ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΞΗ, Αίτηση Αρ.: 05/2021., 18/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B97 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Αίτηση Αρ.: 05/
- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004, ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ XXXXX ΜΕΞΗ ------------------- Ημερομηνία: 18/05/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Εκζητούμενος, Παρών. Για τον Εκζητούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης. Για την Κεντρική Αρχή: κα Χ. Καραολίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ
- Έχω κληθεί να αποφασίσω ένα και μόνο ζήτημα: Κατά πόσο στις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 13(β) του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004, Νόμος 133(I)/2004 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 133(I)/2004»), που επιβάλλουν στο Δικαστήριο να αποφασίσει την μη εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (στο εξής καλούμενο «το ΕΕΣ») του Εκζητούμενου.
- Με τον εν λόγω Νόμο 133(I)/2004, η Δημοκρατία έχει εναρμονιστεί νομικά με την Απόφαση - Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 13ης/06/2002 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και τις Διαδικασίες Παράδοσης Μεταξύ των Κρατών Μελών, 2002/584/ΔΕΥ, όπως αυτή τροποποιήθηκε από την Απόφαση Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης/02/2009 (στο εξής καλούμενη «η Απόφαση - Πλαίσιο»).
- Με το προαναφερόμενο Άρθρο 13(β) του Νόμου 133(Ι)/2004, έχουν μεταφερθεί αυτούσιες στο εθνικό μας δίκαιο, οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο [i].
- Σύμφωνα με το Άρθρο 13(β) του Νόμου 133(Ι)/2004: «
- Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: . (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση.».
- Αναφορικά με το υπό κρίση ζήτημα, υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής καλούμενο «το ΔΕΕ»), ερμηνευτική του Άρθρου 3
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο, που είναι βεβαίως δεσμευτική για το Δικαστήριο (βλ. Re Ghebali, Πολιτική Έφεση Αρ. 50/2020, 11/05/2020). Οι αρχές που διέπουν το Άρθρο 3.2 της Αποφάσεως-Πλαισίου, συνοψίζονται στην απόφαση του ΔΕΕ (πέμπτο τμήμα), στην Υπόθεση C-268/17, Re AY, 25/07/
- Στις παραγράφους από 38 έως και 44 της εν λόγω απόφασης, διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «38 Το άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 προβλέπει έναν λόγο υποχρεωτικής μη εκτελέσεως, κατά τον οποίο η δικαστική αρχή εκτελέσεως οφείλει να αρνηθεί την εκτέλεση του ΕΕΣ εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί [αμετακλήτως] για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της καταδίκης. 39 Η διάταξη αυτή σκοπεί να αποτραπεί το ενδεχόμενο να υποβληθεί εκ νέου ένα πρόσωπο σε ποινική δίωξη ή ποινική δίκη για τις ίδιες πράξεις (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello, C-261/09, EU:C:2010:683, σκέψη 40) και απηχεί την αρχή ne bis in idem, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σύμφωνα με την οποία ουδείς μπορεί να διωχθεί ή να τιμωρηθεί ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη. 40 Μία από τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η άρνηση εκτελέσεως του ΕΕΣ είναι ο καταζητούμενος να "έχει δικασθεί [αμετακλήτως]". . 42 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο καταζητούμενος θεωρείται ότι έχει δικασθεί αμετάκλητα για τις ίδιες πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584 όταν, κατόπιν ποινικής διαδικασίας, έχει εξαλειφθεί οριστικά η δυνατότητα ασκήσεως ποινικής διώξεως ή όταν οι δικαστικές αρχές κράτους μέλους έχουν εκδώσει απόφαση με την οποία ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται αμετάκλητα από τις κατηγορίες (απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello, C-261/09, EU:C:2010:683, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 43 Η δημοσίευση "[αμετάκλητης] αποφάσεως", κατά την έννοια του άρθρου 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου 2002/584, προϋποθέτει, συνεπώς, την ύπαρξη προγενέστερων ποινικών διώξεων κατά του καταζητουμένου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 2010, Mantello, C-261/09, EU:C:2010:683, σκέψεις 46 και 47· της 5ης Ιουνίου 2014, M, C-398/12, EU:C:2014:1057, σκέψεις 31 και 32, καθώς και της 29ης Ιουνίου 2016, Kossowski, C-486/14, EU:C:2016:483, σκέψεις 34 και 35). 44 Εξάλλου, η αρχή ne bis in idem δεν εφαρμόζεται παρά μόνον στα πρόσωπα για τα οποία έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση σε κράτος μέλος (βλ. απόφαση της 28η Σεπτεμβρίου 2006, Gasparini κ.λπ., C-467/04, EU:C:2006:610, σκέψη 37). Αντιθέτως, δεν εκτείνεται στα πρόσωπα τα οποία απλώς εξετάσθηκαν στο πλαίσιο ποινικής έρευνας, όπως οι μάρτυρες.».
- Στην προκείμενη περίπτωση, με το ΕΕΣ, ζητείται από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, η έκδοσης του Εκζητούμενου από την Κύπρο στην Ελλάδα, για να εκδικαστεί για το αδίκημα της «Φοροδιαφυγής (μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση Φ.Π.Α. και παρακρατούμενων φόρων, τελών ή εισφορών)», που βασίζεται «στα Άρθρα 26, εδάφιο α και 27, παράγραφος 1 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα και Άρθρο 18, παράγραφος 1, περίπτωση γ του Νόμου 2523/1997, σε συνδυασμό με το Άρθρο 66, παράγραφοι 1, 3 και 4 του Νόμου 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το Άρθρο 8 του Νόμου 4337/2015.» και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από πέντε έως δεκαπέντε χρόνια, το οποίο διέπραξε κατ' εξακολούθηση, κατά την χρονική περίοδο από 01/01/2007 έως και 31/12/
- Πιο συγκεκριμένα, στον Εκζητούμενο καταλογίζεται ότι, «με την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου ατομικής επιχείρησης . δεν απέδωσε στο Δημόσιο, Φ.Π.Α. προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτού .».
- Ο Εκζητούμενος, βασίζεται στις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 13(β) του Νόμου 133(Ι)/2004 και υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει την έκδοση του από την Κύπρο στην Ελλάδα, βασιζόμενος σε απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην Υπόθεση με αρ. 3803/2015 του Πρωτοδικείου Αθηνών, ημερομηνίας 03/01/2015, με την οποία καταδικάστηκε στο αδίκημα της «Μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο», που βασίστηκε «στα Άρθρα 1, 2 παράγραφος 1, 12, 14, 26 παράγραφος 1α, 27, 53 του Ποινικού Κώδικα και στο Άρθρο 25 παράγραφος 1 περίπτωση δ του Νόμου 1882/1990 (όπως τροποποιήθηκε .), σε συνδυασμό με το Άρθρα από 1 έως και 5 του Κώδικα Είσπραξης Δημόσιων Εσόδων, Νόμος 356/1974» και για το οποίο, στις 03/02/2015, του επιβλήθηκε από το εν λόγω Δ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ποινή φυλάκισης τριών χρόνων, η οποία μετατράπηκε σε χρηματική ποινή, βάσει της αναλογίας €20 για κάθε ημέρα φυλάκισης. Πιο συγκεκριμένα, ο Εκζητούμενος καταδικάστηκε ότι, «την 01/10/2012 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Νόμου 3220/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, .». Ότι δηλαδή, «ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του ατομικά, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στην Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς . ηθελημένα δεν κατέβαλε [συγκεκριμένο] ποσό.».
- Σχετικά με την προαναφερόμενη θέση του Εκζητούμενου, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, με επιστολή της ημερομηνίας 09/04/2021, διευκρίνισε τα εξής: «. ενημερώνουμε ότι το . ΕΕΣ εξακολουθεί να ισχύει καθόσον αφορά πράξη διαφορετική από αυτή για την οποία καταδικάστηκε ο Εκζητούμενος με την υπ' αριθμό 3802/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επισημαίνουμε ότι, το . ΕΕΣ εκδόθηκε για μη καταβολή Φ.Π.Α., πράξη που προβλεπόταν στις διατάξεις του Άρθρου 18 του Νόμου 2523/1997 (ήδη .), ενώ με την υπ' αριθμό 3802/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο Εκζητούμενος καταδικάστηκε για το αδίκημα της μη καταβολής προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ), που προβλέπεται και τιμωρείται κατά τη διάταξη του Άρθρου 25 παράγραφος 1 του Νόμου 1882/1990, όπως ισχύει. Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Αρείου Πάγου, με τις σχετικές διατάξεις προβλέπονται και τυποποιούνται ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες αξιόποινες πράξεις για τη διαφύλαξη του ίδιου έννομου αγαθού (της εξασφάλισης δημοσίων εσόδων με θέσπιση ποινικών κυρώσεων) με διαφορετική, υποκειμενική και αντικειμενική συγκρότηση η καθεμία από αυτές, οι οποίες τελούν σε αληθινή συρροή μεταξύ τους κατά την έννοια του Άρθρου 94 Ποινικού Κώδικα και επισύρουν τις προβλεπόμενες αυτοτελείς ποινές. Το δε ενδεχόμενο μερικής ή ολικής ταύτισης κάποιου ή κάποιων μόνο από τα στοιχεία της αντικειμενικής τους υπόστασης, όπως η ύπαρξη χρέους ή χρεών από Φ.Π.Α. στον οικείο πίνακα βεβαιωμένων χρεών ., δεν αναιρεί την ετερότητα και αυτοτέλεια της νομοτυπικής συγκρότησης και τη διακριτή ποινική κύρωση των αντιστοίχων διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών του υπαιτίου. Από αυτά παρέπεται ότι η σχετική απόφαση που εκδίδεται για τη μία από τις παραπάνω αξιόποινες πράξεις δεν δημιουργεί δεδικασμένο ή εκκρεμοδικία για την άλλη, αφού δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ τους .».
- Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι, η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ρητά τοποθετείται, εκθέτοντας τους σχετικούς λόγους, με αναφορά και σε νομολογία του Αρείου Πάγου, ότι η ποινική διαδικασία ενώπιον του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στην Υπόθεση με αρ. 3803/2015 του Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη του Εκζητούμενου στο αδίκημα της Μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, δεν έχει οδηγήσει σε εξάλειψη οριστικά της δυνατότητας ασκήσεως ποινικής διώξεως του εντός της Ελλάδας για το αδίκημα της Φοροδιαφυγής. Βάσει του Ελληνικού δικαίου, διαπιστώνεται, για τον Εκζητούμενο, έχει εκδοθεί η προαναφερόμενη απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στην Υπόθεση με αρ. 3803/2015 του Πρωτοδικείου Αθηνών ημερομηνίας 03/01/2015, αναφορικά με την μεμονωμένη πράξη της Μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, πλην όμως, η ποινική δίωξη την οποία αφορά το ΕΕΣ, στηρίζεται σε άλλη πράξη, ήτοι στο αδίκημα της Φοροδιαφυγής, που δεν καλύπτονταν από την εν λόγω απόφαση του απόφασή του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών της 03ης/01/
- Σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΕ, στην προαναφερόμενη ρητή τοποθέτηση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, οφείλω να στηριχθώ, για να λάβω την απόφαση μου σχετικά με το κατά πόσο, στις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 13(β) του Νόμου 133(I)/2004, που επιβάλλουν στο Δικαστήριο να αποφασίσει την μη εκτέλεση του ΕΕΣ του Εκζητούμενου.
- Ανάλογη περίπτωση, αντιμετώπισε και Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο στην Γερμανία (Oberlandesgericht Stuttgart), κατά την εξέταση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που είχε εκδοθεί εναντίον κάποιου Mantello, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κίνησαν οι Ιταλικές αρχές εναντίον του, που το οδήγησε να υποβάλει στο ΔΕΕ, αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αναφορικά με την ερμηνεία του Άρθρου 3.2 της Αποφάσεως-Πλαισίου, και, ιδίως, της αρχής ne bis in idem. Η φράσης «ίδιων πράξεων», που περιλαμβάνεται στο εν λόγω Άρθρο 3
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο και αποτελεί, στην προκείμενη περίπτωση, την βάση για την επιχειρηματολογία του Εκζητούμενου, κρίθηκε από το ΔΕΕ, ότι δεν παραπέμπει στο δίκαιο των κρατών μελών για έννοια της· και ότι, για σκοπούς ενιαίας εφαρμογής του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτή, πρέπει να ερμηνεύεται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο αυτοτελή και ενιαίο, κάνοντας αποδεκτή την αίτηση του Γερμανικού Δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. [ii]. 11. Σε εκείνη την υπόθεση, το ζήτημα που ετέθη προς εξέταση, ήταν κατά πόσο, το Γερμανικό Δικαστήριο, ως η δικαστική αρχή εκτέλεσης, μπορούσε να αρνηθεί την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που εκδόθηκε από τις Ιταλικές αρχές εναντίον του Mantello, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης του σχετικά με πράξεις, ορισμένες από τις οποίες είχαν ήδη εκδικαστεί τελεσίδικα από αρμόδιο Ιταλικό Δικαστήριο. Μάλιστα, στην εν λόγω υπόθεση, είναι αξιοσημείωτο ότι, όλα τα γεγονότα επί του οποίου το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης του Mantello στηριζόταν, ήταν γνωστά στις ανακριτικές Ιταλικές αρχές κατά τον χρόνο της πρώτης ποινικής δίωξης του, τα οποία όμως, για λόγους τακτικούς, σχετιζόμενους με την ανάκριση της υπόθεσης για την οποία μεταγενέστερα διώχθηκε και αφορούσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, δεν χρησιμοποιήθηκαν. Το ζήτημα, ως προελέχθη, ήταν η έννοια στο Άρθρο 3
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο, της φράσης «ίδιων πράξεων». Το ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως), στην Υπόθεση, που ενώπιον του έλαβε την αναφορά C‑261/09, Re Mantello, στις 16/11/2010 αποφάσισε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Το ζήτημα του "αμετάκλητου" χαρακτήρα της αποφάσεως στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3, σημείο 2, της αποφάσεως-πλαισίου διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο έχει εκδοθεί η ως άνω απόφαση. Έτσι, η απόφαση η οποία, βάσει του δικαίου του κράτους μέλους το οποίο άσκησε ποινική δίωξη κατά προσώπου, δεν εξαλείφει οριστικά τη δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης εντός του εν λόγω κράτους για ορισμένες πράξεις δεν μπορεί καταρχήν να συνιστά δικονομικό εμπόδιο για την άσκηση ή τη συνέχιση ποινικής δίωξης κατά του προσώπου αυτού σε κράτος μέλος της Ένωσης για τις ίδιες πράξεις (βλ., κατ' αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση Turanský, σκέψη 36). Συναφώς, όπως και το προβλεπόμενο στο άρθρο 57 της ΣΕΣΣ πλαίσιο συνεργασίας, το άρθρο 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου παρέχει στη δικαστική αρχή εκτελέσεως τη δυνατότητα να ζητήσει, από τη δικαστική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχει εκδοθεί απόφαση, νομικές πληροφορίες όσον αφορά την ακριβή φύση της ως άνω αποφάσεως προκειμένου να εξακριβώσει αν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας του εν λόγω κράτους, η απόφαση έχει τέτοιο χαρακτήρα ώστε να εξαλείφει οριστικά τη δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης εντός του εν λόγω κράτους (βλ., κατ' αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση Turanský, σκέψη 37). Στην υπόθεση της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο χρησιμοποίησε ακριβώς το πλαίσιο συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου. Με την απάντησή της, η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος τού γνωστοποίησε ρητώς ότι, βάσει του ιταλικού δικαίου, για τον κατηγορούμενο είχε εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση αφορώσα μεμονωμένη πράξη παράνομης κατοχής ναρκωτικών, πλην όμως η ποινική δίωξη την οποία αφορούσε το ένταλμα συλλήψεως στηριζόταν σε άλλες πράξεις, ήτοι στο αδίκημα του οργανωμένου εγκλήματος και σε άλλες πράξεις παράνομης κατοχής ναρκωτικών με σκοπό τη μεταπώληση, που δεν καλύπτονταν από την απόφασή της της 30ής Νοεμβρίου
- Έτσι, καίτοι οι προανακριτικές αρχές διέθεταν ορισμένα στοιχεία για τα αδικήματα αυτά, εντούτοις από την απάντηση της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος προκύπτει ότι η πρώτη απόφαση του Tribunale di Catania δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξάλειψε οριστικά τη δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης εντός της Ιταλίας όσον αφορά τις εν λόγω πράξεις που αναφέρονται στο ένταλμά της συλλήψεως. Ως εκ τούτου, υπό περιστάσεις όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην οποία η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος, απαντώντας σε αίτηση παροχής πληροφοριών υπό την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως-πλαισίου, την οποία υπέβαλε η δικαστική αρχή εκτελέσεως, προέβη στη ρητή διαπίστωση, εκθέτοντας τους σχετικούς λόγους, ότι η προγενέστερη απόφασή της δεν κάλυπτε τις πράξεις στις οποίες αναφέρεται το ένταλμά της συλλήψεως και επομένως δεν εμπόδιζε την άσκηση της διώξεως την οποία αφορά το εν λόγω ένταλμα συλλήψεως, η ως άνω δικαστική αρχή εκτελέσεως όφειλε να συναγάγει όλες τις συνέπειες που απέρρεαν από τις κρίσεις που διατύπωσε στην απάντησή της η δικαστική αρχή εκδόσεως του εντάλματος.». [iii]. (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου)
- Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, καταλήγω ότι, δεν έχει καταδειχθεί υποχρέωσης στο Δικαστήριο, ως ήταν η τοποθέτησης του Εκζητούμενου, για μη εκτέλεση του ΕΕΣ, βάσει του Άρθρου 13(β) του Νόμου 133(Ι)/
- Σε σχέση με αυτό, ας σημειωθεί επιπρόσθετα ότι, ο Εκζητούμενος, δεν έχει εμπεδώσει με θετική μαρτυρία, την υποβολή που έγινε στον XXXXX Χίντικο και η οποία δεν έγινε αποδεκτή, ότι η ποινή που του επέβαλε, ως προαναφέρθηκε, το Δ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, στην εν λόγω Υπόθεση με αρ. 3803/2015 του Πρωτοδικείου Αθηνών, «έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί» σύμφωνα με το Ελληνικό δίκαιο, ώστε, σε κάθε περίπτωση, να μπορούσε να γίνει από πλευράς του επίκλησης του εν λόγω Άρθρου 13(β) του Νόμου 133(Ι)/
- [iv].
- Περαιτέρω, έχοντας εξετάσει το ΕΕΣ, βάσει και των υπόλοιπων διατάξεων του Νόμου 133(I)/2004, και ειδικότερα αυτών των Άρθρων 3, 4, 12, 13, 14 και 15, κρίνω ότι συντρέχουν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την εκτέλεση του.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνεται η εκτέλεση του ΕΕΣ. Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29
(1)του Νόμου 133(Ι)/2004, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα. Ο Εκζητούμενος, στο μεταξύ, να παραμείνει υπό κράτηση.
- Ο Εκζητούμενος, σημειώνεται, για σκοπούς τυχόν μελλοντικής εφαρμογής των διατάξεων του Άρθρου 26 της Απόφασης-Πλαίσιο και προς ενημέρωση της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, κρατήθηκε, στο πλαίσιο της εκτέλεσης του ΕΕΣ, ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές, από τις 23/03/2021 μέχρι και σήμερα. Όλες οι πληροφορίες σχετικά με τη διάρκεια της κράτησης του Εκζητούμενου στο πλαίσιο της εκτέλεσης του ΕΕΣ, να διαβιβαστούν στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών και κατά τη στιγμή της παράδοσης του Εκζητούμενου από την Κεντρική Αρχή.
- Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής, να κοινοποιήσει την απόφαση του Δικαστηρίου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας για ενημέρωση [και] της Αντιεισαγγελέα Εφετών Αθήνας, XXXXX Κυβελου, της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών της Ελληνικής Δημοκρατίας. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 3
(2)της Απόφασης-Πλαίσιο προνοεί: «Η δικαστική αρχή εκτέλεσης του κράτους μέλους εκτέλεσης (εφεξής καλούμενη «δικαστική αρχή εκτέλεσης») αρνείται την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης στις ακόλουθες περιπτώσεις: . 2. εάν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή εκτέλεσης προκύπτει ότι ο καταζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος υπό τον όρο ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η καταδίκη έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της καταδίκης·». [ii] Στο σύγγραμμα Nicholls, Montgomery and Knowles on The Law of Extradition and Mutual Assistance, 3η έκδοση, στις παραγράφους από 15.55 έως και 15.58, σχετικά με τα προαναφερόμενα, αναφέρονται τα εξής: «Mandatory ground: restrictions on second prosecutions (sometimes referred to as non bis in idem). 15.55 Belgium, the Czech Republic, Denmark, Germany, Estonia, Greece, Spain, France, Italy, Cyprus, Latvia, Lithuania, Luxembourg, Hungary, Malta, the Netherlands, Austria, Poland, Portugal, Slovenia, Slovakia, and Sweden have all reproduced the provisions in Article 3
(2), which restrict extradition when: ... the requested person has been finally judged by a Member State in respect of the same acts provided that, where there has been sentence, the sentence has been served or is currently being served or may no longer be executed under the law of the sentencing Member State. . 15.57 This mandatory ground has been implemented in UK law in s 12 of the ΕΑ
- Ιn Connelly v Director of Public Prosecutions [1964] AC 125 and Director of Public Prosecutions v Humphreys [1977] AC 1 the House of Lords held that a prosecution would only be barred on the grounds of double jeopardy where precisely the same offence is charged in the later proceedings. This narrow formulation was adopted in relation to Part 2 cases in Bohning v Government of the United States of America [2005] EWHC
- However, in Fofana v Deputy Prosecutor Thubin Tribunal de Grande Instance de Meaux, France [2006] EWHC 744 the Court adopted a broader interpretation of the double jeopardy bar to extradition, and the Court held that extradition was barred for offences which had a significant factual overlap with offences for which the defendant had been prosecuted in the UK. 15.58 Α narrow formulation of the double jeopardy principle in UK law would not reflect the approach adopted by other member States or that of the European Court of Justice to the application of this bar on extradition. The ECJ confirmed in C261/09 Mantello [2010] ECR I-11477 that, for the purposes of the issue and execution of an EAW, the concept of 'same acts' in Article 3
(2)of the Framework Decision is an autonomous concept of EU law and requires the national court to determine whether the material acts at issue constitute a set of facts or concrete circumstances which are inextricably linked together in time, in space, and by their subject matter with acts that have been finally disposed of by time bar (Gmparini C467/04), by court decision on the merits of the case (Miraglia C469/03) (even one made prior to the EAW scheme coming into effect) (Van Esbroeck C436/04) and even where the judgment is one rendered in absence (Borquain C297/07) or by an agreement with a prosecutor to pay a penalty that is effective under national law to bring a definitive end to a prosecution (Gozutok and Brugge (Joined cases) C187/01 and C385/01 of Turanskγ C491/07).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [iii] Βλ. και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιρλανδίας, στην υπόθεση Minister for Justice Equality and Law Reform v Renner-Dillon [2011] IESC 5, στην οποία, με αναφορά στην εν λόγω απόφαση του ΔΕΕ στην Υπόθεση C‑261/09, Re Mantello, 16/11/2010, αναφέρθηκαν τα εξής: «From the judgment in Mantello it is clear that "finally judged" in the Framework Decision has an autonomous meaning in the law of the European Union. Where under the law of the issuing member state a judgment, in this case a judgment of acquittal, does not definitively bar further prosecution or as stated in Mantello "constitute a procedural obstacle to the possible opening or continuation of criminal proceedings in respect of the same acts against that person", then that person has not been finally judged. A judgment which does not definitively bar further prosecution does not constitute a ground for mandatory non-execution of a European Arrest Warrant.». (η έμφαση είναι δική μου) [iv] Βλ. Υπόθεση C-129/14 PPU, Re Spasic, 27/05/2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο