← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπέττα, Αρ. Υπόθεσης: 19158/18, 19/5/2021

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπέττα, Αρ. Υπόθεσης: 19158/18, 19/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 19158/18 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας αρχής v. XXXXX Παπέττα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος : Παρών. ΠΟΙΝΗ Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά παράβαση των Άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα. Επίσης, αντιμετωπίζει μια κατηγορία σε σχέση με την παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να διατηρεί το όχημα στην αριστερή λωρίδα του οδοστρώματος σε αυτοκινητόδρομο κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 66Δ

(2)(Α)(Ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών. Τα κρίσιμα γεγονότα που αφορούν το επίδικο ατύχημα φαίνονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση, ημερομηνίας 11.5.2021 και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Ως δηλώθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Το Δικαστήριο πριν το στάδιο επιβολής της ποινής ζήτησε και έλαβε έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών άγαμος και άτεκνος και είναι το δεύτερο παιδί πενταμελούς οικογενείας. Ο Κατηγορούμενος ακολούθησε σύστημα μαθητείας στον κλάδο ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων κι αποφοίτησε το έτος
  1. Ακολούθως υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία. Εργάστηκε μέχρι το 2016 και ταυτόχρονα απέκτησε δίπλωμα ψυκτικού. Το 2016 μέχρι τον 1ο του 2018 παρέμεινε άνεργος. Από τον Ιανουάριο του 2018 εργάζεται ως αυτοτελώς εργαζόμενος, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και αυξημένες ευθύνες στην εταιρεία του πατέρα του. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ούτε προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ ή άλλων ουσιών. Κατά το παρελθόν είχε ιστορικό χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Τα τελευταία 3 χρόνια είναι καθαρός. Ακολούθως, αγόρευσε προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου ο συνήγορός του. Ο κ. Τσολακίδης υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας και ανέπτυξε τους μετριαστικούς παράγοντες που κατά τη θέση του συντρέχουν στην παρούσα. Ο κ. Τσολακίδης τόνισε το λευκό ποινικό μητρώου του Κατηγορουμένου, τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και τη συνεργασία του με την αστυνομία. Επίσης αναφέρθηκε στην κατά τη θέση του συντρέχουσα αμέλεια του θύματος καθώς επίσης και στον χρόνο που διέρρευσε από τον χρόνο διάπραξης του επίδικου αδικήματος μέχρι την ημερομηνία επιβολής ποινής. Εισηγήθηκε δε ότι ένεκα της πανδημίας του COVID 19 δεν ενδείκνυται η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης. Τέλος, εισηγήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής τυχόν ποινής φυλάκισης. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της επιμέτρησης της ποινής. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής, η πρώτιστη αρχή που πρέπει να έχει υπόψη του το Δικαστήριο, το οποίο επιβάλλει αυτή, είναι η ορθή εφαρμογή του Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, 2nd Edition του κ. Γ.Μ. Πική, σελ.
  2. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, θα πρέπει να σταθμίζει την ανάγκη για αναμόρφωση του δράστη, την ανάγκη για αποτροπή του εγκλήματος και την προσήλωση στην ορθή εφαρμογή του Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Panayiotis Efstathiou Mirachis v. The Police
(1965)2 C.L.R 28. Επίσης, είναι καλά νομολογημένο ότι η ανώτατη ποινή που προβλέπεται από τον Νόμο είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας των αδικημάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248. Το πιο πάνω στοιχείο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Δημοκρατία ν. Κυριάκου,
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας,
(1999), 2 Α.Α.Δ. 632 και Σαρίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465. Η επιλογή δε της αρμόζουσας ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου, αφού απαιτείται από τη μια εξατομίκευση της ποινής, ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη και, από την άλλη, εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης. Παράλληλα, η ποινή δεν πρέπει να συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224. Από την άλλη η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 285. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135, η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού. Η επιμέτρηση της ποινής στην παρούσα υπόθεση Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος σε σειρά αδικημάτων που αφορούν την οδήγηση. Σε σχέση με την αντιμετώπιση των αδικημάτων που σχετίζονται με την οδήγηση, ένεκα των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στην χώρα μας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα υποδείξει την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 75 και Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 232. Αναμφίβολα στην υπό κρίση υπόθεση σοβαρότερο είναι το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, υπό το άρθρο 210 του Π.Κ, το οποίο προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι τέσσερα έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης θα προσδιοριστεί πρώτα το πλαίσιο ποινής για το αδίκημα της 1ης κατηγορίας. Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής εκκινώ από ανώτατη προβλεπόμενη ποινή, η οποία, ως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το έργο επιμέτρησης της ποινής. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 189/2016 και 190/2016, ημερομηνίας 20.12.2016. Περαιτέρω, έχω υπόψη μου τις κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την επιβολή ποινών σε αδικήματα υπό το άρθρο 210 του Π.Κ, οι οποίες έχουν συγκεφαλαιωθεί στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Γερολέμου, ECLI:CY:AD:2017:B63, Ποιν. Εφ. 169/2016, ημερομηνίας 28.2.2017, όπου με παραπομπή στη σχετική νομολογία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 Α.Α.Δ. 191, οι κατευθυντήριες οδηγίες αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις πρόκλησης θανάτου κατά παράβαση του άρθρου 210, δόθηκαν στην αγγλική απόφαση R. v. Guilfoyle 57Cr.App.R. 349 η οποία υιοθετήθηκε από την κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 τονίστηκε ότι «το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου δικαστηρίου. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μη επιβληθεί στέρηση της άδειας. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού». Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η Παντέλας ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 562, η οποία υπενθύμισε ότι στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 λέχθηκε πως «Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορούμενου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ΄ όψιν (Παμπακάς κ.α. ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 487, 491)», όπως υπενθύμισε και το τι λέχθηκε στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109. Δηλαδή ότι «Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ΄ αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων». Επιπρόσθετα στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562, με αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία επί του θέματος, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τους παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη ως επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί κατά περίπτωση : «στην υπόθεση R. v. Boswell [1984] 3 All E.R. 353, παρατίθενται ενδεικτικά κάποιοι επιβαρυντικοί και κάποιοι ελαφρυντικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν κατά την επιβολή ποινής σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης οδήγησης. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες αναφέρονται, επί παραδείγματι, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται». Επιπλέον οι πιο πάνω αρχές έχουν υιοθετηθεί και επαναληφθεί ως καθοδηγητικές και στην πιο πρόσφατη απόφαση Νικολάου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση. αρ. 195/2014, ημερ. 20.3.2015. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές ως προς τους επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες δεν ανάγονται ούτε συνθέτουν αυτόνομο κανόνα δικαίου. Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου αποτελούν σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109. Επισκόπηση της σχετικής παγιωμένης πλέον νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι ποινή φυλάκισης επιβάλλεται όπου το ατύχημα προκύπτει μέσα από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων, ενώ αντίθετα μια τέτοια ποινή αντενδείκνυται, όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι καλό. Συνεπώς, το πρώτο σημείο που πρέπει να κριθεί είναι το κατά πόσο το επίδικο ατύχημα προέκυψε μέσα από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων εκ μέρους του Κατηγορουμένου ή ήταν το προϊόν στιγμιαίας αβλεψίας ή λανθασμένης στάθμισης της κατάστασης. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την ύπαρξη σημάτων με φανάρι από απόσταση 227 μέτρων από το όχημα του θύματος, το ίδιο το όχημα από απόσταση 158 μέτρων και τον πεζό που προέβαινε στα σήματα από απόσταση 140 μέτρων. Ενώ, λοιπόν, τα πιο πάνω ήταν ευλόγως αντιληπτά στον δρόμο ο Κατηγορούμενος ουδέν έπραξε να αποφύγει το ατύχημα. Οι πιο πάνω παραλείψεις δεν συνιστούν στιγμιαίο σφάλμα αλλά εντάσσονται ουσιαστικά σε μια αλυσίδα παραλείψεων, οι οποίες συνολικά ορώμενες συνιστούν, αλόγιστη, επικίνδυνη και απερίσκεπτη οδήγηση. Περαιτέρω, η επιλογή του Κατηγορουμένου να συνεχίσει να οδηγεί χωρίς να λαμβάνει προληπτικά μέτρα, υπό το φως των δεδομένων που ήταν ευλόγως εμφανή στον δρόμο, προσδίδει στην οδήγηση του έντονα το στοιχείο της αδιαφορίας σε σχέση με την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο ατύχημα προέκυψε μέσα από μια αλυσίδα παραλείψεων που συνολικά ορώμενες συνιστούσαν, αλόγιστη, επικίνδυνη και απερίσκεπτη οδήγηση, εμπεριέχουσες έντονα το στοιχείο της αδιαφορίας σε σχέση με την ασφάλεια των τρίτων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Ενόψει των πιο πάνω, το επίδικο ατύχημα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί στα ιδιαίτερα σοβαρά, εξ απόψεως γεγονότων, για τα οποία ενδείκνυται, κατ' αρχήν, ποινή φυλάκισης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση. αρ. 195/2014, ημερομηνίας 20.3.2015, όπου κρίθηκε ότι, επειδή η οδική συμπεριφορά του εκεί κατηγορούμενου συνιστούσε αλυσίδα ενεργειών και παραλείψεων, που συνολικά ορώμενες συνιστούσαν επικίνδυνη και απερίσκεπτη οδήγηση, εμπεριέχουσες έντονο το στοιχείο της αδιαφορίας σε σχέση με την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο, η επιλογή της ποινής φυλάκισης ήταν ορθή. Ασφαλώς, το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί από τη διαπίστωση και μόνο της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον παράγοντα χρόνο, ως στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει το ύψος και το είδος της ποινής. Ο κ. Τσολακίδης, αναφερόμενος σε σχετική νομολογία, εισηγήθηκε ότι η πάροδος σχεδόν τεσσάρων ετών από τη διάπραξη του επιδίκου αδικήματος μειώνει την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Ο κ. Τσολάκιδης αναφέρθηκε στην πάροδο του πιο πάνω χρονικού διαστήματος ως αντικειμενικό γεγονός χωρίς να ισχυριστεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση είτε στην καταχώρηση του Κατηγορητηρίου είτε στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου συνέδεσε την πιο πάνω θέση με τον ισχυρισμό του περί μεταβολής των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Όντως, αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι η καθυστέρηση από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής προσμετρά ως μετριαστικός παράγοντας. Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 617. Όταν, όμως, για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί ο τελευταίος να την επικαλείται ως μετριαστικό παράγοντα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 και Κουλλαπής ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση σημειώνεται ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 21.9.2018, ήτοι περίπου 14 μήνες μετά το επίδικο συμβάν. Η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις 21.11.2018 οπόταν και ο Κατηγορούμενος ζήτησε χρόνο ν' απαντήσει στις κατηγορίες. Τελικά ο Κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή μόλις στις 15.1.
  2. Η δε ακρόαση ξεκίνησε στις 25.10.2019, αφού προηγουμένως αναβλήθηκε μια φορά λόγω απουσίας του Κατηγορουμένου. Έκτοτε ουδέποτε αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνο του Δικαστηρίου, αλλά αναβλήθηκε και η εκδίκασή της αδράνησε λόγω των συνθηκών που επέβαλλε η πανδημία COVID 19 σύμφωνα πάντα με τα σχετικά διατάγματα που βρίσκονταν σε ισχύ προς αναχαίτιση αυτής. Συνεπώς, κρίνω ότι για τον χρόνο που διέρρευσε ευθύνη φέρει και ο Κατηγορούμενος. Επιπλέον, στον χρόνο που διέρρευσε όντως επήλθε κάποια μεταβολή στις συνθήκες του Κατηγορουμένου. Όμως, δεν κρίνω ότι επήλθε μεταβολή τέτοιας φύσης που να μεταβάλλει από μόνη της το είδος της ποινής. Εν πάση περιπτώσει, η πάροδος χρόνου από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής δεν καθιστά υπερβολική από μονή της την επιλογή της ποινής φυλάκισης, όταν υφίσταται ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καούσλιεβ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 237/18, ημερομηνίας 11.12.2018, η οποία αφορούσε αδίκημα ταυτόσημο με το εξεταζόμενο. Επιπρόσθετα στην απόφαση Αστυνομία ν. Μόδεστου Νικολάου Ποινική Έφεση 217/2016, ημερομηνίας 11.5.2017, το γεγονός της παρόδου 4 ετών από την διάπραξη του αδικήματος κρίθηκε από το Εφετείο ότι δεν εμπόδιζε την ανατροπή της πρωτοδίκως επιβληθείσας ποινής προστίμου με ποινή φυλάκισης κατ' έφεση. Η πιο πάνω απόφαση αφορούσε επίσης ταυτόσημο με το υπό εξέταση αδίκημα. Περαιτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου το ότι έχουν παρέλθει σχεδόν τέσσερα χρόνια και συγκεκριμένα 46 μήνες από την διάπραξη του επίδικου ατυχήματος μέχρι την επιβολή ποινής. Ταυτόχρονα λαμβάνω υπόψη μου τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω, και το ότι μέρος της καθυστέρησης μπορεί να αποδοθεί στην συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. Συνακόλουθα, η όποια τυχόν καθυστέρηση παρατηρήθηκε στην παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να επηρεάσει το είδος της ποινής, αλλά μπορεί να επηρεάσει το ύψος αυτής. Επιπρόσθετα, σε σχέση με το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου σημειώνω ότι έχει νομολογηθεί πως επιεικής μεταχείριση νεαρών ατόμων, τα οποία αψηφούν τους Νόμους που διέπουν την οδική ασφάλεια, δίνει λανθασμένα μηνύματα και ενθαρρύνει την διάπραξη παρόμοιων αδικημάτων. Σχετική είναι η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Σωκράτη ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 45. Έτσι, και στην υπό κρίση υπόθεση, τυχόν επιεικής μεταχείριση του Κατηγορουμένου θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Συνακόλουθα, το σχετικά νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου δεν μπορεί να μεταβάλει το είδος της ποινής, αλλά μπορεί να επηρεάσει το εύρος της ποινής. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου το γεγονός ότι και το θύμα παρέμεινε εντός του αυτοκινητοδρόμου μετά που είχε εμπλακεί προηγουμένως σε άλλο ατύχημα. Όμως, σημειώνω ότι η όποια παράλειψη του θύματος δεν επηρέασε την οδήγηση του Κατηγορουμένου. Αντίθετα ως ήταν ευρήματα του Δικαστηρίου, εάν ο Κατηγορούμενος δεν παραγνώριζε τα εμφανή σήματα που υποδείκνυαν τον κίνδυνο, το ατύχημα δεν θα είχε επισυμβεί. Συνεπώς, δεν μπορώ να παραγνωρίσω πως ήταν η οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, η οποία χαρακτηρίζετο από αδιαφορία προς την ασφάλεια των τρίτων, που αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος. Επομένως, το γεγονός ότι το θύμα παραμένοντας εντός του αυτοκινητοδρόμου συνέβαλε στην ύπαρξη κινδύνου, επηρεάζει μεν το ύψος της ποινής, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει το είδος της. Σε σχέση δε με την εισήγηση του κ. Τσολακίδη περί συνεργασίας του Κατηγορουμένου με την αστυνομία, σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν συνεργάστηκε με τρόπο που να οδηγήσει στην εξιχνίαση του ατυχήματος. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε κατάθεση χωρίς να είναι υποχρεωμένος, ως εισηγήθηκε ο συνήγορός του, και δεν έφυγε από το σημείο του ατυχήματος προφανώς δεν μπορεί να επηρεάσει το είδος της αρμόζουσας ποινής. Σε σχέση με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης περί μη επιβολής ποινής φυλάκισης σε περίοδο πανδημίας, κρίνω ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου η πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση R v. Manning
(2020)EWCA Crim 592, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου. Στην πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι οι συνθήκες που επέβαλε η πανδημία του Κορωναιού μπορούν να ληφθούν υπόψη στην απόφαση για την τυχόν αναστολή ποινής φυλάκισης. Όμως, η εν λόγω υπόθεση κρίθηκε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι συνθήκες που επικρατούσαν, λόγω της πανδημίας, στις αγγλικές φυλακές κατά τον χρόνο έκδοσής της. Συγκεκριμένα στην πιο πάνω υπόθεση λήφθηκε υπόψη ότι ίσχυε καθολικό «lock down», οι κρατούμενοι παρέμεναν στο κελί τους 23 ώρες την ημέρα και υπήρχε μεγάλος κίνδυνος διάδοσης του ιού. Αντίθετα στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί οτιδήποτε, σε σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν στις φυλακές, σε σχέση με τα πιο πάνω. Τέλος, προς όφελος του Κατηγορουμένου λαμβάνω υπόψη μου το λευκό του ποινικό μητρώο, το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας, τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες καθώς και τα όσα ο συνήγορός του ανέφερε προς μετριασμό της ποινής του. Ταυτόχρονα όμως, δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος, οι οποίες χαρακτηρίζονται από το στοιχείο της εγωιστικής αυθαιρεσίας έναντι των δικαιωμάτων των τρίτων και κατατάσσουν αυτό στα ιδιαίτερα σοβαρά του είδους για τα οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, αρμόζει η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Έχω δε υπόψη μου ότι σε αδικήματα, για τα οποία αρμόζει η επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου είναι ήσσονος σημασίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Παναγιώτου Mάριος ν. Aστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ
  1. Επίσης, δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις συνέπειες της πράξης του Κατηγορουμένου οι οποίες επέφεραν τον θάνατο της Στεφανίας Χρυσοστόμου τέως από το Καϊμακλί, αφού όπως έχει εύστοχα υποδειχθεί από Εφετείο στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηρακλέους Ποινική Έφεση 244/17, ημερομηνίας 8.7.2019 : «Αναμφίβολα η απώλεια ζωής λόγω θανατηφόρου δυστυχήματος είναι ιδιαίτερα θλιβερή και αποτελεί πρόβλημα στη σύγχρονη κοινωνία κατά τρόπο που διαταράσσει τον κοινωνικό ιστό και κατά κανόνα είναι απόρροια εγωιστικής οδήγησης.» Ενόψει των ανωτέρω, οι μετριαστικοί παράγοντες που αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο, τόσο μεμονωμένα όσο και σωρευτικά, μπορούν να επηρεάσουν μόνο το ύψος της αρμόζουσας ποινής και όχι το είδος αυτής που δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης και την στέρηση της άδειας οδήγησης. Σε σχέση με την έκταση αυτής καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί, μεταξύ άλλων, από την απόφαση Αστυνομία ν. Glazkov, Ποινική Έφεση 262/2018, ημερομηνίας 16.5.2019, όπου επικυρώθηκε η πρωτοδίκως επιβληθείσα άμεση ποινή φυλάκισης 18 μηνών, η επιβολή 8 βαθμών ποινής και η στέρηση της άδειας οδήγησης για περίοδο 24 μηνών. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, η αμέσως προ της επιβολής της ποινής σύναψη γάμου και η παρέλευση δύο ετών από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και την ημερομηνία επιβολής της ποινής. Επίσης, σχετική είναι η απόφαση Μιλτιάδης Φιντανάκης v. Aστυνομίας, Ποινική Έφεση 98/2013, ημερομηνίας 30.9.14, όπου επικυρώθηκε η επιβληθείσα άμεση ποινή φυλάκισης 2 ετών. Κατά την επιμέτρηση, λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως μετριαστικοί παράγοντες το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, οι προσωπικές του περιστάσεις καθώς και το νεαρό της ηλικίας του. Σαφώς έχω υπόψη μου ότι οι προηγούμενες ποινές επί θανατηφόρων δυστυχημάτων είναι ενδεικτικές και δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση για το λόγο ότι δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ηρακλέους (ανωτέρω). Έτσι, συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω και επιδεικνύοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια επιβάλλω στον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών και ο Κατηγορούμενος στερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδει οδήγησης για περίοδο 18 μηνών από σήμερα. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως, επιβάλλονται, επίσης, 10 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορουμένου. Στην 2η κατηγορία έχοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας της ποινής κρίνω ορθότερο, όπως μην επιβάλω οποιαδήποτε ποινή. Νοείται, ότι από την ως άνω ποινή φυλάκισης θα αφαιρεθεί το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση. Στο στάδιο αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για αναστολή της ποινής φυλάκισης που έχει ήδη επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/
  2. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Τονίζεται ότι η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο πρώτα αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει το κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583. Επιπρόσθετα, στην πρόσφατη απόφαση Βρυώνης ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 92 και 93/2017, ημερομηνίας 19.7.2019, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό οφείλει να συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες, έχοντας υπόψη την εγκληματική συμπεριφορά του αδικοπραγούντος από τη μια και τις προσωπικές του περιστάσεις από την άλλη. Επιπλέον, στην υπόθεση Ιωσήφ άγγελος ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, υποδείχθηκε ότι η εξέταση του ενδεχομένου αναστολής ποινής φυλάκισης συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του Δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι έκδηλο ότι το αδίκημα για το οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης του επίδικου αδικήματος, οι οποίες δεικνύουν εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των τρίτων που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Συνεπώς, η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης αυτού δεν επιτρέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Επιπλέον, στην υπό κρίση υπόθεση οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στον Κατηγορούμενο όπως, το λευκό του ποινικό μητρώο και οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ταυτόχρονα, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής, λαμβανομένης υπόψη και της έκτασης της μεταβολής των περιστάσεων του Κατηγορουμένου, δεν μπορεί να απεργήσει με τρόπο που να οδηγεί στην αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αλλά έχει ληφθεί υπόψη δεόντως στον καθορισμό του ύψους της ποινής. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης, ενόψει της διαπιστωθείσας αναγκαιότητας επιβολής αποτρεπτικών ποινών, των συνθηκών διάπραξης του επίδικου αδικήματος και όλων των σχετικών με τον παραβάτη παραγόντων, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα, θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Συνεπώς, οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν αμέσως. Τα έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε €180, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.