← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπέττα, Αρ. Υπόθεσης: 19158/18, 11/5/2021

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Παπέττα, Αρ. Υπόθεσης: 19158/18, 11/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 19158/18 Μεταξύ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσα αρχής v. XXXXX Παπέττα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 11 Μαΐου 2021 Εμφανίσεις: Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά παράβαση των Άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα. Επίσης, αντιμετωπίζει μια κατηγορία σε σχέση με την παράλειψη οδηγού μηχανοκίνητου οχήματος να διατηρεί το όχημα στην αριστερή λωρίδα του οδοστρώματος σε αυτοκινητόδρομο κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 66Δ

(2)(Α)(Ι) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 24.07.17 στον αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς ‑ Λευκωσίας παρά την αερογέφυρα «Ξενόπουλος» ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX94 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο της XXXXX Χρυσοστόμου τέως από το Καϊμακλί. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο διέπραξε και το αδίκημα που του αποδίδεται στη δεύτερη κατηγορία. Γεγονότα που δεν αμφισβητούνται Κατά την ακρόαση δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος στις 24.07.17 οδηγούσε το όχημά του με αριθμούς εγγραφής XXXXX94 στον αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς - Λευκωσίας. Στο σημείο παρά την αερογέφυρα «Ξενόπουλος» συγκρούστηκε με το όχημα XXXXX72 το οποίο βρισκόταν ακινητοποιημένο εντός της αριστερής λωρίδας του αυτοκινητόδρομου, καθότι προηγουμένως είχε εμπλακεί σε ατύχημα με το όχημα XXXXX
  1. Επίσης, αποτέλεσε κοινό τόπο μεταξύ των μαρτύρων των δύο πλευρών ότι το όχημα του Κατηγορουμένου κινείτο με ταχύτητα 100 με 110 χ.α.ω. Περαιτέρω, οι συνήγοροι των δύο πλευρών κατέθεσαν εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 9 τη μεταθανάτιο ιατροδικαστική έκθεση συνοδευόμενη από τη βεβαίωση θανάτου. Οι δύο συνήγοροι δήλωσαν ότι αποδέχονται την αλήθεια του περιεχόμενου του εν λόγω Τεκμηρίου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 η XXXXX Χρυσοστόμου απεβίωσε λόγω κακώσεων ζωτικών οργάνων κατά τροχαίο ατύχημα. Συνεπώς, προκύπτει ως κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων ότι από τη σύγκρουση του οχήματος XXXXX94 με το όχημα XXXXX72 προκλήθηκε ο θάνατος της XXXXX Χρυσοστόμου τέως από το Καϊμακλί. Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 11 μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Αγιώτης, ως Μ.Κ.
  2. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Έγγραφο Α την κατάθεσή του και υιοθέτησε το περιεχόμενο αυτής. Σε αυτήν αναφέρεται στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν την επίδικη ημερομηνία, στην κατάσταση του δρόμου, στην άμεση μαρτυρία που εντόπισε στη σκηνή και στις ζημιές και τραυματισμούς που προέκυψαν από το επίδικο ατύχημα. Επιπρόσθετα όμως κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 πρόχειρο σχέδιο της σκηνής. Επιπλέον κατέθεσε ως Τεκμήριο 2(Α) φωτογραφίες της σκηνής που λήφθηκαν την ίδια μέρα του ατυχήματος. Επιπρόσθετα κατέθεσε ως Τεκμήριο 2(Β) δέσμη φωτογραφιών από τη σκηνή του επίδικου ατυχήματος οι οποίες λήφθηκαν την επόμενη μέρα του ατυχήματος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το επί κλίμακας σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε γενικά στον χρόνο ακινητοποίησης κάποιου οχήματος και στον χρόνο αντίδρασης κάποιου οδηγού. Επιπρόσθετα αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη όταν έφτασε στη σκηνή και στα δεδομένα που έλαβε υπ' όψιν για τον καταρτισμό του πρόχειρου σχεδίου της σκηνής. Αναφέρθηκε επίσης στο επί κλίμακας σχέδιο. Επίσης, αναφέρθηκε στον λόγο που το σημείο Χ φαίνεται σε διαφορετικό σημείο στο πρόχειρο σχέδιο από το σχέδιο επί κλίμακος. Επιπλέον, διευκρίνισε το σημείο που σημείωσε ως σημείο που στεκόταν ο Μ.Κ.9 και τη διαφορά στις διαστάσεις μεταξύ πρόχειρου σχεδίου και επί κλίμακος. Ακολούθως αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε και στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2(Α). Σε σχέση με τις φωτογραφίες 11 και 12 του Τεκμηρίου 2(Α), συμφώνησε ότι στη σκηνή του ατυχήματος εντοπίστηκαν διάφορα γεωργικά προϊόντα. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι τα γεωργικά προϊόντα εκτινάχθηκαν από το διπλοκάμπινο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX34 κατά τον χρόνο της πρώτης σύγκρουσης. Προσδιόρισε ότι ο ίδιος κατά τον χρόνο που έφτασε στη σκηνή δεν εντόπισε κιβώτια με γεωργικά προϊόντα παρά μόνο τα γεωργικά προϊόντα στην άσφαλτο. Ακολούθως εξήγησε τον όρο «πλαγιολίσθηση» με αναφορά και στο σχέδιο του επίδικου ατυχήματος. Εξήγησε επίσης τα ίχνη εκτροπής που εντόπισε και πώς τα απεικόνισε στο σχέδιο του ατυχήματος. Περαιτέρω, σε σχέση με το σημείο Χ δήλωσε ότι το καθόρισε με βάση τις ζημιές που υπήρχαν στη σκηνή. Ο μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια τα διαφορά σημεία και καταγραφές επί του σχεδίου της σκηνής. Επιπρόσθετα δήλωσε ότι οι διασκορπισμένες πατάτες στον δρόμο εκτείνονταν σε απόσταση 5 με 6 μέτρων. Εξήγησε παράλληλα ότι στην έκταση που αναφέρεται στο σχέδιο ως διασκορπισμένες πατάτες (ΔΠ) έλαβε υπ' όψιν το σύνολο των γεωργικών προϊόντων που βρέθηκαν στον δρόμο. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν ο αρχιαστυφύλακας XXXXX Ανδρέου ως Μ.Κ.
  3. Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β στη διαδικασία. Σε αυτήν αναφέρεται στις ενέργειες στις οποίες προέβη ο ίδιος κατά την ημέρα του ατυχήματος, καθώς και στις ενέργειες που προέβη ο ίδιος σε συνεργασία με την υπόλοιπη ανακριτική ομάδα, σε σχέση με την αναπαράσταση του τροχαίου δυστυχήματος. Κατάθεσε επίσης ως Τεκμήρια 4 και 5 τις καταθέσεις του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 24.07.2017 και 26.08.
  4. Επίσης κατάθεσε ως Τεκμήριο 6, τη γραπτή κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 03.08.
  5. Αναγνώρισε επίσης το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής Τεκμήριο
  6. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε στις μετρήσεις αναφορικά με την ορατότητα, δηλώνοντας ότι το όχημα του θύματος ήταν καθαρά ορατό από απόσταση 153 μέτρων και ότι αυτό ήταν ορατό το μέγιστο από απόσταση 258 μέτρων. Επίσης, αναφέρθηκε στις υπόλοιπες μετρήσεις ορατότητας που έγιναν. Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε εκ νέου στις ενέργειές του κατά τον χρόνο που έφτασε στη σκηνή. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στην αναπαράσταση του ατυχήματος, εξηγώντας τη μέθοδο που λήφθηκαν οι διάφορες μετρήσεις. Εξήγησε επίσης λεπτομερώς τις ενέργειες που προέβη η ανακριτική ομάδα κατά την αναπαράσταση της σκηνής. Δέχτηκε περαιτέρω ότι ο δρόμος στο επίδικο σημείο παρουσιάζει υψομετρική διαφορά. Σε σχέση με τον Μ.Κ. 9, δήλωσε ότι κατά την αναπαράσταση, του ζητήθηκε να σταθεί στο σημείο όπου κατά τη θέση του βρισκόταν τη νύχτα του ατυχήματος και να κάνει σήματα με το φανάρι που είχε μαζί του. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο όχημα που χρησιμοποιήθηκε κατά την αναπαράσταση και εξήγησε το πως προκύπτει η απόσταση των 227 μέτρων που καθόρισε ως ορατότητα του Κατηγορούμενου. Εξήγησε ότι η απόσταση των 227 μέτρων, ήταν η απόσταση στην οποίαν ο Μ.Κ.3 μπορούσε να αντιληφθεί το φανάρι που κρατούσε ο Μ.Κ.
  7. Σε σχέση με τον φωτισμό, ανέφερε ότι υπήρχαν λαμπτήρες οδικού φωτισμού, όμως ένας εξ αυτών δεν λειτουργούσε. Δέχτηκε ταυτόχρονα ότι δεν έχει καταμετρηθεί το ύψος του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Επίσης δεν είχε καταμετρηθεί το ύψος στο οποίο βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, όταν ήταν καθήμενος στο όχημά του. Σε σχέση με τα γεωργικά προϊόντα που βρέθηκαν στο έδαφος, δήλωσε ότι αυτά ήταν διασκορπισμένα σε αραιά διαστήματα και κατά τη θέση του δεν μπορούσε να επηρεαστεί κάποιο όχημα που θα περνούσε από πάνω τους. Σε σχέση με τις φωτογραφίες Τεκμήριο 2Α και Β, ανέφερε ότι τις έλαβε κατόπιν υπόδειξης του Μ.Κ.
  8. Ακολούθως αναφέρθηκε στις φωτογραφίες που έλαβε. Τέλος αναφέρθηκε και εξήγησε την έννοια του όρου "χρόνος αντίδρασης", εξηγώντας παράλληλα πως όταν κάποιος γνωρίζει ή αναμένει να δει κάτι, ή αναμένει κάποιον συγκεκριμένο κίνδυνο, ο χρόνος αντίδρασης μειώνεται. Συμφώνησε περαιτέρω ότι ο Μ.Κ.3, πριν αρχίσει τις δοκιμές ακινητοποίησης, γνώριζε το σημείο στο οποίο στεκόταν ο Μ.Κ.
  9. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Αρχιλοχίας XXXXX, XXXXX Ορφανός, ως Μ.Κ.
  10. Ο μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ στη διαδικασία. Σε αυτήν αναφέρεται στα προσόντα του σε σχέση με τη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων και στις ενέργειες στις οποίες προέβη ο ίδιος όταν επισκέφθηκε τη σκηνή. Ακολούθως αναφέρθηκε και επεξήγησε τις μετρήσεις που λήφθηκαν στη σκηνή. Αναφέρθηκε επίσης στις φωτογραφίες 1 μέχρι 9 του Τεκμηρίου 2(Β). Επίσης κατάθεσε ως Τεκμήριο 7, δέσμη εγγράφων από τις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τον μηχανικό έλεγχο των επίδικων οχημάτων. Επιπρόσθετα, υπέδειξε επί του Τεκμηρίου 3, τις αναφορές των μετρήσεων στις οποίες προέβη κατά την αναπαράσταση. Σε σχέση με τα διάφορα γεωργικά προϊόντα που εντοπίζονται στον δρόμο, ανέφερε ότι αυτά βρίσκονταν διασκορπισμένα τόσο στη δεξιά και αριστερή πλευρά του δρόμου, όσο και στο κέντρο. Συνεπώς σύμφωνα με τον μάρτυρα ήταν αδύνατον να πατηθούν όλα από το όχημα του Κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέτασή του, προσδιόρισε ότι η εμπλοκή του περιορίστηκε μόνο στην καταμέτρηση της ορατότητας, στις εξετάσεις τροχοπέδησης και στο ότι μετέβη στη σκηνή και είδε τα διάφορα ίχνη που εντοπίστηκαν. Σε σχέση με το σημείο που κατ' ισχυρισμόν βρισκόταν ο Μ.Κ.9, ανέφερε ότι αυτό υποδείχθηκε από τον ίδιο τον μάρτυρα, ο οποίος κατά την αναπαράσταση κλήθηκε να σταθεί στο σημείο που στεκόταν τον επίδικο χρόνο. Σημείωσε, επίσης, ότι ο ίδιος ο μάρτυρας του ανέφερε πως στεκόταν στο σημείο που αρχίζουν οι νησίδες. Σε σχέση με τη μέτρηση των 153 μέτρων που αναφέρει στην κατάθεσή του, εξήγησε ότι αυτή έγινε με αναφορά το σταθερό σημείο. Εξήγησε παράλληλα ότι, σταθερό σημείο ήταν πάσσαλος από τον οποίον άρχισαν οι λήψεις των μετρήσεων. Αναφέρθηκε και επεξήγησε ακολούθως τις φωτογραφίες 8 και 9 του Τεκμηρίου 2(Β). Επιπρόσθετα σε σχέση με την κατάσταση του δρόμου, δέχτηκε ότι ο δρόμος πριν το σταθερό σημείο είναι επίπεδος και μετά παρουσιάζει κατωφέρεια. Εξήγησε, όμως, ότι δεν παρουσιάζει καμπύλη προς τα κάτω. Προσδιόρισε, περαιτέρω, ότι κατά τον χρόνο της αναπαράστασης, ο Μ.Κ.9 στάθηκε στο σημείο που στεκόταν τη νύχτα του ατυχήματος και έκαμνε σήματα με το ίδιο φανάρι που κρατούσε τον επίδικο χρόνο. Ακολούθως ανέφερε, ότι ο ίδιος εισήλθε στο υπηρεσιακό όχημα και κινείτο με ταχύτητα 100 χ.α.ω στην κατεύθυνση προς το σημείο του ατυχήματος, κρατώντας τη δεξιά λωρίδα. Σε σχέση με τον οδικό φωτισμό, την ημερομηνία της αναπαράστασης, ανέφερε ότι λειτουργούσαν όλοι οι λαμπτήρες εκτός από έναν και συγκεκριμένα εκείνο που βρισκόταν στο σημείο που ήταν κοντά στο όχημα του θύματος. Ανέφερε, επίσης, ότι ο ίδιος οδήγησε υπηρεσιακό όχημα μάρκας Ford, αλλά δεν είχε ελέγξει την ακτίνα των φώτων του εν λόγω οχήματος. Επίσης δεν είχε ελέγξει ούτε την ακτίνα των φώτων του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Επανέλαβε ότι σε απόσταση 227 μέτρων πίσω από το αυτοκίνητο XXXXX72, μπορούσε να αντιληφθεί το φανάρι αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει κάποιο άτομο, εξηγώντας ότι αυτό συνέβαινε λόγω της απόστασης και όχι λόγω του φωτισμού. Τόνισε ότι ο φωτισμός στον δρόμο ήταν πολύ καλός. Απέρριψε την υποβολή ότι σε περίπτωση που ένας λαμπτήρας δεν ήταν σε λειτουργία θα επηρεαζόταν ουσιωδώς η φωτεινότητα του δρόμου. Δέχτηκε, όμως, ότι κατά τον χρόνο που λαμβάνονταν οι εν λόγω μετρήσεις, ο ίδιος γνώριζε για την ύπαρξη του πεζού στον δρόμο. Αναφέρθηκε ακολούθως στην έννοια του όρου "χρόνος αντίδρασης", εξηγώντας παράλληλα τις μεταβλητές από τις οποίες αυτός εξαρτάται. Σε υποβολή ότι ο χρόνος αντίληψης κάποιου οδηγού ο οποίος αντιμετωπίζει πολύπλοκη κατάσταση σε αυτοκινητόδρομο, είναι μεταξύ 3 με 5 δευτερόλεπτων, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο χρόνος αντίδρασης κατά τη διάρκεια της νύχτας είναι μεγαλύτερος. Σε υποβολή ότι χρειάζεται χρόνος 1,7 δευτερολέπτων ώστε κάποιος οδηγός να μετακινήσει το κεφάλι του, σε απόσταση πέραν των 15 μοιρών για να δει κάτι στο πεζοδρόμιο, απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Συμφώνησε ακολούθως ότι όταν κάποιος οδηγός αντιληφθεί κάτι ξένο στον αυτοκινητόδρομο όπως γεωργικά προϊόντα, είναι φυσικό να τον προβληματίσει κατά την οδήγηση. Κατά την αναπαράσταση όμως, δεν χρησιμοποιήθηκαν γεωργικά προϊόντα, για τον λόγο ότι ήταν αδύνατον να γνωρίζουν τον όγκο και την ακριβή θέση που βρίσκονταν τη νύχτα του ατυχήματος, καθώς επίσης και για τον λόγο ότι δεν επηρεάστηκε η ομαλή διέλευση του οχήματος του Κατηγορούμενου από τα γεωργικά προϊόντα που βρίσκονταν στον δρόμο. Αναφέρθηκε ακολούθως στην έννοια του όρου χρόνος ακινητοποίησης και συμφώνησε ότι μεταξύ των παραγόντων που τον επηρεάζουν, είναι και η κατάσταση του δρόμου, όπως επί παραδείγματι η υγρασία. Επέμεινε όμως ότι στην επίδικη περίπτωση, δεν υπήρχε τέτοια υγρασία ώστε να επηρεαστεί ο χρόνος ακινητοποίησης του οχήματος του Κατηγορουμένου. Επέμεινε επίσης ότι τα φώτα κινδύνου του οχήματος XXXXX34 ήταν αναμμένα κατά τον επίδικο χρόνο, όμως με αναφορά στις φωτογραφίες 10 μέχρι 16 του Τεκμηρίου 2(Α), συμφώνησε ότι σε εκείνες δεν ήταν αναμμένα τα φώτα κινδύνου του εν λόγω οχήματος. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, ήταν ο Υπαστυνόμος Λένας Θεμιστοκλέους ως Μ.Κ.
  11. Ο ΜΚ4 κατάθεσε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Ο ΜΚ4 είναι ο υπεύθυνος του Κλάδου Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων και στην κατάθεση του αναφέρεται στις ενέργειες που προέβη στις 30.07.2017 και στις 03.08.
  12. Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος επόπτευε και συντόνιζε την πορεία των εξετάσεων, δίνοντας οδηγίες στα μέλη της ανακριτικής ομάδας. Κατά την αντεξέταση του, αναφέρθηκε στην πείρα του στον Κλάδο Διερεύνησης Δυστυχημάτων, αναφέροντας ότι εργάζεται στον εν λόγω κλάδο από το 1995 και διερεύνησε πέραν των 10.000 δυστυχημάτων. Ακολούθως αναφέρθηκε στο σημείο που βρισκόταν τόσο το θύμα όσο και ο Μ.Κ.9 πριν το ατύχημα και στο τι ανέφερε ως προς το σημείο που στεκόταν ο Μ.Κ.9 στον Μ.Κ.
  13. Περαιτέρω, με αναφορά στο Τεκμήριο 2Β, παραπέμποντας στις φωτογραφίες 6, 7 και 8, υπέδειξε τους λαμπτήρες που δεν άναβαν κατά την ημερομηνία της αναπαράστασης. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι δεν χρειαζόταν να ελεγχθεί η ακτίνα φώτων του Κατηγορουμένου, καθότι η οποιαδήποτε ακτίνα χανόταν μέσα στον φωτισμό που είχε ο δρόμος. Διευκρίνισε ότι ο δρόμος είχε πέραν των 300 μέτρων φωτισμό και κανένα αυτοκίνητο δεν έχει 300 μέτρα ακτίνα φωτός ώστε να φανεί. Ακολούθως αναφέρθηκε στην έννοια του όρου "χρόνος αντίληψης" δηλώνοντας ότι δεν μεταβάλλεται από το εάν είναι μέρα ή νύκτα. Επίσης, αναφέρθηκε στην έννοια του όρου "χρόνος αντίδρασης" και δήλωσε ότι εξαρτάται από το εάν είναι μέρα ή νύχτα. Σε σχέση με το κατά πόσον επηρεαζόταν ο χρόνος αντίδρασης από το γεγονός ότι ο Μ.Κ.3 γνώριζε εκ των προτέρων ότι εντός του αυτοκινητόδρομου θα έβλεπε πεζό, απάντησε ότι μπορούσε να επηρεάσει κατά το μέγιστο τον χρόνο αντίδρασης περί το μισό δευτερόλεπτο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι όταν κάποιος οδηγός κινείται στον δρόμο και βλέπει κάποιον πεζό να προβαίνει σε σήματα, αποσπάται η προσοχή του. Ανέφερε ότι αν ο οδηγός είναι προσηλωμένος στην οδήγηση, δεν αποσπάται η προσοχή του και δεν χρειάζεται να γυρίσει το κεφάλι του από τη στιγμή που ο πεζός βρισκόταν μπροστά του. Ανέφερε ακολούθως ότι δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιηθούν γεωργικά προϊόντα κατά την αναπαράσταση, καθότι από τις εξετάσεις που έγιναν, φάνηκε ότι αυτά δεν επηρέασαν τον Κατηγορούμενο. Προσδιόρισε ότι ο Κατηγορούμενος δεν διεφάνη να έκαμε οποιονδήποτε απότομο ελιγμό, ούτε άφησε ίχνη τροχοπέδησης, αλλά ούτε και έδειξε οποιανδήποτε αντίδραση. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι αρκετό μέρος των γεωργικών προϊόντων ήταν άθικτο αφότου πέρασε ο Κατηγορούμενος, ο οποίος πέρασε μόνο από κάποια σημεία. Σε υποβολή ότι ο Μ.Κ. 9 βρισκόταν σε πολύ κοντινότερο σημείο από το όχημα ΜΑΧ272, απάντησε ότι σημείωσαν αυτά που είπε στην κατάθεσή του ο εν λόγω μάρτυρας. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος την επίδικη νύχτα αντιμετώπισε μια ασυνήθιστη κατάσταση, τονίζοντας ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον Μ.Κ.9 στα 20 μέτρα, ενώ είχε στη διάθεσή του 300 μέτρα να τον αντιληφθεί. Διαφώνησε, επίσης, με την υποβολή, ότι η ύπαρξη γεωργικών προϊόντων στον δρόμο αύξησε τον χρόνο αντίδρασης. Πρόσθεσε μάλιστα, ότι δεν σχετίζεται ο χρόνος αντίδρασης με τα γεωργικά προϊόντα, καθότι ο Κατηγορούμενος δεν τα αντιλήφθηκε καν στον δρόμο. Δήλωσε περαιτέρω, ότι εξ όσων γνωρίζει, κατά τον επίδικο χρόνο άναβαν τα φώτα κινδύνου του οχήματος του Μ.Κ.
  14. Σε ερώτηση να εξηγήσει πώς επήλθε η σύγκρουση αφ' ης στιγμής το όχημα του Κατηγορούμενου οδηγείτο στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, απάντησε ότι πιθανότατα λίγα μέτρα πριν τη σύγκρουση, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο μπροστά του και επιχείρησε να κινηθεί αριστερά ως η πορεία του για να τον αποφύγει. Ακολούθως αναφέρθηκε στις συνθήκες πρόκλησης του πρώτου δυστυχήματος και δήλωσε ότι τα γεωργικά προϊόντα έπεσαν στον δρόμο από το πρώτο ατύχημα. Επανέλαβε, επίσης, ότι ο λόγος που δεν τοποθετήθηκαν γεωργικά προϊόντα τη νύχτα της αναπαράστασης, ήταν γιατί ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν είδε καν τα γεωργικά προϊόντα, ούτε επηρεάστηκε από αυτά. Αρνήθηκε τέλος την υποβολή, ότι η αναπαράσταση που έγινε δεν ανταποκρινόταν στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Λοχίας XXXXX XXXXX Αντωνίου, ως ΜΚ
  15. Ο ΜΚ 5 κατάθεσε και υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε στη διαδικασία. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 7, σημειώνοντας ότι είναι οι φωτογραφίες που έλαβε κατά τον μηχανικό έλεγχο. Κατά την αντεξέταση του, δέχτηκε ότι η μόνη εμπλοκή του στην υπόθεση ήταν το γεγονός της λήψης των φωτογραφιών. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Χριστοδούλου ως Μ.Κ.6, ο οποίος κατάθεσε και υιοθέτησε την κατάθεση του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Στ. Κατά την αντεξέταση του, δέχτηκε ότι η μοναδική του εμπλοκή ήταν το ότι έλαβε τηλεφώνημα από τον XXXXX Μενελάου, ο οποίος ανέφερε κάποιο δυστύχημα στην αερογέφυρα, στον αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς ‑ Λευκωσίας και ότι ο ίδιος ενημέρωσε τον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX Ν. Κωνσταντίνου ως Μ.Κ.
  16. Ο Μ.Κ.7 υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ζ. O M.Κ.7 ήταν το πρόσωπο το οποίο μετέβη πρώτο στην σκηνή. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στο τι αντίκρυσε στην σκηνή. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας XXXXX Ι. Σανταφιανός, ως Μ.Κ.
  17. Ο Μ.Κ.8 υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Η. Η εμπλοκή του Μ.Κ.8 στην διαδικασία ήταν η απόδοση της γραπτής κατηγορίας προς τον Κατηγορούμενο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Μενελάου ως Μ.Κ.
  18. Ο Μ.Κ.9 ήταν ο οδηγός του οχήματος XXXXX34, το οποίο συγκρούστηκε με το όχημα XXXXX72 που οδηγούσε η XXXXX Χρυσοστόμου. Ο Μ.Κ.9 υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 24.7.2017, ως Έγγραφο Θ στη διαδικασία. Επίσης υιοθέτησε και την κατάθεσή του, ημερομηνίας 30.7.2017, η οποία είχε ήδη κατατεθεί ως Τεκμήριο
  19. Επίσης, κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στις φωτογραφίες Τεκμήρια 2Α και 2Β. Επιπλέον με παραπομπή στις εν λόγω φωτογραφίες προσδιόρισε τη θέση που στεκόταν το θύμα κατά τον χρόνο που κτυπήθηκε από το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Επίσης, ο μάρτυρας υπέδειξε τον τρόπο με τον οποίο προέβαινε σε σήματα με το φανάρι του ενώ εξήγησε ότι αυτό βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Επιπρόσθετα, στο Τεκμήριο 8 ο μάρτυρας ανέφερε πως, όταν πέρασε από δίπλα του το όχημα του Κατηγορουμένου ο ίδιος έβλεπε τη σκηνή καθαρά. Δήλωσε σχετικά ότι το όχημα του Κατηγορούμενου κινήθηκε ευθεία χωρίς να επηρεαστεί καθόλου η πορεία του και χωρίς να φρενάρει. Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε το τι έπραξε όταν πέρασε από δίπλα το όχημα του Κατηγορουμένου. Επίσης, αναφέρθηκε εκτενώς στις συνθήκες επέλευσης του ατυχήματος που προηγήθηκε του επιδίκου συμβάντος και ενεπλάκη το όχημά του με το όχημα του θύματος. Ακολούθως αναφέρθηκε στις ενέργειές του μετά το πρώτο ατύχημα και στο ότι μόλις αντιλήφθηκε φώτα να προσεγγίζουν φώναξε στον συνοδηγό του οχήματός του, Μ.Κ.10, και στο θύμα να απομακρυνθούν από τον δρόμο. Εξήγησε, επίσης, το τι εννοούσε με την αναφορά του στο Τεκμήριο 8 ότι αντιλήφθηκε το πρόχειρο σχέδιο, Τεκμήριο
  20. Δήλωσε ρητά πως μόνο ένας λαμπτήρας ήταν εκτός λειτουργίας κατά το επίδικο ατύχημα και συγκεκριμένα ο λαμπτήρας που υπήρχε στο σημείο που βρισκόταν το όχημα του θύματος. Τόνισε ότι τα ίδια σήματα που έκανε με το φανάρι τον επίδικο χρόνο, τα ίδια έκανε και κατά την αναπαράσταση. Ανέφερε επίσης ότι τα πισινά φωτά του οχήματος του θύματος άναβαν και τα δύο αλλά από την σύγκρουση έσπασε το ένα. Επανέλαβε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια αποφυγής και ότι κινείτο περίπου στο κέντρο του δρόμου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το σημείο που υπέδειξε ως σημείο που βρισκόταν κατά τον χρόνο που προέβαινε σε σήματα ήταν εσφαλμένο. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Μυλόρδος ως Μ.Κ.
  21. Ο Μ.Κ.10 ήταν συνοδηγός στο όχημα XXXXX
  22. Κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις του ημερομηνίας 24.7.2017 και 6.8.2017, οι οποίες κατατέθηκαν ως Έγγραφα Ι και Κ αντίστοιχα. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στις συνθήκες πρόκλησης του πρώτου ατυχήματος μεταξύ του οχήματος XXXXX34 και του οχήματος του θύματος. Επίσης αναφέρθηκε στον αριθμό των γεωργικών προϊόντων που μεταφερόταν από το όχημα XXXXX34 και τον τρόπο που αυτά ήταν τοποθετημένα στην «κάσια» αυτού. Ακολούθως δέχθηκε ότι αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα με την ακοή του. Σε σχέση με το επίδικο συμβάν ανέφερε ότι αν πατούσε φρένα το όχημα του Κατηγορουμένου θα το άκουε και ότι ο ίδιος είδε ότι δεν φρέναρε. Ακολούθως υπέδειξε το σημείο που στεκόταν το θύμα πριν κτυπηθεί από το όχημα του Κατηγορουμένου και ότι ο ίδιος μόλις αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου να τους προσεγγίζει της είπε να μετακινηθεί. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις όποιες κλήθηκε και έδωσε τη δεύτερη του κατάθεση, Έγγραφο Κ. Ερωτώμενος σε σχέση με τον οδικό φωτισμό το επίδικο βράδυ δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ποιοι λαμπτήρες άναβαν. Επίσης δεν θυμόταν να καθορίσει το ακριβές σημείο στο οποίο στεκόταν ο Μ.Κ.9 όταν προέβαινε σε σήματα με το φανάρι. Δέχθηκε περαιτέρω ότι στις 30.7.2017 μετέβη και ίδιος στην σκηνή και δήλωσε ότι εκείνη την ημερομηνία ο Μ.Κ.9 υπέδειξε στους αστυνομικούς το σημείο που στεκόταν όταν έκανε σήματα με το φανάρι. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Θεοκλέους Μ.Κ.
  23. Ο Μ.Κ.11 είναι ο υπεύθυνος του Γραφείου του Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων και υιοθέτησε την κατάθεσή του ως Έγγραφο Λ. Σε αυτή αναφέρεται στα προσόντα του. Επίσης αναφέρθηκε στα ευρήματα του κατά τον μηχανικό έλεγχο όλων των οχημάτων, στο σημείο επαφής αυτών και καταλήγει στο ότι δεν εντόπισε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το δυστύχημα. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας αναγνώρισε τις φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τον μηχανικό έλεγχο. Κατά την αντεξέτασή του επεξήγησε τις αναφορές του σε σχέση με το σημείο επαφής, καταθέτοντας το Τεκμήριο
  24. Επίσης, αναφέρθηκε στην έννοια του όρου πρώτη επαφή και στα ευρήματά του για τις ζημίες των ενεχόμενων οχημάτων. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η πρώτη επαφή του οχήματος του Κατηγορουμένου με το όχημα του θύματος φαίνεται στις φωτογραφίες 40 και 41 του Τεκμηρίου
  25. Τόνισε, περαιτέρω, ότι του κτυπήματος στην πόρτα προηγήθηκε κτύπημα στο δεξί πισινό φανάρι. Τέλος πριν το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατατέθηκαν εκ συμφώνου οι καταθέσεις της XXXXX Χρυσοστόμου ημερομηνίας 18.3.2018 και 23.9.2017 ως Τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα. Επίσης κατατέθηκε η κατάθεση της XXXXX Παπέττα, ημερομηνίας 27.3.2018, ως Τεκμήριο 13, η κατάθεση της XXXXX Στουππή, ημερομηνίας 31.7.2017, ως Τεκμήριο 14 και η κατάθεση του XXXXX Στουππή, ημερομηνίας 1.8.2017, ως Τεκμήριο
  26. Ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε ένα μάρτυρα. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε κείμενο ως την ανώμοτη δήλωσή του, το οποίο σημειώθηκε ως έγγραφο Μ στη διαδικασία. Μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Σάββα ως Μ.Υ.
  27. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε υπό την ιδιότητα ως ειδικού αναφορικά με τροχαίες συγκρούσεις. Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την έκθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ν. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως Τεκμήρια 16 Α και Β δύο αεροφωτογραφίες της σκηνής που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της μέρας και ως Τεκμήρια 17 Α και Β δύο αεροφωτογραφίες της σκηνής που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της νύκτας. Επιπλέον κατέθεσε μια φωτογραφία που απεικονίζει το σημείο σύγκρουσης ως Τεκμήριο
  28. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήρια 19 και 20 δυο φωτογραφίες που απεικονίζουν τον Κατηγορούμενο καθήμενο σε όχημα. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 σχέδιο που ετοίμασε ο ίδιος και επισύναψε επί του Εγγράφου Ν, ως Τεκμήριο 22 αντίγραφο από το σύγγραμμα Mark Green με τίτλο «Let's get real about perception time» και ως Τεκμήριο 23, αντίγραφο από το σύγγραμμα του Jim Keanan με τίτλο «Perception Response Time». Τέλος κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 το βιογραφικό του σημείωμα και ως Τεκμήριο 25 σκίτσο που ετοίμασε σε σχέση με την ορατότητα κάποιου καθημένου οδηγού. Κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στην ορατότητα του οδηγού όταν είναι καθήμενος στο όχημα αντιπαραβάλλοντάς την με την ορατότητα κάποιου όρθιου πρόσωπου. Επιπλέον αναφέρθηκε στις πραγματικές συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει ο Κατηγορούμενος σε αντίθεση με τον Μ.Κ.3 ο οποίος ενεργούσε σε γνωστό σενάριο κατά την αναπαράσταση. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι η μεθοδολογία που εργάστηκε η αστυνομία κατά την αναπαράσταση ήταν εσφαλμένη, δηλώνοντας ότι η ορατότητα κάποιου καθήμενου προσώπου είναι μικρότερη από κάποιο πρόσωπο που είναι όρθιο. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι ανθρώπινη αντίληψη επηρεάζεται όταν πλησιάζουμε ένα αντικείμενο, το οποίο βρίσκεται σε ευθεία πορεία προς εμάς και χρειάζεται περισσότερο χρόνο κάποιος οδηγός να αντιληφθεί εάν αυτό είναι σταματημένο ή κινείται. Περαιτέρω, με παραπομπή σε σχετική βιβλιογραφία αναφέρθηκε στις έννοιες του όρου χρόνος αντίληψης - αντίδρασης. Προσδιόρισε ότι κατά κανόνα γίνεται δεκτό ότι αυτός καθορίζεται στο 1.5 δευτερόλεπτο. Ταυτόχρονα αναφέρθηκε στους παράγοντες που μπορούν να τον επηρεάσουν. Ιδίως ανέφερε ότι μπορεί να αυξηθεί όταν ο οδηγός τεθεί προ πολλαπλών καταστάσεων. Ακολούθως, αναφέρθηκε ειδικά στον χρόνο αντίδρασης που κατά την κρίση του ίσχυε στην επίδικη υπόθεση και στον υπολογισμό του χρόνου ακινητοποίησης. Δήλωσε ότι στην επίδικη υπόθεση ο χρόνος αντίδρασης θα έπρεπε να καθοριστεί στα 2 δευτερόλεπτα. Στους υπολογισμούς του έλαβε υπόψη ότι το όχημα του Κατηγορουμένου κινείτο με ταχύτητα 100 - 110 χ.α.ω. Ακολούθως προέβη σε υπολογισμό του χρόνου ακινητοποίησης του οχήματος του Κατηγορουμένου. Έπειτα έλαβε υπόψη ότι από το σημείο εξόδου του χώρου που βρίσκονταν διασκορπισμένα φθαρτά μέχρι το όχημα του θύματος η απόσταση ήταν 47.4 μέτρα. Στη βάση των πιο πάνω κατέληξε ότι το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι ήταν λάθος η μεθοδολογία που ακολούθησε ο Μ.Κ.3 για τον προσδιορισμό της ορατότητας, αφού το έπραττε όρθιος. Όμως, ο ίδιος δεν έκανε οποιαδήποτε μέτρηση για να εντοπίσει την ορατότητα. Τόνισε παράλληλα ότι σκοπός της μελέτης του ήταν να εντοπίσει τα λάθη της αστυνομίας κατά την αναπαράσταση. Δήλωσε, επίσης, ότι τα φώτα πορείας ενός οχήματος φαίνονται καλύτερα όταν αυτό βρίσκεται σε σκιασμένο σημείο παρά σε φωτεινό. Επίσης, επέμεινε στις θέσεις του προς τον καθορισμό του χρόνου αντίδρασης του Κατηγορουμένου. Τόνισε ότι στους υπολογισμούς του έλαβε υπόψη τα δεδομένα της αστυνομίας. Δήλωσε ότι το να περάσει κάποιος οδηγός πάνω από φθαρτά επηρεάζει την αντίδρασή του. Απέδωσε την αντίδραση του Μ.Κ.3, κατά την αναπαράσταση, να φρενάρει μόλις είδε τον πεζό στο ότι γνώριζε το σενάριο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ένας οδηγός που δεν γνώριζε το σενάριο δεν θα αντιδρούσε στον ίδιο χρόνο που αντέδρασε ο Μ.Κ.
  29. Ο μάρτυρας δεν αμφισβήτησε τις μετρήσεις της αστυνομίας. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προώθησαν ο καθένας τη θέση του, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε. 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Ταυτόχρονα έχω υπόψη μου ότι μικροαντιφάσεις που αφορούν επουσιώδη στοιχεία, όχι μόνο δεν επηρεάζουν την ουσία της μαρτυρίας, αλλά φυσιολογικά αναμένεται να υπάρχουν. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Αβραάμ Αβραάμ ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 220. Έχω δε κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή, ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Διευκρινίζω, όμως, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως, πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45. Ιδίως σε τροχαία ατυχήματα το σχέδιο του ατυχήματος ενέχει σημαντική αξία και χρησιμότητα για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ (Β) 1243. Σε σχέση με τους μάρτυρες πραγματογνώμονες σημειώνω ότι το πρωταρχικό τους καθήκον είναι να παρουσιάσουν τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 958 και Μαλαός Ανδρέας κ.ά ν. Χριστιάνας Χρίστου κ.ά,
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο έχει καθήκον, σε κάθε περίπτωση, να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ.
  2. Το δε ζήτημα του ποιος αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.1 Ο Μ.Κ.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα. Η εμπλοκή του στη διερεύνηση περιστράφηκε γύρω από τον καταρτισμό των σχεδίων της σκηνής του ατυχήματος, τις διάφορες αποστάσεις που σημείωσε και την τοποθέτηση επί του σχεδίου των διαφόρων σημείων - αναφορών. Ιδίως, η απεικόνιση του σημείου που στεκόταν ο Μ.Κ.9 το επίδικο βράδυ, συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ο μάρτυρας ήταν σαφής ως προς τη μεθοδολογία που εργάστηκε και η μαρτυρία του δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Ταυτόχρονα η θέση του ότι στο πρόχειρο σχέδιο οι αποστάσεις δεν είναι ακριβείς, επειδή πρόκειται περί προχείρου σχεδίου και ότι αυτές τέθηκαν με ακρίβεια στο επί κλίμακος σχέδιο είναι σαφής και συνάδει με τη λογική. Επίσης, ήταν σαφής ως προς το ότι κατέγραψε ως το σημείο που στεκόταν ο Μ.Κ.9 στη βάση των αναφορών του ίδιου του μάρτυρα. Τέλος η μαρτυρία του ως προς τις συνθήκες του δρόμου και την οδική σήμανση δεν αμφισβητήθηκαν. Επομένως κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.2 Ο Μ.Κ.2 επίσης προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα. Ο μάρτυρας ανέφερε με λεπτομέρειες τις ενέργειες που έλαβαν χώρα κατά την αναπαράσταση και τον τρόπο μέτρησης των διαφόρων αποστάσεων. Ταυτόχρονα το γεγονός ότι δεν καταμετρήθηκε το ύψος του Κατηγορουμένου, όταν ήταν καθήμενος στο όχημά του, δεν επηρεάζει τη μέτρηση, αφού δεν τέθηκε επαρκής επιστημονική μαρτυρία που να δεικνύει ότι η μέθοδος που ακολουθήθηκε από την αστυνομία ήταν εσφαλμένη. Επίσης, οι θέσεις του ως προς την έννοια του όρου χρόνος αντίδρασης δεν αμφισβητήθηκαν και συνάδουν με τη μαρτυρία του Μ.Υ.
  2. Εν γένει, η αξιοπιστία και η συνοχή της μαρτυρίας του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Αντίθετα, η μαρτυρία του συνολικά παρέμεινε σταθερή. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.
  3. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 αφορούσε τη διαδικασία της αναπαράστασης του ατυχήματος. Η μαρτυρία του σχετικά ήταν σαφής, σταθερή και πειστική. Ο μάρτυρας εξήγησε με σαφήνεια τις ενέργειες που έλαβαν χώρα κατά την αναπαράσταση και τα δεδομένα επί των οποίων βασίστηκε η αστυνομία για την διενέργειά της. Η θέση του ότι στις 30.7.2017 ο ίδιος ο Μ.Κ.9 τους υπέδειξε το σημείο που στεκόταν το επίδικο βράδυ, συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Το ότι δεν σημείωσε στην κατάθεσή του ότι ο Μ.Κ.9 στάθηκε στο σημείο που ξεκινά η νησίδα δεν επηρεάζει, αφού η πιο πάνω θέση της αστυνομίας αποτυπώθηκε στο σχέδιο του ατυχήματος, Τεκμήριο
  4. Επίσης, οι αναφορές του ως προς το με ποίο τρόπο ο Μ.Κ.9 προέβαινε σε σήματα συνάδει με το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας. Επίσης, οι θέσεις του ως προς τις αποστάσεις στις οποίες αντιλήφθηκε τα σήματα με το φανάρι και τον πεζό στον δρόμο έχουν επεξηγηθεί με σαφήνεια, καθαρότητα και δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Σε σχέση με το γεγονός ότι γνώριζε πως σε κάποιο στάδιο θα έβλεπε πεζό δεν έχει επεξηγηθεί το πώς θα επηρέαζε την ορατότητα. Αντίθετα αυτό που τέθηκε στον μάρτυρα ήταν ότι το πιο πάνω γεγονός επηρέαζε τον χρόνο αντίληψης και όχι το γεγονός της αντίληψης της παρουσίας του πεζού στο σημείο. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στις αναφορές ως προς την ορατότητα που υπήρχε στον δρόμο και τις αποστάσεις που ήταν ορατό το φανάρι και ο πεζός. Περαιτέρω, οι θέσεις του ως προς την έννοια των όρων χρόνος αντίληψης και χρόνος ακινητοποίησης συνάδουν με τη μαρτύρια του Μ.Υ.
  5. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας σε σημεία που δεν γνώριζε δεν δίστασε να το αναφέρει, γεγονός που δεικνύει ότι προσήλθε στο δικαστήριο να καταθέσει τα όσα αντιλήφθηκε και γνωρίζει, χωρίς πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Μικροαντιφάσεις, όπως το ότι στην κατάθεσή του δήλωσε ότι μετέβη στην σκηνή και μετά κλήθηκε ο Μ.Κ.9 ενώ στην αντεξέτασή του ανέφερε ότι μετέβηκαν μαζί στην σκηνή, δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.4 Η μαρτυρία του Μ.Κ.4 ως προς τις ανακριτικές του ενέργειες και τις ενέργειές του κατά την ημέρα της αναπαράστασης ήταν σαφής, σταθερή και κατά το μεγαλύτερο μέρος της συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του ως προς τον οδικό φωτισμό που ήταν σε λειτουργία κατά την ημέρα της αναπαράστασης συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Επιπλέον, το συμπέρασμά του ότι η οδήγηση του Κατηγορουμένου δεν επηρεάστηκε από τα γεωργικά προϊόντα συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας και δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα, οι υποβολές ότι ο Μ.Κ.9 στεκόταν σε σημείο άλλο από αυτό που είχε υποδείξει δεν έχει υποστηριχτεί με μαρτυρία και ως εκ τούτου παρέμεινε αόριστος ισχυρισμός. Επίσης, η υποβολή ότι το επίδικο βράδυ έγιναν 3 δυστύχημα παρέμεινε αόριστος ισχυρισμός. Σε σχέση με τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.
  6. Σε σχέση με την εξήγηση που έδωσε ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο στη δεξιά λωρίδα και ακολούθως κινήθηκε αριστερά, αποτελεί εικασία και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Περαιτέρω, ορισμένες αναφορές όπως το ότι έγινε μέτρηση για το ύψος του επιπέδου των ματιών του Κατηγορουμένου όταν ήταν καθήμενος στο όχημά του δεν υποστηρίζονται από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Επιπρόσθετα, δεν υποστηρίζεται η θέση ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν λειτουργούσε το δεξί πισινό φανάρι του οχήματος του θύματος. Επιπρόσθετα, οι θέσεις του ως προς την έννοια και περιεχόμενο των όρων χρόνος αντίληψης και χρόνος αντίδρασης δεν συνάδουν με τη μαρτυρία του πραγματογνώμονα Μ.Υ.1 ούτε και με την μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας. Συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.4 μερικώς. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.5 Ο Μ.Κ.5 ήταν τυπικός μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.6 Ο Μ.Κ.6 ήταν τυπικός μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.7 Ο Μ.Κ.7 ήταν τυπικός μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.8 Ο Μ.Κ.8 ήταν τυπικός μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.9 Ο Μ.Κ.9 ήταν το πρόσωπο που στη μαρτυρία του οικοδομήθηκε το σενάριο της αναπαράστασης της αστυνομίας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.9 είναι κατασκευασμένη. Επίσης, η αντεξέτασή του επεκτάθηκε στις συνθήκες πρόκλησης του πρώτου χρονικά ατυχήματος χωρίς όμως αυτές να συνδεθούν τελικά με το επίδικο συμβάν. Επίσης, δεν έχει συνδεθεί το με ποιο τρόπο η πτώση κιβωτίων από το όχημά του προκάλεσε το επίδικο ατύχημα. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή, η οποία ισχύει τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό δίκαιο, ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, ημερομηνίας 11.5.
  7. Έτσι, το Δικαστήριο θα αξιολογήσει τη μαρτυρία του Μ.Κ.9 επί των σημείων που άπτονται του επίδικου δυστυχήματος. Συνεπώς, οι αναφορές του περί της ύπαρξης κιβωτίων στην «κάσια» του οχήματός του ή σε σχέση με το πρώτο ατύχημα δεν θα απασχολήσουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  8. Η μαρτυρία του Μ.Κ.9 σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο ατύχημα ήταν σταθερή, πειστική και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Κεντρικό σημείο της μαρτυρίας του ήταν το σημείο που σύμφωνα με τον ίδιο στεκόταν και έκανε σήματα με το φανάρι. Επί του προκείμενου παρατηρώ ότι στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 30.7.2017, ανέφερε ότι στεκόταν στο σημείο που ξεκινούσε η ζωγραφιστή νησίδα. Επιπλέον, κατά την αντεξέταση του υπέδειξε στην φωτογραφία 12 του Τεκμηρίου 2(Β) ως σημείο που στεκόταν το σημείο περίπου που ξεκινούσε η ζωγραφιστή νησίδα. Το γεγονός ότι κατά την αντεξέτασή του εξέφρασε ή προσδιόρισε την απόσταση που στεκόταν σε σχέση με το όχημά του σε βήματα ή «ασσιελιές» δεν μεταβάλλει το γεγονός πως όταν του υποδείχτηκε φωτογραφία του χώρου υπέδειξε το ίδιο σημείο που ανέφερε στην κατάθεση του. Το εάν ο μάρτυρας κατά την υποκειμενική του αντίληψη εξέφρασε την πιο πάνω απόσταση σε «ασσιελίες» ή θυμόταν ότι διήνυσε απόσταση εικοσιπέντε με τριάντα «ασσιελιών» δεν μπορεί να καταστήσει αναξιόπιστη τη μαρτυρία του. Ταυτόχρονα σημειώνεται ότι η θέση του δεν αντικρούεται από άλλη αντίθετη μαρτυρία. Επίσης, σύμφωνα με τη νομολογία τα γεγονότα σε περιπτώσεις δυστυχημάτων εξελίσσονται σε ελάχιστο χρόνο και δεν είναι αναμενόμενο και λογικό να μπορεί κάποιος να υπολογίζει με ακρίβεια τις αποστάσεις ή τον χρόνο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Τιμοθέου Βίκτωρας ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ
  1. Το ίδιο ισχύει, κατά την κρίση μου, και για το γεγονός ότι στην φωτογραφία 12 του Τεκμηρίου 2(Β) υπέδειξε όχι την πρώτη γραμμή της νησίδας αλλά ελαφρώς πιο μπροστά. Συνακόλουθα αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα για το σημείο στο οποίο στεκόταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Επίσης, αποδέχομαι ότι το σημείο αυτό ήταν το σημείο που ανέφερε στον επί καθήκοντι αστυνομικό, ήταν το σημείο που στάθηκε κατά την αναπαράσταση του ατυχήματος και ήταν το σημείο που αποτυπώθηκε στο Τεκμήριο
  2. Επιπλέον, η θέση του ότι προέβαινε σε σήματα με το φανάρι κουνώντας τα χέρια του πάνω κάτω παρέμεινε σταθερή κατά τη μαρτυρία του και γίνεται αποδεκτή. Επιπρόσθετα, η αναφορά του ότι το όχημα του κατηγορουμένου ουδέν μέτρο έλαβε για να αποφύγει την σύγκρουση παρέμεινε σταθερή κατά τη μαρτυρία του. Επίσης, η θέση του ως προς το ποιοι λαμπτήρες δεν άναβαν το βράδυ του ατυχήματος συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, Έγγραφο Α, η οποία στο συγκεκριμένο σημείο δεν αμφισβητήθηκε. Επιπλέον, η θέση του ότι μόλις σταμάτησε άναψε τα φώτα κίνδυνου του οχήματός του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Το γεγονός ότι στην αντεξέτασή του δήλωσε ότι άναβαν και τα δυο πισινά φώτα του οχήματος του θύματος, ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι άναβε μόνο το ένα δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της αναπαράστασης, αφού στην αναπαράσταση λήφθηκε υπόψη το σενάριο που έδωσε στην κατάθεσή του και ήταν το ευμενέστερο για τον Κατηγορούμενο. Η πιο πάω αντίφαση κρίνεται, εν πάση περιπτώσει, επουσιώδης. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.9 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.10 Ο Μ.Κ.10 αντεξετάστηκε επί μακρόν για τις συνθήκες πρόκλησης του πρώτου ατυχήματος. Όμως όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω κρίσιμα για την αξιοπιστία του είναι τα όσα ανέφερε για το επίδικο ατύχημα. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι ο μάρτυρας ήταν ευθύς και ειλικρινής και δεν είχε δισταγμό να παραδεχθεί ότι δεν θυμόταν συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τις οποίες ερωτήθηκε. Σε σχέση με το επίδικο ατύχημα η θέση του ως προς το σημείο που στεκόταν το θύμα δεν έχει αντικρουστεί από αντίθετη μαρτυρία και ήταν σαφής και πειστική. Η θέση του ότι το όχημα του Κατηγορουμένου δεν έπραξε οτιδήποτε για να αποφύγει την σύγκρουση δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του για τα πιο πάνω ζητήματα και κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.11 Ο Μ.Κ.11 κατέθεσε σε σχέση με τον μηχανικό έλεγχο των δύο οχημάτων, υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμονας. Εν προκειμένω, σημειώνω ότι από τα προσόντα του μάρτυρος και τη μη αμφισβήτηση αυτών κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Ο μάρτυρας εξήγησε με τη δέουσα σαφήνεια τα ευρήματά του σε σχέση με τις ζημίες των επίδικων οχημάτων, τη λειτουργία των φώτων πορείας αυτών και τον μηχανικό έλεγχο στον οποίο προέβη, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Επίσης, οι πιο πάνω θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτε αντικρούστηκαν από αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα, το συμπέρασμά του ότι τα ενεχόμενα οχήματα δεν αντιμετώπιζαν οποιοδήποτε πρόβλημα εξ αιτίας του οποίου να προκλήθηκε το ατύχημα παρέμεινε ακλόνητο. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.11 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ. 1 κλήθηκε ως μάρτυρας εμπειρογνώμονας. Από το σύνολο των προσόντων του μάρτυρος και τη μη αμφισβήτηση αυτών, κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Σε κάποια σημεία της, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και επιστημονικότητα. Συγκεκριμένα οι αναφορές του ως προς τον υπολογισμό του χρόνου αντίδρασης, επεξηγήθηκαν με σαφήνεια και με παραπομπή σε σχετική βιβλιογραφία. Επιπλέον, η θέση του ως προς τον υπολογισμό της απόστασης που θα χρειαζόταν ο Κατηγορούμενος να ακινητοποιήσει το όχημά του έχει επεξηγηθεί με τη δέουσα σαφήνεια. Για τα πιο πάνω παρείχε τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα ώστε το Δικαστήριο να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως προς τα πιο πάνω. Αντίθετα, η θέση του ότι κάποιο πρόσωπο καθήμενο σε όχημα έχει διαφορετική ορατότητα από κάποιο ιστάμενο πρόσωπο δεν έχει τεθεί με αναφορά σε οποιοδήποτε επιστημονικό δεδομένο και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Επομένως, η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, η θέση του πως όταν κάποιος οδηγός προσεγγίζει ένα αντικείμενο, το οποίο βρίσκεται σε ευθεία πορεία προς τον ίδιο, χρειάζεται περισσότερο χρόνο να αντιληφθεί εάν αυτό είναι σταματημένο ή κινείται, δεν έχει επεξηγηθεί με αναφορά σε οποιοδήποτε επιστημονικό δεδομένο και έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Βαρύτητα ανώμοτης δήλωσης Κατηγορουμένου. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε σχέση με την προσέγγιση κάποιας ανώμοτης δήλωσης διαφωτιστική είναι η απόφαση στην απόφαση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, όπου επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Περαιτέρω, είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος στη δήλωσή του υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία. Όμως η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμεύσει, ώστε να αποδειχθούν γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα. Επομένως, οι εν λόγω καταθέσεις, θα αξιολογηθούν υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση κατατεθειμένων γραπτών καταθέσεων. Αξιολόγηση γραπτών καταθέσεων του Κατηγορουμένου Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Παρά ταύτα είναι κατατεθειμένες στο Δικαστήριο δύο γραπτές καταθέσεις του ιδίου, ως Τεκμήρια 4 και
  2. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει οποιοδήποτε εύρημα ένοχης από τη σιωπή του Κατηγορουμένου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R.
  1. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος στις καταθέσεις του προβαίνει σε σειρά αναφορών ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Όμως το πιο σημαντικό είναι ότι είδε κάποια σήματα με το φανάρι. Επίσης δέχθηκε ότι είδε το διπλοκάμπινο όχημα στα αριστερά του και τον Μ.Κ.
  2. Σε σχέση με τα πιο πάνω επειδή συνάδουν με την υπόλοιπη ενώπιον μου μαρτυρία γίνονται αποδεκτά. Ταυτόχρονα τόσο στο Τεκμήριο 4 όσο και στο Τεκμήριο 6 ο Κατηγορούμενος επιχειρήσει να προβάλει την θέση ότι ελάττωσε μόλις αντιλήφθηκε τον Μ.Κ.
  3. Η πιο πάνω θέση άπτεται ισχυρισμού περί λήψης προληπτικών μέτρων προς αποφυγή του ατυχήματος, γεγονός που συνδέεται με τυχόν θεμελίωση ή όχι της ευθύνης του Κατηγορουμένου. Επίσης, από το σύνολο της υπόλοιπης ενώπιόν μου μαρτυρίας δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά σε λήψη προληπτικών μέτρων από τον Κατηγορούμενο. Επομένως, για να προσέδιδε βαρύτητα το Δικαστήριο στον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ότι ελάττωσε ταχύτητα θα έπρεπε να τεθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί στη βάσανο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, άνευ αντεξέτασης, να στηριχθεί στην κατάθεση του Κατηγορουμένου, για να εξάξει συμπεράσματα περί πρωτογενών γεγονότων που άπτονται της ευθύνης του Κατηγορουμένου. Το γεγονός ότι υιοθέτησε τις πιο πάνω καταθέσεις με την ανώμοτή του δήλωση δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική και όχι αποδεικτική αξία. Η αντικειμενικότητα της αναπαράστασης που έλαβε χώρα στις 3.8.2017 Στην υπό κρίση υπόθεση αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση η επάρκεια της αναπαράστασης που έλαβε χώρα στα 3.8.
  4. Επομένως, προτού προχωρήσω με τη διατύπωση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω ορθό να εξετάσω τις θέσεις του κ. Τσολακίδη, αφού η αναπαράσταση αποτελεί το θεμέλιο της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής. Η εν λόγω αποτίμηση γίνεται στο παρόν στάδιο, αφού προτού εκτιμηθεί η αξιόπιστα της ενώπιον μου μαρτυρίας δεν μπορούσαν να εξεταστούν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση σελ.344, το τι συνιστά αναπαράσταση είναι ζήτημα πραγματικό. Σημειώνεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν έλαβε χώρα αναπαράσταση στην παρουσία του Δικαστηρίου. Αυτό που έλαβε χώρα ήταν ανακριτικές ενέργειες της αστυνομίας ώστε να προσφερθεί μαρτυρία για τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά το επίδικο ατύχημα. Ουσιαστικά αυτό που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει ήταν το κατά πόσο ήταν επαρκής η διερεύνηση που έλαβε χώρα από την αστυνομία. Βασική θέση του κ. Τσολακίδη ήταν ότι δεν τοποθετηθήκαν γεωργικά προϊόντα στον δρόμο. Επί του προκειμένου σημειώνω ότι δεν υφίσταται μαρτυρία ότι επηρεάστηκε η οδήγηση του Κατηγορουμένου από γεωργικά προϊόντα που διασκορπίστηκαν. Επίσης ούτε ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε στην ύπαρξη των γεωργικών προϊόντων ως παράγοντα που επηρέασε την οδήγηση, αλλά ως παράγοντα που επηρέασε τον χρόνο αντίληψης του Κατηγορημένου. Επομένως, αφ' ης στιγμής δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει σε τέτοιο συμπέρασμα, η παράλειψη τοποθέτησής τους κατά την αναπαράσταση δεν επηρέαζε την εγκυρότητά της. Επιπλέον, εισηγήθηκε ο κ. Τσολακίδης, η αναπαράσταση πάσχει επειδή κατά την αναπαράσταση εξέπεμπε φως μόνο το δεξί φανάρι του οχήματος που τοποθετήθηκε στο σημείο όπου βρισκόταν το όχημα του θύματος. Το πιο πάνω σενάριο ήταν το ευμενέστερο για τον Κατηγορούμενο, αφού από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι κατά τον επίδικο χρόνο άναβαν και τα δύο. Επομένως, το πιο πάω δεν μπορεί να επηρεάσει την εγκυρότητα των ευρημάτων που εξάχθηκαν κατά την αναπαράσταση. Περαιτέρω, ο κ. Τσολακίδης προέβαλλε τη θέση ότι οι μετρήσεις που έγιναν από την αστυνομία ως προς την ορατότητα δεν ήταν αντικειμενικές, επειδή έγιναν από όρθια θέση και όχι από καθήμενο οδηγό. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι οι κρίσιμες μετρήσεις για την ορατότητα, ως προς την απόσταση που ήταν ορατά τα σήματα με το φανάρι και ο πεζός Μ.Κ.9, έγιναν από τον Μ.Κ3 κατά το στάδιο που διενεργείτο η αναπαράσταση και ήταν καθήμενος σε όχημα. Εν πάση περιπτώσει, η σχετική θέση του Μ.Υ.1 περί επηρεασμού της ορατότητας δεν έγινε δεκτή και επομένως η πιο πάνω εισήγηση δεν υποστηρίζεται από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Σε σχέση δε με τις αποστάσεις ακινητοποίησης έγιναν δεκτές οι θέσεις του Μ.Υ.1 ο οποίος τις ανέλυσε με βάση τα δεδομένα της σκηνής και την ταχύτητα που τηρούσε ο Κατηγορούμενος. Συνεπώς, οι αποστάσεις που χρειάστηκε για να ακινητοποιήσει το όχημά του ο Μ.Κ.3 στην αναπαράσταση είναι άνευ ουσίας. Άλλωστε, η Κατηγορούσα Αρχή δεν βασίστηκε σε αυτές για την προώθηση της εκδοχής της, αλλά στις αποστάσεις που ήταν ορατά τα δεδομένα στον δρόμο. Τέλος το χρώμα της ενδυμασίας του Μ.Κ.9 δεν έχει σημασία, αφού γίνεται δεκτό και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο ότι τον είδε και επίσης στον επίδικο δρόμο υφίστατο επαρκής φωτισμός και δεν επικρατούσε σκοτάδι. Επίσης, κρίσιμο στην υπό κρίση υπόθεση ήταν να δει ο Κατηγορούμενος τα σήματα με το φανάρι τα οποία δεν επηρεάζονται από την ενδυμασία του Μ.Κ.
  5. Επομένως, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.ά ν. Μαυροβελή κ.ά
(2011)1(β) ΑΑΔ
  1. Αντίθετα, η αναπαράσταση κρίνω ότι ήταν επαρκής στη διαπίστωση των αποστάσεων που ήταν ορατά τα σήματα με το φανάρι, ο ίδιος ο Μ.Κ.9 και το όχημα του θύματος. Τα πιο πάνω δεν μπορούν να επηρεαστούν από τις εισηγήσεις του κ. Τσολακίδη. Υπό το φως της μαρτυρίας που έχω δεχθεί ως αξιόπιστη ανωτέρω, κρίνω ότι οι αιτιάσεις του κ. Τσολακίδη δεν μπορούν να υποστηριχτούν και απορρίπτονται. Ευρήματα Έχοντας υπόψη το κοινό υπόβαθρο και την πιο πάνω αξιολόγηση προχωρώ με τη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Στις 24.7.2017 στον αυτοκινητόδρομο Κοκκινοτριμιθιάς - Λευκωσίας, παρά την αερογέφυρα Ξενόπουλλος επεσυνέβη τροχαίο ατύχημα με ενεχόμενα οχήματα το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX34 τύπου διπλοκάμπινου, το οποίο οδηγούσε ο Μ.Κ.9 με συνοδηγό τον Μ.Κ.10 και του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX72 που οδηγούσε η XXXXX Χρυσοστόμου τέως από το Καϊμακλί. Από το εν λόγω ατύχημα έπεσε στον αυτοκινητόδρομο μέρος των γεωργικών προϊόντων, όπως πατάτες, που μεταφέρονταν από το όχημα XXXXX
  2. Μετά το ατύχημα το όχημα XXXXX34 ακινητοποιήθηκε στο ασφάλτινο παγκέτο του αυτοκινητοδρόμου, με ανάμενα τα φώτα κινδύνου, και το όχημα XXXXX72 παρέμεινε εντός της αριστερής λωρίδας του αυτοκινητοδρόμου με ανάμενα τα δυο πισινά φώτα και ανοικτή την πόρτα του οδηγού. Η XXXXX Χρυσοστόμου στεκόταν έξω από την πόρτα του οδηγού του οχήματός της. Την επίδικη ημερομηνία ο καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στεγνή. Ο αυτοκινητόδρομος φωτιζόταν με λαμπτήρες LED, οι οποίοι βρίσκονταν σε λειτουργία στο σημείο που ακινητοποιήθηκε το όχημα του θύματος. Μετά το ατύχημα ο Μ.Κ.9 ξεκίνησε να τοποθετήσει τρίγωνα στο δρόμο κρατώντας ταυτόχρονα και φανάρι. Σε κάποιο στάδιο αντιλήφθηκε το όχημα του Κατηγορουμένου να έρχεται και ξεκίνησε να προβαίνει σε σήματα με το φανάρι κουνώντας τα χέρια του πάνω κάτω. Τον χρόνο που ο Μ.Κ.9 προέβαινε σε σήματα με το φανάρι, βρισκόταν στο σημείο που ξεκινούσε η ζωγραφιστή νησίδα στον δρόμο. Η εν λόγω απόσταση καταμετρήθηκε από την αστυνομία. Τα σήματα με το φανάρι ήταν ορατά από απόσταση 227 μέτρων πριν το όχημα του θύματος. Επίσης, το ίδιο το όχημα ήταν ορατό από απόσταση 153 μέτρων. Ο ίδιος ο Μ.Κ.9 ήταν ορατός από απόσταση 140 μέτρων πριν το όχημα του θύματος. Ο Κατηγορούμενος πρόσεξε τον Μ.Κ.9 στον δρόμο να προβαίνει σε σήματα καθώς και το όχημά του. Ο Κατηγορούμενος κινείτο στο μέσο των δυο λωρίδων. Ο Κατηγορούμενος ούτε ελάττωσε ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο Κατηγορούμενος κινείτο με ταχύτητα 100 με 110 χ.α.ω. Ακολούθως το όχημα του Κατηγορούμενου κτύπησε στο δεξί πίσω μέρος του οχήματος του θύματος και ακολούθως κτύπησε την XXXXX Χρυσοστόμου και την ανοικτή δεξιά πόρτα του οχήματος αυτής. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν η XXXXX Χρυσοστόμου να αποβιώσει λόγω κακώσεων ζωτικών οργάνων κατά τροχαίο ατύχημα. Ο χρόνος αντίδρασης και αντίληψης του Κατηγορουμένου ήταν 2 δευτερόλεπτα. Επίσης ο Κατηγορούμενος για να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να ακινητοποιήσει πλήρως το όχημά του θα χρειαζόταν, εάν κινείτο με 100 χ.α.ω, απόσταση 104,672 μέτρων, ενώ αν κινείτο με ταχύτητα 110 χ.α.ω θα χρειαζόταν απόσταση 120,571 μέτρων. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τέλος, όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω και υπό το φως της μαρτυρίας που έχω δεχθεί ως αξιόπιστη, θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξη ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Όπως έχει επεξηγηθεί στη νομολογία, στα άρθρα 210 και 211 του Π.Κ εκείνο που προστατεύεται είναι το έννομο αγαθό της ζωής και τιμωρείται η θανατηφόρα σωματική βλάβη, η οποία κατηγοριοποιείται ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Voıcu ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 78/2016, ημερομηνίας 10.9.
  2. Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης, με πιο πρόσφατη την απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 194/2019, ημερομηνίας 9.7.
  3. Στην εν λόγω υπόθεση με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη», πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος. Στην απόφαση Savencu v. Αστυνομίας (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων : «Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπίτης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220. Παράλληλα, ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση διαφωτιστική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού. Περαιτέρω, διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Ταυτόχρονα υποδείχθηκε στην πιο πάνω απόφαση ότι το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Επίσης, σε σχέση με το συστατικό της μη υπαίτιας αμέλειας, η νομολογία έχει υποδείξει ότι η αμέλεια που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το Άρθρο 210 του Κεφ. 154, είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από τον βαθμό που απαιτείται για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 189/2016 και 190/2016, ημερομηνίας 20.12.2016. Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Το τι αποτελεί σφάλμα είναι ζήτημα πραγματικό, αλλά προϋποθέτει ότι ο οδηγός επιδεικνύει οδική συμπεριφορά, η οποία είναι κατώτερη από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Επίσης, ως προς το στοιχείο της αλόγιστης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Επιπρόσθετα, για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει κατηγορία στη βάση του άρθρου 210 του Π.Κ, καλείται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης να καθορίσει ποιες πράξεις ή παραλείψεις του κατηγορουμένου συνιστούσαν αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και το εάν τα αποδιδόμενα σφάλματα στοιχειοθετούν, εξ απόψεως βαθμού, το αδίκημα του άρθρου 210 του ΠΚ. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω). Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε ότι από το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε ο θάνατος της XXXXX Χρυσοστόμου τέως από το Καϊμακλί. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί το κατά πόσο μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης μπορεί να εξαχθεί πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου, που να στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται η βασική αρχή πως τα θέματα που σχετίζονται με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται, σε σχέση με τέτοια θέματα, οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη εκτός βέβαια όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ
  1. Επιπλέον, στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω) επαναλήφθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική και να μην προσεγγίζει την υπόθεση με τρόπο που να δίνει την εντύπωση ότι προβαίνει σε αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου για να καταλήξει στην ευθύνη ή όχι του Κατηγορουμένου. Περαιτέρω, στην πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι η παράλειψη του εκεί εφεσείοντα να εντοπίσει τους πεζούς στο δρόμο και να λάβει μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η επαφή του θύματος με το αυτοκίνητό του, αποτελούσε μίαν επικίνδυνη κατάσταση, έστω και εάν συνέβαλε και το θύμα σε αυτή την κατάσταση. Στην υπό κρίση υπόθεση με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία, στα αριστερά ως η πορεία του Κατηγορουμένου στεκόταν ο Μ.Κ.9, ο οποίος προέβαινε σε σήματα με φανάρι. Τα σήματα αυτά ήταν ορατά από απόσταση 227 μέτρων από το όχημα στο οποίο βρισκόταν το θύμα. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο πεζός ήταν ορατός στα 140 μέτρα πριν το όχημα του θύματος. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον πεζό να προβαίνει σε σήματα. Η κοινή πείρα, λογική και αντίληψη διδάσκουν πως, όταν κάποιο πρόσωπο στην άκρη του δρόμου προβαίνει σε σήματα στον δρόμο υφίσταται κίνδυνος στο δρόμο. Στην υπό εξέταση υπόθεση, κρίσιμο είναι το ότι με τα σήματα του πεζού μεταδιδόταν το μήνυμα της ύπαρξης κινδύνου. Το γεγονός της ύπαρξης σημάτων που γίνονται με φανάρι δεν αποτελεί σύνθετη κατάσταση. Μάλιστα το πιο πάνω ήταν αντιληπτό 227 μέτρα πριν το όχημα του θύματος και σε αρκετή απόσταση πριν το σημείο που βρίσκονταν διασκορπισμένα τα γεωργικά προϊόντα. Το γεγονός ότι σε κατοπινό στάδιο στον δρόμο υπήρχαν διασκορπισμένα γεωργικά προϊόντα δεν αναιρεί την ευθύνη του Κατηγορουμένου, αφού η δυνατότητα συνειδητοποίησης του κίνδυνου υπήρξε πριν το στάδιο που αυτά υπήρχαν στον δρόμο. Έτσι, ο Κατηγορούμενος δεν βρέθηκε ξαφνικά σε μια κατάσταση που έπρεπε να ιεραρχήσει διάφορα δεδομένα όπως υποστήριξε ο Μ.Υ.
  2. Αντίθετα η κατάσταση στον δρόμο ήταν απλούστερη και η ύπαρξη του κινδύνου εμφανής από προηγούμενο στάδιο. Πέραν των ανωτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση το όχημα του θύματος ήταν καθαρά ορατό από απόσταση τουλάχιστον 153 μέτρων. Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί την ύπαρξη σημάτων με φανάρι από απόσταση 227 μέτρων. Ενώ, λοιπόν, ήταν ευλόγως αντιληπτά τα σήματα του Μ.Κ.9 που προειδοποιούσαν για την ύπαρξη κινδύνου, το όχημα του θύματος ήταν αντιληπτό από απόσταση 153 μέτρων και ο πεζός αντιληπτός στα 140 μέτρα, ο κατηγορούμενος ουδέν έπραξε να αποφύγει το ατύχημα. Η ύπαρξη των πιο πάνω δεδομένων στον δρόμο, έπρεπε να θέσει τον Κατηγορούμενο σε εγρήγορση, ώστε να λάβει προληπτικά μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος ουδέν έπραξε, ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπου υφίστατο η αντικειμενική δυνατότητα έγκαιρης συνειδητοποίησης του κινδύνου, η παραγνώρισή του συνιστούσε μια επικίνδυνη κατάσταση. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αγνοώντας τα εμφανή σήματα που υποδείκνυαν κίνδυνο στον δρόμο, δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση στον δρόμο και αποφάσισε να διακινδυνεύσει παραλείποντας να λάβει οποιοδήποτε μέτρο προς αποφυγή της. Η πιο πάνω επικίνδυνη κατάσταση προήλθε από σφάλμα του Κατηγορουμένου, ο οποίος απέτυχε να αντιληφθεί έγκαιρα ή καθόλου τα σημάδια που καταδείκνυαν κίνδυνο στον δρόμο. Το πιο πάνω σφάλμα είναι αποτέλεσμα οδήγησης καταφανώς κατώτερης από την οδήγηση του μέσου συνετού. Αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό πως όταν εντοπίζει σημάδια που υποδηλώνουν κίνδυνο να λαμβάνει προληπτικά μέτρα. Συνεπώς, η πιο πάνω παράλειψη του Κατηγορουμένου εμπίπτουν στην έννοια της επικίνδυνης οδήγησης. Το πιο πάνω συμπέρασμά μου δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι και το θύμα παραμένοντας εντός του αυτοκινητοδρόμου συνέβαλε στην ύπαρξη κινδύνου. Η αδιαφορία του Κατηγορουμένου προς τους κινδύνους που ήταν εύλογα προβλεπτοί συνιστά αλόγιστη, οδήγηση. Συγκεκριμένα η κοινή λογική επέβαλλε στον Κατηγορούμενο να λάβει προληπτικά μέτρα, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Η παράλειψη του Κατηγορουμένου υπό τις περιστάσεις της παρούσας να λάβει προληπτικά μέτρα συνιστά αλόγιστη οδήγηση. Επιπρόσθετα, η επιλογή του Κατηγορουμένου να συνεχίσει να οδηγεί χωρίς να λαμβάνει προληπτικά μέτρα, υπό το φως των δεδομένων που ήταν ευλόγως εμφανή στον δρόμο, περιείχε καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς. Η παράλειψή του να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα, αγνοώντας την αποφασίζοντας να διακινδυνεύσει, συνιστά απερίσκεπτη οδήγηση. Ταυτόχρονα και υπό το φως της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 να ιδωθεί το ατύχημα δεν μπορεί να κριθεί ως αναπόφευκτο. Διαφωτιστική ως προς την έννοια του αναπόφευκτου ατυχήματος είναι η πρόσφατη απόφαση Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 7/19, ημερομηνίας 20.1.2020, όπου υποδείχθηκε πως «η υπεράσπιση του αναπόφευκτου δυστυχήματος (inevitable accident) συνίσταται, ουσιαστικώς, στην άρνηση αμέλειας και στην εισήγηση ότι το εν λόγω δυστύχημα δεν μπορούσε να αποφευχθεί με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας και προσοχής στο βαθμό που αναμένεται από ένα μέσο άνθρωπο». Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος θα χρειάζονταν 104 έως 120 μέτρα να αντιδράσει και να ακινητοποιήσει το όχημά του. Η πιο πάνω θέση έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Το επιχείρημα της Υπεράσπισης θεμελιώνεται στη βάση του ότι η επικίνδυνη κατάσταση προέκυψε όταν ο Κατηγορούμενος προσέγγισε τα γεωργικά προϊόντα περί τα 40 μέτρα πριν το όχημα του θύματος. Όμως, η πιο πάνω θέση παραγνωρίζει βασικά δεδομένα που υπήρχαν στον δρόμο. Συγκεκριμένα στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταντο σημεία ύπαρξης κινδύνου από απόσταση 227 μέτρων και ορατότητα προς το όχημα του θύματος 153 μέτρων. Επίσης, ο πεζός που προέβαινε σε σήματα βρισκόταν 140 μέτρα πριν το όχημα του θύματος. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ότι ο Κατηγορούμενος βρέθηκε προ του κίνδυνου σε απόσταση 40 μέτρων πριν το όχημα του θύματος. Αντίθετα ο Κατηγορούμενος βρέθηκε σε μια κατάσταση όπου προειδοποιήθηκε για την ύπαρξη κινδύνου σε απόσταση τουλάχιστον 140 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος ακόμα και εάν παραγνώριζε όλα τα υπόλοιπα προειδοποιητικά σήματα, μόλις έβλεπε τον πεζό στα 140 μέτρα είχε τον χρόνο έγκαιρης ακινητοποίησης του οχήματός του. Στην βάση των ανωτέρω, καταλήγω ότι επίδικό ατύχημα δεν εμπίπτει στην κατηγορία των ατυχημάτων που δεν μπορούσαν να αποφευχθούν με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας και προσοχής στο βαθμό που αναμένεται από ένα μέσο άνθρωπο. Συνακόλουθα, δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως αναπόφευκτο. Εν κατακλείδι, υπό τα γεγονότα της παρούσας καθίσταται προφανές πως εάν ο Κατηγορούμενος, δεν παραγνώριζε τα εμφανή σήματα που υποδείκνυαν τον κίνδυνο, το ατύχημα δεν θα είχε επισυμβεί. Συνακόλουθα, το ατύχημα πρόεκυψε από την οδική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, η οποία κρίθηκε πιο πάνω ότι εμπίπτει στην έννοια της αλόγιστης, επικίνδυνης και απερίσκεπτης οδήγησης. Το πιο πάνω συμπέρασμά μου δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι και το θύμα παραμένοντας εντός του αυτοκινητοδρόμου συνέβαλε στην ύπαρξη κινδύνου. Συνακόλουθα, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία περί το ότι παρέλειψε να τηρεί το όχημά του στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητοδρόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα. Όμως από την ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι οδηγούσε περίπου στο κέντρο του δρόμου. Σύμφωνα με τον κανονισμό 66Δ
(2)(Ι) έκαστος οδηγός έχει υποχρέωση όπως τηρεί το όχημά του στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητοδρόμου. Η οδήγηση ενός οχήματος περίπου στο κέντρο των δυο λωρίδων δεν συμμορφώνεται με την πιο πάνω υποχρέωση και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στη δεύτερη κατηγορία. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.