A.TEMBRIOTIS & CO LIMITED ν. V.P. MOTORS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2374/2016, 18/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2374/2016 Μεταξύ: A. TEMBRIOTIS & CO LIMITED Κατηγορούσα Αρχή -ν-
- V.P. MOTORS LIMITED
- XXXXX ΒΑΡΕΛΛΑ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 18.3.2021 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Κ. Καζαντζής Για τους Κατηγορούμενους: κ. Ρ. Βραχίμης Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (Για το εκ πρώτης όψεως) Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 4 κατηγορίες και κάθε κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες. Η 1η κατηγορούμενη εταιρεία αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 και 3 οι οποίες αφορούν τα αδικήματα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και της απάτης κατά παράβαση του άρθρου 300 του Κεφ. 154 αντίστοιχα. Ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται ότι συνέδραμε και/ή παρείχε βοήθεια στην 1η κατηγορούμενη ή/και συμμετείχε στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 20 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 1ης κατηγορίας η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι στις 11.11.2011 στη Λευκωσία διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε και/ή απέκτησε από την παραπονούμενη εταιρεία το ποσό των €13.000,00 ως προκαταβολή για να της πωλήσει το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX61, μάρκας MERCEDES ML 280, με Αρ. Πλαισίου WDC XXXXX8433, παρουσιαζόμενη ψευδώς ότι είναι η εισαγωγέας και η νόμιμη ιδιοκτήτριά του ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν η εισαγωγέας και η νόμιμη ιδιοκτήτριά του και ενώ γνώριζε κατά τον ίδιο χρόνο των παραστάσεων ότι το ρηθέν αυτοκίνητο δεν εισήχθη νόμιμα στην Κύπρο, ότι δεν πληρώθηκαν ή θα πληρώνονταν οι αναλογούντες φόροι και ότι δεν επρόκειτο ποτέ η παραπονούμενη να καταστεί η νόμιμη ιδιοκτήτριά του. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της 3ης κατηγορίας η κατηγορούμενη 1 κατηγορείται επίσης ότι στις 11.11.2011 στη Λευκωσία με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα απέκτησε από την παραπονούμενη το χρηματικό ποσό των €13.000,00 ως προκαταβολή, για να της πωλήσει το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX61, μάρκας MERCEDES ML 280, με Αρ. Πλαισίου WDC XXXXX8433, παρουσιαζόμενη ως η εισαγωγέας και η νόμιμη ιδιοκτήτριά του ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Η παραπονούμενη προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε 10 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Τεμβριώτης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Η γραπτή του δήλωση αποτελείται από 7 φύλλα χαρτί και κατά την κυρίως εξέτασή του ο Μ.Κ.1 κατέθεσε 22 έγγραφα ως τεκμήρια. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι στις 10.11.2011 εκπροσωπώντας την παραπονούμενη συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 2 που εκπροσωπούσε την κατηγορούμενη 1 όπως η παραπονούμενη αγοράσει από την 1η κατηγορούμενη ένα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes ML
- Το συνολικό τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στις €28.770,00 και θα εξοφλείτο με την καταβολή του ποσού των €13.000,00 σε μετρητά και του υπολοίπου με 2 μεταχρονολογημένες επιταγές πληρωτέες στο τέλος του Νιόβρη και του Δεκέμβρη του 2011 αντίστοιχα. Στις 11.11.2011 κατέβαλε στον κατηγορούμενο 2 το ποσό των €13.000,00 σε μετρητά και του παρέδωσε επίσης και τις 2 επιταγές. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε στο γραφείο της παραπονούμενης το αυτοκίνητο το οποίο μετά την εγγραφή του στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών έλαβε τον αριθμό εγγραφής XXXXX61 χωρίς όμως να παραδώσει τον τίτλο ή το πιστοποιητικό εγγραφής του. Στις 14.11.2011 επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο 2 ζητώντας του να του δώσει τον τίτλο ή το πιστοποιητικό εγγραφής καθώς επίσης και το τιμολόγιο και την απόδειξη για τα ποσά τα οποία κατέβαλε η παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος 2 τον πληροφόρησε ότι το αυτοκίνητο είχε εγγραφεί στο όνομά του αντί στο όνομα της παραπονούμενης και ισχυρίστηκε ότι για να το εγγράψει στο όνομα της τελευταίας ζητούσε περισσότερα χρήματα. Στις 15.11.2011 ο κατηγορούμενος 2 επισκέφθηκε εκ νέου τα γραφεία της παραπονούμενης και επειδή ο ίδιος αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε επιπλέον ποσό ο κατηγορούμενος 2 ακύρωσε εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 τη συμφωνία τους, παρέλαβε το αυτοκίνητο και δεσμεύτηκε να επιστρέψει στην παραπονούμενη το αυτοκίνητο και να καταστρέψει τις 2 μεταχρονολογημένες επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το Τμήμα Τελωνείων στο οποίο απευθύνθηκε τον ενημέρωσε ότι το εν λόγω όχημα δεν είχε εισαχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία νομότυπα. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο Λοχίας 774 της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου κ. XXXXX Αβρααμίδης ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι ο υπεύθυνος του αρχείου του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας ο οποίος κατέθεσε διάφορα έγγραφα που διατηρούσε στον φάκελο με αρ. ΛΕΥ/ΤΑΕ/Σ/812/
- Ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω φάκελος αφορούσε αδικήματα στα οποία ύποπτος φερόταν να είναι ο κατηγορούμενος 2 κ. Παύλος Βαρέλλας. Ο εν λόγω φάκελος στάλθηκε στη Νομική Υπηρεσία και η υπόθεση ταξινομήθηκε ως ανεξιχνίαστη λόγω ανεπαρκούς μαρτυρίας. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. Μάριος Παρασκευά ο οποίος ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στη Λευκωσία. Ο μάρτυρας με τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στη διαδικασία εγγραφής ενός οχήματος στην ως άνω υπηρεσία. Ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο «Τελ. 72Α» αφορά τον εκτελωνισμό ενός οχήματος από το Τμήμα Τελωνείων και η φόρμα «ΤΟΜ 6» είναι η αίτηση για την εγγραφή κάποιου οχήματος. Ισχυρίστηκε ότι στη φόρμα «ΤΟΜ 6» φαίνεται ότι πωλητής του επίδικου οχήματος με αριθμό εγγραφής XXXXX61 είναι κάποια κυρία Μαρία Νικολάου η οποία παρουσιάζεται να το πωλεί στον κ. XXXXX Βαρέλλα. Ως Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε ο Αστ. 1265 κ. XXXXX Ανδρέου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι υπεύθυνος του Τμήματος Τεκμηρίων του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας. Κατά τη μαρτυρία του κατέθεσε 7 τεκμήρια που ήταν διάφορα έγγραφα τα οποία αφορούσαν την υπόθεση 276/16 του Τ.Α.Ε. Λευκωσίας. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Τελωνειακή Λειτουργός κα XXXXX Ρόπαλη η οποία ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν Τελωνειακή Ανακριτής στον Τομέα Διερεύνησης του Τελωνείου Λευκωσίας. Ισχυρίστηκε ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης έλαβε διάφορες καταθέσεις από τον κ. XXXXX Βαρέλλα, από κάποια κυρία XXXXX Νικολάου και από διάφορα άλλα πρόσωπα τις οποίες κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια μαζί με αντίγραφα διάφορων άλλων εγγράφων. Ισχυρίστηκε ότι στο έντυπο «Τ.Ο.Μ. 6» ημερομηνίας 11.11.2011 φαίνεται ότι ο κ. XXXXX Βαρέλλας αγοράζει το επίδικο αυτοκίνητο από κάποια κυρία XXXXX Νικολάου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η υπόθεση την οποία διερεύνησε ταξινομήθηκε ως ανεξιχνίαστη. Ως Μ.Κ.6 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Κωνσταντίνου η οποία ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Επαρχιακό Τελωνείο Λευκωσίας. Αναγνώρισε ότι τα τεκμήρια 29 και 30 είναι οι καταθέσεις τις οποίες έδωσε προς την Αστυνομία και την κα XXXXX Ρόπαλη αντίστοιχα. Ως Μ.Κ.7 παρουσιάστηκε η Αστ. XXXXX κα XXXXX Ηλιάδου η οποία ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί στο Αρχηγείο της Αστυνομίας στο εργαστήριο εξέτασης εντύπων και ασχολείται με την εξέταση αμφισβητούμενων εγγράφων. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 35 είναι η έκθεση την οποία ετοίμασε η ίδια και σε αυτή περιέχονται τα αποτελέσματα της εξέτασης την οποία είχε διενεργήσει. Εξέτασε διάφορα έγγραφα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πιστοποιητικό εγγραφής οχήματος του Ηνωμένου Βασιλείου που της παραδόθηκε για να εξετάσει είναι αυθεντικό. Εξέτασε επίσης το έντυπο «Τελ. 72 Α» ημερομηνίας 7.9.2010 που φέρει αμφισβητούμενο αποτύπωμα σφραγίδας μελάνης με την ένδειξη «Β. ΣΙΑΜΑΡΗΣ ΕΞΕΤ. ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ / Α.Τ.1348» για σκοπούς σύγκρισής του με 15 δείγματα της σφραγίδας με την ως άνω ένδειξη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το αμφισβητούμενο αποτύπωμα δεν προέρχεται από την ίδια σφραγίδα από την οποία λήφθηκαν τα αντίστοιχα δείγματα. Ως Μ.Κ.8 παρουσιάστηκε ο Λοχ. XXXXX κ. XXXXX Χρυσάνθου ο οποίος ισχυρίστηκε ότι υπηρετεί ως γραφολόγος στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 34 είναι η έκθεση την οποία ετοίμασε και είχε ως αντικείμενό της την εξέταση της γραφής συμπλήρωσης και υπογραφών στο έντυπα που του παραδόθηκαν και σύγκρισής τους με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον κ. XXXXX Σιαμαρή και τη κα XXXXX Νικολάου. Το συμπέρασμά του ήταν ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή όσο και η αμφισβητούμενη γραφή συμπλήρωσης των εντύπων δεν μπορούν να συνδεθούν με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής. Ως Μ.Κ.9 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Σάββα ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι εκτελωνιστής. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 23 είναι η κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία στις 6.10.2015 και το τεκμήριο 44 είναι η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 8.7.
- Τέλος ως Μ.Κ.10 παρουσιάστηκε ο κ. Βασίλης Σιαμαρής ο οποίος ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο Τελωνείο Λευκωσίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τα έτη 2010 και 2011 εργαζόταν ως Εξεταστής Τελωνείων στον κλάδο αξιών αυτοκινήτων. Ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 32 είναι η κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία στις 16.7.2015 και το τεκμήριο 33 είναι η κατάθεση την οποία έδωσε στην κα XXXXX Ρόπαλη στις 10.9.
- Ισχυρίστηκε επίσης ότι το τεκμήριο 46 είναι το έντυπο «Τελ. 72» το οποίο του παρουσίασε η Αστυνομία και έχει την πλαστογραφημένη υπογραφή του και το τεκμήριο 47 είναι τα δείγματα υπογραφών και σφραγίδας που παρέδωσε στην Αστυνομία. Οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ότι τα τεκμήρια 1 έως 8 γίνεται παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ως εκ τούτου εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: η Α. Τεμβριώτης & Σία Λτδ συστάθηκε ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης στις 31.3.
- Μέχρι τις 4.7.2018 διευθυντές της Α. Τεμβριώτης & Σία Λτδ ήταν ο κ. XXXXX Τεμβριώτης και η κα XXXXX Τεμβριώτου και από τις 19.10.2020 και μετά διευθυντές της είναι η κα XXXXX Τεμβριώτου και η κα XXXXX Τεμβριώτου. Η V.P. MOTORS LIMITED είναι εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Αρχαγγέλου 44 στην Έγκωμη, Λευκωσία και διευθυντής της είναι ο κ. XXXXX Βαρέλλας. Μετά που έκλεισε η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής ο κ. Βραχίμης εκ μέρους των κατηγορουμένων δεν εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Το Δικαστήριο στο στάδιο που η κατηγορούσα αρχή κλείνει την υπόθεσή της είναι υποχρεωμένο να εξετάσει κατά πόσο αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων ακόμα και στην περίπτωση που η υπεράσπιση δεν εγείρει τέτοιο θέμα. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι καλά γνωστές και δεν προτίθεμαι να τις επαναλάβω με λεπτομέρεια. Θα αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133. Σύμφωνα με τις πιο πάνω αυθεντίες ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται από αυτό το στάδιο όταν: (α) Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Επιπλέον, στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υποδείχθηκε εκ νέου ότι: «στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει ο Δικαστής σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα». Παράλληλα σημειώνεται ότι η μαρτυρία για την Κατηγορούσα Αρχή λαμβάνεται υπόψη στο απόγειο της. Σχετική είναι η απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All E.R. 1060. Επιπρόσθετα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο, το οποίο πρέπει να ικανοποιηθεί, ώστε ο κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Σε αντίθετη περίπτωση ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, πράγμα ανεπίτρεπτο. Σχετική είναι η απόφαση Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145. Στην υπόθεση DENICKOM ENTERPRISES LTD v. SAVVA NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 299/2015, ημερομηνίας 14.5.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακοπή της δίκης δικαιολογείται όταν η μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, και όταν η μαρτυρία έχει κλονισθεί σε τέτοιο βαθμό, ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι τόσο έκδηλα αβάσιμη (unreliable), ώστε κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για να καταλήξει σε καταδικαστική απόφαση (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Χωρίς βεβαίως παρά ταύτα, το Δικαστήριο κατά το εν λόγω στάδιο, να εμποδίζεται να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη, (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Ζήτημα όμως που «διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους» (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382). Με τη διαφορά όμως, ότι το μέτρο σε αυτό το στάδιο είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό, όπως εφαρμόζεται μετά το πέρας της υπόθεσης». Το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (1η κατηγορία) εδράζεται στα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
- Τα ως άνω άρθρα προνοούν τα ακόλουθα: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το λεκτικό των ως άνω άρθρων συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: 1) η παράσταση γεγονότος με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής, 2) η γνώση του προσώπου το οποίο προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή, 3) η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό την καταδολίευση και 4) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης το πρόσωπο το οποίο προέβηκε σε αυτή να εξασφάλισε ή να απέκτησε από άλλο πρόσωπο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Δεν είναι απαραίτητο η ψευδής παράσταση να γίνεται με λόγια. Η συμπεριφορά και η πράξη του δράστη χωρίς προφορική ή γραπτή παράσταση είναι αρκετή. Από την άλλη η δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός είτε γίνεται προφορικά είτε γραπτά δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου αν η δήλωση λογικά και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο που έγινε. Είναι όμως αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής. Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370 και έχει ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false». Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος όταν προέβαινε σε αυτές να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65 η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος συμφώνησε την αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από τον σχετικό Νόμο. Από την άλλη η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της έννοιας του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό ψευδούς παράστασης. Δηλαδή θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς στο να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε πως η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η κατ' ισχυρισμό ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν ο μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο (R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679). Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως (R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση (R. v. Kritz
(1949)2 All E.R). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, λέχθηκε πως όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 αποφασίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης για στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Αυτή η υποκειμενική συμπεριφορά μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν στο τέλος της ημέρας την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Το αδίκημα της απάτης (3η κατηγορία) ορίζεται στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και έχει ως ακολούθως: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απάτης είναι τα ακόλουθα: 1) η απόκτηση από κάποιο άλλο πρόσωπο οποιουδήποτε αντικειμένου το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή η υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά και 2) η χρήση δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος για την απόκτηση του εν λόγω αντικειμένου, χρημάτων ή αγαθών. Στο σύγγραμμα Smith and Hogan Criminal Law, 1969, 2nd ed., στη σελ. 383 και 394, οι συγγραφείς αναφέρουν ότι στο κοινοδίκαιο, ουδέποτε υπήρχε αδίκημα απόκτησης περιουσίας διά «εξαπάτησης ή ξεγελάσματος» (deception or swindling) ενώ οι ανέντιμες (dishonest) πράξεις που στρέφονταν εναντίον της ιδιωτικής περιουσίας και οι οποίες θεωρούνταν ποινικά κολάσιμες ήταν μόνο εκείνες που αφορούσαν σε φυσική επέμβαση στην περιουσία (Kenny's Outlines of Criminal Law, 1966, 19th ed., pars.334-339). Όταν όμως τέτοιες απατηλές (deceitful), ανέντιμες ή δόλιες πρακτικές γίνονταν με ένα φυσικό (physical) ή χειροπιαστό (tangible) τέχνασμα, συσκευή ή άλλο τέτοιο μέσο, το κοινοδίκαιο αναγνώριζε τη διάπραξη του αδικήματος της απάτης - cheating. Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εν λόγω αδικήματος απαιτείτο η χρήση ενός τέτοιου απτού τεχνάσματος ή επινόησης αφού τα ψέματα ή οι ψευδείς παραστάσεις δεν ήταν από μόνες τους αρκετές για να στοιχειοθετήσουν το αδίκημα (Kenny ανωτέρω). Μάλιστα δε εκεί όπου η «εξαπάτηση» (cheat/deception/swindle/fraud) συνίστατο σε ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις ή ακόμα και σε ταχυδακτυλουργικά τεχνάσματα (sleight of hand), δεν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με βάση το κοινοδίκαιο το πλημμέλημα της απάτης (Smith and Hogan ανωτέρω). Αυτό διότι όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Holt C.J στην υπόθεση R v Jones 1703 2 Ld Raym. 1013, δε θα μπορούσε να καταδικαστεί κάποιος επειδή απλά «έπιασε κορόϊδο» κάποιον άλλο - «shall we indict one man for making a fool of another?». Επομένως, το αδίκημα της απάτης, ως αναγνωριζόταν στο κοινοδίκαιο, χαρακτηρίστηκε από τον έγκριτο νομικό, W. Hawkins, στο σύγγραμμα του «A Treatise of the Pleas of the Crown», 8th ed, 1824, Vol.1, Criminal Offences, pg.318-319, να συνίσταται σε: «...deceitful practices, in defrauding or endeavouring to defraud another of his own right by means of some artful device, contrary to the plain rules of common honesty» Και σε ελεύθερη μετάφραση: «..απατηλές πρακτικές, προς καταδολίευση ή που αποσκοπούν στην καταδολίευση των δικαιωμάτων άλλου με τη χρήση κάποιας πανούργας συσκευής, αντίθετα με τους απλούς κανόνες της κοινής τιμιότητας» Ταυτόχρονα, όπως περαιτέρω εξηγεί ο Hawkins, η απόσπαση χρημάτων με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις, έστω και δόλια ή απατηλή (deceitful), δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για καταδίκη για το αδίκημα της απάτης αφού δεν συνοδεύεται από τη χρήση οποιασδήποτε πανούργας συσκευής αλλά αντίθετα εδράζεται αποκλειστικά σε κάποιο απλό ψέμα - «The deceitful receiving of money from one man to another's use, upon a false pretence of having a message and order to that purpose is not punishable by a criminal prosecution because it is accompanied with no manner of artful contrivance but wholly depends on a bare naked lie» (Smith and Hogan ανωτέρω όπου γίνεται με επιδοκιμασία αναφορά στο σύγγραμμα του Hawkins). Ενδεικτικό του πιο πάνω ορισμού είναι το γεγονός ότι το αδίκημα της απάτης συναντάται στην αγγλική νομολογία να αφορά σε «αθέμιτες» εμπορικές πρακτικές που απευθύνονταν ιδιαίτερα στο κοινό και που σχετίζονταν με «στημένες» ζυγαριές στις αγορές, «στημένα» μέτρα και σταθμά, «γεμάτα» ζάρια και «σημαδεμένες» τράπουλες (Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.2001 και Kenny ανωτέρω). Με τις εμπορικές όμως πρακτικές να αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και τις καθημερινές συναλλαγές να γίνονται πιο περίπλοκες, κρίθηκε αναγκαίο, όπως το «κενό» που προέκυπτε από την περιορισμένη εφαρμογή του αδικήματος της απάτης, πληρωθεί νομοθετικά. Ως εκ τούτου, αρχής γενομένης το 1757, θεσπίστηκε το επιπρόσθετο αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων ή αγαθών με ψέματα ή ψευδείς παραστάσεις το οποίο και έλαβε την τελική μορφή του με το S.32 Larceny Act 1916 (obtaining by false pretences). Το εν λόγω αδίκημα του S.32 Larceny Act 1916, το οποίο ήταν επιπρόσθετο του αδικήματος της απάτης, εισήχθη στην Κυπριακή νομοθεσία με τα άρθρα 297, 298, 299, 301 και 305 Κεφ.154, τα οποία καλύπτουν διάφορες πτυχές του. Όσον αφορά το αδίκημα της απάτης όπως αυτό ήταν γνωστό στο κοινοδίκαιο, ο Άγγλος νομοθέτης, επέλεξε, όχι μόνο να το διατηρήσει αλλά και να το κωδικοποιήσει για σκοπούς της κυπριακής νομοθεσίας, κάτι το οποίο ουδέποτε έγινε στην Αγγλία. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η θέσπιση του αδικήματος του άρθρου 300 του Κεφ.154, αδίκημα το οποίο, όπως και στο κοινοδίκαιο, ήταν πλημμέλημα και απαιτούσε την ύπαρξη ενός «fraudulent trick or device» (δόλιου τεχνάσματος ή επινόησης) αντίθετα με τα αδικήματα των ψευδών παραστάσεων τα οποία εδράζονται ουσιαστικά στην ύπαρξη κάποιου ψέματος και μόνο. Σημειώνω ότι o όρος «device», ο οποίος έχει μεταφραστεί με τον όρο «επινόηση» στο ελληνικό κείμενο του άρθρου, αποδίδεται καλύτερα με τους όρους «μαραφέτι ή συσκευή» (contraption or device), συνώνυμα του όρου «επινόηση». Τα δύο όμως αυτά αδικήματα η «απάτη» από τη μια και οι «ψευδείς παραστάσεις» από την άλλη ήταν πάντοτε και εξακολουθούν να είναι μεταξύ τους χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα με το καθένα να περιορίζεται στο δικό του πεδίο εφαρμογής. Ως εκ τούτου η προϋπόθεση χρήσης απτών τεχνασμάτων ή συσκευών για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος της απάτης σε κάποια δόλια εμπορική πρακτική δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων και μόνο, όσο ευφάνταστες και εφευρετικές μπορεί να είναι τέτοιες παραστάσεις. Θα πρέπει να αποδειχθεί η χρήση κάποιας συσκευής ή φυσικής (physical) επινόησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Harris's Criminal Law, 1968, 21st ed., pg. 496 είναι άκρως διαφωτιστικό. «The offence of cheating an individual differs from that of obtaining money by false pretenses in that it cannot be constituted by a mere fraud or falsehood without the use of some token or device or contrivance. Thus it is not a common law cheat merely to make short delivery under a contract but it is to use false weights or measures or to put any false mark or description upon an article» Άλλωστε, το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής του αδικήματος της απάτης σε εμπορικές πρακτικές, της τότε τουλάχιστον καθημερινότητας, εξηγεί και το εναλλακτικό αποτέλεσμα που προνοεί το άρθρο 300, ήτοι την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά περισσότερα από εκείνα που θα παρέδιδε αν δεν χρησιμοποιείτο το τέχνασμα ή το επινόημα. Όσον αφορά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως ο όρος «δολίως» (fraudulently) σημαίνει «σκόπιμα και εκ προθέσεως» δηλαδή χωρίς λάθος και πως η ελπίδα ή η προσδοκία επιστροφής χρημάτων δεν συνιστά υπεράσπιση (Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 και Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, στις οποίες η έννοια του δόλου εξετάστηκε στα πλαίσια του αδικήματος της κλοπής). Η πρόθεση για εξαπάτηση δεν εξαντλείται στην οικονομική ζημιά ή απώλεια. Εάν κάποιος μπορεί να βλαφθεί με οποιονδήποτε τρόπο από τον δόλο, αυτό είναι αρκετό για απόδειξη της πρόθεσης εξαπάτησης. (Ioannou v. Police
(1985)2 C.L.R. 14). Τέλος, αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως η εξαπάτηση προκύπτει σαν πραγματικό γεγονός και ενίοτε μπορεί να σημαίνει τη βλάβη, οικονομική απώλεια και ζημιά κάποιου (Russel on Crime 1422). Από την ενώπιόν μου μαρτυρία χωρίς αυτή να αξιολογείται υποκειμενικά αλλά μόνο εξ όψεως ιδωμένη δεν φαίνεται να υπάρχει μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν κάποιο δόλιο τέχνασμα ή επινόημα για την απόκτηση των €13.000,00 από την παραπονούμενη. Ο Μ.Κ.1 ο οποίος φαίνεται να ήταν ο μοναδικός από τους μάρτυρες κατηγορίας που είχε προσωπική επαφή με τον κατηγορούμενο 2, παρά το γεγονός ότι κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του μια μεγάλη σε έκταση γραπτή του δήλωση αποτελούμενη από 7 φύλλα χαρτί, πουθενά σε αυτή δεν προβάλλει ισχυρισμό ότι οι κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν κάποιο συγκεκριμένο δόλιο τέχνασμα για να αποκτήσουν από την παραπονούμενη το ως άνω χρηματικό ποσό ούτε αναφέρει ποιο ήταν αυτό το κατ' ισχυρισμό τέχνασμα ή επινόημα. Οι ισχυρισμοί του περιορίζονται σε αναφορές στο ότι οι κατηγορούμενοι για να πετύχουν την εγγραφή του επίδικου οχήματος χρησιμοποίησαν αλλοιωμένο ή/και πλαστογραφημένο έντυπο «Τελ. 72Α» ως προς το περιεχόμενο και ως προς την υπογραφή του το οποίο δεν φαίνεται ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δόλιο τέχνασμα ή επινόημα. Φαίνεται εν ολίγοις ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απάτης ήτοι αυτό της χρήσης εκ μέρους των κατηγορουμένων κάποιου δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος. Λόγω των πιο πάνω η 1η κατηγορούμενη αθωώνεται στην κατηγορία 3 και ο 2ος κατηγορούμενος στην κατηγορία 4. Αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2 κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 και ως εκ τούτου η 1η κατηγορούμενη καλείται σε απολογία στην 1η κατηγορία και ο 2ος κατηγορούμενος στη 2η κατηγορία. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο