← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 148/2020., 31/5/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 148/2020., 31/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B91 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 148/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 31/05/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση. Κατηγορούμενη, Παρούσα. ---------- ΠΟΙΝΗ
  3. Μετά από δική της παραδοχή, η Κατηγορούμενη έχει καταδικαστεί από το Δικαστήριο στο αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, της κατηγορίας με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, του Άρθρου 137 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων.
  4. Πιο συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη έχει παραδεχθεί ότι, μεταξύ της 24ης/05/2018 και της 18ης/01/2019, στη Λευκωσία, παρέλειψε να υπακούσει σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 23/05/2018 στην Υπόθεση με αρ. 2850/
  5. Ότι, δηλαδή, παρέλειψε να παρουσιάσει στο Τμήμα Φορολογίας, κατάσταση ενεργητικού και παθητικού κατά την 01ην/01/2008 και 31ην/12/2013 για περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό, μαζί με κατάσταση εξόδων για τα έτη 2008 μέχρι 2013 συμπεριλαμβανομένων.
  6. Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το ύψος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις όπως και η προκείμενη, όπου το συγκεκριμένο αδίκημα, παρατηρείται στην κοινωνία να διαπράττεται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκεται σε έξαρση, και εκ της φύσεως του είναι σοβαρό, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [i]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [ii].
  7. Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του αδικοπραγούντος, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
  8. Οι λόγοι για τους οποίους το αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές είναι σοβαρό, που επιβάλλουν και την αυστηρή αντιμετώπιση των καταδικασθέντων για αυτό από το Δικαστήριο, ειδικά στο πλαίσιο που αφορά τις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών, επεξηγήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εταιρεία Rodafinia Imports-Exports Ltd ν Αστυνομίας

(1996)2 ΑΑΔ 282. Στην ακόλουθη περικοπή από την εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενθυλακώνονται οι κύριες αρχές: «. το πρωτόδικο δικαστήριο, πολύ ορθά ., έλαβε πολύ σοβαρά υπόψη δύο πτυχές της υπόθεσης. Η πρώτη πτυχή αφορά την αποθάρρυνση της παρακοής Δικαστικών Διαταγμάτων. Εάν η ανυπακοή γίνει ανεκτή και τύχει επιεικούς μεταχείρισης αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα την υπονόμευση αυτής τούτης της απονομής της δικαιοσύνης καθώς και την υπονόμευση της έννομης πράξης. Η υπακοή προς τα δικαστικά διατάγματα αποτελεί μια απόλυτη αναγκαιότητα σε ένα κράτος δικαίου. Η δεύτερη πτυχή αφορά στη συμμόρφωση με τη φορολογική Νομοθεσία προς το σκοπό εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων και πληρωμής από τον κάθε πολίτη αυτό που οφείλει στο κράτος με την μορφή φόρου .. Όπως δε τονίστηκε στην Rainbow ν. Δημοκρατίας
(1984)3 Α.Α.Δ. 846, η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο .. Όπως ορθά επεσήμανε το πρωτόδικο δικαστήριο η ανάγκη για έγκαιρη ρύθμιση των φορολογικών υποχρεώσεων αποτελεί και συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 24.1 του Συντάγματος ορίζει ότι έκαστος υποχρεούται να συνεισφέρει εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων αυτού. Είναι για τους πιο πάνω λόγους που η τιμωρία για την παρακοή σε διαταγή του δικαστηρίου από φυσικά πρόσωπα είναι κατά κανόνα η φυλάκιση και ότι η χρηματική ποινή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις πρέπει να επιβάλλεται .. Ωστόσο, όπως υποδεικνύεται στη Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, η συμμόρφωση παρέχει τη δυνατότητα για επιεικέστερη αντιμετώπιση του παραβάτη χωρίς όμως να διαγράφεται η σοβαρότητα του αδικήματος. .». [iii]. 6. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης του αδικήματος, η Κατηγορούμενη ήταν, σύμφωνα με τα όσα η ίδια ανέφερε στο Δικαστήριο σε κάποιο στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης, αδειούχος δικηγόρος και ως εκ τούτου, τεκμαίρεται, άτομο με γνώση και αντίληψη, τόσο του Νόμου, όσο και της φιλοσοφίας του δικαίου, γενικότερα. Μάλιστα, κατά τον ίδιο χρόνο, η Κατηγορούμενη ήταν ώριμη σε ηλικία, σαράντα-επτά περίπου χρόνων, και όχι κάποιο νεαρό άτομο, στα πρώτα του βήματα που βρίσκεται για πρώτη φορά αντιμέτωπο με υποχρεώσεις του προς το κράτος. Πρόσωπα που ασκούν την δικηγορία και έχουν μάλιστα και τον χειρισμό υποθέσεων ενώπιον των Δικαστηρίων, πρέπει να τηρούν τα υψηλότερα πρότυπα ακεραιότητας, να σέβονται το δημόσιο συμφέρον και το καθήκον τους να ενεργούν ως λειτουργοί της δικαιοσύνης, πέραν και κατά προτίμηση του οτιδήποτε άλλου είναι ασυμβίβαστο του ρόλου τους αυτού. Η Κατηγορούμενη, έχοντας την ιδιότητα αυτή του δικηγόρου, εντεταλμένη ως λειτουργός της δικαιοσύνης στην τήρηση του νόμου της πολιτείας, όχι μόνο βρέθηκε στη θέση του κατηγορουμένου στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 2850/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για ποινικά αδικήματα που αφορούσαν φορολογικές υποχρεώσεις της σύμφωνα με τον Νόμο, στα οποία καταδικάστηκε από το Δικαστήριο, τιμωρήθηκε και συνάμα διατάχθηκε να συμμορφωθεί· από τις 23/05/2018 που εκδόθηκε η εν λόγω διαταγή του Δικαστηρίου, δηλαδή, για τρία περίπου χρόνια τώρα, παραλείπει να το πράξει. Είναι βεβαίως, για αυτή της την παράλειψη και ανυπακοή στην νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου, για την οποία τώρα τιμωρείται. 7. Προς μετριασμό της ποινής της Κατηγορούμενης, προσμετρούν τα εξής: (
  1. i)Το λευκό της ποινικό μητρώο. (
  2. ii)Η παραδοχή της στο κατηγορητήριο της. Αυτό, ως γεγονός, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε, έστω και λεκτικά, απολογία της Κατηγορούμενης για το αδίκημα που διέπραξε, δείχνει, συνείδηση της παράνομης πράξης της, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας της να αναλάβει την ευθύνη της μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας και αυτό εκτιμάται προς όφελος της Κατηγορουμένης. Δεν παραβλέπω όμως, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος δεν θα είχε, εκτιμώ, δυσκολία να αποδείξει αυτή την υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης. (iii) Και τέλος, ότι οι επιπτώσεις από την επιβολή προς την Κατηγορούμενη ποινής φυλάκισης, στην καριέρα της, θα είναι σημαντικές, ενδεχομένως και καταστροφικές. Η φήμη της, λόγω της καταδίκης της σε αυτή την υπόθεση, για τα αδικήματα στο κατηγορητήριο της, δυνατόν να πληγεί. Καθώς επίσης, είναι υπόψη του Δικαστηρίου ότι, κανονικά, η πειθαρχική δίωξη της Κατηγορούμενης από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου είναι αναπόφευκτη. Είναι σχεδόν βέβαιο προς το Δικαστήριο ότι, ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαδικασίας, η Κατηγορούμενη θα έχει και περαιτέρω κυρώσεις. [iv]. 8. Τέλος, προς εξατομίκευση της ποινής της Κατηγορούμενης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές της περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν από την ίδια την Κατηγορούμενη με επάρκεια και, αν και δεν κάνω ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνω υπόψη μου το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας του αδικήματος που η Κατηγορούμενη έχει διαπράξει, οι προσωπικές της περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να της επιβληθεί [v]. 9. Δεν αποδέχομαι ότι η Κατηγορούμενη κατέβαλε ουσιαστική προσπάθεια για να συμμορφωθεί. Παρά τις προς τούτο παραστάσεις της κατά την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, που δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση υπό τις περιστάσεις να ελεγχθούν, είτε από τον Κατήγορο, είτε από το Δικαστήριο, έχει περάσει ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από τις 23/05/2018 που διατάχθηκε η συμμόρφωσης της από το Δικαστήριο, που δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι η Κατηγορούμενη πράγματι προσπάθησε, ως όφειλε, να υπακούσει, και για λόγους που δεν οφείλονται σε πράξεις αμέλειας ή παράλειψης της, δεν τα κατάφερε. Από την στιγμή που οι σχετικοί ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης, αφορούν εξωγενείς, των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, βάσει της υπόθεσης του Κατήγορου, περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να τους αποδεχθεί. [vi]. Ας σημειωθεί, ότι, σε κάθε περίπτωση, η όποια καθυστέρηση ή ολιγωρία τρίτων, είτε λογιστών, είτε τραπεζιτών, στην όποια προσπάθεια της Κατηγορούμενης για συμμόρφωση, όπως σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας αναφέρθηκε από την Κατηγορούμενη, -ακόμη και έτσι να είναι η περίπτωση-, ελάχιστη σημασία μπορεί υπό τις περιστάσεις να έχει, ιδιαιτέρως λόγω και του χρόνου που παρήλθε από την έναρξη της υποχρέωσης της, που της παρείχε το περιθώριο δράσης προς αντιμετώπιση τους. [vii]. 10. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας της ποινής, στην Κατηγορούμενη το Δικαστήριο επιβάλλει την ακόλουθη ποινή: Στην 1η Κατηγορία: 2 ½ μήνες φυλάκιση. Κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, η ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο έχει επιβάλει στην Κατηγορούμενη, θα αρχίσει να εκτίεται από σήμερα.
  1. Στην περίπτωσή της Κατηγορούμενης, δεν συντρέχουν, κρίνει το Δικαστήριο, παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να ληφθούν υπόψη, ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που της έχει επιβληθεί. Απόφαση στην οποία το Δικαστήριο καταλήγει, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης του αδικήματος, όλα όσα αφορούν αυτή την υπόθεση, και τις προσωπικές της συνθήκες, οι οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι ικανές να δικαιολογήσουν μία τέτοια απόφαση, επειδή, τέτοια απόφαση, δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε, δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για αδικήματα όπως το εξεταζόμενο, που στρέφονται κατά της απονομής της δικαιοσύνης και υπονομεύουν την έννομη τάξη, ιδιαιτέρως αφής στιγμής το συγκεκριμένο αδίκημα βρίσκεται σε έξαρση και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα σε ότι αφορά τις συνέπειες από την διάπραξη του.
  2. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έχει σε πάρα πολλές αποφάσεις του, τονίσει ότι, δεν ενδείκνυται η αναστολή της ποινής φυλάκισης, όταν το αδίκημα ή τα αδικήματα που αφορά ή αφορούν την υπόθεση, βρίσκεται ή βρίσκονται σε έξαρση και η τιμωρία ενός συγκεκριμένου παραβάτη, είναι επιπρόσθετα το μέσο, να αποτραπούν άλλοι πιθανοί παραβάτες από την διάπραξη του/τους, διότι, η προστασία του δημοσίου συμφέροντος είναι υπεράνω των οποιονδήποτε προσωπικών περιστάσεων του. Η προκείμενη, είναι μια τέτοια περίπτωση. [viii]. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής της Κατηγορούμενης και την επιμέτρηση της, δηλαδή, το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές της Κατηγορούμενης, χωρίς να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο για να ληφθεί υπόψη ως σχετικό, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει μόλις επιβληθεί στην Κατηγορούμενη, δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την προαναφερόμενη απόφαση του. Η ποινή φυλάκισης που η Κατηγορούμενη θα εκτίσει, θεωρείται από το Δικαστήριο ότι αντικατοπτρίζει, την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος που διέπραξε και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτή η ποινή της Κατηγορουμένης αναστελλόταν.
  3. Η Πρωτοκολλητής να μεριμνήσει για την κοινοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου στο Πειθαρχικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. [ii] Βλ. Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
  2. [iii] Βλ. επίσης Christodoulides v Police
(1985)2 C.L.R. 260, Λοΐζου ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 227, District Officer Nicosia v Pittordi
(1967)2 C.L.R. 131 και Demosthenous v District Officer Limassol
(1967)2 C.L.R. 171. [iv] Βλ. Κολοκασίδης ν Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ.
  1. [v] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
  2. [vi] Βλ. R v Broderick [1994] Crim LR 139 και R v Cairns a. o. [2013] EWCA Crim
  3. Αμφότερες Εφετείου Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας. [vii] Βλ. Εταιρεία Rodafinia Imports-Exports Ltd ν Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 282. [viii] Βλ. Σ. Π. Ε. Λακατάμιας-Δευτερας Λτδ ν Δράκου, Ποινική Έφεση Αρ.129/2015, 15/11/2017, ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.