ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΣΑΒΒΑ, Υπόθεση με αρ.: 537/2017, 13/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B93 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 537/2017. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΣΑΒΒΑ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 13/05/2021. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Γεωργίου. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Ο Κατήγορος, διώκει τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της δημόσιας βλάβης, του Άρθρου 115 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 [i]. 2. Η θέση που ο Κατήγορος έλαβε για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και τον σχηματισμό του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου για την ποινική του δίωξη, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος, την 20η/02/2014 στη Λευκωσία, γνωρίζοντας, έδωσε ψευδή κατάθεση στην Αστ. XXXXX, Α. Ανδρέου, του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, σχετικά με φανταστικό αδίκημα. Δηλαδή, κατέθεσε ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του σε έντυπο που επιγράφεται «Ανέκκλητη Δήλωση», της P. Ph. Varellas Trading Co Ltd, ημερομηνίας 25/11/2006, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι η υπογραφή ήταν δική του και δεν είχε πλαστογραφηθεί από κανένα. 3. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κατά την ακρόαση της, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των: (
- i)Α/Αστ. XXXXX, XXXXX Νικολάου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν ο Αστυνομικός του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας, που εξέτασε γραφολογικά Τεκμήρια αυτής της υπόθεσης στην κατοχή της Αστυνομίας για την γνώμη του ως πραγματογνώμονας· και (
- ii)Αστ. XXXXX, XXXXX Γεωργίου (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν η Αστυνομικός του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας, που εξέτασε για την Αστυνομία τα περιστατικά αυτής της υπόθεσης. 4. Ο Κατηγορούμενος, μετά από την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, ενόρκως, και για την υπόθεση του, προς υπεράσπιση του, δεν κάλεσε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. 5. Σε γενικές γραμμές, η υπόθεσης του Κατηγορουμένου είναι ότι, αν και εκ των υστέρων αποδέχεται, λόγω της γραφολογικής εξέτασης που διενήργησε ο ΜΚ1 και της σχετικής γνώμης του, ότι το προαναφερόμενο έγγραφο φέρει την υπογραφή του, εντούτοις, υποστηρίζει ότι, όταν κατάγγελλε στην Αστυνομία την πλαστογραφία της, πραγματικά πίστευε ότι έτσι είχαν τα πράγματα, γιατί το εν λόγω έγγραφο, το οποίο περιήλθε σε γνώση του για πρώτη φορά κατά την εκδίκαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της Αγωγής με αρ. 2578/2008, αν και έφερε υπογραφή που προσομοίαζε με την δική του, του ήταν εντελώς άγνωστο. Του είναι προφανές, υποστήριξε επίσης ο Κατηγορούμενος, ότι ο XXXXX Βαρέλλας, διευθυντής της P. Ph. Varellas Trading Co Ltd, με την οποία ο Κατηγορούμενος είχε και την προαναφερόμενη αντιδικία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, του απέσπασε την υπογραφή του στο εν λόγω έγγραφο, με κάποιον δόλιο τρόπο, προηγουμένως. Εξ ου και η καταγγελία του περιστατικού από αυτόν στην Αστυνομία. Πιθανόν, ισχυρίστηκε επίσης ο Κατηγορούμενος, λόγω της φύσης των συναλλαγών τους με τα προαναφερόμενα πρόσωπα, κατά την άσκηση της εργασίας του, για την διεκπεραίωση των οποίων χρειαζόταν να υπογράφει διάφορα έγγραφα, ο εν λόγω XXXXX Βαρέλλας να του έβαλε κάτι να υπογράψει και να του απέσπασε την υπογραφή του, που τελικά παρουσιάζεται στο εν λόγω έγγραφο. Δεν γνωρίζει εντούτοις, ανέφερε επιπρόσθετα ο Κατηγορούμενος, πως τελικά βρέθηκε η υπογραφή του στο συγκεκριμένο έγγραφο. Αυτές, υποστήριξε ο Κατηγορούμενος, είναι σκέψεις του εκ των υστέρων, ως μία λογική εξήγηση των πραγμάτων, λόγω και της γνωμάτευσης του ΜΚ1, ως προς το ότι η υπογραφή στο επίδικο έγγραφο είναι δική του, καθότι, κατά την καταγγελία του στην Αστυνομία του περιστατικού, πίστευε πραγματικά ότι αυτή ήταν πλαστογραφία. 6. Αρκετά γεγονότα, σημειώνεται, που σχετίζονται με τις προαναφερόμενες εκδοχές των διαδίκων για τα επίδικα περιστατικά, έχουν, από τους Κατήγορο και Κατηγορούμενο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δηλωθεί ως παραδεχτά και ως τέτοια τα έχω αποδεχθεί προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων αυτής της υπόθεσης. Σε αυτά, αναφέρομαι στην συνέχεια, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο, για την ανάλυση του σκεπτικού μου για την απόφαση που καταληκτικά λαμβάνω. 7. Καθώς πρόκειται για ποινική δίκη, το βάρος ή η υποχρέωση απόδειξης της ενοχής του Κατηγορουμένου, τοποθετείται στον Κατήγορο. Αυτό το βάρος, βαρύνει τον Κατήγορο για κάθε στοιχείο ή ουσιώδες γεγονός που αποτελεί το αδίκημά με το οποίο ως προαναφέρθηκε κατηγορείται ο Κατηγορούμενος. Αυτό το βάρος, κατά γενικό κανόνα [ii], δεν μεταφέρεται ποτέ στον κατηγορούμενο. Δεν υπήρχε, καμία απολύτως υποχρέωση για τον Κατηγορούμενο σε αυτή την υπόθεση, να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός ή ζήτημα που τέθηκε υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. [iii]. Δεν εναπόκειτο στον Κατηγορούμενο να αποδείξει την αθωότητα του, αλλά, βεβαίως, στον Κατήγορο να αποδείξει την ενοχή του. 8. Ένα κρίσιμο μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό που σημαίνει, είναι ότι, ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι είναι αθώο εκτός εάν και έως ότου ο Κατήγορος πείσει το Δικαστήριο για την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [iv]. 9. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, ως έχει προαναφερθεί, έχει δώσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν μεταβάλλει το βάρος απόδειξης. Ο Κατηγορούμενος, δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι η εκδοχή του είναι αληθινή. Είναι ο Κατήγορος που έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί του Κατηγορουμένου δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ως εκδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν εύλογα να είναι αληθινοί. 10. Το Δικαστήριο, έχει βεβαίως την υποχρέωση, σε σχέση με αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων, Κατήγορος και Κατηγορούμενος, αντιστοίχως βασίζονται για την υπόθεση τους, να αποφασίσει ποιους θα αποδεχθεί. Εντούτοις, είναι ουσιώδες και βασική αρχή δικαίου για να επισημανθεί, ότι, αποδοχή από το Δικαστήριο, μετά από σχετική εκτίμηση της μαρτυρίας από την οποία προκύπτουν αντιθετικοί ισχυρισμοί, της εκδοχής των γεγονότων που παρουσιάστηκαν από πλευράς Κατήγορου, δεν δικαιολογεί αυτομάτως και συμπέρασμα του περί ενοχής του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε κατά την ακρόαση ο Κατήγορος και μόνον, δεν αρκεί. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, εκτός εάν ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια αυτής της μαρτυρίας. Περαιτέρω, ακόμη και αν η μαρτυρία επί της οποίας ο Κατηγορούμενος βασίζεται δεν αποτιμηθεί θετικά από το Δικαστήριο, δηλαδή δεν γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ως αληθινή, το Δικαστήριο οφείλει να μην καταδικάσει τον Κατηγορούμενο αν αυτή η μαρτυρία του δημιουργεί μια λογική αμφιβολία για την ενοχή του. [v]. 11. Ο Κατήγορος, δεν είχε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάθε γεγονότος υπό αμφισβήτηση. Ο Κατήγορος, είχε υποχρέωση να αποδείξει τα στοιχεία του αδικήματος στην κατηγορία. Δηλαδή, ότι ο Κατηγορούμενος έχει δώσει κατάθεση σε Αστυνομικό, ότι η κατάθεση αυτή είναι ψευδής όσον αφορά κάποιο ποινικό αδίκημα, αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά τα οποία καταθέτει είναι ψευδή. Δηλαδή, ότι γνώριζε ότι δεν έχει στην πραγματικότητα διαπραχθεί το αδίκημα για το οποίο γίνεται η καταγγελία [vi]. Αυτά, είναι τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αδίκημα στην κατηγορία, και είναι αυτά τα γεγονότα που ο Κατήγορος είχε το βάρος απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. 12. Η ικανοποίησης του Δικαστηρίου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σημαίνει, για σκοπούς του Νόμου, βεβαιότητα από την μαρτυρία για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο κατηγορητήριο. [vii]. Η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, συνεπάγεται απόρριψη κάθε λογικής υπόθεσης ή οποιασδήποτε εύλογης πιθανότητας, ασυμβίβαστης με την υπόθεση του Κατήγορου. Η αμφιβολία, ως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να είναι ευφάνταστη, ούτε ανόητη, αλλά λογική. 13. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος παραδέχεται, αλλά μου έχει και κατά την ακρόαση της υπόθεσης παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία, ότι στις 20/02/2014, έχει δώσει την κατάθεση στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου, του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας Τεκμήριο 9, καταγγέλλοντας στην Αστυνομία πλαστογραφία της υπογραφής του στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, καθώς και ότι η κατάθεση του αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όσον αφορά το εν λόγω ποινικό αδίκημα. Στην κατάθεση του στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου Τεκμήριο 9, ο Κατηγορούμενος, σχετικά με το επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, αναφέρει τα εξής: «Στις 13/02/2014 μετέβηκα ξανά στο Δικαστήριο όπου ήταν προγραμματισμένη η ακρόαση της υπόθεσης μου κατά την οποία ο δικηγόρος του Βαρέλλα κατέθεσε στο Δικαστήριο μία πρωτότυπη δήλωση ημερομηνίας 25/11/2006 σύμφωνα με την οποία δήλωνα ότι . Η δήλωση αυτή έφερε την δική μου υπογραφή καθώς και σφραγίδα και υπογραφή του πιστοποιούν υπαλλήλου, XXXXX Πιτσιλλίδη . Εγώ δήλωσα στο Δικαστήριο ότι η δήλωση αυτή είναι πλαστή και ουδέποτε υπέγραψα οποιαδήποτε τέτοια δήλωση. .». Σημειώνεται, ότι, ο Κατηγορούμενος, στις 14/09/2014, έδωσε την συμπληρωματική κατάθεση στην Αστ. XXXXX, ΜΚ2 Τεκμήριο 11, δηλώνοντας ότι, αναφορικά με το επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, ουδέποτε το είχε συμπληρώσει και υπογράψει. Συνεπώς, το αδίκημα για το οποίο έγινε η καταγγελία στην Αστυνομία από τον Κατηγορούμενο, αφορούσε και το αδίκημα του καταρτισμού πλαστού εγγράφου δια της υπογραφής με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του βάσει του Άρθρου 333(δ)(
- i)του Κεφ. 154 και όχι απλά οποιαδήποτε από τις άλλες εκφάνσεις του εν λόγω αδικήματος βάσει των εδαφίων (α), (β) και (γ) του εν λόγω Άρθρου 333 του Κεφ. 154. Όπως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος, παραδέχεται ότι η κατάθεση του στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου Τεκμήριο 9, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όσον αφορά το εν λόγω ποινικό αδίκημα, αποδεχόμενος την γνώμη του Α/Αστ. XXXXX, ΜΚ1, πραγματογνώμονα γραφολόγου που περιλαμβάνεται στην έκθεση του Τεκμήριο 2, ότι στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, η γραφή δεν μπορεί να συνδεθεί με τον Κατηγορούμενο, αλλά η υπογραφή στην θέση του δηλούντος είναι η δική του. 14. Αυτό που ο Κατηγορούμενος αμφισβητεί, είναι ότι γνώριζε ότι αυτά τα οποία κατέθεσε, ως προαναφέρθηκε, στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου, ήταν ψευδή. Στην βάση των προαναφερόμενων ισχυρισμών του, υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε ότι το αδίκημα για το οποίο έκανε την καταγγελία, δεν είχε στην πραγματικότητα διαπραχθεί. Και αυτό επειδή, ο εν λόγω XXXXX Βαρέλλας, διευθυντής της P. Ph. Varellas Trading Co Ltd, με κάποιον δόλιο τρόπο, πρέπει να του απέσπασε την υπογραφή του που βρίσκεται στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, και ο ίδιος, λόγω άγνοιας του περί τούτου, όταν έδιδε την κατάθεση του στην Αστ. XXXXX Α. Αντρέου Τεκμήριο 9, είχε λανθασμένη, ως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, πεποίθηση. 15. Το αδίκημα της δημόσιας βλάβης του Άρθρου 115 του Κεφ. 154, είναι, ως συνάγεται από το προαναφερόμενα, αδίκημα ειδικής πρόθεσης. Η λέξη «πρόθεση», είναι πολύ καλά γνωστή και στο νομικό πλαίσιο υπό συζήτηση έχει την συνηθισμένη της έννοια. Είναι κάτι περισσότερο από απλή βούληση και υποδηλώνει ένα στοιχείο σκοπού. [viii]. Η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ή να εξαχθεί από τις περιστάσεις μίας υπόθεσης και από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου πριν, κατά την στιγμή ή μετά την πράξη ή τις πράξεις που δίνουν φυσική υπόσταση στα αδικήματα υπό εξέταση. Οτιδήποτε λέει ένας κατηγορούμενος για την πρόθεσή του, μπορεί να εξεταστεί με σκοπό να διαπιστωθεί ποια ήταν η πρόθεση του στην πραγματικότητα τη δεδομένη στιγμή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πράξεις ενός κατηγορουμένου μπορούν οι ίδιες να παρέχουν την πιο πειστική απόδειξη για την πρόθεσή του. Όταν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα είναι η προφανής και αναπόφευκτη συνέπεια της πράξης ενός κατηγορουμένου και όπου αυτός κάνει σκόπιμα αυτήν την πράξη, μπορεί εύκολα να συναχθεί ότι αυτός την έκανε με την πρόθεση να επιτύχει αυτό το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το κριτήριο συνεπώς είναι υποκειμενικό, δηλαδή αφορά την νοητική κατάσταση του κατηγορουμένου, και όχι αντικειμενικό. 16. Είχα την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσω, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρω στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένου, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν, και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχω, για τις διαπιστώσεις μου, τις οποίες παραθέτω στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της, και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [ix]. 17. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, μου έκαναν καλή εντύπωση στο ειδώλιο του μάρτυρα, και έχω πεισθεί ότι, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έχουν καταθέσει τα γεγονότα, όπως τα θυμόνταν να έχουν πραγματικά διαδραματιστεί. Η μαρτυρία τους, ήταν, σχετικά με τους ουσιώδη ισχυρισμούς τους, χωρίς αντιφάσεις, συνεκτική, είχε την απαιτούμενη λεπτομέρεια, είχε λογική, ουσιαστική αλληλοεπικάλυψη ή/και υποστήριξη από άλλη άμεση ή/και εξ ακοής μαρτυρία, -κάποια είναι και παραδεκτή-, και ιδωμένη, ως προελέχθη, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά, κρίνεται αξιόπιστη και την αποδέχομαι για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα. Η μαρτυρία τους άλλωστε, σε ότι αφορά το γνωστικό της μέρος για τα επίδικα γεγονότα, δεν αμφισβητήθηκε καθόλου από πλευράς του Κατηγορουμένου, ο οποίος, δια της αντεξέτασης τους από τον συνήγορο υπεράσπισης του, προσπάθησε να διευκρινίσει κάποιες πτυχές της μαρτυρίας τους ή και να επιτύχει την παρουσίαση γεγονότων, ώστε να βοηθήσει την υπεράσπιση του. Σημειώνω, ότι, τον Α/Αστ. XXXXX, ΜΚ1, λόγω της εκπαίδευσης και εμπειρίας στον τομέα της γραφολογίας, τον αποδέχομαι ως πραγματογνώμονα. Η πραγματογνωμοσύνη του, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένου, ο οποίος φαίνεται ότι βασίστηκε σε αυτήν κατά την αντεξέταση του, σίγουρα όχι προς αμφισβήτηση των ευρημάτων, γνώμης και ισχυρισμών του, αλλά για να αναδείξει γεγονότα προς υπεράσπιση του. 18. Ο Κατηγορούμενος, δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Είναι η άποψη μου, για τους λόγους που αναφέρω στην συνέχεια, ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης, δεν κατέθεσε την αλήθεια. Η μαρτυρία του ήταν, σχετικά με τους ουσιώδη ισχυρισμούς του, ασαφής, συγκεχυμένη, χωρίς τεκμηρίωση και κατά την κρίση μου παράλογη. Περαιτέρω, στους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου, εντοπίζονται, σε ότι αφορά τα γεγονότα, και αντιφάσεις. Η όλη στάση του Κατηγορουμένου στο ειδώλιο του μάρτυρα και ειδικότερα, ο δισταγμός του να δώσει απαντήσεις όταν αντεξεταζόταν από την εκπρόσωπο του Κατήγορου σε σχέση με καίρια σημεία της υπεράσπισης του και η, σε στιγμές, έκδηλη αμηχανία του λόγω τούτου, έχοντας κατά νουν και τις προαναφερόμενες παρατηρήσεις για την ουσία της μαρτυρίας του, με οδηγούν στην κατάληξη ότι δεν μπορώ να δώσω πίστη σε αυτήν για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα ζητήματα και ως εκ τούτου, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα γεγονότα, την απορρίπτω. 19. Ο Κατηγορούμενος, ισχυρίστηκε ότι ο προαναφερόμενος XXXXX Βαρέλλας, διευθυντής της P. Ph. Varellas Trading Co Ltd, με κάποιον δόλιο τρόπο πρέπει να του απέσπασε την υπογραφή του που βρίσκεται στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3. Εντούτοις, σχετικά με το πως είναι δυνατόν αυτό πραγματικά να έγινε, δεν έδωσε σαφή ή σε κάθε περίπτωση πειστική εξήγηση. Αντεξεταζόμενος σχετικά με το πώς μπορεί να έχει υπογράψει ένα έγγραφο το οποίο ισχυρίζεται ότι αγνοεί, ο Κατηγορούμενος υποστήριξε ότι λόγω της εργασίας του σε κάποια εταιρεία συνεργάτη της P. Ph. Varellas Trading Co Ltd, μπορεί να υπέγραψε σε κάποιο έγγραφο και η υπογραφή του να αποσπάστηκε από τον εν λόγω XXXXX Βαρέλλα και δόλια να τέθηκε στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3. Αυτό είναι εντελώς παράλογο, ως εξωπραγματικό, και σε κάθε περίπτωση, καταρρίπτεται από την μαρτυρία του Α/Αστ. XXXXX, ΜΚ1, πραγματογνώμονα γραφολόγου, την οποία ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε. Μία τέτοια θέση του Κατηγορουμένου για τα επίδικα γεγονότα, περί απόσπασης της υπογραφής του Κατηγορουμένου από κάποιο άλλο έγγραφο και μεταφοράς της στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, σημειώνω, στον Α/Αστ. XXXXX, ΜΚ1 δεν τέθηκε. Ο Κατηγορούμενος, πρόβαλε τον ισχυρισμό αυτό, όμως αμέσως αντιλήφθηκε, διαπίστωσα, τον παραλογισμό, εξ ου και η αμηχανία του στην οποία προαναφέρθηκα, και επιχείρησε στην συνέχεια, συγκεχυμένα φυσικά όπως παρατήρησα, να μεταβάλει την θέση του, υποστηρίζοντας ουσιαστικά στο τέλος ότι δεν μπορεί να σκεφτεί πως κάτι τέτοιο συνέβη. [x]. 20. Ο Κατηγορούμενος, μου ήταν προφανές όταν κατέθετε, άποψη την οποία διατηρώ και μετά την εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας στο σύνολο της, ότι προσπαθούσε, αφενός, να διαχειριστεί προς όφελος του το εύρημα του Α/Αστ. XXXXX, ΜΚ1, πραγματογνώμονα γραφολόγου, ότι στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3 η γραφή δεν μπορεί να συνδεθεί μαζί του και αφετέρου, να μην παραδεχθεί ότι υπέγραψε στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3 καθόλου ή όταν αυτό ήταν ατελές (π. χ. κενό). Όπως προανέφερα, δεν έχω πειστεί από τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου. Δεν μπορώ να βρω λογική, στο πως ο Κατηγορούμενος, ως λογιστής εταιρείας που συναλλασσόταν με την P. Ph. Varellas Trading Co Ltd, που από μία τέτοια υπεύθυνη θέση υπέγραφε, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, έγγραφα εκτελωνισμού αυτοκινήτων, τιμολόγια και αποδείξεις είσπραξης, που αφορούσαν τις συναλλαγές των δύο εταιρειών, να έθεσε την υπογραφή του στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3 ή και σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, χωρίς οπουδήποτε σε αυτό να βρίσκεται αναγραμμένη και η επωνυμία ή/και τιθέμενη η σφραγίδα της εργοδότριας εταιρείας του και όταν ο τύπος του επίδικου εγγράφου Τεκμήριο 3 στην μορφή που βρίσκεται ή ατελές (π. χ. κενό), καμία σχέση δεν έχει με τον τύπο εγγράφων που ανέφερε ότι εκτελούσε για λογαριασμό της εργοδότριας εταιρείας του. 21. Ο Κατηγορούμενος, ως προελέχθη, ήταν και αντιφατικός, ακόμη μία ένδειξη της ανειλικρίνειας του. Θα αναφερθώ, ενδεικτικά, στην αντίφαση που υπέπεσε, που αφορά τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου για τον ρόλο και εμπλοκή του πιστοποιούντος υπαλλήλου XXXXX Πιτσιλλίδη, στην απόφαση του να δώσει την κατάθεση στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου, του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας Τεκμήριο 9, με την οποία κατήγγειλε στην Αστυνομία πλαστογραφία της υπογραφής του στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3. Ο Κατηγορούμενος, στην αρχή της αντεξέτασης του, στην προσπάθεια του να με πείσει ότι η καταγγελία του στην Αστυνομία ήταν γνήσια, επικαλέστηκε συζήτηση του με τον εν λόγω πιστοποιούν υπάλληλο XXXXX Πιτσιλλίδη, κατά την οποία, ο τελευταίος, όπως ισχυρίστηκε, του επιβεβαίωσε ότι, παρά την σχετική πιστοποίηση του της υπογραφής του στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο στην παρουσία του και άρα αυτή είναι άκυρη. Παρουσίασε, δηλαδή, ότι αυτό ήταν ένα γεγονός που προηγήθηκε της κατάθεσης του στην Αστυνομία και ότι ωθήθηκε από αυτό για να κάνει την καταγγελία του στην Αστυνομία. Αυτός όμως ο ισχυρισμός του Κατηγορουμένου, δεν συνάδει με την κατάθεση στην Αστυνομία, του εν λόγω πιστοποιούντος υπαλλήλου XXXXX Πιτσιλλίδη Τεκμήριο ΠΓ3, ο οποίος αναφέρει ότι, ποτέ πριν την παρουσίαση του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά την ακρόαση της προαναφερόμενης Αγωγής με αρ. 2578/2008, δεν του είχε αναφερθεί από τον Κατηγορούμενο οτιδήποτε σχετικά με το επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3. Αξιοσημείωτο, βεβαίως, είναι το γεγονός ότι, η εν λόγω κατάθεση στην Αστυνομία του εν λόγω πιστοποιούντος υπαλλήλου XXXXX Πιτσιλλίδη Τεκμήριο ΠΓ3, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, έγινε παραδεκτή από τον Κατηγορούμενο για την αλήθεια του περιεχομένου της. Όπως, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου, η κατάθεση του στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου, του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας Τεκμήριο 9, με την οποία κατήγγειλε στην Αστυνομία πλαστογραφία της υπογραφής του στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, δόθηκε πριν ο προαναφερόμενος πιστοποιούν υπάλληλος XXXXX Πιτσιλλίδη κληθεί από αυτόν στο Δικαστήριο για να καταθέσει κατά την ακρόαση της προαναφερόμενης Αγωγής με αρ. 2578/2008. Όταν η προαναφερόμενη αντίφαση γεγονότων από τους ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου, του υποδείχθηκε από την εκπρόσωπο του Κατήγορου, ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να δικαιολογηθεί, προβάλλοντας και πάλι συγκεχυμένα και με ασάφεια διάφορους ισχυρισμούς, για να καταλήξει στο ότι τελικά η ώθησης του για την καταγγελία του στην Αστυνομία ήταν το γεγονός ότι ποτέ δεν υπέγραψε το επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3. 22. Σε ότι αφορά την νοητική κατάσταση του κατηγορουμένου σχετικά με το αδίκημα υπό εξέταση, σημειώνονται τα εξής. Ο Κατηγορούμενος, ήγειρε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της P. Ph. Varellas Trading Co Ltd την προαναφερόμενη Αγωγή με αρ. 2578/2008, διεκδικώντας, ως γίνεται αντιληπτό, χρήματα που της κατέβαλε για αντάλλαγμα που απέτυχε, ή την αξία επιταγών που του εξέδωσε και οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν για να τιμηθούν δεν πληρώθηκαν. Η P. Ph. Varellas Trading Co Ltd, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, στα πλαίσια της παρουσίασης της υπεράσπισης της, επιχείρησε την παρουσίαση, μεταξύ άλλων, και του επίδικου εγγράφου Τεκμήριο 3. Ο Κατηγορούμενος, αντέδρασε δηλώνοντας άγνοια για αυτό και αμφισβητώντας την πραγματικότητα του. Ακολούθησε, η κατάθεση του Κατηγορουμένου στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας Τεκμήριο 9, δια της οποίας κατάγγελλε στην Αστυνομία πλαστογραφία της υπογραφής του στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3. Η ενέργεια του αυτή, θα μπορούσε να υποστηρίξει τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του σχετικά με το επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3 κατά την ακρόαση της προαναφερόμενης Αγωγής με αρ. 2578/2008 προς αμφισβήτηση της υπεράσπισης της P. Ph. Varellas Trading Co Ltd. Είχε συνεπώς, ο Κατηγορούμενος, κίνητρο να ενεργήσει ως προαναφέρθηκε, σχετικά με την καταγγελία του στην Αστυνομία. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, έχοντας θέσει την υπογραφή του στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, δεδομένων και των προαναφερόμενων γεγονότων, με την προαναφερόμενη καταγγελία του στην Αστυνομία, συνάγεται ότι είχε πρόθεση η Αστυνομία να διερευνήσει εναντίον της P. Ph. Varellas Trading Co Ltd ή/και του XXXXX Βαρέλλα κατά φαντασία ποινικό αδίκημα. 23. Μετά από την εκτίμηση της προσαχθείσας κατά την ακρόαση της υπόθεσης μαρτυρίας ως ανωτέρω, αξιολογώντας την αποδεκτή και παραδεκτή μαρτυρία, καταλήγω στα εξής ευρήματα: (
- i)Ο Κατηγορούμενος, στις 20/02/2014, έδωσε κατάθεση στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας Τεκμήριο 9, καταγγέλλοντας στην Αστυνομία πλαστογραφία της υπογραφής του στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3. (
- ii)Ο Κατηγορούμενος, με τους ισχυρισμούς του στην Αστυνομία, κατέστησε ξεκάθαρο ότι η καταγγελία του αφορούσε το αδίκημα του καταρτισμού πλαστού εγγράφου δια της υπογραφής με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, βάσει του Άρθρου 333(δ)(
- i)του Κεφ. 154. (iii) Η εν λόγω κατάθεση του Κατηγορουμένου στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λευκωσίας Τεκμήριο 9, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όσον αφορά το εν λόγω ποινικό αδίκημα. Και αυτό, εφόσον, στο επίδικο έγγραφο Τεκμήριο 3, ο Κατηγορούμενος έθεσε την υπογραφή του. (
- iv)Ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά τα οποία κατέθεσε, ως προαναφέρθηκε, στην Αστ. XXXXX, Α. Αντρέου, ήταν ψευδή. Γνώριζε, δηλαδή, ότι το αδίκημα για το οποίο έκανε την καταγγελία, δεν είχε στην πραγματικότητα διαπραχθεί. Σκοπός του ήταν η παραπλάνηση της Αστυνομίας. 24. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, καταλήγω ότι, ο Κατήγορος, έχει αποσείσει το νομικό βάρος που, ως προελέχθη, είχε σε αυτή την υπόθεση και ως εκ τούτου, βρίσκω τον Κατηγορούμενο ένοχο διάπραξης του αδικήματος της δημόσιας βλάβης του Άρθρου 115 του Κεφ. 154 ως αυτό του καταλογιζόταν από τον Κατήγορο στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο. 25. Κατηγορούμενε, θα προχωρήσουμε με την διαδικασία της επιβολής της ποινής σου. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σύμφωνα με το Άρθρο 115 του Κεφ. 154: «Όποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου.». [ii] Στον προαναφερόμενο γενικό κανόνα, υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Νόμος, κάποτε, προβλέπει για ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο κατά την ακρόαση μιας υπόθεσης πρέπει να αποφασίσει και σε σχέση με τα οποία ο Κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του. Συναφώς, όταν η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος βαραίνει τον κατηγορούμενο, απ' αυτόν, δεν απαιτείται η απόδειξης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος, χρειάζεται μόνο να εξακριβώσει σε τι είναι, που, σε αυτό το πλαίσιο στηρίζεται, σε ένα χαμηλότερο επίπεδο απόδειξης από πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υποχρεούται να αποδείξει την υπόθεση του, μόνον στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δηλαδή, χρειάζεται μόνο να δείξει ότι είναι πιο πιθανό από ότι όχι αυτά που ισχυρίζεται να αποτελούν πραγματικότητα. Βλ. Ιωάννου, κ. α. ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195. [iii] Ο Κατηγορούμενος, δεν είχε, σε αυτή την υπόθεση, το νομικό βάρος απόδειξης οποιουδήποτε ζητήματος. Στο σύγγραμμα του I. Dennis, The Law of Evidence, 6η έκδοση, στις παραγράφους από 11-004 έως και 11-006 επεξηγούνται οι νομικές έννοιες νομικό βάρος απόδειξης και αποδεικτικό βάρος απόδειξης και η σημασία τους κατά την ακροαματική διαδικασία: «Two points encapsulate the difference between the legal and the evidential burden. When a judge is deciding whether an evidential burden has been discharged, he looks only at the evidence favouring the party who bears the evidential burden. The question for decision is whether the favourable evidence is sufficient by itself to raise an issue for the court to consider; the fact that there may be substantial other evidence contradicting the favourable evidence is immaterial at this stage. When a factfinder (judge, jury or bench of magistrates) is deciding whether a legal burden has been discharged, the factfinder looks at all the evidence adduced in the case. Thus the factfinder will take into account the evidence that first served to discharge the evidential burden plus any other evidence that tends to confirm or rebut it. The second point is that the discharge of an evidential burden does not involve a decision that any fact has been proved. All it signifies is that a question has been validly raised about the possible existence of a material fact; the decision is only that enough evidence has been adduced to justify a possible finding in favour of the party bearing the burden. It is therefore technical1y incorrect to refer to this burden as an "evidential burden of proof". The discharge of the legal burden occurs at a later stage in the trial, when the factfinder is required to decide on the existence or non-existence of facts whose possible existence is in issue. .When a party has discharged an evidential burden and raised an issue for the court to consider, there arises a tactical onus on the other party to respond with some rebutting evidence. There is no legal obligation to adduce (further) evidence on the issue, but the party against whom the evidence has been adduced increases the risk of losing on the issue if nothing is done to chal1enge the evidence. .». [iv] Ο Κατήγορος φέρει, αυτό που αποκαλείται, το νομικό βάρος απόδειξης. Αυτό, κατανέμεται βάσει κανόνων δικαίου και είναι καθορισμένο από την αρχή της εκδίκασης μιας υπόθεσης. Δεν μετατοπίζεται ποτέ κατά την ακρόαση της υπόθεσης. [v] «Liberato direction»: Βλ. Liberato v The Queen
(1985)159 CLR 507 (βλ. τον δικαστικό λόγο του Brennan J.) και De Silva v The Queen [2019] HCA 48. Αμφότερες αποφάσεις Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστραλίας. Στην υπόθεση R v Anderson
(2001)127 A Crim R 116 (Εφετείου Νέας Νότιας Ουαλίας Αυστραλίας), η εν λόγω οδηγία, διατυπώθηκε ως εξής στους ενόρκους -υιοθετήθηκε και στην Johnson v Western Australia
(2008)186 A Crim R 531 (Εφετείου Δυτικής Αυστραλίας)-: «First, if you believe the evidence of the accused, obviously you must acquit. Second, if you find difficulty in accepting the evidence of the accused, but think that it might be true, then you must acquit. Third, if you do not believe the accused, then you should put his testimony to one side. The question will remain; has the Crown, upon the basis of evidence that you do accept, proved the guilt of the accused beyond reasonable ground?». Οδηγία σχετιζόμενη με αρχή στο δίκαιο της απόδειξης, που αποτελεί νομολογία και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική, μεταξύ άλλων, είναι η υπόθεση Charitonos, a. o. v Republic
(1971)2 C.L.R. 40, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μία εκτενή ανάλυση του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459, για το προκείμενο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με μια έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), η αθώωση είναι αναπόφευκτη ...». [vi] Βλ. Λουκά ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 30/2020, 10/03/2021. [vii] Σε αντίθεση, βέβαια, με τα αποδεικτικά στοιχεία -που δεν είναι συστατικά των αδικημάτων-, που δεν απαιτείται η απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά απλά να έχουν καθαρά αποδειχθεί προτού θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα. [viii] Βλ. την απόφαση Εφετείου της Πολιτείας Queensland της Αυστραλίας στην υπόθεση R v Lockwood; ex parte Attorney-General [1981] Qd R 209, η οποία υιοθετεί τον δικαστικό λόγο του Αρχιδικαστή, ως ήταν τότε, Barwick, του Ανώτερου Δικαστηρίου της Πολιτείας Queensland της Αυστραλίας, στην υπόθεση Iannella v French (1967-1968) 119 C.L.R. 84, στις σελίδες 94 and 95: «It is thus appropriate to consider the meaning and application of the word 'wilful' in the specification of an offence. . In my opinion, 'wilful' connotes intention and knowledge: the problem is to determine in the particular circumstances what is to be intended and what known. The answer, as I have said, must vary with the nature of the act proscribed and the context of the statutory provision creating the offence. Further, the word intention itself obscures a difficulty. Thus it is said on some occasions to be satisfied by mere volition to do the specific act in question. But in truth, in my opinion, the word contains in its connotation elements of purpose. It is not merely that the mind goes with the act but that the mind intends by the act to achieve something. Of course, in some statutory circumstances, the mere doing without consequence or without purpose is forbidden, in which event the conscious doing of the act may suffice to make its performance intentional and in these circumstances wilful.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [ix] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. [x] Η πιο ενδεικτική τοποθέτηση του Κατηγορουμένου για τα γεγονότα, του παραλογισμού του και της σύγχυσης του, κατά την προσπάθεια του να προβάλει ισχυρισμούς, προς υπεράσπιση του, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, φαίνεται και από το ακόλουθος μέρος της αντεξέτασης του: «E. Κύριε, όταν λέτε, και ξαναρωτώ, ότι έπιασε την υπογραφή σας, το "έπιασε", τούτο το ρήμα δεν το καταλαβαίνω. Τι εννοείτε, όταν λέτε ότι έπιασε την υπογραφή σας; A. Απέσπασε. E. Δηλαδή; A. Παρουσίασε κάποιο έγγραφο, το οποίο υπέγραψα, αλλά δεν ήταν η ανέκκλητη δήλωση, ήταν κάποιο άλλο έγγραφο, που μπορεί να μου έβαλε να υπογράψω και να ήταν η δήλωση μετά τη συμπλήρωση, αυτή η δήλωση, και ο Πιτσιλλίδης το λέει ότι δεν παρουσιάστηκα. E. Κύριε, αφήστε τον Πιτσιλλίδη και θα έρθουμε μετά στον κύριο Πιτσιλλίδη. Δηλαδή, σας έδωσε κάτι άλλο και το υπογράψατε; A. Μάλιστα. E. Και μετά τα έσβησε εκείνα; A. Δεν ξέρω τι έκαμε μετά.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο