← Κύπρος

M & K Telefone Ltd ν. GEO. HA. MA. TELECOMMUNICATIONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1221/2016, 18/5/2021

M & K Telefone Ltd ν. GEO. HA. MA. TELECOMMUNICATIONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1221/2016, 18/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1221/2016 Μεταξύ: M & K Telefone Ltd, εκ Λευκωσίας Παραπονούμενοι -ν-

  1. GEO. HA. MA. TELECOMMUNICATIONS LTD
  2. XXXXX Νικολάου
  3. XXXXX Πασχάλη Νικολάου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18.5.2021 Για τους Παραπονούμενους: κ. Α. Πετρίδης με κα Λοϊζίδου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Γιατρού με κ. Λουκαρή ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 11 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 έως 10 αποσύρθηκαν και τελικά εκδικάστηκε μόνο η 11η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 αθωώθηκαν κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και η υπόθεση προχώρησε μέχρι τέλους για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. Η επίδικη κατηγορία είναι η ακόλουθη: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Εντέκατη Κατηγορία Έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(1)και 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως ετροποποιήθη υπό των Ν. 186/1986, Ν. 36
(1)του 1997, Ν. 129/99και Ν. 25
(1)/2003, Ν. 70
(1)/2008, Ν. 43/1974, Άρθρο 3 και όλων των συναφών τροποποιήσεων. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι, κατά ή περί το Μάρτιο, του 2013, εξέδωσαν και παρέδωσαν, προς όφελος της εταιρείας M & K Telefone Ltd, την επιταγή της ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, υπ' αριθμόν XXXXX69, ημερομηνίας 09/09/2015, διά το ποσόν των €20.000,00, η οποία, αφού ενεφανίσθη στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθη, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότου της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την ημέρα παρουσίασης της στην Τράπεζα για αποπληρωμή. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Γούναρης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ισχυρίστηκε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία ασχολείται με το εμπόριο ειδών τηλεφωνίας. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία ήταν αντιπρόσωπος και μεταπωλητής της παραπονούμενης στη Λεμεσό και ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν οι αξιωματούχοι της κατηγορούμενης
  1. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους η παραπονούμενη διατηρούσε χρεοπιστωτικό λογαριασμό και ελάμβανε από την κατηγορούμενη 1 επιταγές. Η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τους κατηγορούμενους και δόθηκε στην παραπονούμενη τον Μάρτιο του 2013 ως εγγύηση για κάλυψη αποθέματος εμπορευμάτων που βρίσκονταν στην κατοχή των κατηγορουμένων και δεν είχαν πληρωθεί. Ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία σχετικά με την επίδικη επιταγή ήταν όπως οι κατηγορούμενοι έχουν πάντοτε διαθέσιμο στον λογαριασμό επί του οποίου αυτή εκδόθηκε το ποσό των €20.000 και σε περίπτωση που στα πλαίσια της συνεργασίας τους η κατηγορούμενη 1 ξεπερνούσε το ποσό αυτό η παραπονούμενη θα μπορούσε να συμπληρώσει επί της επιταγής την ημερομηνία και να την καταθέσει στην τράπεζα αξιώνοντας την πληρωμή της. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως τεκμήριο 2 την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 06539169 και ισχυρίστηκε πως αυτή υπογράφηκε στην παρουσία του από την κατηγορούμενη 3 η οποία επίσης έθεσε σε αυτή το ποσό, ολογράφως και αριθμητικά. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος έθεσε στην επιταγή το όνομα της παραπονούμενης και την ημερομηνία 9.9.2015 όταν την κατέθεσε πρώτη φορά για πληρωμή. Η επιταγή κατατέθηκε διαδοχικά σε διαφορετικές ημερομηνίες στην Τράπεζα Κύπρου, επιστράφηκε απλήρωτη και σφραγίστηκε με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη - ακάλυπτη επιταγή» και έκτοτε παραμένει ακάλυπτη. Ισχυρίστηκε πως η κατηγορούμενη προχώρησε σε κατάθεση της επίδικης επιταγής για πληρωμή επειδή τότε η κατηγορούμενη 1 όφειλε στην παραπονούμενη τα ποσά των €2.576 και €28.308,59 δυνάμει 2 ξεχωριστών καταστάσεων λογαριασμού τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήρια 3 και
  2. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ήταν γνωστό στους κατηγορούμενους ότι η επίδικη επιταγή δεν είχε τιμηθεί παρόλο που έλαβαν από την παραπονούμενη εμπορεύματα ίσης και μεγαλύτερης αξίας. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή του δόθηκε τον Μάρτη του 2013 ως εγγύηση των προϊόντων που παρέδιδαν στα καταστήματα των κατηγορουμένων χωρίς να αναγράφεται σε αυτή ημερομηνία ή όνομα. Ισχυρίστηκε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα που του δόθηκε η επίδικη επιταγή δεν είχε παραδώσει στην κατηγορούμενη 1 εμπορεύματα αξίας €20.
  3. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε στη Λεμεσό στην παρουσία του από την κατηγορούμενη 3 και αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου των κατηγορούμενων ότι του παραδόθηκε στη Λευκωσία. Ισχυρίστηκε επίσης πως δεν ειδοποίησε την κατηγορούμενη 1 ότι θα κατέθετε την επίδικη επιταγή στις 9.9.2015 αλλά μόνο ότι την ενημέρωσε πως θα έπραττε τούτο εάν δεν πληρωνόταν το υπόλοιπο. Ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη 1 του έδωσε την επίδικη επιταγή και του είπε πως στην περίπτωση που έχει υπόλοιπο μπορεί να την καταθέσει όποτε θέλει. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Χριστοφίδου Ποταμίτου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από τρεχούμενο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Αντίγραφο κατάστασης του εν λόγω λογαριασμού κατέθεσε ως τεκμήριο
  4. Ισχυρίστηκε πως δικαίωμα υπογραφής για τον εν λόγω λογαριασμό είχαν 3 άτομα, ο κ. XXXXX Νικολάου, η κα XXXXX Πασχάλη και ο κ. XXXXX Νικολάου και πως για την έκδοση επιταγής από τον εν λόγω λογαριασμό αρκούσε η υπογραφή ενός από τα ως άνω άτομα. Η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή 5 φορές και όλες επιστράφηκε απλήρωτη επειδή ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 δεν είχε επαρκή υπόλοιπα για να τιμηθεί. Ισχυρίστηκε τέλος ότι με βάση την καρτέλα δείγματος υπογραφών και την υπογραφή που τέθηκε στην επίδικη επιταγή φαίνεται πως αυτή υπογράφηκε από την κα XXXXX Πασχάλη. Η Μ.Κ.2 δεν αντεξετάστηκε. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 αυτή κάλεσε ως Μ.Υ.1 τον κατηγορούμενο 2 κ. XXXXX Νικολάου. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: η παραπονούμενη προμήθευε την κατηγορούμενη 1 με προϊόντα τηλεφωνίας και η τελευταία εξέδιδε και της παρέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές. Η συνεργασία τους διήρκεσε μέχρι και τις 27.8.2015 όταν η κατηγορούμενη 1 μέσω των δικηγόρων της τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε από την κατηγορούμενη 1 περί τις αρχές Μαρτίου 2013 και παραδόθηκε στον κ. Γούναρη, και σε αυτή, πέραν της υπογραφής, συμπληρώθηκε το ποσό ολογράφως και αριθμητικά και παρέμειναν κενά η ημερομηνία και το όνομα του δικαιούχου. Η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εγγύηση για τη συνέχιση προμήθειας προϊόντων από την παραπονούμενη προς την κατηγορούμενη 1 και όχι για να παρουσιαστεί προς είσπραξη αφού κατά την ημέρα που αυτή δόθηκε η κατηγορούμενη 1 δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό προς την παραπονούμενη ούτε της είχαν παραδοθεί από την τελευταία προϊόντα αξίας €20.
  5. Ισχυρίστηκε επίσης ότι την ημέρα που η επίδικη επιταγή παραδόθηκε στον κ. Γούναρη συμφωνήθηκε πως δεν θα την παρουσιάσει προς είσπραξη και ότι αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο κατόπιν συμφωνίας της ημερομηνίας πληρωμής της και τυχόν οφειλόμενου ποσού. Ισχυρίστηκε πως η επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 9.9.2015 χωρίς να ειδοποιηθεί από τον κ. Γούναρη ότι υπήρχε οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό ούτε ότι θα παρουσιαζόταν για πληρωμή. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι μετά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης έλαβε χώρα μια συνάντηση μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων τους στη Λευκωσία κατά την οποία του δόθηκε κατάσταση λογαριασμού από την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από τη σύζυγό του η οποία συμπλήρωσε σε αυτή και το ποσό των €20.000 και ο ίδιος την παρέδωσε στον κ. Γούναρη με τη συμφωνία ότι αυτή δόθηκε ως εγγύηση και όχι για να εισπραχθεί. Ισχυρίστηκε πως συμφωνήθηκε ότι η εν λόγω επιταγή μπορούσε να εισπραχθεί μόνο εφόσον προηγουμένως συμφωνούσαν μεταξύ τους το ποσό που οφειλόταν. Ισχυρίστηκε επίσης πως πληροφορήθηκε από την τράπεζά του ότι αυτή παρουσιάστηκε για πληρωμή μετά την παρουσίασή της και μίλησε με τον κ. Γούναρη ο οποίος του ανέφερε πως θα την παρουσιάζει στην τράπεζα μέχρι να πληρωθεί. Στο τέλος ο Μ.Υ.1 διαφώνησε με υποβολές του δικηγόρου της παραπονούμενης ότι αυτή δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να διαβουλευθεί με τους κατηγορούμενους πριν να καταθέσει την επίδικη επιταγή για πληρωμή και ότι ο κ. Γούναρης μπορούσε χωρίς προειδοποίηση να συμπληρώσει σε αυτή την ημερομηνία και το όνομα του δικαιούχου της. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους, τις οποίες έχω υπόψη μου και στις οποίες θα κάνω αναφορά όπου είναι αναγκαίο. Ο κ. Πετρίδης εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η παραπονούμενη, η οποία στη συντριπτική της έκταση δεν αμφισβητήθηκε, αποδεικνύει την έκδοση της επίδικης επιταγής από την κατηγορούμενη 1 διά της υπογραφής της διευθύντριάς της και την οφειλή της προς την παραπονούμενη. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο ισχυρισμός της κατηγορούμενης 1 ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε ως εγγύηση και όχι για να πληρωθεί δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και πρέπει να απορριφθεί αφού εάν έτσι είχε συμφωνηθεί θα ήταν αναμενόμενο ότι μετά την πρώτη εμφάνισή της για πληρωμή η κατηγορούμενη 1 θα προχωρούσε στην ανάκληση της πληρωμής της. Από την άλλη πλευρά ο κ. Γιατρού εισηγήθηκε ότι ο Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του παραδέχθηκε πως η επίδικη επιταγή του δόθηκε ως εγγύηση για κάλυψη αποθέματος εμπορευμάτων που βρίσκονταν στην κατοχή της κατηγορούμενης 1 που δεν είχε πληρωθεί και ότι κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε πως την ημέρα που του παραδόθηκε η επιταγή η κατηγορούμενη 1 δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό ούτε και της είχαν παραδοθεί εμπορεύματα αξίας €20.
  6. Εισηγήθηκε ότι ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε πως ουδέποτε ειδοποίησε την κατηγορούμενη 1 ότι συμπλήρωσε στην επίδικη επιταγή την ημερομηνία 9.9.2015 και ότι θα την παρουσίαζε στην τράπεζα για πληρωμή. Εισηγήθηκε επίσης ότι η επίδικη δεν αποτελεί επιταγή εν τη εννοία του νόμου επειδή δόθηκε ως εγγύηση, δηλαδή ως ένα είδος ασφάλειας για την πληρωμή τυχόν υπολοίπων και δεν είχε την έννοια της συναλλαγματικής πληρωτέας εν όψει ως προνοείται στο άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ.
  7. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η αναγραφή του ονόματος του δικαιούχου και της ημερομηνίας πληρωμής της επίδικης επιταγής έγιναν από τον Μ.Κ.1 χωρίς να προηγηθεί συνεννόηση με την κατηγορούμενη και τα πιο πάνω επιφέρουν την ακυρότητά της και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιταγή εν τη εννοία του νόμου και παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Griffiths v. Dalton [1940] 2 K.B. 264 και Χατζησπύρου ν. Συμιλλίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2015, ημερομηνίας 22.4.
  8. Εισηγήθηκε ειδικότερα ότι η συμπλήρωση των εν λόγω κενών στην επίδικη επιταγή δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου ούτε με τη συγκατάθεση της κατηγορούμενης με αποτέλεσμα αυτή να πάψει να είναι εκτελεστή για τους σκοπούς του Κεφ. 262 και του άρθρου 305Α του Κεφ.
  9. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει την κατηγορία της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές». Σχετικό είναι επίσης και το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου το οποίο έχει ως εξής: «
(3). Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους .». Έχοντας υπόψη μου το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 κρίνω πως από αυτό συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τα ακόλουθα: α) η έκδοση της επιταγής, β) η παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε, γ) η παρουσίαση της επιταγής να έγινε κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα, δ) η μη εξόφληση της επιταγής να οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή στο ότι ο λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής για πληρωμή και ε) η επιταγή να παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή της. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(3)συνάγεται επίσης ότι το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο παρουσιάζεται μια επιταγή για πληρωμή οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή και τα πιο πάνω αποτελούν μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30.1.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό τον νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός της επιταγής: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής ο διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 (L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.ά., (ανωτέρω). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 262 «έκδοση» σημαίνει την πρώτη παράδοση συναλλαγματικής, γραμματίου ή επιταγής, συμπληρωμένης κατά τύπο σε πρόσωπο το οποίο λαμβάνει αυτή ως κάτοχος. Το άρθρο 3 του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική
(3).
(4)Συναλλαγματική δεν είναι άκυρη λόγω του ότι αυτή (α) δεν είναι χρονολογημένη, ». Το άρθρο 20 του Κεφ. 262 διαλαμβάνει επίσης τα εξής: «
(1)Όταν απλή υπογραφή σε λευκό χαρτοσημασμένο χαρτί παραδίδεται από αυτόν που υπέγραψε ούτως ώστε να δύναται να μετατραπεί σε συναλλαγματική, ισχύει ως εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση αυτής ως πλήρης συναλλαγματικής για οποιοδήποτε ποσό που καλύπτεται από το χαρτόσημο, αφού χρησιμοποιηθεί γι' αυτό η υπογραφή του εκδότη, ή του αποδέκτη ή οπισθογράφου και κατά τον ίδιο τρόπο, όταν συναλλαγματική είναι ελλιπής ως προς ουσιώδη λεπτομέρεια το πρόσωπο που κατέχει αυτή έχει εκ πρώτης όψεως εξουσία προς συμπλήρωση της παράλειψης κατά οποιοδήποτε τρόπο κρίνει κατάλληλο.
(2)Για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πριν από τη συμπλήρωση του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εύλογος χρόνος για το σκοπό αυτό είναι θέμα πραγματικό:». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εκδότη της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Στην υπόθεση Χ'' Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Από τη στιγμή που η εφεσείουσα αρνήθηκε την υπογραφή της επιταγής - και αυτό διαφάνηκε από την αρχή - ο κατήγορος όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής, με ένα από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης. Για παράδειγμα, μπορούσε να κληθεί μάρτυς που είδε ποίος υπέγραψε ή να κληθεί γραφολόγος. Το θέμα πραγματεύεται ο Phipson on Evidence, 14η έκδοση στην παράγραφο 35-03, σελ. 936». Στην υπόθεση L.C.D. DOMIKI LTD ν. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, ημερομηνίας 30 Ιανουαρίου 2015, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Μια επιταγή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του άρθρου 4 του Κεφ.
  1. Μάλιστα στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange 24η Έκδ. σελ. 31-33, γίνεται μνεία των περιπτώσεων των μη συμπληρωμένων συναλλαγματικών εγγράφων, θεωρουμένων τότε ως inchoate instruments, τα οποία όμως καθίστανται κανονικά αξιόγραφα εφόσον συμπληρώνονται δεόντως από τον κομιστή ή τον κάτοχο του. Όπως αναφέρεται, «A bill which is incomplete at the time of issue is to be treated, when delivered in accordance with the section, as though it had never been defective at all.». Το «section» εδώ, είναι το s. 20 του Bills of Exchange Act
  2. Και επίσης η παράλειψη της ένθεσης του ονόματος του δικαιούχου («payee») και άλλων ουσιαστικών στοιχείων, μπορούν να θεραπευτούν με τη συμπλήρωση τους από τον κάτοχο, δυνάμει του ως άνω s. 20 του Bills of Exchange Act 1882 (δέστε και Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques 17η Έκδ. σελ. 102-111). Στην Κύπρο υπάρχει ανάλογη πρόνοια στο άρθρο 12 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ως τροποποιήθηκε, σχετική δε ανάλυση γίνεται στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά: Τραπεζική Επιταγή
(1987), σελ. 39-46. Η ουσία είναι ότι η ασυμπλήρωτη επιταγή δύναται να τύχει συμπλήρωσης από τον κάτοχο της και θεωρείται για όλους τους σκοπούς κανονική και νόμιμη. Συμπληρώνεται εδώ ότι «επιταγή» κατά το άρθρο 73 του Κεφ. 262, ως τροποποιήθηκε, είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει και όλες οι πρόνοιες του Νόμου αυτού σε σχέση με συναλλαγματικές εφαρμόζονται και στις επιταγές». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής ως μάρτυρας και ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αποδέχομαι ως αληθή τον ισχυρισμό του ότι η επίδικη επιταγή του δόθηκε τον Μάρτη του 2013 ως εγγύηση των προϊόντων που παρέδιδαν στα καταστήματα των κατηγορουμένων χωρίς να αναγράφεται σε αυτή ημερομηνία ή όνομα. Αποδέχομαι επίσης ότι τη συγκεκριμένη ημέρα που του δόθηκε η επίδικη επιταγή η παραπονούμενη δεν είχε παραδώσει στην κατηγορούμενη 1 εμπορεύματα αξίας €20.
  1. Αποδέχομαι επίσης ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε στη Λεμεσό στην παρουσία του από την κατηγορούμενη 3 αφού ο εν λόγω ισχυρισμός επιβεβαιώνεται και από σχετικό ισχυρισμό της Μ.Κ.2 η οποία δεν αντεξετάστηκε καθόλου. Αποδέχομαι επίσης ως αληθή τον ισχυρισμό που προέβαλε κατά την αντεξέτασή του πως δεν ειδοποίησε την κατηγορούμενη 1 ότι στις 9.9.2015 θα κατέθετε την επίδικη επιταγή. Ομοίως αποδέχομαι ως αληθή και τον ισχυρισμό του ότι όταν του δόθηκε η επίδικη επιταγή του λέχθηκε ότι μπορεί να την καταθέσει «όποτε θέλει» στην περίπτωση που υπήρχε υπόλοιπο. Αναφορικά με τη Μ.Κ.2, η οποία δεν αντεξετάστηκε, κρίνω ότι η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Από τη μαρτυρία της προκύπτει ότι για τη νόμιμη έκδοση επιταγής από τον επίδικο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 ήταν αρκετό να υπογράψει οποιοδήποτε πρόσωπο από τα 3 που ανέφερε πως είχαν εξουσία προς τούτο. Προκύπτει επίσης ότι η επίδικη επιταγή υπογράφηκε από την κα XXXXX Πασχάλη. Προκύπτει περαιτέρω ότι η επίδικη επιταγή όσες φορές παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας εκδόθηκε δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε όλες τις φορές σφραγισμένη με τις σχετικές ενδείξεις. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Μ.Υ.1 πως ο Μ.Κ.1 ουδέποτε τον ειδοποίησε ότι στις 9.9.2015 θα κατέθετε την επίδικη επιταγή αυτός γίνεται αποδεκτός αφού συνάδει με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 τον οποίο αποδέχθηκα ήδη ως αληθή. Ο ισχυρισμός του ότι η επίδικη επιταγή παραδόθηκε από τον ίδιο στον Μ.Κ.1 στη Λευκωσία και όχι στο κατάστημα της κατηγορούμενης 1 στη Λεμεσό κρίνω πως δεν είναι κρίσιμος για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης αφού είναι χωρίς σημασία ο τόπος στον οποίο τούτη παραδόθηκε. Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός γιατί είναι αντίθετος με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 επί του ιδίου θέματος τον οποίο ήδη αποδέχθηκα ως αληθή. Συνακόλουθα και έχοντας υπόψη μου την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως αυτή αναφέρθηκε πιο πάνω τα ακόλουθα είναι τα ευρήματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: οι διάδικοι υπήρξαν συνεργάτες και συγκεκριμένα η παραπονούμενη προμήθευε τα καταστήματα της κατηγορούμενης 1 στη Λεμεσό με είδη τηλεφωνίας. Για τη μεταξύ τους συνεργασία η παραπονούμενη διατηρούσε σχετικό λογαριασμό. Στα πλαίσια της συνεργασίας τους τον Μάρτη του 2013 παραδόθηκε στην παραπονούμενη η επίδικη επιταγή η οποία είχε υπογραφεί από την κα XXXXX Πασχάλη Νικολάου, διευθύντρια της κατηγορούμενης 1 η οποία είχε εξουσία να υπογράφει για την έκδοση επιταγών από τον επίδικο λογαριασμό της κατηγορούμενης
  2. Η εν λόγω επιταγή παραδόθηκε στον Μ.Κ.1 κ. XXXXX Γούναρη. Στην επιταγή είχε αναγραφεί επίσης από την κα XXXXX Πασχάλη Νικολάου το ποσό των €20.000 ολογράφως και αριθμητικά αλλά αυτή δεν είχε χρονολογηθεί ούτε είχε συμπληρωμένο το όνομα του δικαιούχου. Ο Μ.Κ.1 χωρίς να ενημερώσει σχετικά την κατηγορούμενη 1 ή κάποιον από τους διευθυντές της συμπλήρωσε στην επίδικη επιταγή το όνομα της παραπονούμενης και την ημερομηνία 9.9.2015 και την ίδια ημέρα την παρουσίασε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή. Η εν λόγω επιταγή δεν τιμήθηκε και στις 10.9.2015 σφραγίστηκε με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα». Στη συνέχεια η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε ακόμα 4 φορές για πληρωμή στις 15.9.2015, 18.9.2015, 23.9.2015 και στις 28.9.2015 χωρίς πάλι να τιμηθεί. Στην υπόθεση Χατζησπύρου ν. Συμιλλίδη, Ποινική Έφεση Αρ. 139/2015, ημερομηνίας 22.4.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η συμπλήρωση των εν λόγω κενών της επίδικης επιταγής 4 χρόνια μετά την έκδοσή της δεν έγινε εντός ευλόγου χρόνου ούτε με τη συγκατάθεση του εκδότη της με αποτέλεσμα αυτή να πάψει να είναι εκτελεστή για τους σκοπούς του Κεφ. 262 και του άρθρου 305Α του Κεφ.
  3. Στην παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα της οποίας κρίνω ότι ομοιάζουν με αυτά της ως άνω υπόθεσης, ο Μ.Κ.1 τον Μάρτη του 2013 όταν έλαβε την επίδικη επιταγή, είχε εκ πρώτης όψεως εξουσία να συμπληρώσει σε αυτή το όνομα του δικαιούχου και την ημερομηνία, νοουμένου ότι θα έπραττε τούτο εντός ευλόγου χρόνου και μετά που θα εξασφάλιζε τη σχετική εξουσιοδότηση από την κατηγορούμενη 1 ή τους αξιωματούχους της. Στην παρούσα υπόθεση ο Μ.Κ.1 ουδέποτε ειδοποίησε τους κατηγορούμενους ότι συμπλήρωσε στην επίδικη επιταγή την ημερομηνία 9.9.
  4. Με δεδομένο ότι από τον Μάρτη του 2013 έως τον Σεπτέμβρη του 2015 μεσολάβησαν 2 ½ χρόνια, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από την παραπονούμενη γιατί αδράνησε να χρονολογήσει την επίδικη επιταγή νωρίτερα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις ο εν λόγω χρόνος είναι μεγάλος και συνακόλουθα ότι η εξουσία του Μ.Κ.1 να θέσει σε αυτήν την ημερομηνία 9.9.2015 δεν ασκήθηκε εντός ευλόγου χρόνου. Κρίνω επίσης ότι έπραξε τούτο χωρίς να λάβει προηγουμένως και την αναγκαία προς τούτο εξουσιοδότηση της κατηγορούμενης
  5. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός πως λέχθηκε στον Μ.Κ.1 πως μπορούσε να καταθέσει την επίδικη επιταγή «όποτε θέλει» στην περίπτωση που η κατηγορούμενη 1 είχε υπόλοιπο, δεν αναιρεί την υποχρέωση της παραπονούμενης, αφού μεσολάβησε και το ως άνω μεγάλο χρονικό διάστημα, να ενημέρωνε την κατηγορούμενη για την πρόθεσή της να συμπληρώσει στην επιταγή συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία θα την παρουσίαζε προς πληρωμή, και να εξασφάλιζε προς τούτο τη σχετική εξουσιοδότησή της. Ως αποτέλεσμα κρίνω ότι η συμπλήρωση της ημερομηνίας 9.9.2015 στην επίδικη επιταγή από τον Μ.Κ.1 έγινε χωρίς να ληφθεί προηγουμένως η σχετική και συνάμα αναγκαία εξουσιοδότηση της κατηγορούμενης
  6. Αυτό ήταν αναγκαίο να είχε προηγηθεί λόγω του γεγονότος ότι η επίδικη επιταγή είχε ήδη απωλέσει τη νομική υπόστασή της ως επιταγή παύοντας πλέον να είναι εκτελεστή για σκοπούς του Κεφ. 262 και συνακόλουθα και του άρθρου 305 Α του Κεφ.
  7. Λόγω των πιο πάνω και μετά την υποκειμενική αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε πως η επίδικη ήταν επιταγή εν τη ως άνω εννοία του νόμου και πως υπό τις περιστάσεις η κατηγορούμενη 1 πρέπει να αθωωθεί στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Συνεπώς η κατηγορούμενη 1 αθωώνεται στην 11η κατηγορία. (Υπ.) ............. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.