημερομηνίας 27.3.2015 και 2.4.2015 ισχυρίστηκε ότι οι αποκοπές έγιναν με τη συγκατάθεση της εργοδοτούμενης. Στις 2.11.2015 η κα Βαλιαντή απέστειλε και άλλη επιστολή με την οποία ζητούσε από την κατηγορούμενη να της αποστείλει τις αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων της παραπονούμενης. Στις 24.4.2017 η παραπονούμενη ενημέρωσε το Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας ότι δεν είχε πληρωθεί το ως άνω ποσό και στις 17.5.2017 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή κατόρθωσε να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη ως εργοδότρια απέκοπτε κάθε μήνα το ποσό των €219,00 από τον μισθό της εργοδοτούμενής της κατά την περίοδο από το τέλος Απριλίου 2013 έως τις 10.12.2014 και ότι στο σύνολο της απέκοψε το ποσό των €4.380. Μετά που η κατηγορούσα αρχή απέσεισε το δικονομικό βάρος που είχε στους ώμους της για να αποδείξει τους ισχυρισμούς της το βάρος μετατέθηκε στην κατηγορούμενη 1 να αποδείξει ότι η αποκοπή του ως άνω ποσού έγινε με τη συγκατάθεση της εργοδοτούμενης. Κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν απέσεισε το βάρος το οποίο μετατέθηκε σε αυτή με αναπόφευκτο αποτέλεσμα την καταδίκη της στην 1η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει, αφού η μαρτυρία που παρουσίασε προς τούτο δεν έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Αναφορικά με τη 2η κατηγορία διαπιστώνω ότι πράγματι υπάρχει μια διάσταση μεταξύ αυτών που καταγράφονται ως λεπτομέρειές της και όσων αναγράφονται στην επιστολή ημερομηνίας 2.11.2015 ως ήταν και η σχετική εισήγηση της κας Γεωργίου. Στις λεπτομέρειες αναγράφεται ότι «. δεν παρουσίασε . αντίγραφα κατάστασης μισθοδοσίας και αποδείξεις πληρωμής των μισθών της υπαλλήλου . » ενώ στην εν λόγω επιστολή αναγράφεται ότι «2. Ως εκ τούτου, στα πλαίσια της διερεύνησης παραπόνων που διενεργεί το Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας, καλείστε όπως, μέχρι τη Δευτέρα 09/11/2015, καταβάλετε τα πιο πάνω δεδουλευμένα, συνολικού ύψους €4380 ακαθάριστα, στην υπό αναφορά παραπονούμενη, σύμφωνα με τους περί Προστασίας των Μισθών Νόμους, Αρ. 35(Ι)/2007 και 200(Ι)του 2012, και όπως μας στείλετε σχετικές αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων (η υπογράμμιση τέθηκε από το Δικαστήριο)». Κρίνω ότι σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση που αφορά στο αδίκημα του άρθρου 17
(1)του επίδικου νόμου κρίσιμα είναι αυτά που ζητούνται από τον Επιθεωρητή να του δώσει ο εργοδότης. Κρίνω πως είναι λογικά αναμενόμενο όσα ζητούνται από τον εργοδότη να παρουσιάσει να εξειδικεύονται ρητά και ξεκάθαρα. Στην παρούσα υπόθεση με την ως άνω επιστολή ημερομηνίας 2.11.2015 ζητήθηκε από την κατηγορούμενη να παρουσιάσει τις σχετικές αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων. Κρίνω πως η αναγραφή στο άρθρο 17 του νόμου σε βιβλίο, αρχείο, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο υποδηλώνει ότι αναφέρεται μόνο σε έγγραφα τα οποία υφίστανται κατά τον χρόνο που αυτά ζητούνται να παρουσιαστούν. Κρίνω ότι δεν θα ήταν λογικό να αφορά και έγγραφα τα οποία ήταν ανύπαρκτα κατά τον κρίσιμο χρόνο γι' αυτό και στο εν λόγω άρθρο χρησιμοποιήθηκε από τον νομοθέτη η φράση «έχει στην κατοχή του». Στην παρούσα υπόθεση οι αποδείξεις καταβολής των δεδουλευμένων που ζητήθηκε από την κατηγορούμενη να αποστείλει δεν υφίσταντο κατά τον κρίσιμο χρόνο που της ζητήθηκε να το πράξει, επειδή η κατηγορούμενη δεν είχε καταβάλει τα δεδουλευμένα στην υπάλληλό της και αυτός είναι εξάλλου και ο πυρήνας της παρούσας αντιδικίας. Συνεπώς ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο αυτές οι αποδείξεις να υφίσταντο τότε. Ενδεχομένως η μη τήρηση των εν λόγω εγγράφων από την κατηγορούμενη να συνιστά ποινικό αδίκημα κάτω από άλλο άρθρο του Ν.35(Ι)/2007, κρίνω όμως ότι αυτή η συγκεκριμένη παράλειψη εκ μέρους της κατηγορούμενης στα περιστατικά της παρούσα υπόθεσης δεν αποτελεί παράβαση του άρθρου 17 που της αποδίδεται με τη 2η κατηγορία. Συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας και πως η κατηγορούμενη πρέπει να αθωωθεί σε αυτή. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την υπόθεσή της εναντίον της κατηγορούμενης στην 1η κατηγορία και ότι απέτυχε να πράξει το ίδιο στη 2η κατηγορία. Συνεπώς η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην 1η κατηγορία και αθωώνεται στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.