← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. NASIR κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19535/19, 14/5/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. NASIR κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 19535/19, 14/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 19535/19 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. ΧΧΧΧΧΧ NASIR
  2. ΧΧΧΧΧΧ ΧΟΥΣΣΑΙΝ
  3. ΧΧΧΧΧΧ KAUR KAUR
  4. ΧΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  5. ΧΧΧΧΧΧ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Κουτσόφτας Για κατηγορούμενο 2: κ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου 2 και σύνοψη των θέσεων των μερών Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε με άλλα τέσσερα πρόσωπα κατηγορητήριο που περιείχε συνολικά 15 κατηγορίες. Στους υπόλοιπους τέσσερεις κατηγορούμενους, οι οποίοι παραδέχτηκαν, επιβλήθηκε ποινή στις 26.6.
  6. Ο κατηγορούμενος 2 δεν παραδέχθηκε και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με αυτόν. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο και στις 19/1/2021 ο κατηγορούμενος 2 (στο εξής «ο κατηγορούμενος») αθωώθηκε και απαλλάγηκε από τις κατηγορίες 1,2,3, 5 και 6, ενώ κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες 4, 7, 8 και
  7. Οι τελευταίες αυτές κατηγορίες, οι λεπτομέρειες των οποίων τροποποιήθηκαν από το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 19/1/2021 ώστε να αντικατοπτρίζουν επακριβώς τις πράξεις για τις οποίες ο κατηγορούμενος καλείτο σε απολογία, έχουν ως εξής: - Στις 12/09/2014 ο κατηγορούμενος 2 εμπορεύτηκε ενήλικο πρόσωπο, δηλαδή στρατολόγησε και μετέφεραν στην Κυπριακή Δημοκρατία τον ΧΧΧΧΧΧ Ali από το Πακιστάν (στο εξής «ο παραπονούμενος») μέσω δόλου ή απάτης ή παραπλάνησης με σκοπό την εκμετάλλευσή του για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της παράνομης απασχόλησής του στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6(δ) και 15 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου Ν. 60(Ι)/2014(στο εξής «ο Νόμος 60(Ι)/2014») (κατηγορία 4). - Στις 5/9/2017 ο κατηγορούμενος 2 εσκεμμένα εξασφάλισε για τον παραπονούμενο άδεια εισόδου στην Κυπριακή Δημοκρατία με ψευδή παράσταση, δηλαδή υπέβαλε στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης αίτηση για απόκτηση της εν λόγω άδειας εισόδου, στην οποία επισυναπτόταν ψευδές έγγραφο, δηλαδή σύμβαση απασχόλησης ενώ γνώριζε ότι αυτή ήταν ψευδής, κατά παράβαση του Άρθρου 297 και 305 του Κεφ. 154 (κατηγορία 7) και πως έθεσε το πιο πάνω έγγραφα σε κυκλοφορία την 04/09/2017 στο εν λόγω Τμήμα εν γνώσει του και δολίως, κατά παράβαση των Άρθρων 334, 335 και 339 του Κεφ. 154 (κατηγορία 8). - Μεταξύ Απριλίου 2017 και Σεπτεμβρίου του 2018 απέκτησε το συνολικό ποσό των €2000, ενώ γνώριζε πως τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη των γενεσιουργών αδικημάτων που περιγράφεται στην κατηγορία 4 ανωτέρω, κατά παράβαση του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.188(Ι)/2007, ως τροποποιήθηκε (κατηγορία 9). Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ενώπιον μου είχε ως εξής: Ο κατηγορούμενος 2, μαζί με τον πρώην κατηγορούμενο 1 και ΜΚ10 στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «ο κατηγορούμενος 1») δραστηριοποιείτο στην Κύπρο και στο Πακιστάν, με σκοπό την εκμετάλλευση αλλοδαπών ατόμων στην εργασία στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της εξασφάλισης εγγραφής των αλλοδαπών στη Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις και πλαστά έγγραφα. Ο παραπονούμενος, συνεχίζει η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, αποτάθηκε στο Πακιστάν σε γραφείο, διαφημιζόμενο για την παροχή βοήθειας σε αλλοδαπούς που ήθελαν να εργαστούν ή να φοιτήσουν στην Κύπρο, με την επωνυμία CASA COLLEGE PAKISTAN. Εκεί συνάντησε κάποιο Maqsood XXXXX (στο εξής «ο Μακσούτ»), ο οποίος τον έφερε σε τηλεφωνική επαφή με τον κατηγορούμενο
  8. Ο τελευταίος του υποσχέθηκε ότι θα μπορούσε να τον εγγράψει στην Κύπρο αρχικά ως οικιακό εργάτη και εντός 1-2 μηνών θα του άλλαζε την άδεια εργασίας σε άδεια εργασίας κουρέα. Έτσι, ο παραπονούμενος εξαπατήθηκε στο να καταβάλει και κατέβαλε το ποσό των €8.000 στον Μακσούτ για να του εξασφαλίσει άδεια εισόδου στην Κύπρο. Αρχικά και όταν ακόμα βρισκόταν στο Πακιστάν στάλθηκε στον παραπονούμενο από τον Μασκουτ, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επ΄ονόματι του CASA COLLEGE PAKISTAN, μία κυπριακή άδεια εισόδου, την οποία ο παραπονούμενος χαρακτήρισε ως ψεύτικη και πλαστή. Όταν διαμαρτυρήθηκε του παραδόθηκε νέα άδεια εισόδου, με την οποία αφίχθηκε στην Κύπρο στις 12/09/2017 ως οικιακός εργάτης με εργοδότη τη ΧΧΧΧΧΧ Κασενίδη. Επίσης, όταν έφθασε στην Κύπρο έδωσε στον κατηγορούμενο 2 επιπρόσθετο ποσό €2000 για να διευθετήσει την εγγραφή του. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος από ίδιους πόρους πλήρωσε για το αεροπορικό του εισιτήριο προς την Κύπρο και κατέβαλε διάφορα τέλη, αναγκαία για την απόκτηση του Δελτίου Εγγραφής Αλλοδαπού του. Κατά την άφιξή του μεταφέρθηκε σε κτηνοτροφική μονάδα στην Ορούντα, όπου διέμεινε για κάποιες μέρες και όπου συνάντησε για πρώτη φορά τους κατηγορούμενους 1 και
  9. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι δεν θα εργαζόταν στην Κασενίδη, αλλά σε χωράφια πατατών στην Πάφο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε διαμέρισμα στον Στρόβολο. Ουδέποτε εργάστηκε ούτε συναντήθηκε με την εργοδότη του. Ο κατηγορούμενος 1 τον προμήθευσε με έντυπο αποδέσμευσης από τη ΧΧΧΧΧΧ Κασενίδη και μερικές μέρες αργότερα τον μετέφερε στην Πόλη Χρυσοχούς για να εργαστεί με εργοδότη κάποιο ΧΧΧΧΧΧ Βαλέρκο σε χωράφια πατατών. Εργάστηκε εκεί για μια μέρα και στη συνέχεια αναχώρησε και επέστρεψε στη Λευκωσία, αφού αυτή δεν ήταν η εργασία που του είχαν υποσχεθεί ο Μακσουτ και ο κατηγορούμενος
  10. Στη Λευκωσία συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους 1 και 2, οι οποίοι τον προέτρεψαν να τους πληρώσει και άλλα χρήματα για να του διευθετήσουν τέλεση γάμου με Ρουμάνα υπήκοο για να παραμείνει νόμιμα στην Κύπρο. Αυτός αρνήθηκε και προσπάθησε να βρει νέο εργοδότη χωρίς θετικό αποτέλεσμα. Ήταν, περαιτέρω, η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος 2, μαζί με τον κατηγορούμενο 1, εξασφάλισαν την εγγραφή του παραπονούμενου στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης της Δημοκρατίας (στο εξής «το ΤΑΠΜ»), με ψευδή σύμβαση απασχόλησης, η οποία είχε διαφορετικούς όρους σε σχέση με τη διάρκεια και τις απολαβές του, από αυτήν που ο παραπονούμενος πράγματι είχε υπογράψει και με πλαστογράφηση της υπογραφής του. Εντός Οκτωβρίου 2017 ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε ότι η άδεια εργασίας του στην Κύπρο ακυρώθηκε, χωρίς να γνωρίζει γιατί και όχι βάσει οποιασδήποτε δικής του ενέργειας, αφήνοντας τον εκτεθειμένο, χωρίς νόμιμη διαμονή ή εργασία στην Κύπρο. Στις 04/12/2017 λήφθηκε στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (στο εξής «ΓΚΕΠ») αλληλογραφία από τη μη κυβερνητική οργάνωση Caritas, η οποία ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δυνατόν να είναι θύμα εμπορίας προσώπων. Στις 11.1.2018 ο παραπονούμενος αναγνωρίστηκε από την Αστυνομία ως θύμα εμπορίας προσώπων με σκοπό την εκμετάλλευσή του στην εργασία με βάση τον Νόμο 60(Ι)/
  11. Ο κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση. Κατά τις τελικές αγορεύσεις προωθήθηκαν οι εξής θέσεις από την Υπεράσπιση. - Ο παραπονούμενος είναι αναξιόπιστος μάρτυρας για τους λόγους που αναφέρθηκαν και στους οποίους θα αναφερθώ κατωτέρω κατά την αξιολόγησή του. - Το Τεκμήριο 100 προς Αναγνώριση που αναγνωρίστηκε από τον ΜΥ2 πρέπει να καταστεί ως κανονικό Τεκμήριο στην υπόθεση αφού ο ΜΥ2 είναι αξιόπιστος μάρτυρας. Αποτέλεσμα τέτοιας αποδοχής θα ήταν να πληγεί περαιτέρω η αξιοπιστία του παραπονούμενου που ανέφερε ότι ποτέ δεν το υπόγραψε. - Το Τεκμήριο 43 προς Αναγνώριση ουδέποτε κατέστη κανονικό Τεκμήριο αφού κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή και ως εκ τούτου δεν ήταν το αντικείμενο σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου και έτσι ολόκληρη η μαρτυρία του περιεχομένου του πρέπει να αγνοηθεί. Αποτέλεσμα τούτου είναι να μην μπορούν να αποδειχτούν με θετική και πρωτογενή μαρτυρία τα αδικήματα των κατηγοριών 7 και
  12. - Οι λεπτομέρειες αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας που αναφέρουν ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε τον παραπονούμενο ''για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της παράνομης απασχόλησής του στη Δημοκρατία'' δεν αποκαλύπτουν αδίκημα σύμφωνα με τον Νόμο 60(Ι)/
  13. - Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία περί εκμετάλλευσης του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο, ως ορίζεται στον Νόμο και τη σχετική νομολογία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε σκοπός εκμετάλλευσης του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο για λόγους που αναφέρονται εκτενώς στις σελίδες 23, 24 και 25 της γραπτής αγόρευσης της Υπεράσπισης. - Η κατηγορία 9 συμπαρασύρεται από την αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την κατηγορία
  14. Προχωρώ να εξετάσω τις θέσεις των μερών υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε και της αξιολόγησής της. Β. Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, τη γενική συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός, με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162). Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων στην παρούσα ποινική υπόθεση είχα υπόψη μου και το εξής σαφές και περιεκτικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη Monteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459: «Το έργο του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας στο μέτρο βεβαίως του ανθρωπίνως δυνατού, είναι έργο περίπλοκο, περίτεχνο και ιδιαίτερα λεπτό. Η ανθρώπινη εμπειρία, την αντικειμενική συνισταμένη της οποίας εκφράζει το κάθε Δικαστήριο, διδάσκει ότι είναι απροσδιόριστα απεριόριστη η περιπτωσιολογία της ανθρώπινης έκφρασης μ' όλες τις εκφάνσεις της. Είναι γι' αυτό που ένα Δικαστήριο, ιδιαιτέρως ποινικής δικαιοδοσίας, οφείλει να διυλίζει, να διηθίζει και να φιλτράρει την όλη μαρτυρία με περισσή επιμέλεια και τέτοια προσοχή έτσι ώστε αν καταλήξει σε ενοχή, αυτή να είναι συμβατή με το διαχρονικό αξίωμα και θεμέλιο στην ποινική δίκη, ότι ουδείς καταδικάζεται εκτός εάν κριθεί ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Για την Κατηγορούσα Αρχή μαρτύρησαν ενώπιον μου οι Λοχ. XXXXX Κ. Κλεάνθους, εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ1), Αστ. XXXXX Μ. Ξενή (ΜΚ2), Αστ. XXXXX, Γ. Θωμά (ΜΚ3), Αστ. XXXXX, Γ. Νεοκλέους (ΜΚ4), Λοχ. XXXXX Ν. Μιχαήλ (ΜΚ5), ο ίδιος ο παραπονούμενος (ΜΚ6), η Μ. Κασενίδη (ΜΚ7), ο ΧΧΧΧΧΧ Σιαλής του Τμήματος Φορολογίας της Δημοκρατίας (ΜΚ8), ο πρώην Αστ. XXXXX Κ. Σοφοκλέους (ΜΚ9), ο πρώην κατηγορούμενος 1 (ΜΚ10), ο Σ. Βαλέρκος (ΜΚ11) και ο Γ. Σαβεριάδης (ΜΚ12). Για την Υπεράσπιση μαρτύρησαν ο δικαστικός γραφολόγος, ΧΧΧΧΧΧ Μαρκίδης (ΜΥ1), ο ΧΧΧΧΧΧ Ahmed, πρώην φίλος του παραπονούμενου και εξ αγχιστείας συγγενής του (ΜΥ2), ο ΧΧΧΧΧΧ Majit, κοντινός φίλος του κατηγορούμενου (ΜΥ3) και ο ΧΧΧΧΧΧ Hussein, μεγάλος αδελφός του κατηγορούμενου (ΜΥ4). Ο ίδιος ο κατηγορούμενος τήρησε σιωπή. B.1. Σημασία Τεκμηρίου προς αναγνώριση 43 Θα ασχοληθώ κατά προτεραιότητα, λόγω της σπουδαιότητας που παρουσιάζει στην υπόθεση, με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι, ολόκληρη η μαρτυρία που περιέχεται στον διοικητικό φάκελο του παραπονούμενου στο ΤΑΠΜ δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην υπόθεση διότι ουδέποτε κατέστη κανονικό τεκμήριο. Το ότι η κάθε απόφαση Δικαστηρίου περί της αποδοχής μαρτυρίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να γίνεται στο ορθό στάδιο, με αναφορά στις θέσεις των μερών επί του θέματος πρέπει να θεωρείται δεδομένο (Μαυροκορδάτου ν. Λουκά
(1998)1 Α ΑΑΔ 286). Επίσης δεδομένο πρέπει να θεωρείται ότι έγγραφο που παρουσιάζεται για σκοπούς αναγνώρισης και παραμένει ως τέτοιο χωρίς τελικά να κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο στη διαδικασία δεν αποτελεί μαρτυρία (Βλ. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν. Πλοίου "Arabella"
(2003)1Β ΑΑΔ 900, Δήμος Λευκωσίας v. ELK Trading Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 120, Οδυσσέας Χατζηλουκά
(2000)1(Α) ΑΑΔ 185, Demeco Limited v. Beckhoff Gasellchaft Mbh
(1988)1 CLR 82). Το Τεκμήριο 43 προς αναγνώριση, ο διοικητικός φάκελος του παραπονούμενου στο ΤΑΠΜ, κατατέθηκε ως τεκμήριο προς αναγνώριση αρχικά, διότι ο ΜΚ1 που το κατέθεσε δεν ήταν σε θέση να το αναγνωρίσει. Αναγνωρίστηκε όμως από την ΜΚ2, της οποίας τη μαρτυρία αναφέρω κατωτέρω. Δεν προσήχθη μάρτυρας από το ΤΑΠΜ για να επεξηγήσει τα περιεχόμενα του, ούτε μάρτυρας περί της ισχυριζόμενης πλαστογράφησης της υπογραφής του παραπονούμενου ή της ΜΚ7 σε έγγραφα που περιέχοντο σε αυτόν. Η Κατηγορούσα Αρχή κατόπιν της αναγνώρισης του Τεκμηρίου 43 προς αναγνώριση από την ΜΚ2 δεν ζήτησε να καταστεί κανονικό Τεκμήριο. Συνακόλουθα, δεν υπήρξε σχετική απόφαση Δικαστηρίου. Η Υπεράσπιση ουδέποτε προέβη σε αντεξέταση επί του περιεχομένου του φακέλου αυτού είτε της ΜΚ2 που τον αναγνώρισε, είτε της ΜΚ7, η οποία στην κατάθεσή της Τεκμήριο 89.3 αναφέρεται σε κάποια εκ των περιεχομένων του - χωρίς όμως να της υποδειχθούν από την Κατηγορούσα Αρχή εντός Δικαστηρίου τα πρωτότυπα που βρίσκονται μέσα στο Τεκμήριο 43 προς αναγνώριση- είτε του παραπονούμενου που στη δική του κατάθεση τοποθετήθηκε επί κάποιων αντιγράφων ως ο ίδιος τα έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 97.3) - χωρίς επίσης να του υποδειχθούν εντός Δικαστηρίου τα πρωτότυπα μέσα από το Τεκμηρίου 43 προς αναγνώριση. Επομένως, δεν είναι γνωστή στο Δικαστήριο η θέση που θα είχε η Υπεράσπιση στην περίπτωση που το Τεκμήριο προς αναγνώριση γινόταν κανονικό Τεκμήριο και καθίστατο μαρτυρία στην υπόθεση. Συνεπώς θεωρώ το εμπόδιο αυτό, ότι δηλαδή το Δικαστήριο δεν κλήθηκε ποτέ να ασκήσει κρίση επί του εάν το Τεκμήριο 43 προς Αναγνώριση θα καθίστατο κανονικό τεκμήριο, ανυπέρβλητο. Αν το Δικαστήριο λάμβανε υπόψη τα περιεχόμενα του Τεκμηρίου 43 προς αναγνώριση ως κανονικό Τεκμήριο χωρίς σχετικό αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, χωρίς να ακουστούν οι θέσεις και των δύο μερών και με γνώμονα ότι η Υπεράσπιση δεν αντεξέτασε οποιοδήποτε μάρτυρα κατηγορίας σε σχέση με το περιεχόμενό του, πιθανόν να προέκυπτε δυσμένεια προς την Υπεράσπιση, η οποία δυνητικά και εν τέλει να επηρέαζε το δίκαιο της δίκης του κατηγορούμενου. Δηλαδή, χωρίς ακρόαση των μερών επί του αν μπορούσε το Τεκμήριο προς αναγνώριση 43 να γίνει κανονικό Τεκμήριο δεν μπορεί το Δικαστήριο από μόνο του να θεωρήσει και μάλιστα σ' αυτό το στάδιο ότι το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 43 κατέστη κανονικό Τεκμήριο. Έτσι, σύμφωνα με την εισήγηση της Υπεράσπισης, οτιδήποτε περιέχεται σ' αυτό πρέπει να αγνοηθεί. Εν πάση περιπτώσει αναφέρω ότι, μελέτη του εν λόγω διοικητικού φακέλου δεικνύει ότι, ο παραπονούμενος ενεγράφη στη Δημοκρατία και του δόθηκε άδεια εισόδου, ημερομηνίας 05/09/2017, στη βάση σύμβασης απασχόλησής του με εργοδότη τη ΧΧΧΧΧΧ Κασενίδη, ημερομηνίας 09/08/2017, με ισχύ για 12 μήνες και με μηνιαίο μισθό 315 ευρώ, την οποία ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπέγραψε και η υπογραφή του στο πεδίο «εργοδοτούμενος» είναι πλαστογραφημένη (βλ. Τεκμήριο 97.3, Κ2- σελ. 57-61). Η πραγματική σύμβαση απασχόλησης που υπέγραψε, είπε, ευρίσκεται στο Τεκμήριο 97.3, Κ-2 σελ. 35‑38). Αναφέρω ότι, η ισχυριζόμενη ως πλαστογραφηθείσα υπογραφή του παραπονούμενου δεν μοιάζει καθόλου με τη δική του, την οποία αναγνώρισε στη σύμβαση απασχόλησης που, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, πράγματι υπέγραψε και προνοούσε για διετή απασχόλησή του και μηνιαίο μισθό 450 ευρώ. Εν τούτοις, μαρτυρία γραφολόγου για την πλαστότητά της ή μαρτυρία λειτουργού του ΤΑΠΜ δεν τέθηκε ενώπιον μου. Σημαντικό είναι να σημειωθεί ότι, ο παραπονούμενος μαρτύρησε τα πιο πάνω βάσει αντιγράφων των δύο συμβάσεων απασχόλησης που περιέχονται στο Τεκμήριο 97.3 και όχι μέσα από το Τεκμήριο προς αναγνώριση
  1. Παρά τα πιο πάνω, επαναλαμβάνω πως ό,τι περιέχεται στο Τεκμήριο 43 προς αναγνώριση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία στην υπόθεση. B.
  2. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Ο ΜΚ1 ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Έλαβε μεταξύ άλλων τις καταθέσεις των ΜΚ7, 11 και 12, καθώς και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου , όπως και τη συμπληρωματική κατάθεση του παραπονούμενου. Έλαβε επίσης μέρος σε υποδείξεις σκηνών από τον παραπονούμενο και ετοίμασε έκθεση οικονομικής έρευνας, μεταξύ άλλων, του κατηγορούμενου 2, βάσει των στοιχείων που λήφθηκαν από κυπριακές τράπεζες, αφότου εξέδωσε διάταγμα αποκάλυψης περιουσιακών του στοιχείων. Στην έκθεση του αυτήν, Τεκμήριο 6, αναφέρεται σε στοιχεία, που δεν απαιτείται να καταγραφούν εν προκειμένω αφού δεν υποβοηθούν στην εξαγωγή σχετικών με την υπόθεση συμπερασμάτων, καταλήγοντας σε αποτέλεσμα ότι παρατηρείται αφύσικη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με αυτόν. Εξήγησε ότι από τον Ιανουάριο του 2018, όταν ο παραπονούμενος αναγνωρίστηκε από την Αστυνομία ως θύμα εμπορίας προσώπων άρχισε, εξ όσων γνωρίζει, να εργάζεται στη Δημοκρατία. Τον Απρίλιο του 2019 ήρθε και η σύζυγος του παραπονούμενου στην Κύπρο με το ειδικό καθεστώς της συζύγου θύματος εμπορίας προσώπων. Η ΜΚ2 υπηρετεί στο ΓΚΕΠ και έλαβε μέρος στη διερεύνηση. Επίσης έλαβε μέρος στην εκτέλεση εντάλματος σύλληψης του κατηγορούμενου 2 και εντάλματος έρευνας στο σπίτι του, στο όχημά του και στο γραφείο του στο Casa College. Παρέλαβε τον διοικητικό φάκελο του παραπονούμενου από το ΤΑΠM με αριθμό Β17‑02849 (Τεκμήριο 43 προς αναγνώριση). Η ΜΚ2 είπε ότι κάποια έγγραφα που της κίνησαν την υποψία ότι είναι πλαστογραφημένα από το Τεκμήριο προς αναγνώριση 43, τα ξεχώρισε και τα έστειλε για γραφολογικές εξετάσεις. Ουδέποτε δόθηκε μαρτυρία γραφολόγου στο Δικαστήριο περί της πλαστογράφησης των εγγράφων αυτών, ούτε υποδείχθηκαν στον παραπονούμενο μέσα από τον διοικητικό φάκελο για να τοποθετηθεί, ενώ ούτε η ΜΚ2 ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε άλλο σχετικό. Η μόνη θετική μαρτυρία που υπάρχει περί της πλαστογράφησης της υπογραφής της ΜΚ7, είναι αυτή της ίδιας της ΜΚ7, ως αναφέρεται κατωτέρω. Όμως, ως μαρτυρία επί του Τεκμηρίου προς αναγνώριση 43, το οποίο ουδέποτε έγινε κανονικό τεκμήριο και έτσι ουδέποτε κατέστη μαρτυρία στην υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί, ως εξήγησα ανωτέρω. Ο ΜΚ3 υπηρετεί επίσης στο ΓΚΕΠ και έλαβε μέρος στη διερεύνηση. Έλαβε μέρος στην εκτέλεση εντάλματος σύλληψης του κατηγορούμενου 2 και εντάλματος έρευνας στο σπίτι του, στο όχημά του και στο γραφείο του στο Casa College. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 51 ως το ημερολόγιο που βρήκε στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 στο Casa College και κατάθεσε ως Τεκμήριο 51.1 κάποιες φωτοτυπίες σελίδων που εξάχθηκαν από αυτό και με τη βοήθεια μεταφραστή τις μετάφρασε, αφού τις έκρινε σημαντικές για τη διερεύνηση. Επίσης εξήγησε ότι κατόπιν οδηγιών της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας δεν κατηγορήθηκε η Κασενίδη. Στο Τεκμήριο 51.1 φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε χρηματικές δοσοληψίες τόσο με τον Μακσούτ όσο και με τον κατηγορούμενο
  3. Καταγράφεται στο Τεκμήριο αυτό ότι, ο Μακσούτ όφειλε στις 23/12/2017 προμήθεια €22.000 στον κατηγορούμενο 2, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος 2 έδωσε σε δύο περιπτώσεις λεφτά στον κατηγορούμενο
  4. Η μία ήταν στις 31/12/2017 για €2.000 και η άλλη στις 6/9/2017 ή 28/12/2017 σε σχέση με λογαριασμό της φάρμας. Η ΜΚ4 θα μαρτυρούσε για γεγονότα, τα οποία ουδεμία σχέση είχαν με τον κατηγορούμενο 2 και έτσι δεν μαρτύρησε εν τέλει καθόλου. Ο ΜΚ5 μαρτύρησε σε σχέση με τη διακίνηση των Τεκμηρίων, Τεκμήρια 95 και 96, η οποία εν τέλει δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η ΜΚ7 έδωσε στην Αστυνομία τέσσερις καταθέσεις ημερ. 25/01/2018, 20/10/2018 και δύο στις 14/4/2019 (βλ. Τεκμήρια 89-89.3). Σε αυτές ανέφερε ότι ήταν και η ίδια θύμα του Σάκη, όπως τον αποκάλεσε, δηλαδή του κατηγορούμενου 1, ο οποίος την εξαπάτησε. Έψαχνε, είπε, για οικιακό βοηθό και ο κατηγορούμενος 1 της είπε ότι μπορούσε να τη βοηθήσει. Υπέγραψε συμβόλαιο που της έδωσε ο κατηγορούμενος 1, κατέβαλε ποσό για την εγγυητική του παραπονούμενου και διάφορα άλλα ποσά. Πλήρωσε, μεταξύ άλλων, ποσό €500 για το αεροπορικό εισιτήριο του παραπονούμενου για το οποίο ο τελευταίος είπε ότι πλήρωσε μόνος του €700-
  5. Εν τέλει ο παραπονούμενος ποτέ δεν ήρθε να δουλέψει κοντά της, δεν τον είδε ποτέ της και απαίτησε από τον κατηγορούμενο 1 να υπογράψει έγγραφο αποδέσμευσης αυτού για να μην φαίνεται γραμμένος πάνω της χωρίς να εργάζεται και διότι δεν ήθελε μπλεξίματα με την Αστυνομία. Μάλιστα η ίδια πήγε και κατάθεσε το έγγραφο αποδέσμευσης του παραπονούμενου ημερ. 27/09/2017 στο ΤΑΠΜ. Εξήγησε ότι η υπογραφή στη σύμβαση εργασίας που χρησιμοποιήθηκε για να δοθεί στον παραπονούμενο άδεια εισόδου είναι δική της, ως φαίνεται στο ερυθρό 1 και 40 του Τεκμήριου προς αναγνώριση 43, αλλά όχι στη σύμβαση εργασίας που ο παραπονούμενος παραδέχθηκε ότι πράγματι υπόγραψε. Προκύπτει δηλαδή εικόνα ότι, εργοδότης και εργοδοτούμενος, η Κασενίδη και ο παραπονούμενος, υπόγραψαν διαφορετικά συμβόλαια και στο καθένα πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του άλλου. Ενώ, δηλαδή, η Κασενίδη υπόγραψε συμβόλαιο για μονοετή απασχόληση του παραπονούμενου και με μισθό 315 μηνιαίως, ο παραπονούμενος υπόγραψε για διετή απασχόλησή του και με μηνιαίο μισθό 450 ευρώ. Όλα τα έγγραφα που υπόγραψε ήταν, είπε, αυτά που της έφερε ο κατηγορούμενος 1, χωρίς να ήταν συμπληρωμένα τα κενά σε αυτά, ενώ δεν ξέρει αρκετά καλά αγγλικά ώστε να γνωρίζει τι υπόγραψε. Ο ΜΚ8 είπε ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι εγγεγραμμένος στο φορολογικό μητρώο του Τμήματος Φορολογίας (άμεση φορολογία) από την 01/11/2009 και ότι υπέβαλε τις φορολογικές του δηλώσεις για τα φορολογικά έτη 2009‑
  6. Έγινε παραδεκτό γεγονός μεταξύ των μερών ότι η Αστυνομία κατά τη διάρκεια της διερεύνησης πίστευε ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν εγγεγραμμένος στο σχετικό μητρώο. Ο ΜΚ9 ήταν ο αστυνομικός που αναγνώρισε τον παραπονούμενο ως θύμα εμπορίας προσώπων. Ελάχιστα άτομα, είπε, αναγνώρισε ως τέτοια θύματα στη δίχρονη πείρα του στο εν λόγω γραφείο. Υπάρχουν πρωτόκολλα και δείκτες για την αναγνώριση θύματος, τα οποία δεν θυμόταν να αναφέρει στο Δικαστήριο. Όταν ερωτήθηκε αν υπήρχαν εν προκειμένω στοιχεία εμπορίας όπως κατακράτηση ταξιδιωτικών εγγράφων, περιορισμός κινήσεων, εξαναγκασμός σε εργασία με τη βία ή με απειλές, απάντησε πως δεν θυμόταν. Εξήγησε ότι η διερεύνησή άρχισε διότι λήφθηκε επιστολή στην Αστυνομία από τη μη κυβερνητική οργάνωση Caritas, στην οποία αναφέρετο ότι ο παραπονούμενος πιθανόν να ήταν θύμα εμπορίας προσώπων. Έτσι, ως μέλος του ΓΚΕΠ, έλαβε συνέντευξη από αυτόν στις 22/12/2017 και την κατάθεσή του στις 05/01/
  7. Έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τη ΜΚ7 και πήγε με τον παραπονούμενο και άλλους αστυνομικούς τόσο στην Ορούντα, όσο και στην Πόλη Χρυσοχούς για υπόδειξη σκηνών. Ο ΜΚ10, ο πρώην κατηγορούμενος 1, στην αρχική του κατάθεση στην Αστυνομία απάντησε μόνο σε προσωπικές ερωτήσεις ενώ στις ερωτήσεις που αφορούσαν στα γεγονότα και στην ουσία της παρούσας υπόθεσης δεν έδωσε καμία απάντηση. Στις 28/02/2020 έδωσε νέα κατάθεση στην Αστυνομία, Τεκμήριο 110, στην οποία παραδέχεται ανάμειξη στην υπόθεση και εμπλέκει τον κατηγορούμενο
  8. Εξηγεί εντός αυτής ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο 2 στο Casa College και ο τελευταίος του πρότεινε να συνεργαστούν έναντι αμοιβής, δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 θα έβρισκε αλλοδαπούς που ενδιαφέρονταν να εργοδοτηθούν στη Δημοκρατία και ο κατηγορούμενος 1 θα τους έπαιρνε στον εργοδότη τους όταν έφταναν στην Κύπρο. Γι' αυτό ο κατηγορούμενος 1 πληρώνετο 1.000 ευρώ ανά άτομο. Συνεργάστηκε με τον κατηγορούμενο 2 για τέσσερις μέχρι στιγμής περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένου και του παραπονούμενου. Άκουσε από την Κασενίδη ότι ήθελε οικιακό βοηθό και το είπε στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος βρήκε τον παραπονούμενο. Γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος 2 συνεργάζεται στο Πακιστάν με κάποιον Μακσούτ XXXXX που επανδρώνει γραφείο στο Πακιστάν για βίζες εργασίας και φοίτησης στην Κύπρο. Άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να λέει ότι ο Μακσούτ είναι συνέταιρός του, αλλά ο ίδιος δεν τον γνωρίζει. Όταν ήρθαν τα χαρτιά του παραπονούμενου στην Κύπρο, ο κατηγορούμενος 1 επισκέφθηκε έναν Ινδό, ο οποίος πλαστογράφησε μία ημερομηνία σε ένα από αυτά και μετά τα πήρε σε κάποιον Αριστοκλέους που τα κατάθεσε στο ΤΑΠΜ. Όταν έφτασε ο παραπονούμενος στη Δημοκρατία, ο ίδιος είχε πολλή δουλειά και δεν μπορούσε να τον παραλάβει από το αεροδρόμιο και ειδοποίησε άτομα που δουλεύουν για τον κατηγορούμενο 2 να τον πάρουν στη φάρμα του στην Ορούντα. Σύντομα έφυγε από εκεί, πήρε τον παραπονούμενο για τις ιατρικές εξετάσεις του και μετά τον μετέφερε στη ΜΚ
  9. Αυτή του ζήτησε 1.000 ευρώ για την ταλαιπωρία που υπέστη με την Αστυνομία, διότι σε προγενέστερο χρόνο χρειάστηκε να τους μιλήσει και να τους επιβεβαιώσει ότι ήταν η εργοδότης του παραπονούμενου στην Κύπρο. Της έδωσε το ποσό αυτό στην παρουσία του παραπονούμενου. Βλέποντας αυτό ο παραπονούμενος δεν ήθελε να δουλέψει κοντά της. Έτσι αυτή του έδωσε έντυπο αποδέσμευσης. Μετά ο κατηγορούμενος 1 πήρε τον παραπονούμενο στον ΜΚ11 στην Πόλη Χρυσοχούς για να δουλέψει, αφού χρειαζόταν υπαλλήλους. Ο παραπονούμενος έφυγε και από εκεί χωρίς ο κατηγορούμενος 1 να γνωρίζει τον λόγο. Για την ανάμειξή του στην υπόθεση πληρώθηκε 1.000 ευρώ από τον κατηγορούμενο
  10. Έδωσε τη μεταγενέστερη κατάθεσή του διότι φοβάται για την ασφάλειά του και της οικογένειάς του. Δεν είχε χρήματα να πληρώσει τον δικηγόρο του στην υπόθεση, κ. Παυλίδη και έτσι ο κατηγορούμενος 2 του εισηγήθηκε, ενόσω ήταν και αυτός κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές, να πληρώσει αυτός τον νέο δικηγόρο του, κ. Γ. Λοΐζου, με αντάλλαγμα ο ίδιος να αποδεχτεί τις κατηγορίες που του προσήψε η Αστυνομία και ο κατηγορούμενος 2 να απαλλαγεί. Του είπε πως ως αντάλλαγμα θα του έδινε ένα σπίτι στην Islamabad και έθεσε το αποτύπωμά του σε μίαν κενή κόλλα χαρτί και έθεσε σε αυτήν την υπογραφή του, λέγοντάς του να γράψει πάνω ότι του δίνει το σπίτι. Όταν η οικογένεια του κατηγορούμενου 1 διερεύνησε το θέμα στην Islamabad, ανακάλυψαν ότι το σπίτι αυτό δεν υπήρχε. Επιβεβαίωσε πως ήξερε ότι ο παραπονούμενος ήθελε να έρθει στην Κύπρο για να δουλέψει ως κουρέας και ότι ο κατηγορούμενος 2 του είπε πως θα του κανονίσει τη βίζα του για να του επιτραπεί αυτό. Δεν γνωρίζει πόσα χρήματα πήρε ο κατηγορούμενος
  11. Ο ΜΚ11 στην κατάθεσή του στην Αστυνομία ανέφερε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος του φέρνει συχνά στην Πόλη Χρυσοχούς εργάτες για εργασία στις πατατοκαλλιέργειές της εταιρείας των παιδιών του, στην οποία εργοδοτείται. Αναγνώρισε φωτογραφία του παραπονούμενου ως άτομο που ήρθε για να δουλέψει στις πατάτες και μετά από 3-4 μέρες έφυγε γιατί δεν του άρεσε η δουλειά. Του τον έφερε ο κατηγορούμενος 1 λέγοντάς του πως είναι πολύ καλός στη δουλειά του και πως έχει χαρτί αποδέσμευσης και έτσι μπορεί να δουλέψει κοντά του. Για όσο χρόνο εργάστηκε κοντά του το ωράριο του παραπονούμενου ήταν 8 ώρες τη μέρα, με μισθό 500 ευρώ τον μήνα. Παρέχει στους εργάτες του στέγη σε παρακείμενο υποστατικό. Δεν γνωρίζει τη ΧΧΧΧΧΧ Κασενίδη, ούτε τον κατηγορούμενο
  12. Δεν έχει οποιανδήποτε σχέση με το κυπριακό Casa College. Η πρώτη φορά που γνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ήταν όταν ενάμιση χρόνο πριν ο ίδιος τον πήρε τηλέφωνο, του είπε ότι είναι από γραφείο στη Λευκωσία και τον ρώτησε αν ήθελε αλλοδαπούς εργάτες για εργασία. Ο ΜΚ12, διευθυντής του εκπαιδευτικού οργανισμού Χρ. Κ. Σαβεριάδης στον οποίο ανήκει το Casa College στη Λευκωσία, ανέφερε στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 113, ότι ο κατηγορούμενος 2 εργοδοτείται στο κολλέγιό του από το 2009 και έχει καθήκοντα ως λειτουργός φοιτητικών σχέσεων. Στο κολλέγιο εργοδοτείται και η σύζυγός του, Βεσέλγκα, σε καθήκοντα που αφορούν τις εγγραφές φοιτητών στην Κύπρο. Για να εγγραφεί Πακιστανός αλλοδαπός στο κολλέγιό του πρέπει πρώτα να πληρώσει 2.800 ευρώ στον πράκτορα με τον οποίο το κολλέγιο συνεργάζεται στο Πακιστάν, ποσό που αντιπροσωπεύει τα δίδακτρα ενός έτους, διάφορα έξοδα περί τα 1.200 ευρώ μετά την άφιξή του στην Κύπρο καθώς και περί τα 2.100 ευρώ προμήθεια στον πράκτορα (βλ. Τεκμήριο 113.1). Το κολλέγιο συνεργάζεται με κάποιους οργανισμούς στο Πακιστάν που ενεργούν ως πράκτορές του και μέσω αυτών βρίσκουν φοιτητές. Έδωσε στην Αστυνομία σχετικό κατάλογο (βλ. Τεκμήριο 115) στον οποίο δεν περιλαμβάνεται ο οργανισμός με το όνομα Casa College Pakistan. Την προμήθεια στον πράκτορα τη στέλνουν μέσω τραπεζικής μεταφοράς. Ό,τι χρήματα εισπράττει ο κατηγορούμενος 2 εκ μέρους του κολλεγίου τα δίνει πάντα στον ίδιο ή στον λογιστή του. Το κολλέγιό του έχει ηλεκτρονικές διευθύνσεις που τελειώνουν μόνο σε @casacollege.ac.cy. Το κολλέγιό του δεν έχει καμία σχέση με άδειες εργαζομένων στην Κύπρο και δεν γνωρίζει τι είναι τα σχετικά έγγραφα που βρέθηκαν στο γραφείο του κατηγορούμενου 2 στο Casa College (βλ. Τεκμήριο 113, σελίδες 23‑29), ούτε γνωρίζει σε τι αναφέρονται οι καταχωρήσεις στο ημερολόγιο που βρέθηκε στο γραφείο του του κατηγορούμενου 2 και καταγράφουν δοσοληψίες πολλών χιλιάδων ευρώ μεταξύ του κατηγορούμενου 2 και άλλων προσώπων. Επίσης είπε ότι η επιστολή, Τεκμήριο 116, την οποία φέρεται να έχει υπογράψει και η οποία εξουσιοδοτεί τον κατηγορούμενο 2 να εισπράττει δίδακτρα του Casa College σε δικό του προσωπικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου, είναι ψεύτικη και η υπογραφή του επί αυτής πλαστή. Ουδέποτε την υπέγραψε και δεν υπήρχε λόγος να την υπογράψει, γιατί η εταιρεία εισπράττει τα δίδακτρα σε δικό της λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου, σύμφωνα με τις θεσμοθετημένες διαδικασίες μεταξύ των πρακτόρων και του κολλεγίου του. Στην κατάθεσή του ο παραπονούμενος (ΜΚ6) αναφέρει τα ακόλουθα: Είναι από την πόλη XXXXX του Πακιστάν, 36 χρονών, παντρεμένος, με δύο παιδιά, ηλικίας 11 και 9 ετών. Η σύζυγός του δεν εργάζεται και αυτός είχε δικό του κουρείο με μηνιαίο μισθό 250 ευρώ τον μήνα. Ο μισθός του ήταν αρκετός μόλις για να πληρώνει τα δίδακτρα του σχολείου των παιδιών και να αγοράζει φαγητό για την οικογένειά του. Κάποιες φορές τον βοηθούσαν οικονομικά τα πεθερικά του και κάποιες άλλες φορές η αδελφή του. Είναι μορφωμένος, δηλαδή συμπλήρωσε τις 12 βαθμίδες ιδιωτικού σχολείου στο Πακιστάν το 2000, έλαβε πτυχίο Επιστημών του Πανεπιστημίου Punjab και πτυχίο Παιδαγωγικών στο Εκπαιδευτικό Πανεπιστήμιο του Lahore. Ολοκλήρωσε επίσης master στις Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Punjab καθώς και master στην εκπαίδευση σε άλλο Πανεπιστήμιο. Από το 2005 μέχρι και το 2011 εργαζόταν ως δάσκαλος σε σχολείο της υπαίθρου, όμως ο μισθός του ήταν πολύ χαμηλός και έτσι παράτησε τη δουλειά. Το 2011 μετακόμισε στο Ηνωμένο Βασίλειο ως φοιτητής, όπου παρέμεινε μέχρι το 2015, οπόταν και το κολλέγιο, στο οποίο φοιτούσε, έκλεισε, χωρίς να λάβει πτυχίο. Επέστρεψε στο Πακιστάν και παντρεύτηκε. Μιλά, γράφει και διαβάζει την αγγλική γλώσσα πολύ καλά. Το 2015 ξεκίνησε εργασία ως κουρέας με δικό του κουρείο, το οποίο σύντομα έκλεισε, αλλά συνέχισε να εργάζεται ως κουρέας σε άλλα κουρεία. Πρόσεξε πως κάθε Κυριακή υπήρχε στο Πακιστάν μία διαφήμιση σε μεγάλες εφημερίδες για εργασία ή άδεια φοίτησης, μεταξύ άλλων, στην Κύπρο και στη βόρεια Κύπρο. Όταν είδε τη διαφήμιση επισκέφθηκε το γραφείο Casa College Pakistan στην Islamabad, όπου συνάντησε τον Μακσουτ, υπεύθυνο στο γραφείο, ο οποίος του έδωσε περισσότερες πληροφορίες. Τότε αυτός κάλεσε τον κατηγορούμενο 2, με τον οποίο ο παραπονούμενος μίλησε στο τηλέφωνο και του έδωσε όλες τις σχετικές λεπτομέρειες για την άδεια εργασίας στην Κύπρο. Όπως του είπε ο Μακσουτ, ο κατηγορούμενος 2 ήταν Κύπριος πολίτης και ήταν το βασικό πρόσωπο που ασχολείτο με τις εργατικές και φοιτητικές άδειες στην Κύπρο, ενώ ο Μακσουτ ήταν ο εκπρόσωπός του στο Πακιστάν. Πληροφόρησε τον κατηγορούμενο 2 πως ήθελε να εργαστεί ως κουρέας στην Κύπρο και αυτός του είπε πως πρώτα θα του εκδώσει άδεια εργάτη ή οικιακού βοηθού για να μπορέσει να εισέλθει στην Κύπρο. Μετά την εγγραφή του θα του άλλαζε την άδεια σε άδεια κουρέα. Ήταν η ίδια η βίζα, αλλά χρειαζόταν να αλλάξει εργοδότη του είπε. Για τους πρώτους δύο μήνες θα τον πλήρωναν 500 ευρώ συν φαγητό, διαμονή και ασφάλεια. Όταν θα άλλαζε η βίζα του θα τον πλήρωναν 50 με 60 ευρώ ημερησίως, αναλόγως των προσόντων του. Έπρεπε να πληρώσει 8.000 ευρώ στο Πακιστάν, να καταβάλει ο ίδιος το ποσό για το αεροπορικό του εισιτήριο και όταν έρθει στην Κύπρο ακόμα 500 ευρώ για την εγγραφή του και τα ιατρικά τέλη. Του είπε επίσης πως εάν ο εργοδότης του ζητήσει επιπλέον χρήματα θα πρέπει να του τα δώσει. Ο Μακσουτ και ο κατηγορούμενος 2 τον καθοδήγησαν σχετικά με τα έγγραφα που θα έπρεπε να υποβάλει. Επισκέφθηκε ξανά το γραφείο του Μακσουτ την 01/04/2017, τον πλήρωσε 1.500 ευρώ για να ξεκινήσει τη διαδικασία έκδοσης της βίζας του και πήγε στο Κυπριακό Προξενείο στην Islamabad και πιστοποίησε τα έγγραφά του. Εξουσιοδότησε τον Μακσουτ να πάρει τα έγγραφά του από το Προξενείο. Μίλησε από τότε αρκετές φορές και με τους δύο στο τηλέφωνο. Στις 19/06/2017 ο κατηγορούμενος 2 του τηλεφώνησε και του είπε ότι η βίζα του ήταν έτοιμη και πρέπει να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό στον Μακσουτ. Έτσι στις 30/06/2017 κατάθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του Μακσουτ ποσό 6.500 ευρώ. Την ίδια μέρα ο Μακσουτ του εξέδωσε βεβαίωση αποπληρωμής. Στις 04/07/2017 έλαβε στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο μήνυμα από το email casacollegepak@gmail.com, στο οποίο επισυνάπτετο η άδεια εισόδου του στην Κύπρο ως γεωργικός εργάτης και το συμβόλαιό του. Πρόσεξε ότι το συμβόλαιο ήταν υπογραμμένο στην τελευταία σελίδα, όχι όμως με την υπογραφή του. Το είπε στον κατηγορούμενο 2, ο οποίος του είπε πως αυτό το συμβόλαιο δεν είναι απαραίτητο και ότι θα κάνει νέο μόλις φτάσει στην Κύπρο. Δύο εβδομάδες αργότερα ο κατηγορούμενος 2 του είπε πως δεν μπορούσε να ταξιδέψει με αυτήν τη βίζα στην Κύπρο. Ανήκε, είπε, σε άλλον Πακιστανό που ήταν στην Κύπρο ως εργάτης και έπρεπε να επιστρέψει στο Πακιστάν, αλλά επειδή δεν επέστρεψε και παρέμεινε παράνομα στην Κύπρο δεν μπορούσε να έρθει με τη βίζα του. Στις 24/08/2017 έλαβε νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την ίδια διεύθυνση με συνημμένο ένα κενό συμβόλαιο. Την ίδια μέρα υπόγραψε το συμβόλαιο αυτό, το πιστοποίησε σε συμβολαιογράφο και το έστειλε πίσω. Στις 12/09/2017 έφτασε στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι η εργοδότης του, η ΜΚ7, θα τον παραλάμβανε από το αεροδρόμιο, όμως κανείς δεν τον περίμενε εκεί. Τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2, χωρίς αποτέλεσμα. Τότε τηλεφώνησε στον Μακσουτ, ο οποίος του είπε να περιμένει. Μετά από λίγο ήρθαν στο αεροδρόμιο με αυτοκίνητο δύο άγνωστοι του άντρες, ένας Πακιστανός και ένας Ινδός και τον πήραν σε μία φάρμα στην Ορούντα. Εκεί ήταν τρεις Ινδοί και δύο Πακιστανοί. Οι Ινδοί του είπαν πως είναι φοιτητές στο Casa College και εργάζονταν στη φάρμα. Ο ένας Πακιστανός του είπε πως ήταν ο κατηγορούμενος 2 και του σύστησε τον άλλο ως τον κατηγορούμενο
  13. Ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που την επόμενη ημέρα θα διευθετούσε τις ιατρικές εξετάσεις του και την εγγραφή του στην Κύπρο και του έδωσε τους αριθμούς τηλεφώνων του, αφού ο κατηγορούμενος 2 θα μετέβαινε στο Πακιστάν την επομένη. Επίσης του είπε ότι έπρεπε να δουλέψει στη φάρμα και όχι στο σπίτι της Κασενίδη. Θα έμενε στη φάρμα για τρεις μέρες και όταν θα εγγραφόταν θα τον έπαιρναν να δουλέψει σε φάρμα πατατών στην Πάφο. Την επομένη, στις 14/09/2017, τηλεφωνούσε στον κατηγορούμενο 1 χωρίς απάντηση. Τη μεθεπόμενη ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι η ώρα των εγγραφών πέρασε και θα πήγαιναν για εγγραφή την ερχόμενη Δευτέρα. Ο παραπονούμενος τον πληροφόρησε ότι δεν ήθελε να μείνει άλλο στη φάρμα, αφού δεν υπήρχε φαγητό και κανένας δεν βρισκόταν εκεί. Πήρε τη βαλίτσα του, κάθισε στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου 1 και τον ανάγκασε να τον απομακρύνει από το μέρος. Έτσι τον πήρε σε ένα διαμέρισμα στον Στρόβολο όπου ζούσαν εννέα Ινδοί, όλοι φοιτητές στο Casa College και όπου έμεινε μέχρι τις 26/09/
  14. Στις 18/09/2017 ο κατηγορούμενος 1 τον πήρε για εξετάσεις αίματος. Στη διαδρομή του ζήτησε να πληρώσει ακόμα 2.000 ευρώ για την εγγραφή. Του είπε ότι θα έδινε μόνο 500 ευρώ στον κατηγορούμενο 2, αφού αυτά συμφώνησαν εξαρχής. Στις 20/09/2017 ο κατηγορούμενος 2 επέστρεψε από το Πακιστάν και στις 22/09/2017 πήγε στο διαμέρισμά του. Του είπε ότι τα μεταναστευτικά τέλη έχουν διπλασιαστεί και ότι η Κασενίδη ζήτησε 1.000 ευρώ από τον ίδιο. Έτσι του έδωσε 2.000 ευρώ. Αν δεν πλήρωνε τα χρήματα στην Κασενίδη, του λέχθηκε, αυτή δεν θα τον άφηνε να εγγραφεί. Στις 24/09/2017 ήρθε στο διαμέρισμά του η Αστυνομία και έλεγξε τις ταυτότητες όλων των διαμενόντων. Τον οδήγησε στα γραφεία της Υπηρεσίας Αλλοδαπών στη Λευκωσία και καθώς ήταν εκεί ο κατηγορούμενος 1 του τηλεφώνησε και του είπε να μην αναφέρει τα ονόματα του ιδίου και του κατηγορούμενου
  15. Του είπε να πει πως εργάζεται στο σπίτι της Κασενίδη ως φροντιστής παιδιών και πως αυτή έχει δύο αγόρια, 7 και 10 χρονών. Η Αστυνομία τότε τηλεφώνησε και μίλησε με την Κασενίδη. Μετά αυτή του τηλεφώνησε και του είπε ότι θα στείλει ταξί για να τον πάρει. Σε λίγο ένα ταξί έφτασε και τον άφησαν να φύγει. Ο κατηγορούμενος 1 του τηλεφώνησε και του είπε να πει στο ταξί να τον αφήσει στην πλατεία Σολωμού. Όταν έφτασε εκεί πλήρωσε 10 ευρώ στον οδηγό και του τηλεφώνησε. Ο κατηγορούμενος 1 του είπε να πάρει το λεωφορείο και να πάει πίσω στο διαμέρισμα στο Στρόβολο. Στις 25/09/2017 ο κατηγορούμενος 2 τον μετέφερε για ιατρικές εξετάσεις και σε μία ασφαλιστική εταιρεία κοντά στα γραφεία του ΤΑΠΜ. Η Κασενίδη δεν ήταν εκεί. Αργότερα έφτασε και ο κατηγορούμενος 2 και του έδωσαν την αυθεντική άδεια εισόδου του και ένα νέο συμβόλαιο. Με αυτά ενεγράφη στο ΤΑΠΜ και απέκτησε Δελτίο Εγγραφής Αλλοδαπού. Ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι το συμβόλαιο, βάσει του οποίου ήρθε στην Κύπρο, ήταν το παλιό και δεν ίσχυε και το πέταξε στον κάλαθο. Όταν έλεγξε το νέο του συμβόλαιο είδε ότι ήταν εντελώς διαφορετικό από αυτό που του στάλθηκε μέσω email και υπέγραψε και ότι επίσης η υπογραφή σ' αυτό δεν ανήκε στον ίδιο. Πιστεύει επίσης πως η σφραγίδα επ΄αυτού ήταν ψεύτικη επειδή ήταν από δικηγόρο στην Islamabad, τον οποίο δεν γνωρίζει και με τον οποίο ουδέποτε συναντήθηκε. Στις 26/09/2017 ο κατηγορούμενος 1 πήγε στο διαμέρισμά του με σκοπό να πάρει τον παραπονούμενο στην Πάφο, μέσω της Αγίας Νάπας όπου θα συναντούσαν την Κασενίδη. Ο παραπονούμενος έμεινε στο αυτοκίνητο, ενώ ο κατηγορούμενος 1 περπάτησε προς το αυτοκίνητο της Κασενίδη, της έδωσε κάποια χρήματα και αυτή υπόγραψε δύο χαρτιά. Μετά από αυτό έφτασαν στη φάρμα πατατών στην Πόλη Χρυσοχούς. Εκεί ο κατηγορούμενος 1 του έδειξε τα χαρτιά αποδέσμευσης που υπογράφηκαν από την Κασενίδη ενώ ήταν κενά. Τα συμπλήρωσε στην παρουσία του με τα στοιχεία του και του ζήτησε να υπογράψει. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε. Του εξήγησε ότι κάθε μήνα θα του έδινε νέο χαρτί αποδέσμευσης, ώστε αν η Αστυνομία τον σταματούσε, θα έδειχνε το χαρτί αποδέσμευσής του και θα έλεγε πως ήταν η πρώτη του μέρα στη δουλειά. Ο ΧΧΧΧΧΧ Βαλέρκος του παρουσιάστηκε από τον κατηγορούμενο 1 ως ο εργοδότης του και του λέχθηκε ότι θα τον πλήρωνε 500 ευρώ τον μήνα πλέον ασφάλιση. Την επόμενη ημέρα δύο άνδρες που ήταν στη δούλεψη του Βαλέρκου, ένας από την Ινδία και ένας από το Πακιστάν, του είπαν ότι ο Βαλέρκος δεν είναι καλός και δεν θα τον πλήρωνε 500 ευρώ ούτε ασφάλιση και ότι πληρώνει μόνο 300 ευρώ τον μήνα. Την επόμενη ημέρα δούλεψε από τις 7 το πρωί μέχρι τις 7 το απόγευμα και ενώ ο εργοδότης του και ο γιος του βρίσκονταν στη φάρμα δεν του έδωσαν φαγητό. Αποφάσισε να διευκρινίσει με τους κατηγορούμενους 1 και 2 την κατάσταση της βίζας και του εργοδότη του. Προσποιήθηκε πως είχε πόνο στην πλάτη και ήθελε να δει γιατρό και ο Βαλέρκος του είπε πως αν θέλει να φύγει, θα πρέπει να φύγει για τα καλά. Έτσι πήρε όλα του τα πράγματα και έφτασε με λεωφορείο στην πλατεία Σολωμού στη Λευκωσία, όπου ζήτησε βοήθεια από έναν άγνωστο Πακιστανό. Αυτός τον οδήγησε σε ένα διαμέρισμα κοντά στο Hilton και άρχισε να μένει εκεί. Στις 29/09/2017 επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο 2 στο γραφείο του στο Casa College. Του ζήτησε να του εξηγήσει πώς είχε σκοπό να διευθετήσει τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, δηλαδή με ποιον τρόπο θα του εξέδιδε στην άδεια κουρέα. Ο κατηγορούμενος 2 του είπε πως πρέπει να περιμένει μέχρι να ετοιμαστεί το ροζ χαρτί του. Του πρότεινε να εργαστεί στη φάρμα του στην Ορούντα, εκεί όπου έμεινε μόλις αφίχθηκε στην Κύπρο, αλλά αρνήθηκε διότι δεν τον εμπιστευόταν πια. Τον ρώτησε σχετικά με το χαρτί αποδέσμευσής που υπέγραψε και του είπε πως αυτό δεν ήταν επίσημο και αν βρει άλλον νέο εργοδότη θα εκδοθεί νέο. Εξήγησε πως την προηγούμενη μέρα, ζητώντας δουλειά στην οδό Λήδρας σε κουρεία, βρήκε κλειστές πόρτες, διότι του είπαν ότι η άδεια του είναι για οικιακός βοηθός και δεν μπορεί να εργαστεί ως κουρέας. Ο κατηγορούμενος 1 του ξαναείπε πως πρέπει να περιμένει 2 μήνες για να έρθει η ροζ κάρτα του και τότε θα του άλλαζε την άδεια σε άδεια κουρέα. Για 20 μέρες έψαχνε ανεπιτυχώς δουλειά αφού η άδειά του ήταν για οικιακό βοηθό. Στις 20/10/2017 έστειλε μήνυμα στον κατηγορούμενο 2 για να συναντηθούν και αυτός του υποσχέθηκε πως θα συναντιόντουσαν την επόμενη ημέρα, αλλά η συνάντηση ουδέποτε έγινε. Στις 23/10/2017 έστειλε μήνυμα στον αριθμό 1199, από όπου πληροφορήθηκε πως μπορούσε να λάβει ενημέρωση ως προς το καθεστώς του στη Δημοκρατία και του απάντησαν πως η άδειά του έληξε. Τότε άρχισε να τηλεφωνεί στον κατηγορούμενο 2 και στον Μακσουτ, πληροφορώντας τους σχετικά και αυτοί του είπαν πως δεν μπορούν να κάνουν τίποτε και αρνούνταν κάθε ευθύνη. Όταν ζήτησε τα χρήματά του πίσω, ο κατηγορούμενος 2 του είπε πως δεν είναι υπεύθυνος για τη βίζα του και να αποταθεί στον Μακσουτ για τα χρήματά του. Του είπε επίσης να πάει πίσω στο Πακιστάν και να καταχωρήσει υπόθεση εναντίον του Μακσουτ. Έτσι, ο παραπονούμενος πήγε σε γραφείο Κύπριων δικηγόρων, οι οποίοι έστειλαν επιστολή στο ΤΑΠΜ, χωρίς χρέωση. Συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους 1 και 2 στην πλατεία Σολωμού εντός Οκτωβρίου και του είπαν πως αν είχε και άλλα χρήματα θα μπορούσαν να του κανονίσουν εικονικό γάμο με Ρουμάνα υπήκοο, αλλά πρώτα έπρεπε να τους πληρώσει 5.000 ευρώ. Μετά από αυτό θα τον έβαζαν σε καθεστώς πρόσφυγα, θα καλούσαν την κοπέλα από τη Ρουμανία και θα αποτείνονταν για εγγραφή. Του υποσχέθηκαν πως 6 με 8 εβδομάδες αργότερα θα έπαιρνε την άδεια γάμου και μετά τον γάμο του θα είχε κίτρινη κάρτα και θα μπορούσε να ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη. Αρνήθηκε δύο φορές αυτήν την προσφορά. Ο κατηγορούμενος ήθελε να έρθει στην Κύπρο για μία καλύτερη ζωή και καλύτερη εργασία για να μπορεί να βοηθήσει οικονομικά τα παιδιά του και όμως οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μαζί με τον Μακσουτ τον εξαπάτησαν. Δανείστηκε 13.000 ευρώ από συγγενείς στο Πακιστάν. Δηλαδή 8.000 που πλήρωσε στον Μακσούτ, 2.000 που πλήρωσε στον Ο κατηγορούμενο 1, το εισιτήριό του, τα έξοδά του στην Κύπρο και τα αεροπορικά του έξοδα στο Πακιστάν. Ας σημειωθεί ότι όλα τα έγγραφα, στα οποία ο παραπονούμενος έκανε αναφορά, τα έδωσε στην Αστυνομία. Η μαρτυρία του ήταν, δηλαδή, πλήρως τεκμηριωμένη εγγράφως (βλ. συνημμένα στην κατάθεσή του Τ. 97). Στο Τεκμήριο 86, συμπληρωματική κατάθεση του κατηγορούμενου, ημερομηνίας 01/11/2018, ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο ότι είπε στους κατηγορούμενους 1 και 2 ότι αν δεν του κανόνιζαν τη βίζα του θα πήγαινε στην Αστυνομία και θα τους κατάγγελλε. Τους ζήτησε είτε να του κανονίσουν τη βίζα του είτε να του δώσουν τα λεφτά του πίσω, αλλά αυτοί τον απείλησαν και του είπαν να μην πάει στην Αστυνομία. Έστειλαν επίσης άτομα στο σπίτι του στο Πακιστάν να μιλήσουν με τη σύζυγό του, ώστε να μην καταχωρήσει υπόθεση εναντίον τους. Απείλησαν την οικογένειά του. Μετά από αυτό κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Θέλει να φέρει την οικογένειά του στην Κύπρο για να μπορεί να τους προστατεύσει. Δεν θα ξαναμιλήσει στους κατηγορούμενους, ώστε να μην γνωρίζουν ότι η υπόθεση είναι υπό διερεύνηση. Ο παραπονούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, στο Δικαστήριο ότι εκτός από τις 8.000 ευρώ που έδωσε στον Μακσούτ για να του εκδώσει κυπριακή άδεια εισόδου και εκτός από τις 2.000 ευρώ που πλήρωσε στον κατηγορούμενο 2 στην Κύπρο, πλήρωσε 170 ευρώ στο ΤΑΠΜ για απόκτηση Δελτίου Εγγραφής Αλλοδαπού (Τεκμήριο 97.3, K-2 σελ.50), καθώς επίσης και για την ασφάλιση που έκανε σε ασφαλιστικό γραφείο απέναντι από το ΤΑΠΜ. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 για σκοπούς εγγραφής του στη Δημοκρατία στις 25/9/2017, χρησιμοποίησαν πλαστό συμβόλαιο εργοδότησης (Τεκμήριο 97.3, Κ-2, σελ. 58-61) το οποίο ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε. Είχε άλλη ημερομηνία, άλλη περίοδο εργοδότησης και άλλο μισθό από το συμβόλαιο το οποίο ο ίδιος πράγματι υπέγραψε (βλέπε Τεκμήριο 97.3, σελίδα 34‑39). Στο πλαστό συμβόλαιο εργοδότησης αναφέρεται ως εργοδότης του η ΧΧΧΧΧΧ Κασενίδη, ως ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου η 09/08/2017, για περίοδο 12 μηνών και με μηνιαίο μισθό 315 ευρώ τον μήνα. Είναι δε σ' αυτό πλαστογραφημένη η υπογραφή του. Το συμβόλαιο που πράγματι υπέγραψε φέρει τη ΧΧΧΧΧΧ Κασενίδη ως εργοδότη του, είναι ημερομηνίας 15/08/2017, διάρκειας 24 μηνών και με μηνιαίο μισθό 450 ευρώ τον μήνα. Έφερε επίσης πιστοποίηση της υπογραφής του, ενώ το πλαστό φέρει μία σφραγίδα πιστοποίησης από πόλη άλλη από τη δική του. Η οικογένειά του ζει πια μαζί του, σε όχι καλές συνθήκες, αφού διαμένουν όλοι σε ένα μικρό σπίτι και δεν έχουν χρήματα για ιδιωτικό σχολείο για τα παιδιά τους, τα οποία δεν καταλαβαίνουν ελληνικά. Ο παραπονούμενος θα προτιμούσε να μείνουν στο Πακιστάν, αλλά λόγω των απειλών μένουν πια μαζί του. Ούτε η σύζυγός του ούτε τα παιδιά του ούτε τα πεθερικά του είναι χαρούμενα που η οικογένειά του μένει εδώ, υπό αυτές τις συνθήκες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι άρχισε να μιλά με τον κατηγορούμενο 2 από την πρώτη συνάντησή του με τον Μακσούτ στο Casa College Pakistan και τον συνάντησε για πρώτη φορά, όπως λέει στην κατάθεσή του, στη φάρμα στην Ορούντα μαζί με τον κατηγορούμενο
  16. Εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος 2 έχει πολύ καλή επιχείρηση που σχετίζεται με τις βίζες στην Κύπρο και μόνο ο ίδιος είναι η αιτία διατάραξης αυτής της επιχείρησης. Εξού και τον απείλησαν πολλάκις. Εξήγησε ότι ο κατηγορούμενος 2 άνοιξε γραφείο στην Islamabad χρησιμοποιώντας το όνομα του κολλεγίου Casa για να εκδίδει άδειες εισόδου στην Κύπρο. Συνεργάζεται με τον Μακσούτ, ο οποίος ενεργεί ως αντιπρόσωπός του στο Πακιστάν, ενώ οι βίζες εκδίδονται μέσω του κατηγορούμενου 2 στην Κύπρο. Εξήγησε ότι τα 8.000 ευρώ που πλήρωσε στον Μακσούτ ήταν μόνο έξοδα για έκδοση άδειας εισόδου στην Κύπρο. Ο ίδιος πλήρωσε για το αεροπορικό του εισιτήριο περίπου 700 με 800 ευρώ, για την εγγραφή, για κάποια ιατρικά τέλη και του είπαν να έχει μαζί του και κάποια λεφτά αν του ζητήσει ο εργοδότης του. Κρατούσε στο χέρι περί τις 2.350 ευρώ όταν έφτασε στην Κύπρο. Μετά, τον Οκτώβριο του 2017 και μέχρι τον Ιανουάριο του 2018 που αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων και του δόθηκε άδεια παραμονής στη Δημοκρατία με το αντίστοιχο καθεστώς, δεν μπορούσε να εργαστεί, αλλά είχε οικονομικές ανάγκες και έτσι δανείστηκε περί τα €200-€300 από κάποιους Πακιστανούς, με τους οποίους διέμενε μαζί σε διαμέρισμα στην περιοχή Hilton, οι οποίοι δεν βρίσκονται πλέον στην Κύπρο. Επίσης βρήκε ένα κουρείο, στο οποίο δεν εργαζόταν, διότι έπρεπε να ξεκαθαρίσει πρώτα η άδεια παραμονής του, του οποίου ο του έδινε από φιλανθρωπία μέχρι και 30 ευρώ την εβδομάδα, μέχρι να μπορεί να ξεκινήσει να δουλεύει νόμιμα. Όταν συνάντησε στο Casa College τον κατηγορούμενο 2 στις 29/09/2017, αυτός του πρότεινε να εργαστεί στη φάρμα στην Ορούντα μέχρι να έρθει η βίζα του. Έστειλε μήνυμα στη γραμμή βοήθειας μετανάστευσης στις 23 Οκτωβρίου 2017 και έμαθε ότι η άδεια παραμονής του στη Δημοκρατία έληξε. Μέχρι τότε πίστευε ότι ο κατηγορούμενος 2 θα υλοποιούσε την υπόσχεσή του για αλλαγή της βίζας του σε βίζα κουρέα. Τότε όμως κατάλαβε ότι τον εξαπάτησε. Στις 26/10/2017 του έστειλε μήνυμα, με το οποίο τον καταράστηκε και αυτός του απάντησε με απειλητικά λόγια και του είπε ότι μπορεί να τον απελάσει μέσα σε 10 μέρες. Επέμεινε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήρθε στο διαμέρισμα όπου διέμενε στην περιοχή Hilton και τον περίμενε κάτω στον δρόμο, οπόταν ο παραπονούμενος πήγε και του έδωσε τα 2.000 ευρώ. Προηγουμένως του τα ζήτησε ο κατηγορούμενος 1, αλλά δεν του τα έδωσε, προφασιζόμενος ότι είχε μαζί του μόνο 500 ευρώ. Στις 25/09/2017 έξω από το ΤΑΠΜ ήρθε ο κατηγορούμενος 2, έδωσε στον κατηγορούμενο 1 το πλαστό συμβόλαιο που θα κατέθετε ο παραπονούμενος για σκοπούς απόκτησης δελτίου εγγραφής αλλοδαπού (βλέπε Τεκμήριο 97.3, σελίδα 57‑ 61), ο κατηγορούμενος 1 πέταξε το αληθινό σε παρακείμενο κάλαθο και τον ενέγραψαν στη βάση του πλαστού αυτού εγγράφου. Εξήγησε ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κύπρο γνώρισε και άλλα άτομα που εξαπατήθηκαν από τον κατηγορούμενο 2, οι οποίοι φοβούνται να μαρτυρήσουν εναντίον του, διότι είναι άτομο με δύναμη και διασυνδέσεις στην Κύπρο και υπεύθυνη θέση στο Casa College. Του υπεβλήθη ότι πρώτος αυτός ζήτησε, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με άτομα του περιβάλλοντος του κατηγορούμενου 2 περί τις 65.000 ευρώ για να αποσύρει την υπόθεση, χωρίς να τοποθετηθεί ποτέ ευθέως. B.
  17. Αξιολόγηση μαρτύρων Κατηγορούσας Αρχής Οι ΜΚ1, 2 3 και 5, αλλά και ο ΜΚ9, αστυνομικοί του ΓΚΕΠ, ήταν πλήρως αξιόπιστοι μάρτυρες. Μαρτύρησαν καθηκόντως χωρίς υπεκφυγές και αναφέροντας καθετί σχετικό που έκαστος έκανε για να εκπληρώσει το υπηρεσιακό του καθήκον. Ο ΜΚ9 ήταν μάλιστα τόσο ειλικρινής και ευθύς που είπε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμάται τα κριτήρια της Αστυνομίας βάσει των οποίων κάποιος αναγνωρίζεται ως θύμα εμπορίας προσώπων. Η ΜΚ7 δεν μου έδωσε οποιοδήποτε λόγο να αμφισβητήσω τα λεγόμενά της. Απαντούσε ευθέως και χωρίς υπεκφυγές. Ενώ έδωσε τέσσερις καταθέσεις στην Αστυνομία δεν διέκρινα ούτε και μία αντίφαση μεταξύ αυτών ή κάποιο ερώτημα που να άφησε αναπάντητο. Μου φάνηκε βέβαια παράξενο το πώς εμπιστεύθηκε τον ''ΧΧΧΧΧ'', δηλαδή πρώην κατηγορούμενο 1, ΜΚ10, τον οποίο ήξερε τόσο λίγο όσο ανέφερε, δίνοντάς του 1.000 ευρώ και υπογράφοντας έγγραφα κενά, με τα οποία αυτός την προμήθευε, χωρίς να γνωρίζει αγγλικά. Εν τούτοις, αυτά δεν είναι επαρκής λόγος για να την κρίνω ως εν γένει αναξιόπιστη. Η εκδοχή της στο Δικαστήριο συνάδει με τα λεγόμενά της στις καταθέσεις της και έχει μία λογική συνέχεια. Εξάλλου ποτέ δεν γνώρισε τον παραπονούμενο και ποτέ δεν είδε τον κατηγορούμενο. Τη θεωρώ πλήρως αξιόπιστη μάρτυρα. Στο σημείο αυτό να πω ότι τα λεγόμενά της στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 89.3, ότι δηλαδή αναγνωρίζει την υπογραφή της στα ερυθρούν 1, 40 και 41 του Τεκμηρίου προς Αναγνώριση 43 και λέει ότι η υπογραφή που φαίνεται στο ερυθρούν 57 στο ίδιο Τεκμήριο δεν είναι δική της, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην υπόθεση προς απόδειξη των κατηγοριών 7 και 8 διότι το Τεκμήριο 43 προς Αναγνώριση που επί του οποίου έδωσε αυτήν τη μαρτυρία ουδέποτε κατέστη μαρτυρία ενώπιόν μου, ως εξήγησα ανωτέρω. Ο ΜΚ8 δεν αμφισβητήθηκε κατ' ουσία και έτσι δέχομαι τα λεγόμενά του. Ο ΜΚ10, πρώην κατηγορούμενος 1, δεν μπορεί να γίνει πιστευτός από το Δικαστήριο. Είναι γνωστό ότι η μαρτυρία συναυτουργού πρέπει να αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο με ιδιαίτερη καχυποψία. Στη Βασιλείου κ.α. ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B241, Ποιν. Εφ. 12/2015, 13/2015, 14/2015, 15/2015, 16/2015 και 17/2015 ημερ. 4.7.2017 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Η αξιολόγηση μαρτυρίας συνεργού λαμβάνει χώραν, κατά πάγια νομολογία, με ύψιστη προσοχή και επιφυλακτικότητα. Μολονότι δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας δικαίου ή πρακτικής, από τον δικαστικό λόγο της απόφασης Zacharia v. The Republic
(1962)CLR 52, συνάγονται τα ακόλουθα: Το δικαστήριο, κατά πρώτον, αξιολογώντας την αξιοπιστία συνεργού, οφείλει να απαντήσει στο ερώτημα κατά πόσο είναι ή όχι διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία του χωρίς ενίσχυση για σκοπούς καταδίκης. Υπό τα δεδομένα αυτά, έχει νομική υποχρέωση να αυτοϋπενθυμίζεται ότι ένας συνεργός είναι σπιλωμένος μάρτυρας, δεδομένου ότι η όποια ουσιαστική μαρτυρία του είναι δυνατό να επηρεάζεται από τη δική του εμπλοκή στα γεγονότα που καθορίζουν την εγκληματική συμπεριφορά. Εάν, υπό το φως τέτοιας αυτοπροειδοποίησης το δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να δεχθεί τη μαρτυρία του εν λόγω συνεργού και αισθάνεται ότι μπορεί με σιγουριά να βασισθεί σε αυτή, χωρίς ενίσχυση, και να προχωρήσει σε έκδοση καταδικαστικής απόφασης, είναι ελεύθερο να το πράξει νόμιμα. Αν το δικαστήριο αισθάνεται ότι δεν θα ήταν διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία συνεργού, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας, τότε προχωρεί στην αναζήτηση ενίσχυσης από ανεξάρτητη μαρτυρία, τέτοιας μορφής που όχι μόνο να υποστυλώνει την εκδοχή του συνεργού σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος αλλά και να συνδέει ή να τείνει να συνδέσει τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο με το αδίκημα αυτό.» Παρόλο που ο ΜΚ10, πρώην κατηγορούμενος 1, αρχικά παραδέχθηκε στην κατ΄επανάληψη παράνομη είσοδο και παραμονή του στη Δημοκρατία, ακριβώς όπως του αποδόθηκε στα γεγονότα βάσει των οποίων του επιβλήθηκε ποινή, ένδειξη αξιοπιστίας, εν τούτοις δεν μπορώ να τον δεχτώ ως εν γένει αξιόπιστο μάρτυρα. Θεωρώ ότι μαρτύρησε υποβιβάζοντας τον ρόλο του στην υπόθεση, προσπαθώντας να αναδείξει τον κατηγορούμενο 2 ως ηθικό αυτουργό των πράξεων που του αποδόθηκαν. Η μαρτυρία του μολύνεται περαιτέρω από το ότι ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος 2 τον εξαπάτησε να παραδεχτεί στην υπόθεση με το να του υποσχεθεί μεταβίβαση ενός σπιτιού στην Ισλαμαμπάντ στο Πακιστάν, το οποίο αργότερα ανακάλυψε πως δεν υπάρχει. Έτσι δεν μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο η μαρτυρία του, η οποία, ας σημειωθεί, δόθηκε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 110) μόλις στις 28/02/2020 και μετά που ανακάλυψε αυτήν την απάτη του κατηγορούμενου 2 εις βάρος του, να ήταν εκδικητική. Περαιτέρω, θεωρώ εκ προοιμίου ύποπτο τον ισχυρισμό του ότι παραδέχτηκε σε παράνομη συμπεριφορά για να εισπράξει το χρηματικό αντάλλαγμα που του υποσχέθηκε ο κατηγορούμενος
  1. Εξάλλου, οι πράξεις στις οποίες παραδέχεται είναι κατά πολύ ηπιότερες από αυτές που του αποδόθηκαν από τον παραπονούμενο και την ΜΚ
  2. Επίσης υπάρχουν στη μαρτυρία του αντιφάσεις με άλλη αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση. Δηλαδή, ο ΜΚ10 είπε ότι επέστρεψε στη ΜΚ7 τα €1.000 που αυτή του έδωσε στην παρουσία του παραπονούμενου και ότι είναι ο τελευταίος που δεν ήθελε να δουλέψει στην Κασενίδη, ενώ η ΜΚ7 είπε ότι ουδέποτε είδε τον παραπονούμενο και ότι η ίδια απαίτησε τα €1.000 ώστε να αποδεσμεύσει τον παραπονούμενο και να μην έχει μπλεξίματα με την Αστυνομία. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Σημειώνω περαιτέρω ότι ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του παραπονούμενου, για τους λόγους που αναφέρω κατωτέρω, δεν θα ήμουν διατεθειμένη να βασιστώ μόνο επί της μαρτυρίας του ΜΚ10 ώστε να εξάξω οποιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής του κατηγορούμενου 2 στην υπόθεση. Ο ΜΚ11 ήταν επίσης αξιόπιστος μάρτυρας. Μαρτύρησε συγκεκριμένα για τον περιορισμένο του ρόλο στην υπόθεση, δεν γνώριζε ούτε τη ΜΚ7 ούτε τον κατηγορούμενο 2, ενώ είχε μόνο δοσοληψίες με τον κατηγορούμενο
  3. Τον κρίνω αξιόπιστο μάρτυρα, αν και η μαρτυρία του έχει πολύ περιορισμένη σημασία στην υπόθεση. Ο ΜΚ12 είναι πλήρως αξιόπιστος μάρτυρας. Κατάθεσε με ειλικρίνεια την έκπληξή του όταν ανακάλυψε ότι ο κατηγορούμενος που εργαζόταν για τόσα χρόνια στο κολλέγιό του χρησιμοποιούσε το όνομα του κολλεγίου για να αποσπά παράνομα χρήματα από άτομα όπως τον παραπονούμενο που δεν είχαν καμία σχέση με το κολλέγιο. Έδωσε στοιχεία για τα λεγόμενά του και κρίνω τη μαρτυρία του ως μη κλονισθείσα από την αντεξέταση. Προβληματίστηκα ιδιαίτερα σε σχέση με την αξιοπιστία του παραπονούμενου. Παρόλο που η εκδοχή του στο Δικαστήριο συνήδε απόλυτα με τις καταθέσεις του, παρόλο που η εκδοχή του έχει μια λογική και μια συνέπεια και παρόλο που την υποστήριξε, όχι μόνο με τα λεγόμενά του, αλλά και με έγγραφα, και ενώ οι λεπτομέρειες που έδινε ήταν τέτοιες που δύσκολα μπορεί να τις επινοήσει ένας μάρτυρας αναλήθειας, εν τούτοις διατηρώ αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο ανέφερε στο Δικαστήριο ολόκληρη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια, όπως αυτός ορκίστηκε. Εξηγώ. - Του υπεβλήθη κατά την αντεξέταση ότι, κατόπιν των επίδικων γεγονότων, ζήτησε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με άτομα του περιβάλλοντος του κατηγορούμενου περί τα 65.000 ευρώ (1 γκρορ, δηλαδή 10 εκατομμύρια πακιστανικές ρουπίες) για να αποσύρει την υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Ουδέποτε απάντησε ευθέως σε αυτήν την υποβολή και το αν πράγματι κάτι τέτοιο έγινε. Τούτο το ζήτημα, παρόλο που άπτεται θεμάτων που έλαβαν χώρα μετά τα επίδικα θέματα, είναι απολύτως ουσιώδες για την αξιοπιστία του παραπονούμενου και πάει στη ρίζα της. - Ενώ όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 100 ανέφερε αμέσως ότι, η υπογραφή επ' αυτού που του αποδίδεται ήταν πλαστή και ουδέποτε το υπόγραψε, όταν πιέστηκε κατά την αντεξέταση για περισσότερες εξηγήσεις είπε ότι απόδειξη της πλαστότητάς του είναι ότι δεν αναφέρει τον ορθό αριθμό ταυτότητάς του. Πιεζόμενος περαιτέρω είπε ότι, η διαφορά ήταν μία παύλα ενώ οι αριθμοί ήταν όλοι οι ίδιοι. - Έγινε ιδιαίτερα αμυντικός έναντι του συνηγόρου της Υπεράσπισης προς το τέλος της αντεξέτασής του, με αποτέλεσμα να υποπέσει σε κάποια ατοπήματα και άρχισε να ψάχνει τη σκοπιμότητα πίσω από τις ερωτήσεις της αντεξέτασης, αντί να απαντά σε αυτές ευθέως και ξεκάθαρα. Λόγου χάριν, αρχικά είπε ότι δεν εργάστηκε σε κανένα κουρείο πριν τον Γενάρη του 2018, πριν δηλαδή αναγνωριστεί από την Αστυνομία ως θύμα εμπορίας προσώπων και δύνατο να εργαστεί νόμιμα στη Δημοκρατία, αργότερα το παραδέχθηκε. Τούτο έγινε παρά την προειδοποίηση του από το Δικαστήριο ότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, εάν με την απάντησή του θα αυτοενοχοποιείτο στη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Εν τούτοις θεωρώ πως αν ήταν μάρτυρας της αλήθειας θα μπορούσε εξαρχής να πει ότι εργάστηκε παράνομα και να εξηγήσει το γιατί. Έτσι και αλλιώς, τέτοια εξήγηση δεν θα ήταν δύσκολη αφού επρόκειτο για αλλοδαπό, ο οποίος ήρθε στην Κύπρο να δουλέψει και να ζήσει την οικογένειά του και βρέθηκε χωρίς άδεια εργασίας και διαμονής, χωρίς δική του υπαιτιότητα. - Οι υποβολές στον ΜΥ2 ήταν η χαριστική βολή στο μυαλό μου για την αναξιοπιστία του. Υπεβλήθη στον ΜΥ2 ότι ο λόγος που ενώ ήταν προηγουμένως φίλος του παραπονούμενου ήρθε να μαρτυρήσει για την Υπεράσπιση ήταν ότι, πάντοτε ήθελε να παντρευτεί τη γυναίκα του παραπονούμενου, ότι σε κάποια φάση προσπάθησε να τη βιάσει και ότι ουδέποτε του έστειλε χρήματα ο παραπονούμενος, παρά μόνο για να τα δώσει στη σύζυγό του. Αυτές οι θέσεις είναι μεταξύ τους ανακόλουθες. Πώς είναι δυνατόν κάποιος να στέλνει χρήματα σε άτομο που προσπάθησε να βιάσει τη σύζυγό του, ενώ συνέχισε να έχει επικοινωνία μαζί του και οι σχέσεις τους χάλασαν μόλις το 2020, όταν ο παραπονούμενος έμαθε ότι ο ΜΥ2 θα μαρτυρούσε για την Υπεράσπιση; Είναι νομολογημένο ότι οι θέσεις που υποβάλλονται στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων. Έτσι έπραξα και εδώ. Με αυτά τα δεδομένα, κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξάξει από τη μαρτυρία του παραπονούμενου συμπεράσματα με την ασφάλεια που απαιτείται στις ποινικές υποθέσεις. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Β.4 Μαρτυρία της Υπεράσπισης και αξιολόγησή της Ο Κατηγορούμενος 2 τήρησε σιωπή στο Δικαστήριο. Στην κατάθεσή του Τεκμήριο 79 αναφέρει ότι είναι στην Κύπρο από το 2001 και εργάζεται ως διευθυντής φοιτητικών σχέσεων στο Casa College. Είναι παντρεμένος με Βουλγάρα υπήκοο και έχουν 2 κόρες. Στα πλαίσια της εργασίας του βοηθά μόνο φοιτητές του Casa College να κάνουν τις διαδικασίες για να έρθουν στην Κύπρο. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με τον ΜΚ
  4. Ξέρει ότι έχει μία φάρμα προς τα βουνά του Τροόδους. Δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο. Γνωρίζει τον Μακσουτ, αφού είναι ένας από τους ατζέντηδες με τους οποίους συνεργάζεται για να βρίσκει φοιτητές από το Πακιστάν για το Casa College, αλλά ποτέ δεν πήρε χρήματα από τον ίδιο. Αρνείται κάθε ανάμειξη στην υπόθεση. Στη συμπληρωματική κατάθεσή του Τεκμήριο 82 αρνείται ότι το ημερολόγιο, Τεκμήριο 51, που βρέθηκε στο γραφείο του είναι δικό του και αρνείται γνώση για κάθε τι άλλο που ερωτήθηκε, εκτός για το Τεκμήριο
  5. Το Τεκμήριο 116 είναι επιστολή που τιτλοφορείται "No objection letter to Mr. ΧΧΧΧΧ Hussain" δια του οποίου φαίνεται ότι ο ΜΚ12 εξουσιοδοτεί τον κατηγορούμενο να εισπράττει σε δικό του προσωπικό λογαριασμό στο Πακιστάν δίδακτρα φοιτητών του Casa College, κάτι το οποίο ο κατηγορούμενος εξηγεί τις περιστάσεις υπό τις οποίες υπεγράφη, ενώ ο ΜΚ12 ανέφερε στη δική του μαρτυρία ότι ουδέποτε υπέγραψε. Για σκοπούς συνοχής της δικαστικής ανάλυσης που ακολουθεί θα ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία του ΜΥ
  6. Ο ΜΥ2 εξήγησε ότι η σύζυγος του παραπονούμενου είναι ξαδέλφη του εξ αγχιστείας και ότι οι σχέσεις του με τον παραπονούμενο μεταξύ του 2005 και του 2018 ήταν πολύ καλές. Πήγαινε μαζί με τον παραπονούμενο σε διάφορους ατζέντηδες στο Πακιστάν ώστε ο τελευταίος να βρει δουλειά στην Κύπρο και πήγαν μαζί και στον Μακσούτ. Ο ΜΥ2 δάνεισε στον παραπονούμενο 8.000 ευρώ ώστε να πληρώσει τον Μακσούτ και ο παραπονούμενος θα τον αποπλήρωνε σταδιακά. Του έδωσε μάλιστα, προς επίρρωση της υπόσχεσής του να τον ξεπληρώσει, λευκή επιταγή, Τεκμήριο
  7. Ήταν παρών όταν ο παραπονούμενος και ο Μακσούτ υπέγραψαν το Τεκμήριο προς Αναγνώριση
  8. Μάλιστα οι σχέσεις του με τον παραπονούμενο ήταν τόσο καλές που το 2019 πλήρωσε για τη σύζυγο και τα παιδιά του εισιτήρια για να έρθουν στην Κύπρο (δέσμη Τεκμηρίων 125). Ο παραπονούμενος του έδινε κατά καιρούς χρήματα προς σταδιακή αποπληρωμή των 8.000 ευρώ που του δάνεισε (βλέπε Τεκμήριο 123 και 124). Οι σχέσεις τους χάλασαν όταν το 2020 ο παραπονούμενος έμαθε ότι ο ΜΥ2 θα ερχόταν στην Κύπρο για να μαρτυρήσει εναντίον του, οπόταν και ο παραπονούμενος τον απείλησε ότι θα πλήρωνε κάποιον για να τον σκοτώσει. Ο ΜΥ2, έκανε μάλιστα παράπονο για τις απειλές αυτές στην Αστυνομία στο Lahore του Πακιστάν (βλέπε δέσμη Τεκμηρίων 128). Κατά την αντεξέτασή του ΜΥ2, του αποδόθηκε αλλότριο κίνητρο εναντίον του παραπονούμενου. Αφενός ότι πληρώθηκε από τον κύκλο του κατηγορούμενου για να μαρτυρήσει καθ' αυτόν τον τρόπο και αφετέρου ότι ήθελε πάντοτε να παντρευτεί τη γυναίκα του παραπονούμενου και αυτοί που τον πλήρωσαν του υποσχέθηκαν ότι θα τον πάντρευαν με τη γυναίκα του παραπονούμενου. Αμφισβητήθηκε επί του ότι αφενός έδωσε 8.000 ευρώ στον παραπονούμενο για να έρθει στην Κύπρο και αφετέρου επί του ότι πήγαν μαζί στον Μακσούτ και ενώπιόν του υπογράφηκε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση
  9. Επέμεινε στην εκδοχή του. Εξήγησε ότι ο παραπονούμενος έκανε όλες αυτές τις ψευδείς καταγγελίες εναντίον του κατηγορούμενου διότι ήθελε να μείνει στην Κύπρο να επωφελείται της βίζας που του παρέχεται ως αναγνωρισμένου θύματος εμπορίας προσώπων και να εισπράττει χρήματα σε ευρώ που είναι πολύ περισσότερα από τα όσα θα εισέπραττε από την ίδια εργασία στο Πακιστάν. Ο ΜΥ2 δεν με έπεισε για την αλήθεια των λεγομένων του. Η μαρτυρία του μου φάνηκε εξαρχής ύποπτη για δύο λόγους. Αφενός διότι ήρθε ειδικά στην Κύπρο από το Πακιστάν εν καιρώ της πανδημίας του κορωνοϊού για να μαρτυρήσει εναντίον του πρώην φίλου του και εξ αγχιστείας συγγενή του και αφετέρου διότι η εξήγηση που έδωσε ως προς το πότε και γιατί χάλασαν οι σχέσεις του με τον παραπονούμενο δεν με έπεισε. Δεν το κρίνω λογικό από τη μία να είχε τόσο καλή σχέση εμπιστοσύνης με τον παραπονούμενο ώστε να του δανείσει 8.000 ευρώ, τα οποία ανέφερε ότι βρήκε από πώληση μιας ακίνητης περιουσίας του και από την άλλη να μαρτυρά εναντίον του στην κυπριακή ποινική διαδικασία, αποδίδοντάς του μάλιστα αλλότριο κίνητρο, χωρίς να εξηγήσει πειστικά γιατί επήλθε αυτή η αλλαγή στάσης εκ μέρους του. Δεν με έπεισε ούτε για το ότι μέρος των χρημάτων που αποκόμισε από την πώληση ακίνητης περιουσίας του στο Πακιστάν τα έδωσε στον παραπονούμενο. Παρόλο που κατάθεσε στο Δικαστήριο κάποια έγγραφα για να υποστηρίξει ότι ο παραπονούμενος τον ξεπλήρωνε για τα χρήματα που του χρωστούσε σταδιακά, εν τούτοις δεν πείστηκα για την εκδοχή του ούτε και για το κίνητρο βάσει του οποίου μαρτύρησε. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Η απόρριψη αυτή αναπόφευκτα οδηγεί και στην απόρριψη της θέσης του ότι ήταν παρών όταν υπογράφηκε το Τεκμήριο 100 προς Αναγνώριση. Έτσι, αφού ήταν ο μόνος μάρτυρας που αναγνώρισε το Τεκμήριο αυτό επί της ουσίας του και η εκδοχή του απορρίφθηκε, το Τεκμήριο 100 δεν μπορεί να καταστεί ως κανονικό τεκμήριο στην υπόθεση. Παραμένει ως Τεκμήριο 100 προς Αναγνώριση. Ο ΜΥ1 στην έκθεση που ετοίμασε, ημερομηνίας 27/04/2020, Τεκμήριο 117, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η υπογραφή του παραπονούμενου που φαίνεται στο Τεκμήριο 100 προς αναγνώριση είναι πράγματι δική του. Δεν θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία του εν εκτάσει, διότι θεωρώ πως ένα κομμάτι αυτής, όπως το εξηγώ κατωτέρω, είναι επαρκές για να κρίνει τη σημασία της στο σύνολο των γεγονότων που άκουσα. Το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 100, επί του οποίου ο ΜΥ1 μαρτύρησε, ποτέ δεν κατέστη ως Τεκμήριο Δικαστηρίου στην υπόθεση. Παρόλο που ο ΜΥ2 το αναγνώρισε και όντας ο μόνος μάρτυρας στην υπόθεση που το αναγνώρισε, η εξ ολόκληρου απόρριψη των λεγομένων του, ως την εξηγώ ανωτέρω, δεν αφήνει περιθώριο ώστε το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 100 να καταστεί κανονικό Τεκμήριο στην υπόθεση. Ουδείς άλλος μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή του παραπονούμενου επ' αυτού. Έτσι ολόκληρη η μαρτυρία του ΜΥ1 καθίσταται μαρτυρία που δόθηκε επί Τεκμηρίου προς Αναγνώριση και άρα όχι επί μαρτυρίας στην υπόθεση. Έτσι, δεν προτίθεμαι να την λάβω υπόψη για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Σημειώνω όμως δύο σημεία που έχουν εν προκειμένω σημασία: - Ακόμα και αν το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 100 καταχωρείτο ως μαρτυρία στην υπόθεση θα υποβοηθούσε την Υπεράσπιση, μόνο ώστε ο παραπονούμενος να κριθεί αναξιόπιστος αφού ήταν η θέση του ότι ποτέ δεν το υπόγραψε. Εκ του περιεχομένου του Τεκμηρίου 100 προς Αναγνώριση, το οποίο εκτίμησα, προκύπτει η αναφορά πιθανότητας ο παραπονούμενος να εργαστεί ως κουρέας αν δεν τον ικανοποιήσει η εργασία του στην Κύπρο ως οικιακός εργαζόμενος σε φάρμα. Εν πάση περιπτώσει, η περίοδος της άδειας εργασίας που αναφέρεται στο εν λόγω Τεκμήριο προς Αναγνώριση είναι για δύο χρόνια, όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι υπέγραψε, και όχι ένας χρόνος εργοδότησης όπως υπέγραψε η ΜΚ7, ούτε ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 97.
  10. Μάλιστα, εντός αυτού ο Μακσούτ αποποιείται ευθύνης για την ανεύρεση εργασίας κουρέα για τον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο λοιπόν του Τεκμηρίου προς Αναγνώριση 100, αν αυτό καθίστατο μαρτυρία στην υπόθεση, όχι μόνο δεν αποδεικνύει τη θέση της Υπεράσπισης, αλλά τείνει να υποστηρίξει τη θέση του παραπονούμενου ότι εξαρχής εξαπατήθηκε από τον Μακσούτ και τον κατηγορούμενο σε σχέση με το είδος της εργασίας που θα εκτελούσε όταν θα ερχόταν στην Κύπρο και την περίοδο της εργοδότησής του στην Κασενίδη. - Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ΜΥ1 το γεγονός ότι εξέτασε αντίγραφο του Τεκμηρίου 100 προς Αναγνώριση και όχι το πρωτότυπο είναι, από μόνο του, ικανό να εισάξει αμφιβολία ως προς την ορθότητα του συμπεράσματός του ότι η υπογραφή ανήκει στον παραπονούμενο. Ο ΜΥ1 κατά την αντεξέτασή του δεν εξήγησε πειστικά γιατί απέκλεισε την πιθανότητα μεταφοράς στο αντίγραφο που εξέτασε της υπογραφής του παραπονούμενου μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Είπε ότι αν γινόταν αυτό θα έπρεπε ολόκληρη η υπογραφή μαζί με τους αριθμούς, τους οποίους τέμνει (ως φαίνεται στο Τεκμήριο 100 προς Αναγνώριση) να αποκοπούν μαζί και να τοποθετηθούν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή στο αντίγραφο που εξέτασε. Είπε ότι αυτό θα ήταν δύσκολο να συμβεί χωρίς να αποκλείσει εξ ολόκληρου την πιθανότητα. Δεν γνωρίζει ποιας γενιάς φωτοτυπία εξέτασε, λέγοντας πως αν η υπογραφή τοποθετείτο πάνω από τους αριθμούς, θα τους κάλυπτε χωρίς να εξηγήσει τη θέση του αυτή επαρκώς και πειστικά. Εξηγώντας την άποψη του ότι η υπογραφή επί της φωτοτυπίας που εξέτασε ήταν γνήσια υπογραφή του παραπονούμενου, είπε ότι για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα δεν αναφέρθηκε σε ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα αυτής διότι αυτά δυνατόν να χάνονται με τη φωτοτυπία, αλλά ακριβώς αυτό έκανε. Αναφέρθηκε δηλαδή σε γραφολογικές ομοιότητες, βάσει των χαρακτηριστικών τους, μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και των λοιπών υπογραφών που εξέτασε. Πάντως, παρόλο που συμφώνησε απόλυτα ''και λέξη προς λέξη'' με το σύγγραμμα του Κ. Βέννη, Γραφή στο χέρι και Πλαστογραφία (Τεκμήριο 118) όπου επεξηγείται ότι η φωτοτυπία είναι γενικά απρόσφορο μέσο για να διαπιστωθεί η πλαστότητα ενός εγγράφου και μόνο σύμφωνα με τις εξαιρέσεις που περιγράφει στη σελίδα 57 επιτρέπεται (καμία εκ των οποίων δεν ισχύει, ως προέκυψε μέσα από την αντεξέταση της Κατηγορούσας Αρχή), εν τούτοις είπε ότι η κάθε υπόθεση αντιμετωπίζεται με τα δικά της ξεχωριστά δεδομένα και υποστήριξε εκ νέου το συμπέρασμά του. Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι ακόμα και αν το Τεκμήριο 100 προς Αναγνώριση καθίστατο μαρτυρία στην υπόθεση δεν θα δεχόμουν τη γνώμη που έδωσε ο ΜΥ1 ως προς το ότι η υπογραφή που φαίνεται επ' αυτού είναι του παραπονούμενου, διότι στη βάση των λεγομένων του ίδιου του μάρτυρα αυτή δεν προκύπτει ως αδιαμφισβήτητα ορθή. Ο ΜΥ3 είναι από το Πακιστάν και είπε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο από το 2007 όταν ήρθε στην Κύπρο να σπουδάσει, ενώ τα τελευταία 7 χρόνια είναι ο καλύτερος του φίλος. Βρίσκονται συχνά τα Σαββατοκύριακα και κάνουν οικογενειακή παρέα. Είπε ότι τον Απρίλιο με Μάιο του 2019 συνάντησε τον παραπονούμενο, τον οποίο ήξερε από το 2017 διότι δούλευε στο κουρείο όπου πήγαινε σε ένα μανάβικο μαζί με κάποιον ΧΧΧΧΧ Shah. Ο παραπονούμενος τους είπε ότι ήθελε να συναντηθεί με τη σύζυγο ή μέλος της οικογένειας του κατηγορούμενου, αυτός αρνήθηκε να τους φέρει σε επαφή, αλλά πήρε τηλέφωνο τον αδελφό του κατηγορούμενου, τον Majit. Μίλησαν σε ανοικτή ακρόαση και ο ΜΥ3 άκουσε τον παραπονούμενο να του λέει ότι αν του δώσουν 10 εκατομμύρια πακιστανικές ρουπίες, 1 γκρορ δηλαδή, που είναι περίπου 65.000 ευρώ, θα αποσύρει την υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Τότε ο αδελφός του τελευταίου είπε ότι δεν είναι τόσο σοβαρή η υπόθεση για να απαιτεί τόσα χρήματα και θα περιμένουν την απόφαση του Δικαστηρίου. Αντεξεταζόμενος είπε ότι γνωρίζει τι έγινε μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου διότι του εξιστόρησε τα γεγονότα η σύζυγος του κατηγορούμενου. Ότι δηλαδή ο παραπονούμενος ήρθε με άδεια εργασίας στην Κύπρο και κατηγόρησε τον κατηγορούμενο ώστε να μπορεί να τον εκβιάζει οικονομικά. Απορρίπτω τη μαρτυρία του ΜΥ3 στην ολότητά της. Καταρχάς η σχέση του με τον κατηγορούμενο είναι τέτοια που δεν αποκλείεται να ήθελε να τον βοηθήσει. Η συνεισφορά της μαρτυρίας του στα πράγματι επίδικα θέματα δεν έχει, διότι πρωτογενή γνώση της υπόθεσης δεν έχει. Όσα γνωρίζει τα έμαθε μέσω της συζύγου του κατηγορούμενου. Απορρίπτω τη μαρτυρία του. Ο ΜΥ4 είναι ο μεγάλος αδελφός του κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι περί το 2019 ο πρώην κατηγορούμενος 1, ΜΚ10 , τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε 15.000 ευρώ για να μην μαρτυρήσει εναντίον του αδελφού του. Ο ΜΥ4 δεν δέχτηκε διότι το θεώρησε εκβιασμό. Μάλιστα ο ΜΚ10 του είπε ότι κάποια Ρ. Σούπερμαν και κάποιος αστυνομικός, Κώστας, τον επισκέφθηκαν στη φυλακή και του υποσχέθηκαν ότι θα μειώσουν την ποινή του εάν μαρτυρήσει εναντίον του κατηγορούμενου 2 και ότι η κατηγορουμένη 3 που ήταν συμβία του θα απελευθερωθεί. Άκουσε για πρώτη φορά το όνομα του παραπονούμενου όταν δημιούργησε στον αδελφό του πρόβλημα με αυτή την υπόθεση. Ο παραπονούμενος τον Σεπτέμβριο του 2019 επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς λέγοντας του ότι πήρε το τηλέφωνό του από τον Μακσούτ και ήθελε να του εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη. Ο ΜΥ4 του έκλεισε το τηλέφωνο γιατί δεν ήθελε να του μιλήσει, αλλά αυτός επέμενε. Όταν τελικά μίλησαν του ανέφερε ότι χρειαζόταν λεφτά και γι' αυτό κατάγγειλε τον κατηγορούμενο. Ήθελε να μείνει στην Κύπρο με βίζα και ότι καμία ζημιά δεν του προκάλεσε ο κατηγορούμενος. Ότι μάλιστα έλαβε συμβουλή από τον διερμηνέα, την Αστυνομία και έναν μη κυβερνητικό οργανισμό να πει ότι έδωσε στον κατηγορούμενο 2.000 ευρώ στην Κύπρο, αλλιώς το παράπονό του δεν θα διερευνείτο. Ο παραπονούμενος παραδέχθηκε στον ΜΥ4 ότι ποτέ δεν υπήρξε απειλή από τον κύκλο του κατηγορούμενου προς την οικογένειά του. Κατάθεσε μάλιστα ως δέσμη Τεκμηρίων 126 εκτυπώσεις από την οθόνη του κινητού του, όπου φαίνεται ότι ο παραπονούμενος και ο μάρτυρας είχαν μεταξύ τους τηλεφωνήματα και αναπάντητες κλήσεις μεταξύ 16 και 18/11/
  11. Τον Οκτώβριο του 2019 ήρθε στην Κύπρο και υπέβαλε παράπονο στον κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας ότι ο παραπονούμενος τον εκβιάζει να του δώσει ένα γκρορ για να αποσύρει την υπόθεση εναντίον του αδελφού του. Το παράπονό του ακόμη εκκρεμεί. Αντεξετάστηκε και επέμεινε στις θέσεις του. Δεν δέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ4 ως αξιόπιστη λόγω του κινήτρου που είχε να μην αναφέρει την αλήθεια ως αδελφός του κατηγορούμενου, αλλά και λόγω του ότι αναφέρθηκε σε θέσεις αλλοπρόσαλλες. Ανέφερε ότι πιστεύει και στη Βίβλο και στο Κοράνι, ενώ αρχικά ορκίστηκε ως Μουσουλμάνος. Όταν του υπεβλήθη ότι έλεγε ψέματα για να προστατεύσει τον αδελφό του απάντησε ότι δεν θα το έκανε για ένα τέτοιο μικρό πράγμα, για να προσθέσει αργότερα ότι δεν είναι μικρό πράγμα να πάει ο αδελφός του φυλακή και ότι αυτή η υπόθεση είναι σοβαρή. Για πρώτη φορά κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι άκουσε από το μεγάφωνο του τηλεφώνου τον παραπονούμενο να λέει στον Majit ότι αν του δώσουν ένα γκρορ θα αποσύρει τις κατηγορίες εναντίον του αδελφού του, ενώ στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο παραπονούμενος τον εκβίαζε απευθείας και τηλεφωνικώς για τα χρήματα. Δέχομαι, ως αναφέρεται στη δέσμη Τεκμηρίων 126, ότι ο μάρτυρας και ο παραπονούμενος είχαν μεταξύ τους τηλεφωνικές επικοινωνίες και αναπάντητες κλήσεις μεταξύ 16 και 18/11/2019, αλλά δεν δέχομαι τις θέσεις του ως προς τι διημείφθη σε αυτές. Εξάλλου ο εκβιασμός που απέδωσε στον παραπονούμενο ήταν τον 9ο του 2019 ενώ οι κλήσεις αυτές είναι τον 11ο του 2019, μετά που ο μάρτυρας υπέβαλε παράπονο στον κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λευκωσίας ότι ο παραπονούμενος τον εκβιάζει. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Γ. Κατάληξη Με γνώμονα ότι ο παραπονούμενος και ο ΜΚ10 κρίθηκαν αναξιόπιστοι ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί για να προβεί σε οποιαδήποτε ευρήματα στην υπόθεση. Από την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ7, 8, 11 και 12, μάρτυρες κάποιων πρωτογενών γεγονότων, δεν προκύπτουν οποιαδήποτε γεγονότα επί των οποίων θα μπορούσε να στηριχθεί καταδίκη στην κατηγορία 4 που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες 7 και 8 υπόκεινται επίσης σε απόρριψη, αφού όπως επεξήγησα η πρωτογενής μαρτυρία που θα μπορούσε να τις στηρίξει βρίσκεται μέσα στο Τεκμηρίο 43 προς Αναγνώριση, το οποίο ουδέποτε κατέστη μαρτυρία στην υπόθεση. Η κατηγορία 9 ενόψει της απόρριψης της κατηγορίας 4, η οποία αποτελεί το γενεσιουργό αδίκημα της πρώτης αναπόφευκτα συμπαρασύρεται σε απόρριψη (βλ. άρθρο 5 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο Ν. 188(I)/2007, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο). Συνεπώς και αναπόφευκτα, ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 4, 7 και 8 και 9 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................... Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.