← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΑΤΖΗΣΟΛΩΜΟΥ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 19262/2016, 14/5/2021

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΧΑΤΖΗΣΟΛΩΜΟΥ κ.α., Υπόθεση με αρ.: 19262/2016, 14/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B94 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 19262/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον-
  2. XXXXX ΧΑΤΖΗΣΟΛΩΜΟΥ
  3. XXXXX ΧΑΛΚΙΑΔΑΚΗ Κατηγορουμένων ---------- Ημερομηνία: 14/05/
  4. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Αργυρού. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Σπύρου. Κατηγορούμενοι 1 και 2, Παρόντες. ---------- Δίκη εντός Δίκης σχετικά με το Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 ---------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
  5. Ο κατήγορος δεν μπορεί να παρουσιάσει κατά την ακρόαση της υπόθεσης την ομολογία ενός κατηγορούμενου, εκτός εάν μπορεί να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η σχετική δήλωση του ήταν θεληματική, με την έννοια ότι δεν έχει εξασφαλιστεί από τον κατηγορούμενο από φόβο ή προκατάληψη ή ελπίδα πλεονεκτήματος διεγερθείσα ή ανεχτή από άτομο σε θέση εξουσίας ή με καταπίεση. Ότι, δηλαδή, ήταν το προϊόν της ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου. Κάτι που σημαίνει, δήλωση του κατηγορουμένου που γίνεται κατά την άσκηση μίας ελεύθερης επιλογής του να μιλήσει ή να παραμείνει σιωπηλός [i]. Το Άρθρο 5

(3)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155») είναι σχετικό.
  1. Το ζήτημα αποφασίζεται από τις περιβάλλουσες αυτού περιστάσεις της υπόθεσης.
  2. Ο κανόνας είναι σαφής και απλός και καλούμε να αποφασίσω το ζήτημα εφαρμόζοντας το πνεύμα και τον σκοπό του, αφότου διαπιστώσω με σαφήνεια τα σχετικά γεγονότα.
  3. Διευκρινίζω.
  4. Καλούμε να αποφασίσω για την δεκτότητα της κατάθεσης υπό συζήτηση και όχι σχετικά με οποιαδήποτε ερωτήματα για την καταλληλόλητα της συμπεριφοράς αυτού που πραγματοποίησε την ανάκριση ή υπέβαλε ερωτήσεις ή σχετικά με την καταλληλόλητα ή μη του οτιδήποτε λέχθηκε ή έγινε. Καλούμε να διαπιστώσω τα γεγονότα σχετικά με το τι λέχθηκε ή και έγινε στην ανάκριση και όχι να διερευνήσω τα κίνητρα ή τις προθέσεις του προσώπου ή των προσώπων που πραγματοποίησαν την ανάκριση. Ανεξαρτήτως του κατά πόσο υπήρξε ή όχι απρέπεια στην διαδικασία της ανάκρισης, αυτό που πρέπει να εξεταστεί, είναι κατά πόσο η δήλωσης αποδεικνύεται ότι ήταν θεληματική, αντί το αποτέλεσμα ενός εκ των προαναφερμένων αιτιών. Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία ανάγκη για υποκειμενική πρόθεση εξαγωγής ομολογίας και δεν απαιτείται οποιοσδήποτε βαθμός απρέπειας από αυτούς που είναι έναντι του κατηγορουμένου σε θέση εξουσίας. [ii].
  5. Το κριτήριο είναι το εξής.
  6. Όταν εξετάζεται το κατά πόσο η δήλωσης του κατηγορουμένου προκλήθηκε από ελπίδα ή φόβο ή καταπίεση, αυτό που πρέπει να διαπιστωθεί είναι όλα τα γεγονότα που αφορούν την ισχυριζόμενη «παρακίνηση» ή «πρόκληση». Αν ο ισχυρισμός είναι ότι συνίσταται σε κάτι που έκανε ή είπε ο ανακριτής ή το πρόσωπο που υποβάλλει τις ερωτήσεις, τότε πρέπει να διαπιστωθούν τα γεγονότα ως προς το τι έκανε ή είπε και ποιες ήταν οι περιστάσεις. Τότε, αυτό που έγινε ή ειπώθηκε, πρέπει να εξεταστεί εφαρμόζοντας την κοινή λογική υπό το φως όλων των περιστάσεων και να δοθεί σε αυτό το νόημα που θα ήταν λογικά δικαιολογημένο να έχει για το άτομο στο οποίο λέχθηκε ή συνέβη.
  7. Υπάρχει όμως και εναλλακτικός τρόπος θεώρησης του προαναφερόμενου κριτηρίου.
  8. Αυτός είναι, η προσέγγισης του από την άποψη του κατά πόσο ο κατήγορος έχει αποδείξει ότι η δήλωσης που έγινε από τον κατηγορούμενο ήταν θεληματική, υπό την έννοια ότι δεν εξασφαλίστηκε από αυτόν από κάποιο άτομο σε θέση εξουσίας που του «άσκησε» φόβο ή προκατάληψη ή του «προκάλεσε» ελπίδα πλεονεκτήματος ή καταπίεση. Δηλαδή, το κριτήριο, από αυτή του την άποψη, είναι κατά πόσο η δήλωσης του κατηγορουμένου ήταν το αποτέλεσμα κάτι που του λέχθηκε ή έγινε από κάποιο πρόσωπο σε θέση εξουσίας ώστε ο κατηγορούμενος να προκλήθηκε ή οδηγήθηκε στο να προβεί στην δήλωση. Το ερώτημα, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι: έκανε ο κατηγορούμενος την δήλωση επειδή του «ασκήθηκε» φόβος ή προκατάληψη ή του «προκλήθηκε» καταπίεση;· έκανε ο κατηγορούμενος την δήλωση επειδή του δημιουργήθηκε η ελπίδα ότι θα είχε κάποιο πλεονέκτημα αν το έπραττε;
  9. Σε κάθε περίπτωση, ο κατήγορος πρέπει να αποδείξει ότι η δήλωσης δεν οφείλει την προέλευση της σε μία τέτοια αιτία. Είναι μια αλυσίδα αιτιώδους συνάφειας που πρέπει να αποκλειστεί από τον κατήγορο και όχι απλώς η υπόσταση συγκεκριμένου μέρους της.
  10. Εάν ικανοποιηθώ ότι η ομολογία του κατηγορουμένου δεν εξασφαλίστηκε ως αποτέλεσμα των οποιονδήποτε των προαναφερόμενων απαγορευμένων «μέσων» ή αιτιών, το ζήτημα δεν τελειώνει εκεί. Πρέπει να προχωρήσω περαιτέρω και να το εξετάσω από την άποψη του συμφέροντος της δικαιοσύνης: εάν, δηλαδή, είναι δίκαιο στις περιστάσεις της υπόθεσης και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η συγκεκριμένη δήλωσης του κατηγορουμένου να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία. Μπορώ κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας να αποδεχθώ την δήλωση του κατηγορουμένου, εάν κρίνω ότι δόθηκε από αυτόν θεληματικά και είναι δίκαιο να γίνει αποδεκτή. Ή, μπορώ να αρνηθώ να αποδεχθώ την δήλωση του κατηγορουμένου, ακόμη και εάν κρίνω ότι δόθηκε από αυτόν θεληματικά, επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο υπό τις περιστάσεις. Όπως λέχθηκε από τον μ., Δικαστή, Diplock στην υπόθεση R v Sang [1979] 2 All ER 1222 at 1230, που εκδικάστηκε από την τότε Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας: «. υπάρχει διακριτική ευχέρεια αποκλεισμού μαρτυρίας την οποία ο κατηγορούμενος έχει παρακινηθεί να προσκομίσει θεληματικά εάν η μέθοδος προτροπής είναι άδικη.» [iii]. Μέρος του δικαστικού μου καθήκοντος σε ποινική δίκη, είναι η διασφάλισης ότι ο κατηγορούμενος θα τύχει δίκαιης δίκης σύμφωνα με τον νόμο και για αυτό τον λόγο έχω διακριτική ευχέρεια να μην αποδεχθώ την προσκόμιση μαρτυρίας εάν κατά την κρίση μου η επιζήμια επίδραση της στην δικαιότητα της δίκης υπερισχύει της αποδεικτικής της αξίας. [iv].
  11. Συνεπώς, -και αυτό, στο γενικότερο πλαίσιο θεώρησης των πραγμάτων-, η απόρριψη μιας ανάρμοστα ληφθείσας μαρτυρίας, δεν εξαρτάται μόνο στην δυνατότητα αναξιοπιστίας της -που, βέβαια, δεν μπορεί να αποτελεί το αντικείμενο εξέτασης σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία-, αλλά και επί της αρχής ότι ένα άτομο δεν μπορεί να «εξαναγκαστεί» να αυτοενοχοποιηθεί και επί της σημασίας που αποδίδεται σε μία πολιτισμένη κοινωνία ότι η Αστυνομία συμπεριφέρεται κατάλληλα σε όσους ασκεί εξουσία ή και βρίσκονται υπό την κράτηση της.
  12. Με αυτές τις νομικές αρχές κατά νουν, στρέφομαι στη εξέταση του ακόλουθου ζητήματος, που πρόκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία.
  13. Ο Κατηγορούμενος 1, έφερε ένσταση στην κατάθεση από την Αστ. XXXXX, XXXXX Χριστοφή, ΜΚ1 στην ακροαματική διαδικασία, ως μέρος της μαρτυρίας της, κατάθεσης που υπάρχει ισχυρισμός ότι του λήφθηκε από την Αστυνομία στις 15/06/2016, Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1 / Τεκμήριο 2ΔΕΔ (στο εξής καλούμενη «η Επίδικη Κατάθεση»), για τους εξής λόγους [Αυτοί, αφορούν, κυρίως, συμπεριφορά ή και ενέργειες του Ανώτερου Υπαστυνόμου XXXXX Κουμέττου, υπεύθυνου κατά τον ουσιώδη χρόνο του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας της Αστυνομίας]: (i) Παραβίασης του δικαιώματος του να έχει τις υπηρεσίες δικηγόρου. Δηλαδή, δεν του επιτράπηκε, η λήψη της κατάθεσης του να γίνει στην παρουσία του δικηγόρου του. (ii) Η κατάθεσης του, εξασφαλίστηκε από την Αστυνομία λόγω καταπίεσης του. Και· (iii) Η κατάθεσης του, αποτελείται από ημιτελή δηλώσεις του επειδή υπήρχε επιλεκτική καταγραφή τους, καθώς επίσης και από δηλώσεις του που αλλοιώθηκαν κατά την γραπτή αποτύπωση τους.
  14. Κατά την ακρόαση που διεξήχθη σε δίκη εντός δίκης για την εξέταση του προαναφερόμενου ζητήματος, ο Κατήγορος κάλεσε για την υπόθεση του και παρουσίασε, την μαρτυρία των: (i) Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Χριστοφή (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1ΔΕΔ»). (ii) Υπαστυνόμου, XXXXX Γεωργιάδη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2ΔΕΔ»). Και· (iii) Ανώτερου Υπαστυνόμου, XXXXX Κουμέττου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3ΔΕΔ»).
  15. Ο Κατηγορούμενος 1, ακολούθως, έδωσε ένορκη κατάθεση. Ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση του.
  16. Είναι παραδεκτό από τους Κατήγορο και Κατηγορούμενο 1, ότι ο Κατηγορούμενος 1, συλλήφθηκε από τον ΜΚ2 στο χώρο του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας της Αστυνομίας, στις 15/06/2016 η ώρα 18:25 μ. μ., βάσει του Δικαστικού εντάλματος Τεκμήριο 3ΔΕΔ. Η Επίδικη Κατάθεση, αποτελεί θέση του Κατήγορου, ξεκίνησε την ίδια ημέρα στις 19:35 μ. μ. και ενώ ο Κατηγορούμενος 1 ήταν κρατούμενος. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Δικαστικού εντάλματος Τεκμήριο 3ΔΕΔ, η σύλληψης και κατ' εκείνο το διάστημα κράτησης του Κατηγορουμένου 1, έγινε βάσει των προνοιών των Άρθρων 11.[2(γ) και 3] του Συντάγματος. Δηλαδή, ο Κατηγορούμενος 1, συλλήφθηκε, ως προαναφέρθηκε, από τον ΜΚ2, στη βάση εύλογης υπόνοιας του Δικαστή που εξέδωσε το Δικαστικό ένταλμα Τεκμήριο 3ΔΕΔ, ότι διέπραξε τα αναφερόμενα σε αυτό ποινικά αδικήματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με το Άρθρο 11.5 του Συντάγματος, ο συλληφθείς, παρουσιάζεται από τον εντεταλμένο για την εκτέλεση του που ενήργησε στην βάση του, σε αρμόδιο Δικαστή, το συντομότερο αμέσως μετά από την σύλληψη του και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός είκοσι-τεσσάρων ωρών αν δεν αφεθεί νωρίτερα ελεύθερος, για να ενεργήσει και κρίνει ο Δικαστής βάσει των προνοιών του Άρθρου 11.6 του Συντάγματος.
  17. Στην προκείμενη περίπτωση, είναι παραδεκτό από τους Κατήγορο και Κατηγορούμενο 1, ότι, μετά και την σύλληψη του Κατηγορούμενου 1 από τον ΜΚ2, ως προελέχθη, το συντομότερο που ο Κατηγορούμενος 1 θα μπορούσε να παρουσιαστεί ενώπιον αρμόδιου Δικαστή, ήταν κατά τις πρώτες εργάσιμες ώρες του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την επόμενη ημέρα, 16/06/
  18. Συνεπώς, δεδομένων και των προνοιών των Άρθρων 4
(1), 5 και 8 του Κεφ. 155, δεν υπήρχε κανένα κώλυμα, η ΜΚ1, ή/και ο ΜΚ2 ή/και ο ΜΚ3, να εξετάσουν τον Κατηγορούμενο 1 και να του πάρουν κατάθεση, σχετικά με την διάπραξη των ποινικών αδικημάτων, για τα οποία μάλιστα ήταν ύποπτος και για τα οποία το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας της Αστυνομίας διεξήγαγε ανακρίσεις. Τηρουμένων, φυσικά, βάσει και του Άρθρου 8 του Κεφ. 155, των Δικαστικών Κανόνων που αφορούν τη λήψη καταθέσεων από Αστυνομικούς. Απόλυτα σχετική για το προκείμενο, είναι, θεωρώ, η απόφαση που ο μ., Αρχιδικαστής Gibbs έδωσε για το Ανώτατο Δικαστήριο Αυστραλίας, στην υπόθεση Williams v The Queen
(1986)161 CLR 278, στην οποία ανέφερε: «Το κρίσιμο ερώτημα, είναι εάν ο συλληφθείς κρατήθηκε περισσότερο από ό,τι ήταν εύλογα απαραίτητο για να μπορέσει να προσαχθεί ενώπιον Δικαστή· το γεγονός ότι ανακρίνεται, είτε για το αδίκημα για το οποίο συλλαμβάνεται, είτε για άλλα αδικήματα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπήρξε αποτυχία προσαγωγής του ενώπιον Δικαστή το συντομότερο δυνατό. Από την άλλη πλευρά, εάν κρατηθεί, όχι για το σκοπό αυτό, αλλά μόνο για τον σκοπό της ανάκρισης, η κράτηση θα είναι παράνομη» [v].
  1. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με την θέση του Κατηγορουμένου 1, ότι, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, η ΜΚ1, όπως υποστηρίζει ο Κατήγορος, ή σε κάθε περίπτωση, η ΜΚ1 ή/και ο ΜΚ2 ή/και ο ΜΚ3, αν τα γεγονότα έχουν διαφορετικά, ως υποστηρίζει ο Κατηγορούμενος 1, δεν μπορούσαν κατά τον χρόνο που αυτό έγινε, να τον ανακρίνουν και να του πάρουν κατάθεση. Από την νομική τουλάχιστον άποψη των πραγμάτων, η θέση αυτή του Κατηγορουμένου 1 δεν μπορεί να ευσταθεί και απορρίπτεται. Η υποχρέωση των μελών της Αστυνομίας που διεξάγουν ανακρίσεις σχετικά με την διάπραξη ποινικών αδικημάτων, είναι να θέτουν σε αυτούς που εξετάζουν, όλα τα ερωτήματα δίκαια και να αποφεύγουν οτιδήποτε έχει την φύση απειλής ή να αποπειρώνται την απόσπαση ομολογιών. Συνάμα, είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας, όλα τα ποινικά αδικήματα να διερευνώνται πλήρως και με ταχύτητα, με σκοπό την προσαγωγή των παραβατών στο Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν και τέτοιες εξετάσεις δεν πρέπει να παρεμποδίζονται αδικαιολόγητα. Και αυτό, εφόσον, σκοπός τους είναι το ξεκαθάρισμα των αθώων από τους υπόπτους και η απόδειξη της ενοχής των παραβατών. Πρέπει να στοχεύουν στην εξακρίβωση της αλήθειας, αυτό να γίνεται το συντομότερο δυνατόν, και δεν πρέπει να πραγματοποιούνται με την ιδέα της παραγωγής αποδεικτικών στοιχείων ή της απόσπασης κάποιας ομολογίας και με αυτό τον τρόπο την εξασφάλιση καταδίκης.
  2. Η ορθή νομική αντίκρισης των πραγμάτων, αδιαμφησβήτητα, βοηθά πάντοτε και στην εκτίμηση των περιστατικών υπό αμφισβήτηση για τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Προχωρώ σε αυτό.
  3. Είναι, ως προαναφέρθηκε, η θέσης του Κατηγορουμένου 1, ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του να έχει τις υπηρεσίες δικηγόρου. Για το ζήτημα αυτό, κυριότερη, για την υπόθεση του Κατήγορου, ήταν η μαρτυρία του ΜΚ
  4. Ο ΜΚ2, ως προελέχθη, ήταν ο Αστυνομικός που στις 15/06/2016 η ώρα 18:25 μ. μ., εκτέλεσε το Δικαστικό ένταλμα Τεκμήριο 3ΔΕΔ συλλαμβάνοντας τον Κατηγορούμενο
  5. Όπως ο ΜΚ2 υποστήριξε, στην συνέχεια και συγκεκριμένα η ώρα 18:30 μ. μ., έδωσε στον Κατηγορούμενο 1, ως πρόσωπο που τελούσε υπό κράτηση, το έγγραφο ενημέρωσης του για τα δικαιώματα του, Τεκμήριο 1 ΔΕΔ. Στην σελίδα 12 του εν λόγω Τεκμηρίου 1ΔΕΔ, ανέφερε ο ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος 1 έθεσε την υπογραφή του προς επιβεβαίωση ότι όντως το παρέλαβε και ότι πράγματι πληροφορήθηκε για τα δικαιώματα του.
  6. Στο Τεκμήριο 1ΔΕΔ, όπως διαπιστώνεται, γίνεται εκτενής αναφορά, μεταξύ άλλων, στο δικαίωμα κρατουμένου να έχει την βοήθεια δικηγόρου, στο δικαίωμα του της σιωπής, καθώς επίσης και λεπτομερής ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματα του ως προς τις συνθήκες κράτησης και μεταχείρισης του κατά την διάρκεια της από την Αστυνομία. Περαιτέρω, ενημερώνεται ποια μπορεί να είναι, ως συλληφθείς από την Αστυνομία, η μέγιστη περίοδος της κράτησης του και σε τι αυτή αποσκοπεί, ενώ του επισημαίνονται, τόσο το αγώγιμο δικαίωμα του κατά της Δημοκρατίας για διεκδίκηση θεραπείας σε περίπτωση παραβίασης των εν λόγω δικαιωμάτων του, όσο και το δικαίωμα άσκησης τους κατά την διάρκεια της ανά πάσα στιγμή.
  7. Σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος 1, αμέσως μετά που παρέλαβε το έγγραφο ενημέρωσης του για τα δικαιώματα του Τεκμήριο 1ΔΕΔ και έτυχε της σχετικής πληροφόρησης, η ώρα 18:30 μ. μ., ζήτησε να έχει τις υπηρεσίες του δικηγόρου XXXXX Πιττάτζιη. Η απαίτηση αυτή του Κατηγορουμένου 1, ανέφερε ο ΜΚ2, ικανοποιήθηκε, και ο Κατηγορούμενος 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον προαναφερόμενο δικηγόρο της επιλογής του· και αυτό, εκτός του οπτικού και ακουστικού του πεδίου. Μετά την ολοκλήρωση της, ισχυρίστηκε επίσης ο ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος 1 τον πληροφόρησε ότι πράγματι είχε επικοινωνία με τον εν λόγω δικηγόρο του και ότι έλαβε νομική συμβουλή. Ήταν επίσης ισχυρισμός του ΜΚ2, ότι ο Κατηγορούμενος 1, στην συνέχεια, οδηγήθηκε στο γραφείου του ΜΚ3, όπου κλήθηκε η ΜΚ1 και του έλαβε την Επίδικη Κατάθεση μετά που αυτός αποχώρησε.
  8. Ο ΜΚ2, αντεξετάστηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου
  9. Και αυτό που βεβαίως παρατηρείται, είναι ότι, οι ισχυρισμοί του, που ας σημειωθεί ήταν στην ίδια γραμμή με αυτούς των ΜΚ1 και ΜΚ3, δεν αμφισβητήθηκαν και καμία αντίθετη θέσης του Κατηγορουμένου 1 για τα γεγονότα δεν του υποβλήθηκε. Και αυτό, είναι πολύ σημαντικό, αφής στιγμής, ο ΜΚ2 ήταν ρητός, απαντώντας όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, ότι ο Κατηγορούμενος 1, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον προαναφερόμενο δικηγόρο του, δεν του είπε σε καμία περίπτωση ότι δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία ή ότι ήθελε τον δικηγόρο του να ήταν παρών κατά την διάρκεια της. Σε καμία περίπτωση, ανέφερε ο ΜΚ2 επίσης, ο Κατηγορούμενος 1 του ανέφερε κώλυμα του δικηγόρου να παραστεί κατά την ανάκριση του εκείνο το βράδυ και ότι θα μπορούσε την επομένη το πρωί. Είχε, επισημαίνω, προηγηθεί κατά την κυρίως εξέταση του ΜΚ2, ισχυρισμός του, που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, ότι ο Κατηγορούμενος 1, μετά από την επικοινωνία που είχε με τον δικηγόρο του, τον πληροφόρησε ότι έλαβε νομική συμβουλή. Δεν του ανέφερε ο Κατηγορούμενος 1, ανέφερε περαιτέρω ο ΜΚ2, ποια ήταν νομική συμβουλή που έλαβε από τον δικηγόρο και δεν υπήρξε καμία άλλη συζήτηση.
  10. Συνεπώς, ως εκ των προαναφερμένων, δεν μπορώ να αποδεχθώ την θέση του Κατηγορουμένου 1, ότι αποστερήθηκε του σχετικού δικαιώματος του. Η μη αντεξέτασης του ΜΚ2 για το προκείμενο, καθιστά τους ισχυρισμούς του παραδεκτούς.
  11. Βεβαίως, στην προαναφερόμενη κατάληξη μου, συνέτειναν και τα εξής. Η προαναφερόμενη στάση του Κατηγορουμένου 1 έναντι στις προαναφερόμενες θέσεις του ΜΚ2, μου προκάλεσαν και αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Και αυτό, έχοντας υπόψη, αφενός, την σχετικά μακρά αντεξέταση που υπέβαλε η πλευρά του Κατηγορουμένου 1 αναφορικά με το ζήτημα αυτό την ΜΚ1, η οποία παρέπεμπε λόγω μη προσωπικής γνώσης της ως ο ισχυρισμός της των γεγονότων που το αφορούν στον ΜΚ2 και αφετέρου, την θέση του Κατηγορουμένου 1 που υποβλήθηκε στην ΜΚ1, όχι όμως και στον ΜΚ2 όταν λογικά θα έπρεπε λόγω της μαρτυρίας του, ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε ζητήσει να μην δώσει οποιαδήποτε κατάθεση μέχρι να είναι παρών ο δικηγόρος του και δεν εισακούστηκε. Ότι οι θέσεις του Κατηγορούμενου 1, πάσχουν λόγω έλλειψης συνοχής και αντιφάσεων, προκύπτει και από το γεγονός ότι, σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, και παρά την αντιμετώπιση του των ΜΚ1 και ΜΚ2 για αυτό, ως προελέχθη, για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ΜΚ3, ο Κατηγορούμενος 1 υπέβαλε την θέση του στον ΜΚ3 ότι, όταν ζήτησε τις υπηρεσίες δικηγόρου στις 18:30, ο ΜΚ3 του αρνήθηκε αυτό του το δικαίωμα, για να του το επιτρέψει αργότερα, μετά που τον πληροφόρησε ότι θα του ελάμβανε κατάθεση, λόγω της δικής του επιμονής. Αίσθηση, βεβαίως, προκαλεί και το γεγονός, της θέσης που ο Κατηγορούμενος 1 υπέβαλε περαιτέρω στον ΜΚ3, χωρίς επαναλαμβάνω να είχε τεθεί οτιδήποτε σχετικό και στον ΜΚ2, ότι ο Κατηγορούμενος 1, μετά την επικοινωνία με τον δικηγόρο του, είχε ζητήσει από τον ΜΚ3 να δώσει κατάθεση την επομένη ημέρα το πρωί, όταν θα μπορούσε να είναι παρών ο δικηγόρος του και ο ΜΚ3 του αρνήθηκε. Θέση, που όπως επεξηγώ στην συνέχεια, δεν συνάδει χρονικά με την παρουσία της ΜΚ1 στο γραφείο του ΜΚ3, αλλά με την παρουσία εκεί του ΜΚ2, στον οποίο, επαναλαμβάνω, καμία τέτοια θέση για τα γεγονότα δεν του υπέβαλε ο Κατηγορούμενος 1· και η οποία, ως εκ τούτου, έρχεται και σε αντίθεση με την θέση που υπέβαλε για το ίδιο ζήτημα στην ΜΚ
  12. Αυτή, όμως, δεν είναι η μοναδική παρατήρηση μου για τα γεγονότα, σχετικά με το ζήτημα αυτό, βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Επανέρχομαι στην συνέχεια.
  13. Μένω στην μαρτυρία του ΜΚ2, εφόσον, ο τρόπος αντίκρισης ή αντιμετώπισης της από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, «ελέγχει» τις θέσεις του και για άλλα γεγονότα που υποβλήθηκαν στους ΜΚ1 και ΜΚ
  14. Για το προκείμενο, παρατηρούνται τα εξής.
  15. Στον ΜΚ2, καμία ερώτηση δεν έγινε ή θέση του Κατηγορουμένου 1 υποβλήθηκε, όπως έγινε στον ΜΚ3, περί λεκτικής επιθέσεως του ΜΚ3 στον Κατηγορούμενο 1 και κατηγορίας του Κατηγορουμένου 1 από τον ΜΚ3 ότι έκλεψε τον παραπονούμενο, στην παρουσία του, πριν καν γίνει η σύλληψης του Κατηγορουμένου 1 από αυτόν, ως προαναφέρθηκε.
  16. Καμία ερώτηση δεν έγινε ή θέση του Κατηγορουμένου 1 υποβλήθηκε στον ΜΚ2, όπως έγινε στον ΜΚ3, σχετικά με τον λόγο που ο Κατηγορούμενος 1 βρέθηκε εκείνη την ημέρα στο γραφείο του ΜΚ
  17. Ήταν η θέση του ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του, που δεν αμφισβητήθηκε όταν αντεξετάστηκε, ίδια με αυτήν που έλαβε και ο ΜΚ3 για το συγκεκριμένο γεγονός, ο οποίος, ΜΚ3, σε αντίθεση με τον ΜΚ2, αμφισβητήθηκε για αυτήν έντονα από πλευράς Κατηγορουμένου 1, ότι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος 1 βρέθηκε εκείνη την ημέρα στο γραφείο του ΜΚ3, ήταν επειδή ο ίδιος είχε κώλυμα να παραμείνει στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας για την ανάκριση του Κατηγορουμένου 1 από την ΜΚ
  18. Ίδια ήταν, σημειώνεται, και η τοποθέτηση της ΜΚ1 για το συγκεκριμένο γεγονός.
  19. Όπως προαναφέρθηκε, ο ΜΚ2, μου κατέθεσε το ισχυρισμό του ότι, ο Κατηγορούμενος 1, μετά από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον δικηγόρο του, οδηγήθηκε στο γραφείου του ΜΚ3, όπου κλήθηκε η ΜΚ1 και του έλαβε την Επίδικη Κατάθεση, μετά που αυτός αποχώρησε. Ο ΜΚ2, ως προελέχθη, δεν αντεξετάστηκε, σχετικά με αυτό του τον ισχυρισμό και κατά την κρίση μου, για τους λόγους που εξηγώ αμέσως μετά, έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι δεν ερωτήθηκε καθόλου από πλευράς του Κατηγορουμένου 1 κατά πόσο είχε αποχωρήσει από το γραφείο του ΜΚ3 πριν την έλευση της ΜΚ1 για την ανάκριση του Κατηγορουμένου
  20. Αν και δεν είναι ξεκάθαρο από την μαρτυρία του ΜΚ2, η αναφορά του κατά την κυρίως εξέταση του ότι η ΜΚ1 κλήθηκε στο γραφείο του ΜΚ3 ενώ αυτός ήταν εκεί για τον προαναφερόμενο λόγο, αυτό αφήνει να νοηθεί. Αυτό, έχει σημασία για τον εξής λόγο. Προκύπτει από αυτό, ουσιαστική αντίφασης στις θέσεις του Κατηγορουμένου 1 για τα γεγονότα. Και εξηγώ. Η μαρτυρία του ΜΚ2 για το συγκεκριμένο γεγονός, αντιμετωπίστηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου 1 κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, όταν η κατάθεση της ΜΚ1 που προηγήθηκε, περί του ότι όταν κατέφθασε στο γραφείο του ΜΚ3, παρόντες ήταν οι ΜΚ2, ΜΚ3 και Κατηγορούμενος 1, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου
  21. Είναι εμφανές από την αντεξέταση της ΜΚ1 από πλευράς του Κατηγορουμένου 1, ότι πολλά από τα ερωτήματα που ετέθησαν στην ΜΚ1, γίνονταν με αποδοχή του προαναφερόμενου γεγονότος, το οποίο είχαν μάλιστα και ως υπόβαθρο. Εντούτοις, όπως στην συνέχεια παρατηρήθηκε από την αντεξέταση του ΜΚ3, η αντίκρισης του γεγονότος αυτού από τον Κατηγορούμενο 1 άλλαξε, εφόσον στον ΜΚ3 υποβλήθηκε η θέση ότι, ο ΜΚ2 αποχώρησε από το γραφείο του ΜΚ3, πριν την έλευση της ΜΚ1 και ότι υπήρξε χρονική περίοδος, μεγάλης διάρκειας, που με τον Κατηγορούμενο 1 ήταν μόνοι. Μάλιστα, στον ΜΚ3, υποβλήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου 1 και η θέση ότι, κατ' εκείνο το στάδιο που ήταν μόνοι με τον Κατηγορούμενο 1 στο γραφείο του, επιτέθηκε λεκτικά στον Κατηγορούμενο 1, και πολύ έντονα μάλιστα, λέγοντας του ότι είπε ψέματα στον Παραπονούμενο, ότι τον ξεγέλασε και τον έκλεψε· και περαιτέρω, ότι στον Κατηγορούμενο 1, συνεχίζοντας επιθετικά, υπέβαλε και άλλες ερωτήσεις, ανακρίνοντας τον προφορικά, στις οποίες δεν τον άφηνε να δώσει καν ολοκληρωμένες απαντήσεις, γιατί δεν τον ικανοποιούσαν τα αναφερόμενα του. Καταληκτικά της αντεξέτασης του ΜΚ3, ο Κατηγορούμενος 1, σχετικά με το συγκεκριμένο γεγονός, υπέπεσε και σε άλλη αντίφαση. Υπέβαλε στον ΜΚ3, την προαναφερόμενη θέση του ότι, ο ΜΚ3 του αρνήθηκε να δώσει την κατάθεση του την επόμενη ημέρα το πρωί όταν θα μπορούσε να παραστεί και ο δικηγόρος του, στην παρουσία, όπως διευκρίνισε, τόσο της ΜΚ1 όσο και του ΜΚ
  22. Και αυτό, ενώ, ως προαναφέρθηκε, είχε ήδη θέσει στον ΜΚ3 ως γεγονός, ότι ο ΜΚ2 είχε αποχωρήσει από το γραφείο του πριν την έλευση της ΜΚ
  23. Ο τρόπος αντιμετώπισης της μαρτυρίας των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 από πλευράς Κατηγορουμένου 1, ως προαναφέρθηκε, καθιστά και την μαρτυρία που έδωσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 αναξιόπιστη, εφόσον, σχετικά με τις κύριες θέσεις του για τα γεγονότα για το υπό κρίση ζήτημα, ως αυτές υποβλήθηκαν στους ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, είτε ήταν αντιφατικός, είτε ανακόλουθος. Στην πολύ ουσιαστική, ως γίνεται αντιληπτό, θέση που μου κατέθεσε ο Κατηγορούμενος 1 για τα γεγονότα προς υποστήριξη της ενστάσεως του, ότι με τον ΜΚ3 παρέμεινε μόνος στο γραφείο του για μία και πλέον ώρα, κατά την διάρκεια της οποίας ήταν δέκτης από αυτόν απαράδεκτης και τελικά καταπιεστικής συμπεριφοράς, δεν μπορώ να δώσω πίστη, εφόσον, κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του Κατήγορου, ο Κατηγορούμενος 1, για το ζήτημα αυτό, στους ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3 υπέβαλε θέσεις που ήταν, ως προαναφέρθηκε, αντιφατικές.
  24. Πέραν των προαναφερόμενων όμως, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 1 είναι κατά την κρίση μου και παράλογη. Στην βάση αποκλειστικά και μόνον των ισχυρισμών που ο Κατηγορούμενος 1 μου παρουσίασε κατά την ακρόαση, το βρίσκω πολύ παράδοξο ο Κατηγορούμενος 1: Πρώτο: να έχει, όπως ισχυρίστηκε, «εξαπατηθεί» από τον ΜΚ3 για να μεταβεί από το Παραλίμνι που ήταν ο τόπος διαμονής του στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας για να τον συναντήσει, χωρίς γνώση για ποια υπόθεση συγκεκριμένα αφορούσε η κλήση του ή και για το σε εκκρεμότητα Δικαστικό ένταλμα σύλληψης του Τεκμήριο 3ΔΕΔ· Δεύτερο: πριν καν συλληφθεί, ως προελέχθη, από τον ΜΚ2, να δέχεται την επίθεση, όπως την περιέγραψε, από τον ΜΚ3, αλλά και προφανή, λόγω της συμπεριφοράς του ΜΚ3, προκατάληψη εναντίον του σχετικά με την υπόθεση του Παραπονούμενου, εφόσον τον αποκαλούσε ψεύτη και κλέφτη· Τρίτο: μετά από αυτό, να συλλαμβάνεται από τον ΜΚ2, βάσει του Δικαστικού εντάλματος σύλληψης του, Τεκμήριο 3ΔΕΔ· Τέταρτο: αμέσως μετά, να λαμβάνει το έγγραφο ενημέρωσης του για τα δικαιώματα του Τεκμήριο 1ΔΕΔ, να πληροφορείται για αυτά και να το βεβαιώνει δια της υπογραφής του και γραπτώς· Πέμπτο: να ζητά να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του και ο ΜΚ3 να του αρνείται αυτό του το δικαίωμα αρχικά· Έκτο: να επικοινωνεί τελικά, με τον δικηγόρο που υπέδειξε στον ΜΚ3 ή στην ΜΚ1 ή στον ΜΚ2, ότι επιθυμούσε την βοήθεια του, και αυτό, αφού του έχει ήδη ανακοινωθεί ότι θα του λαμβανόταν η Επίδικη Κατάθεση· Έβδομο: όλα τα προαναφερόμενα να έχουν ήδη συμβεί, όταν τελικά πράγματι συνομιλεί από το τηλέφωνο με τον δικηγόρο του· Όγδοο: ο δικηγόρος του, ένας κατά τεκμήριο κανονικότητας, νομομαθής, σχετικά με την κατάθεση που θα του λαμβανόταν και για τα όσα αφορούσαν την κράτηση του, να του αναφέρει μόνον ότι δεν μπορούσε εκείνη την ημέρα να μεταβεί για να του παρέχει τις υπηρεσίες του, αλλά ότι θα μπορούσε την επόμενη ημέρα και τίποτα άλλο· Ένατο: ο ίδιος να ζητά από τον ΜΚ3 ή την ΜΚ1 ή τον ΜΚ2, να μην δώσει κατάθεση εκείνη την στιγμή και να μην λαμβάνεται υπόψη· Δέκατο: η όλη διαδικασία, μετά και από αυτό, να συνεχίζει λόγω της συμπεριφοράς του ΜΚ3 να είναι καταπιεστική για αυτόν· Εντέκατο: η ΜΚ1, πριν την έναρξη της Επίδικης Κατάθεσης, να του δίδει και αυτός να διαβάζει και υπογράφει την 1η σελίδα της, δια της οποίας πληροφορείτο, μεταξύ άλλων, για την πρόθεση της ΜΚ1 ή σε κάθε περίπτωση της Αστυνομίας να του ληφθεί κατάθεση και ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να πει οτιδήποτε εκτός και εάν το επιθυμούσε και περαιτέρω ότι οτιδήποτε έλεγε πιθανόν να γραφόταν και να αποτελούσε μαρτυρία για την υπόθεση υπό διερεύνηση· Και Δωδέκατο: ο Κατηγορούμενος 1, να προχωρεί και να δίδει απαντήσεις στα ερωτήματα που του ετέθησαν, κάποιες από τις οποίες, μάλιστα, σε δεύτερο χρόνο, τις διαφοροποιεί· εάν εξ αρχής δεν ήθελε να μιλήσει. Να σημειωθεί, ότι, η Επίδικη Κατάθεση, είναι ανακριτική, περιλαμβάνει δηλαδή ερωτήσεις και απαντήσεις και δεν είναι απλά μία δήλωση παραδοχής του Κατηγορουμένου 1 ότι διέπραξε τα αδικήματα σχετικά με τα οποία του είχε ανακοινωθεί ότι υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ενεχόταν, δηλαδή των συστατικών τους γεγονότων, ώστε να μπορεί ευκολά να γίνει πιστευτή η θέση του Κατηγορουμένου 1 ότι η Επίδικη Κατάθεση του είναι το αποτέλεσμα καταπίεσης του.
  25. Ένας κατηγορούμενος, κατά την ακρόαση δίκης εντός δίκης, ως η διεξαχθείσα υπό συζήτηση, μπορεί να αντεξεταστεί και να ερωτηθεί κατά πόσο η ομολογία του αληθεύει, επειδή η αλήθεια της είναι παράγοντας σχετικός με το ζήτημα πως και προέβη στην δήλωση. [vi]. Το κατά πόσο η δήλωσης του κατηγορουμένου αφορά γεγονότα αληθινά, είναι ζήτημα που άπτεται της αξιοπιστίας του σε ότι αφορά το ζήτημα της θεληματικότητας της κατάθεσης του. [vii]. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος 1, αντεξετάστηκε για το περιεχόμενο της Επίδικης Κατάθεσης, και ήταν ξεκάθαρος ότι, οι ισχυρισμοί του σε αυτήν για τα γεγονότα, αν και δεν αποτελούν ακριβώς τους ισχυρισμούς που κατέθεσε στην Αστυνομία και δεν συμφωνεί με τον τρόπο που η καταγραφή τους αφήνει πράγματα που δεν ανέφερε να εννοηθούν, αυτή, πέραν ενός συγκεκριμένου γεγονότος που επεσήμανε, δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε το αναληθές. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα αλλοίωσης των ισχυρισμών του για τα γεγονότα για την παρουσίαση μία πλαστής πραγματικής εκδοχής, όπως αρχικά δια της ενστάσεως του ο Κατηγορούμενος 1 άφηνε να εννοηθεί. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 1, όπως προαναφέρθηκε και για τους λόγους που επεξήγησα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εντούτοις, αυτό το δεδομένο που προκύπτει από την αντεξέταση του, συν όλων των άλλων παρατηρήσεων μου για την υπόθεση του, ως ανωτέρω, δικαιολογεί ακόμη περισσότερο το προαναφερόμενο εύρημα μου περί αναξιοπιστίας του. Δεν αποφαίνομαι βεβαίως σε αυτό το στάδιο για το κατά πόσο η ισχυρισμοί της Επίδικης Κατάθεσης έγιναν και είναι αληθείς και εάν ναι, ποια η βαρύτητα τους. Αυτό θα γίνει, στο κατάλληλο τελικό στάδιο της διαδικασίας, κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας για την απόφαση μου σχετικά με την αθωότητα ή ενοχή του Κατηγορουμένου
  26. Εδώ, απλώς σχολιάζεται, η τοποθέτησης του Κατηγορουμένου 1 σχετικά με τους ισχυρισμούς του για τα γεγονότα της Επίδικης Κατάθεσης κατά την αντεξέταση του, που δεν συνάδει, κατά την κρίση μου, με την τοποθέτηση από πλευράς του, σχετικά με τους λόγους της ένστασης του να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο ως μαρτυρία εναντίον του.
  27. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 1, οι ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΚ3, μου έκαναν καλή εντύπωση και έχω πειστεί ότι στο Δικαστήριο κατέθεσαν την αλήθεια. Η μαρτυρία τους είχε λογική, δεν υπέπεσαν σε ουσιαστικές αντιφάσεις, οι ισχυρισμοί τους είχαν αλληλοεπικάλυψη και τεκμηριώνονται και από τα κατατεθέντα στο Δικαστήριο τεκμήρια. Από την μαρτυρία τους, προκύπτει ότι ενήργησαν νόμιμα, στο πλαίσιο της ορθής Αστυνομικής πρακτικής με βάση τους Δικαστικούς Κανόνες και ότι οι ενέργειες τους είχαν λογική αιτιολογία και νόμιμη βάση. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι την μαρτυρία τους για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα.
  28. Στην βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, καταλήγω με βεβαιότητα στο ότι, ο Κατηγορούμενος 1, παρά το γεγονός ότι τελικά όταν του ζητήθηκε αρνήθηκε να θέσει την υπογραφή του προς πιστοποίηση αυτού, έδωσε στη ΜΚ1, στην παρουσία του ΜΚ3, την Επίδικη Κατάθεση του, θεληματικά και υπό περιστάσεις που ικανοποιούμε ότι δικαιολογούν να γίνει δεκτή ως μαρτυρία στην υπό εκδίκαση υπόθεση εναντίον του, για να εκτιμηθεί στο κατάλληλο στάδιο.
  29. Κατ' ακολουθία των προαναφερμένων, η ένστασης του Κατηγορουμένου 1 απορρίπτεται και η κατάθεσης που του λήφθηκε από την Αστυνομία στις 15/06/2016, Τεκμήριο προς Αναγνώριση 1, καθίσταται κανονικό τεκμήριο και σημειώνεται ως Τεκμήριο
  30. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Ibrahim v R [1914] A.C. 599 (PC), DPP v Ping Lin [1976] A.C. 574 (HL), Collins v Gunn [1964] 1 Q.B. 495 (CCA). Βλ. επίσης, στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη (μ.) και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, έκδοση 2014, στις σελίδες από 887 έως και
  31. [ii] Βλ. DPP v Ping Lin [1976] A.C. 574 (HL). [iii] Στην προαναφερόμενη υπόθεση R v Sang [1979] 2 All ER 1222 at 1230 αναφέρθηκε: «. there is discretion to exclude evidence which the accused has been induced to produce voluntarily if the method of inducement was unfair.». [iv] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αυστραλίας στην υπόθεση R v Lee [1950] HCA
  32. [v] Στην προαναφερόμενη υπόθεση Williams v The Queen
(1986)161 CLR 278 το Ανώτατο Δικαστήριο Αυστραλίας ανέφερε: «The critical question is whether the arrested person was detained any longer than was reasonably necessary to enable him to be brought before a justice, the fact that he is questioned, whether about the offence for which he is arrested, or about other offences, will not necessarily mean that there has been a failure to bring him before a justice as quickly as was reasonably practicable. On the other hand, if he is detained, not for that purpose, but solely for the purpose of questioning him, the detention will be unlawful.». Βλ. επίσης, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αυστραλίας στην υπόθεση Michaels v The Queen
(1995)184 CLR 117. [vi] Βλ. στο σύγγραμμα Crown Court Practise, Trial στην σελίδα 104, που παραπέμπει για το προκείμενο στην απόφαση R v Hammond
(1941)28 Cr. App. Rep. 84; [1941] 3 All ER 318. [vii] Στην προαναφερόμενη υπόθεση R v Hammond
(1941)28 Cr. App. Rep. 84; [1941] 3 All ER 318, Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας, ανέφερε, για το προκείμενο, τα εξής: «This appeal is brought on the sole ground that the question which was put by counsel for the prosecution in cross-examination of the accused was inadmissible. In our view, it clearly was not inadmissible. It was a perfectly natural question to put to a person, and was relevant to the issue of whether the story which he was then telling of being attacked and ill-used by the police was true or false. It may be put as it was put by Viscount Caldecote LCJ in the early part of the argument of counsel for the appellant, that it surely must be admissible, and in our view is admissible, because it went to the credit of the person who was giving evidence. If a man says, "I was forced to tell the story. I was made to say this, that and the other" it must be relevant to know whether he was made to tell the truth, or whether he was made to say a number of things which were untrue. In other words, in our view, the contents of the statement which he admittedly made and signed were relevant to the question of how he came to make and sign that statement, and, therefore, the questions which were put were properly put. They were admissible, and they could not, therefore, have wrongly affected the mind of the judge.». (η έμφαση είναι δική μου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.