← Κύπρος

TSA Property & Finance Services Ltd ν. Μούζουρα, Αρ. Υπόθεσης: 3199/2015, 12/5/2021

TSA Property & Finance Services Ltd ν. Μούζουρα, Αρ. Υπόθεσης: 3199/2015, 12/5/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3199/2015 Μεταξύ: TSA Property & Finance Services Ltd, εκ Λευκωσίας Παραπονούμενοι εναντίον XXXXX Μούζουρα, XXXXX 75Α, XXXXX Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 12.5.2021 Για τους Παραπονούμενους: κ. Βραχίμης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αγγελίδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 25.2.2015 καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης στο οποίο περιλαμβάνονται 4 κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σε καθεμιά από τις εν λόγω κατηγορίες το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 2 και 118(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος καθεμιάς από τις 4 επίδικες κατηγορίες ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά ή περί τις 15.2.2011, 9.3.2011, 20.4.2011 και 16.5.2011 αντίστοιχα, στη Λευκωσία, εξασφάλισε πίστωση με ψευδείς παραστάσεις για το ποσό των €11.400, €7.200, €10.000 και €8.400 αντίστοιχα ήτοι έλαβε δάνειο από την παραπονούμενη εταιρεία για τα ως άνω ποσά ενώ είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στην αίτηση με αριθμό 308/
  2. Μεταξύ των διαδίκων δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: στις 9.2.2011 εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας στην αίτηση πτώχευσης 308/2010 διάταγμα, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 και συνοδεύτηκε με την κοινή δήλωση ότι γίνεται αποδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Το εν λόγω διάταγμα είναι διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του κ. XXXXX Μούζουρα. Το εν λόγω διάταγμα παραλαβής επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 26.3.
  3. Δηλώθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε τις 4 υπεύθυνες δηλώσεις ημερομηνίας 15.2.2011, 20.4.2011, 16.5.2011 και 9.3.2011 αντίστοιχα οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήριο
  4. Δηλώθηκε επίσης ότι ο κ. XXXXX Κουρτίδης είναι σήμερα ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η παραπονούμενη κάλεσε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Κουρτίδης ο οποίος κατά την πολύ σύντομη κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως τεκμήριο 1 προς αναγνώριση τα πρακτικά της υπόθεσης με αρ. 8995/2016 του Ε. Δ. Λεμεσού και ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω υπόθεση ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε στο θέμα της πτώχευσής του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος έλαβε χρήματα σε μετρητά από την παραπονούμενη και υπέγραψε τις σχετικές δηλώσεις του τεκμηρίου 2 και ότι ο κατηγορούμενος κάθε φορά που ελάμβανε χρήματα εξέδιδε και ισόποση επιταγή προς την παραπονούμενη η οποία ποτέ δεν είχε αντίκρισμα. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι διορίστηκε διευθυντής της παραπονούμενης το έτος 2016 όταν μέτοχός της ήταν ο κ. XXXXX Ανδρέου. Ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από την παραπονούμενη τα ποσά τα οποία αναφέρονται στα έγγραφα του τεκμηρίου 2 και παρέδωσε στην τελευταία επιταγές άλλων προσώπων για το ισόποσο των χρημάτων που λάμβανε κάθε φορά. Ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία του κατηγορούμενου έγινε με την παραπονούμενη εταιρεία και όχι με τον ίδιο προσωπικά και πως ο κατηγορούμενος, όταν εκείνος τον προσέγγισε ως νέος διευθυντής της εταιρείας, του παραδέχθηκε πως ήταν πτωχεύσας όταν έπαιρνε τα χρήματα από την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε πως όταν ο ίδιος αγόρασε την παραπονούμενη εταιρεία βρήκε το χρέος του κατηγορούμενου προς αυτή καθώς επίσης ότι η παραπονούμενη ασχολείται με το να «δίνει χρήματα», όπως ανέφερε επί λέξη. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Ευτυχίου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως Βοηθός Εξεταστής στο Τμήμα του Εφόρου Εταιριών και Επίσημου Παραλήπτη. Ισχυρίστηκε πως από τον φάκελο της υπηρεσίας του που αφορά τον κατηγορούμενο προκύπτει ότι το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του τελευταίου εκδόθηκε στις 9.2.2011 και παραλήφθηκε από το γραφείο στο οποίο ο ίδιος εργάζεται στις 23.3.
  5. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος στις 27.4.2011 υπέβαλε την έκθεση αναφορικά με την κατάσταση της περιουσίας του και δήλωσε ως πιστωτή του κάποια XXXXX Βαρσανίδου για το ποσό των €50.
  6. Η εν λόγω έκθεση κατατέθηκε ως τεκμήριο 6 στη διαδικασία. Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο κατηγορούμενος αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια στις 4.12.
  7. Κατά την πολύ σύντομη αντεξέτασή του υποβλήθηκαν στον Μ.Κ.2 μόνο 2 ερωτήσεις και απάντησε ότι ονομάζεται XXXXX Ευτυχίου και ότι το διάταγμα εκδόθηκε στις 9.2.
  8. Στη συνέχεια δηλώθηκαν ως περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων ότι η παραπονούμενη είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη από τις 17.10.
  9. Δηλώθηκε επίσης ότι το τεκμήριο 1 προς αναγνώριση γίνεται κανονικό τεκμήριο και σημειώθηκε ως τεκμήριο
  10. Στο εν λόγω τεκμήριο περιέχεται η μαρτυρία του κατηγορούμενου που έδωσε στην υπόθεση 8995/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ούτως ώστε αυτός να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπισή του ο τελευταίος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε και ένα μάρτυρα. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: την παραπονούμενη τη «γνώρισε» τον Φεβρουάριο του 2011 όταν είχε οικονομικά προβλήματα και είχε εκδοθεί το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του ημερομηνίας 9.2.
  11. Απευθύνθηκε στην παραπονούμενη η οποία ρευστοποιούσε μεταχρονολογημένες επιταγές για να δυνηθεί να ικανοποιήσει τα ποσά που αναφέρονταν στο ως άνω διάταγμα παραλαβής. Ισχυρίστηκε ότι αγνοούσε πως υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός διατάγματος παραλαβής και ενός διατάγματος πτώχευσης για αυτό και εκ λάθους ανέφερε στην παραπονούμενη ότι ήταν πτωχεύσας ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα αφού ουδέποτε είχε εκδοθεί διάταγμα για την πτώχευσή του. Ισχυρίστηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2011 τηλεφώνησε σε κάποιο κ. XXXXX Ανδρέου και του ανέφερε ότι χρειαζόταν χρήματα για να «σωθεί» από το διάταγμα της «πτώχευσης». Όταν τον συνάντησε υπέγραψε την ίδια ημέρα όλες τις δηλώσεις οι οποίες αποτελούν το τεκμήριο
  12. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. XXXXX Ανδρέου από την αρχή της συνεργασίας τους ήταν ενήμερος για την κατάστασή του και ειδικά για το θέμα που αφορούσε το διάταγμα παραλαβής. Ισχυρίστηκε επίσης ότι εξόφλησε πλήρως τις επιταγές που αναφέρονται στα έγγραφα του τεκμηρίου 2 οι οποίες του επιστράφηκαν για αυτό και καμιά από αυτές δεν παρουσιάστηκε στην τράπεζά του για πληρωμή. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι πράγματι είχε συμφωνήσει στην έκδοση του διατάγματος παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του ημερομηνίας 9.2.2011 και πως σύμφωνα με τους όρους του μέχρι τις 18.2.2011 θα έπρεπε να κατέβαλλε το ποσό των €50.
  13. Ισχυρίστηκε επίσης πως τα 4 έγγραφα του τεκμηρίου 2 συμπληρώθηκαν χειρόγραφα από τον ίδιο και ότι τα ποσά τα οποία αναγράφονται σε αυτά ότι έλαβε δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια αλλά ήταν μειωμένα περίπου κατά 30%. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το πρώτο πράγμα το οποίο ανέφερε τηλεφωνικά στον κ. XXXXX Ανδρέου όταν απευθύνθηκε σε αυτόν ήταν πως είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του και αυτός ήταν και ο λόγος που απευθύνθηκε σε ένα «τοκογλύφο» όπως είπε επί λέξη. Ισχυρίστηκε επίσης πως τα έγγραφα του τεκμηρίου 2 υπογράφηκαν όλα την ίδια ημέρα και όχι σε 4 διαφορετικές ημερομηνίες και πως οι επιταγές που αναγράφονται σε αυτά εξοφλήθηκαν με μετρητά και στη συνέχεια του επιστράφηκαν. Ως μάρτυρας υπεράσπισης παρουσιάστηκε η κα XXXXX Γεωργιάδη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 8 την αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού με αριθμό XXXXX12-
  14. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω κατάσταση αφορά την περίοδο από τις 15.3.2011 έως τις 31.12.
  15. Ισχυρίστηκε επίσης πως στην εν λόγω κατάσταση δεν φαίνεται ότι οι επιταγές με αριθμό XXXXX65, XXXXX81, 96440300 και XXXXX01 ημερομηνίας 15.3.2011, 10.4.2011, 12.5.2011 και 10.6.2011 αντίστοιχα παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ο ως άνω λογαριασμός ήταν λογαριασμός υπερανάληψης και πως το υπόλοιπό του κατά την περίοδο που φαίνεται στη σχετική κατάσταση ήταν πάντοτε χρεωστικό. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Βραχίμης εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος έλαβε πίστωση από την παραπονούμενη ως αυτό προκύπτει από τα έγγραφα του τεκμηρίου 2 καθώς επίσης ότι έπραξε τούτο χωρίς να την ενημερώσει ότι ήταν πτωχεύσας. Ο κ. Αγγελίδης από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία προς απόδειξη του συστατικού στοιχείου της χρήσης ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του κατηγορούμενου. Εισηγήθηκε επίσης ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης είναι ελαττωματικό επειδή στην έκθεση αδικήματος των επίδικων κατηγοριών δεν αναγράφηκε το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα το οποίο ποινικοποιεί την απόσπαση χρημάτων ή αντικειμένων με τη χρήση ψευδών παραστάσεων και με σκοπό καταδολίευσης. Έχω μελετήσει με προσοχή τις θέσεις τους τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Επίδικο στην παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 118(α) του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 ως αυτό είχε πριν την τροποποίησή του από τον Ν.61(Ι)/2015 αφού σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των 4 επίδικων κατηγοριών ο κρίσιμος χρόνος ανάγεται στο έτος
  1. Το εν λόγω άρθρο είχε τότε ως εξής: «Απάτες από πτωχεύσαντες
  2. Αν πρόσωπο το οποίο κηρύχτηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής: (α) με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, εξασφάλισε πίστωση βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη (β) . (γ) . είναι ένοχο αδικήματος και με την καταδίκη του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.». Προκύπτει από το ως άνω άρθρο ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η εξασφάλιση πίστωσης με την ανάληψη χρέους ή υποχρέωσης, β) βάσει ψευδών παραστάσεων ή με άλλη απάτη και γ) από πρόσωπο το οποίο κηρύχθηκε σε πτώχευση ή αναφορικά με την περιουσία του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής. Πρέπει επίσης να αποδειχθεί η γνώση του κατηγορούμενου ότι κηρύχθηκε σε πτώχευση ή ότι εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του (Χριστόφορου ν. Γιάγκου
(2007)2 Α.Α.Δ. 145, FAIR CHAMPION BETS LTD ν. Στέλιου, Ποινική Έφεση Αρ. 92/2014, ημερομηνίας 11.1.2018 και ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ-ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΑΚΟΥ, Πoινική Έφεση Αρ. 129/2015, ημερομηνίας 5.4.2017). Στην υπόθεση Φουκκαρή ν. Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 273/2015, ημερομηνίας 8.3.2018, αποφασίστηκε ότι η έννοια της «πίστωσης» στα άρθρα 117 και 118 του περί Πτώχευσης Νόμου Κεφ. 5 είναι ότι ο πτωχεύσας λαμβάνει όφελος από τον άλλο, χωρίς να αποδώσει αμέσως το αντάλλαγμα για το όφελος που έλαβε. Η ουσία έγκειται, ως λέχθηκε, στο ότι παραμένει σε εκκρεμότητα το αντάλλαγμα που θα πρέπει να καταβάλει ο πτωχεύσας. Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι ένα δάνειο αποτελεί σαφώς μορφή «πίστωσης», το ίδιο και η παροχή υπηρεσιών η πληρωμή για τις οποίες δεν γίνεται αμέσως. Λέχθηκε ακόμα πως «ό,τι ο νόμος επιδιώκει να αποτρέψει είναι η δημιουργία νέων οφειλών εκ μέρους πτωχεύσαντος και ο οικονομικός κίνδυνος που προκαλείται από τη μη άμεση εξόφληση τέτοιων οφειλών, κίνδυνο τον οποίο οι αντισυμβαλλόμενοι δεν θα αναλάμβαναν αν γνώριζαν τα γεγονότα». Ο ορισμός της ψευδούς παράστασης δίδεται στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και είναι ο ακόλουθος: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή». Η ερμηνεία του όρου «ψευδής παράσταση» δόθηκε από τον Δικαστή Buckey στην υπόθεση Re London and Globe Finance Corporation Ltd
(1903)1 Ch. 368, 370 και έχει ως εξής: «To induce a man to believe that a thing is true which is false and which the person practicing the deceit knows or believes to be false». Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328, είναι αρκετό ο κατηγορούμενος με λόγια ή με συμπεριφορά να προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία. Οι παραστάσεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο δεν είναι αρκετό να είναι ψευδείς αλλά απαιτείται όπως ο κατηγορούμενος όταν προέβαινε σε αυτές να γνώριζε ότι ήταν ψευδείς ή να μην πίστευε στο αληθές τους. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 65 η ψευδής παράσταση συνίστατο στο γεγονός πως όταν ο παραπονούμενος συμφώνησε την αγορά διαμερισμάτων και πλήρωσε προκαταβολή οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν τα δύο διαμερίσματα ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί γιατί δεν υπήρχε σε ισχύ άδεια οικοδομής ούτε και μπορούσε να εκδοθεί τέτοια άδεια οικοδομής για την υπό ανέγερση πολυκατοικία κάτω από τον σχετικό Νόμο. Από την άλλη η απλή παράβαση σύμβασης παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της έννοιας του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ή κάποιο τμήμα της αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό ψευδούς παράστασης. Δηλαδή θα πρέπει η μαρτυρία να δείξει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς στο να αποξενωθεί από την περιουσία του. Σχετική είναι η υπόθεση R. v. Sullivan, 30 Cr. App. R. 132, όπου αποφασίστηκε πως η απόδειξη ότι η ψευδής παράσταση όντως ενήργησε στο μυαλό του προσώπου που εξαπατήθηκε δεν χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να προσφέρεται με άμεση μαρτυρία εφόσον τα γεγονότα είναι τέτοια ώστε η κατ' ισχυρισμό ψευδής παράσταση να εμφανίζεται σαν ο μόνος λόγος ο οποίος θα μπορούσε να προβληθεί ως ο αποφασιστικός παράγοντας για την τέλεση της πράξης. Είναι αρκετό για την κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είτε για τον εαυτό του είτε για κάποιο άλλο πρόσωπο κατόρθωσε ως αποτέλεσμα των ψευδών του παραστάσεων να αποσπάσει παράνομα οτιδήποτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής είτε αυτό είναι χρήματα ή άλλο αντικείμενο το οποίο πρέπει να περιγράφεται με ικανοποιητικό τρόπο στο κατηγορητήριο (R. v. Smith
(1950)2 All E.R. 679). Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Για παράδειγμα, στην περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδείς τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως (R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). H χρήση ψευδών δηλώσεων ή εγγράφων για απόκτηση χρημάτων, παρά το ότι τα χρήματα θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί χωρίς αυτά, είναι μαρτυρία από την οποία δυνατό να εξαχθεί πρόθεση για καταδολίευση (R. v. Kritz
(1949)2 All E.R). Στην υπόθεση R. v. Williams
(1836)7 C. AND P. σελ. 354, λέχθηκε πως όπου ο κατήγορος αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψευδούς αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης (Police v. Petrou alias Yiatros
(1971)12 J.S.C. 1524). Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 αποφασίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης για στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Αυτή η υποκειμενική συμπεριφορά μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν στο τέλος της ημέρας την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Οι ισχυρισμοί του ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε τα έγγραφα του τεκμηρίου 2 συνάδουν με τα παραδεκτά γεγονότα. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος στις 15.2.2011, 9.3.2011, 20.4.2011 και 16.5.2011 έλαβε από την παραπονούμενη το ποσό των €11.400, €7.200, €10.000 και €8.400 αντίστοιχα και ταυτόχρονα ανέλαβε και την υποχρέωση να τα εξοφλήσει αφού αυτό προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα από τα εν λόγω έγγραφα τα οποία είναι παραδεκτό ότι υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος ανέλαβε την παραπονούμενη εταιρεία περί το έτος 2016 και πως ο κατηγορούμενος κατά το έτος 2011 είχε ήδη λάβει χρήματα από την εν λόγω εταιρεία και όχι προσωπικά από τον ίδιο. Διαπιστώνω πως σε όσα προέβαλε ο Μ.Κ.1 δεν περιέχεται ισχυρισμός για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος απέκρυψε ή όχι από την παραπονούμενη πως είχε εκδοθεί Διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του. Ομοίως δεν περιέχεται ισχυρισμός αναφορικά με το ποιες ήταν οι ψευδείς παραστάσεις τις οποίες ενδεχομένως χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να εξασφαλίσει από την παραπονούμενη τα ποσά που είναι επίδικα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των 4 κατηγοριών της παρούσας υπόθεσης. Όπως ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική ανάμειξη με όσα έλαβαν χώρα κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο που ανάγεται στους μήνες Φεβρουάριο μέχρι και τον Μάιο του 2011 δηλαδή 5 χρόνια πριν τη δική του ενασχόληση με τις υποθέσεις της παραπονούμενης. Λόγω τούτων κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική αναφορικά με το επίδικο θέμα της χρήσης ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του κατηγορούμενου αφού σε αυτή δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε σχετικό. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Μ.Κ.2 κρίνω πως αυτοί πρέπει να γίνουν αποδεκτοί αφού δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του. Η μαρτυρία του ήταν τυπική και περιορίστηκε στο να παρουσιάσει τον φάκελο της υπόθεσης της πτώχευσης του κατηγορούμενου που διατηρεί στην υπηρεσία που εργάζεται. Από το τεκμήριο 6 το οποίο κατέθεσε προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος στις 3.5.2011 υπέγραψε την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την έκθεση αναφορικά με την κατάσταση της περιουσίας του συμμορφούμενος με το διάταγμα παραλαβής που είχε εκδοθεί στις 9.2.2011 αναφορικά με την περιουσία του. Δεν μου διαφεύγει πως ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε την ως άνω έκθεση στις 27.4.2011, κρίνω όμως πως πρόκειται για μια επουσιώδη υπό τις περιστάσεις αντίφαση η οποία δεν είναι ικανή να επηρεάσει την αξιοπιστία του. Κρίνω ομοίως πως ούτε οι δικοί του ισχυρισμοί μπορούν να είναι επιβοηθητικοί για την επίλυση του επίδικου θέματος των ψευδών παραστάσεων που η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος αφού ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική ανάμειξη σε όσα διαδραματίστηκαν μεταξύ του εκπροσώπου της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου κατά το επίδικο έτος
  1. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο κρίνω ότι η μαρτυρία του πρέπει να γίνει αποδεκτή αφού ο ίδιος είχε προσωπική ανάμειξη σε όσα συνέβησαν κατά τον επίδικο χρόνο και λόγω αυτής της άμεσης εμπλοκής του ήταν σε καλή θέση να τα θυμάται και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο με ικανοποιητική επάρκεια. Κρίνω επίσης πως ήταν ειλικρινής και ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Κρίνω επίσης πως γνώριζε ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του αφού κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε πως το εν λόγω διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν συμφωνίας του, εκ συμφώνου, όπως ανέφερε επί λέξη. Αποδέχομαι επίσης ως αληθή τον ισχυρισμό του ότι πληροφόρησε τον τότε διευθυντή της παραπονούμενης κ. XXXXX Ανδρέου πως είχε εκδοθεί το επίδικο διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του αφενός επειδή ο ίδιος είχε προσωπική ανάμειξη σε όσα διαδραματίστηκαν κατά τον επίδικο χρόνο και αφετέρου για τον επιπλέον λόγο ότι ο ως άνω ισχυρισμός του δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε αντίθετη μαρτυρία. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου πως τα έγγραφα του τεκμηρίου 2 υπογράφηκαν όλα την ίδια ημέρα και ότι έλαβε τα ποσά που αναφέρονται σε αυτά μειωμένα κατά 30% αφού αυτοί οι ισχυρισμοί είναι αντίθετοι με την ημερομηνία που καθένα από αυτά φέρει, τα οποία είναι παραδεκτό ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε, και επειδή οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του δεν είναι πειστικοί γιατί είναι αντίθετοι με όσα αναγράφονται σε αυτά. Αναφορικά με τη Μ.Υ.1 κρίνω ότι η μαρτυρία της ήταν τυπική και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της. Ο ισχυρισμός της ότι οι επιταγές οι οποίες αναφέρονται στα έγγραφα του τεκμηρίου 4 ουδέποτε παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή επιβεβαιώνεται και από την κατάσταση του λογαριασμού επί του οποίου αυτές εκδόθηκαν που η ίδια εκτύπωσε από το αρχείο το οποίο διατηρεί η τράπεζα στην οποία εργάζεται και στο οποίο έχει πρόσβαση. Έχοντας υπόψη μου όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων καθώς επίσης και την αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον μου τα πιο κάτω είναι τα ευρήματά μου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στις 9.2.2011 εκ συμφώνου εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λευκωσίας διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του κ. XXXXX Μούζουρα στην αίτηση πτώχευσης με αριθμό 308/
  2. Το εν λόγω διάταγμα θα τελούσε σε αναστολή εφόσον ο κατηγορούμενος στις 16 και στις 18.2.2011 κατέβαλλε το ποσό των €25.000 κάθε φορά. Ο κατηγορούμενος στις 15.2.2011, 20.4.2011, 16.5.2011 και 9.3.2011 έλαβε από την παραπονούμενη σε μετρητά τα ποσά των €11.400, €10.000, €8.000 και €7.400 και σε κάθε μια από τις ως άνω ημερομηνίες υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα με τίτλο «υπεύθυνη δήλωση» με τα οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τα ως άνω ποσά. Ο κατηγορούμενος πριν λάβει τα ως άνω ποσά είχε πληροφορήσει τον τότε διευθυντή της παραπονούμενης κ. XXXXX Ανδρέου ότι αναφορικά με την περιουσία του είχε εκδοθεί το ως άνω διάταγμα παραλαβής. Ο κατηγορούμενος στις 3.5.2011 υπέβαλε την έκθεση αναφορικά με την κατάσταση της περιουσίας του και δήλωσε ως πιστωτή του κάποια XXXXX Βαρσανίδου για το ποσό των €50.
  3. Το εν λόγω διάταγμα παραλαβής επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 26.3.
  4. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου τα ως άνω ευρήματά μου προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των επίδικων κατηγοριών. Κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της εξασφάλισης πίστωσης από τον κατηγορούμενο ο οποίος ήταν πρόσωπο αναφορικά με την περιουσία του οποίου είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής αφού τα ποσά τα οποία έλαβε ως δάνειο αποτελούν πράγματι πίστωση εν τη εννοία του άρθρου 118(α) του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ.
  5. Κρίνω επίσης ότι έχει αποδειχθεί και το συστατικό στοιχείο της έκδοσης διατάγματος παραλαβής εναντίον του κατηγορούμενου αφού αυτό δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της γνώσης της έκδοσης διατάγματος παραλαβής αναφορικά με την περιουσία κάποιου προσώπου κρίνω πως αυτό μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους και όχι αποκλειστικά με την επίδοση του εν λόγω διατάγματος προς το πρόσωπο το οποίο αυτό αφορά. Στην παρούσα υπόθεση η γνώση του κατηγορούμενου προκύπτει από τον ισχυρισμό του ότι συμφώνησε να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα ημερομηνίας 9.2.2011 καθώς επίσης και από τον ισχυρισμό του πως μερικές μέρες μετά την έκδοσή του αναζήτησε οικονομική βοήθεια από την παραπονούμενη απευθυνόμενος προς τον τότε διευθυντή της κ. XXXXX Ανδρέου για να μπορέσει να ανταποκριθεί με τις πρόνοιές του ήτοι να κατέβαλλε μέχρι τις 18.2.2011 το ποσό των €50.
  6. Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι εκ λάθους θεωρούσε πως είχε κηρυχθεί σε πτώχευση ενώ στην πραγματικότητα είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα σε σχέση με το θέμα της γνώσης. Από τα πιο πάνω κρίνω πως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στις 15.2.2011, 9.3.2011, 20.4.2011 και στις 16.5.2011 όταν ελάμβανε τα ποσά που αναφέρονται στο τεκμήριο 2 γνώριζε ότι είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του από τις 9.2.
  7. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος εξασφάλισε τα επίδικα ποσά χρησιμοποιώντας ψευδείς παραστάσεις ως αναγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών ήτοι κατά πόσο παρέλειψε να αναφέρει στην παραπονούμενη ότι εναντίον του είχε εκδοθεί το ως άνω διάταγμα παραλαβής ημερομηνίας 9.2.
  8. Κρίνω ότι το τελευταίο αυτό στοιχείο δεν έχει αποδειχθεί αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος πράγματι είχε πληροφορήσει τον τότε διευθυντή της κ. XXXXX Ανδρέου ότι είχε εκδοθεί το ως άνω διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του. Λόγω των πιο πάνω και μετά την υποκειμενική αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας κρίνω πως η παραπονούμενη δεν έχει αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε από αυτή τα επίδικα ποσά χρησιμοποιώντας ψευδείς παραστάσεις. Κρίνω ότι η παραπονούμενη του δάνεισε τα ποσά παρόλο που είχε πληροφορηθεί από τον ίδιο ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του. Συνεπώς κρίνω πως η παραπονούμενη εν γνώσει της ανέλαβε τον κίνδυνο που ενείχε η απόφασή της να συναλλαχθεί με τον κατηγορούμενο αφού γνώριζε ότι είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής αναφορικά με την περιουσία του και πως δεν δικαιούται τώρα να ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος την «εξαπάτησε» αποκρύπτοντάς της το εν λόγω γεγονός. Εν κατακλείδι προκύπτει από τα πιο πάνω πως η παραπονούμενη δεν απέδειξε ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε ψευδείς παραστάσεις για να εξασφαλίσει από αυτή τα ποσά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις κατηγορίες 1 έως 4 τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................................ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.