← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Compot, Αρ. Υπόθεσης 18877/18, 29/6/2021

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Compot, Αρ. Υπόθεσης 18877/18, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης 18877/18 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Κατηγορούσας Αρχής ν. XXXXX Compot Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 29, Ιουνίου 2021 Για κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Θεοδότου Για την Κατηγορούμενη : κ. Ε. Χειμώνας Κατηγορούμενος : Παρών. ............. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τρεις

(3)κατηγορίες εκ των οποίων η 1η κατηγορία αφορά πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς. Η 2η κατηγορία αφορά οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος η κατάσταση του οποίου και των εξαρτημάτων του ήταν επικίνδυνη και η 3η αφορά κατηγορία περί το ότι οδηγούσε χωρίς να είναι προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου ο Κατηγορούμενος στις 13.09.2017 στον δρόμο Επισκοπειού - Αρεδιού της επαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής XXXXX17 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του XXXXX Παχύ ηλικίας 13 ετών, τέως από το χωριό XXXXX. Ταυτόχρονα κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο αποδίδεται στον Κατηγορούμενο ότι διέπραξε τα αδικήματα των υπόλοιπων κατηγοριών. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του έντιμου πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σελ. 100, το Κατηγορητήριο προσδιορίζει το πλαίσιο της δίκης. Έτσι, στην υπό εξέταση υπόθεση κρίσιμο για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων μέσα στο πλαίσιο που οριοθετεί το κατηγορητήριο. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έξι
(6)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν Υπαστυνόμος Λ. Θεμιστοκλέους ως Μ.Κ.
  1. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την σχετική κατάθεσή του, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Η εν λόγω κατάθεση σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1Α δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από φωτογραφίες της σκηνής του επίδικου αδικήματος και ως Τεκμήριο 1Β δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τον μηχανικό έλεγχο του οχήματος XXXXX
  2. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2Α τις φωτογραφίες που λήφθηκαν από την νεκροψία και ως Τεκμήριο 2Β τις φωτογραφίες σε σχέση με την ορατότητα. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, ως Τεκμήριο 4 το σχέδιο επί κλίματος, ως Τεκμήριο 5 την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο μαζί με τη μετάφρασή της, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τη συμπληρωματική κατάθεση του Κατηγορουμένου και ως Τεκμήριο 8 τη μετάφραση αυτής. Περαιτέρω, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 η γραπτή κατηγορία η οποία προσήφθη στον Κατηγορούμενο και ως Τεκμήριο 10 η μετάφραση αυτής. Ο M.K.1 στην κατάθεσή του Έγγραφο Α, αναφέρθηκε στις ανακριτικές του ενέργειες στην σκηνή του ατυχήματος την ημέρα του ατυχήματος. Ακολούθως, αναφέρθηκε στις ανακριτικές του ενέργειες στις 14.9.2017 όταν έλαβε χώρα υπόδειξη σκηνών από τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω αναφέρθηκε στον ισχυρισμό που προέβαλε ο Κατηγορούμενος ότι επιχείρησε να αποφύγει εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Επί του προκειμένου ανέφερε ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν, βρίσκονταν εξ ολοκλήρου στην αντίθετη λωρίδα και βάση αυτών ήταν αδύνατο να επηρεαζόταν η οδήγηση του Κατηγορουμένου. Κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε η κατάθεση του συνοδηγού του οχήματος του Κατηγορουμένου ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στο συνολικό πλάτος του επίδικου δρόμου, το οποίο κατόπιν μέτρησης καθορίστηκε στα 4.30 μέτρα. Ακολούθως, αναφέρθηκε στις προσπάθειες εντοπισμού του οχήματος που κατ΄ ισχυρισμόν είδε ο Κατηγορούμενος. Ως προς τα ίχνη τροχοπέδησης που εντοπίστηκαν στην αντίθετη λωρίδα, ανέφερε ότι αυτά δεν ήταν φρέσκα και εν πάση περιπτώσει δεν επηρέασαν την πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου. Δέχθηκε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η αστυνομία δεν προέβη σε επαρκή διερεύνηση. Περαιτέρω αναφέρθηκε στον λόγο που το σημείο Χ καθορίστηκε 40 εκατοστά στη λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου, παραπέμποντας στη ζημία πρώτης επαφής και στα ίχνη τροχοπέδης που βρέθηκαν στην σκηνή. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την υποβολή ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που εντόπισε αποτυπώθηκαν μετά την σύγκρουση. Ανέφερε δε ότι στο σημείο Χ υπήρχε έντονο μαύρισμα διαφορετικό από το υπόλοιπο αποτύπωμα, το οποίο έδειχνε ελιγμό. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι με την ταχύτητα που κινείτο το όχημα του Κατηγορουμένου θα έπρεπε να αφήσει ίχνη τροχοπέδησης γύρω στα 180 πόδια. Τέλος, συμφώνησε ότι το σημείο Χ βρίσκεται 40 εκατοστά αριστερά από τη γραμμή που διαχωρίζει τον δρόμο από το παγκέττο και ότι βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του οχήματος του Κατηγορούμενου. Κατά την επεναξέτασή του ανέφερε ότι με τον όρο πραγματική μαρτυρία εννοεί τα ίχνη τροχοπέδης που βρέθηκαν στην σκηνή, τις ζημίες πρώτης επαφής και την τελική θέση του οχήματος του Κατηγορουμένου. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αδελφός του θύματος XXXXX Παχύς, ως Μ.Κ.
  4. Ο Μ.Κ.2, αφού κρίθηκε ικανός μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 26.11.2017, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Ο Μ.Κ.2 στην κατάθεσή του ανέφερε ότι στις 13.9.2017 ξεκίνησε μαζί του φίλους του XXXXX και XXXXX, αλλά και το αδελφό του XXXXX να πάνε βόλτα με τα ποδήλατά τους. Αναφέρθηκε στην σειρά με την οποία ποδηλατούσαν στον δρόμο και στα γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν το επίδικο ατύχημα. Δήλωσε ότι ο ίδιος ποδηλατούσε τελευταίος και μπροστά του βρισκόταν ο αδελφός του. Ποδηλατούσαν εντός του παγκέττου και σκόπευαν να φτάσουν μέχρι το εργοστάσιο που παράγει «τζιώνη». Σε κάποιο στάδιο ο XXXXX έφτασε στο σημείο όπου θα γύριζαν και πέρασε στην άλλη πλευρά του δρόμου. Τότε κινήθηκε και ο ίδιος διαγωνίως με σκοπό να περάσει απέναντι. Σε κάποιο σημείο, όπως προχωρούσε, αντιλήφθηκε να έρχεται από πίσω τους ένα σαλούν όχημα. Το εν λόγω όχημα πλησίασε το ποδήλατο του αδελφού του κοντά στην άσπρη γραμμή πατώντας μάλιστα αυτή. Ακολούθως κτύπησε το ποδήλατο που οδηγούσε ο αδελφός του. Τέλος δήλωσε πως σε κανένα σημείο δεν ερχόταν οποιοδήποτε αυτοκίνητο από απέναντι. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στις ενέργειες του αδελφού του πριν το ατύχημα. Δέχθηκε ότι πριν το ατύχημα και ο ίδιος διασταύρωσε διαγωνίως τον δρόμο αλλά ο αδελφός του έμεινε στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Δέχθηκε, όμως, ότι σκοπός του ήταν να διασταυρώσει σε κάποιο στάδιο για να επιστρέψουν όλοι μαζί πίσω. Επέμεινε ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε άλλο όχημα στον δρόμο. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο αστυφύλακας XXXXX, Ι. Σανταφιανός ως Μ.Κ.
  5. Ο Μ.Κ.3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11 έντυπο από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, ημερομηνίας 18.9.
  6. Επίσης, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 η κατάθεση του ιδίου ημερομηνίας 11.6.2018, ως Τεκμήριο 13 η κατάθεση της διερμηνέως ημερομηνίας 11.6.
  7. Επίσης, ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση το οποίο κατέστη Τεκμήριο
  8. Τέλος, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15 η κατάθεση της διερμηνέως XXXXX Πισσά ημερομηνίας 15.9.
  9. Ο Μ.Κ.3 στην κατάθεσή του αναφέρθηκε στα προσόντα του. Επιπλέον, αναφέρθηκε στις ενέργειες του, τόσο κατά την λήψη καταθέσεων όσο και στην σκηνή του ατυχήματος. Δήλωσε ότι στις 14.9.2017 μετέβη με τον Κατηγορούμενο αλλά και τον Μ.Κ.1, την Μ.Κ.5 και τη διερμηνέα στο σημείο του δυστυχήματος, όπου ο Κατηγορούμενος προέβη σε υποδείξεις και έγιναν διάφορες μετρήσεις. Συγκεκριμένα καταμετρήθηκε η απόσταση από την οποία ήταν αντιληπτό το θύμα και η απόσταση στην οποία κατά τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου το θύμα κινήθηκε ελαφρώς δεξιά. Επιπλέον εντοπίστηκαν τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος που σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ερχόταν από την αντίθετη πλευρά. Τα εν λόγω ίχνη μετρήθηκαν και διαπιστώθηκαν ότι βρίσκονταν εξ ολοκλήρου στην αντίθετη κατεύθυνση. Περαιτέρω αναφέρθηκε στην ζώνη ασφάλειας του Κατηγορούμενου και δήλωσε ότι η ζώνη ασφαλείας αυτού, βρέθηκε να είναι πίσω από το στήριγμα κεφαλής. Ο Μ.Κ.3 αναφέρθηκε επίσης και στον μηχανικό έλεγχο των ενεχόμενων οχημάτων και κατέγραψε στις ζημίες τους. Σε σχέση δε με το όχημα του Κατηγορουμένου διαπίστωσε σωρεία προβλημάτων, τα οποία απαρίθμησε στην κατάθεσή του. Τόνισε ότι από τα ευρήματα στην σκηνή διεφάνη ότι οι δυο πισινοί τροχοί δεν ακινητοποιούνταν. Έτσι κατά τον τεχνικό έλεγχο έλεγξε το σύστημα πέδησης και εντόπισε ότι συγκεκριμένη βαλβίδα δεν λειτουργούσε. Κατέληξε δε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου παρουσίαζε πολλά μηχανικά προβλήματα. Διαπίστωσε ότι λόγω των ανομοιογενών ελαστικών και του γεγονότος ότι οι δυο πισινοί τροχοί δεν ακινητοποιούνταν, το όχημα χρειάστηκε μεγαλύτερη απόσταση να σταματήσει από το κανονικό. Τέλος κατέληξε ότι το όχημα του Κατηγορουμένου ήταν ακατάλληλο για οδική χρήση. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στην εκδοχή του Κατηγορούμενου και συμφώνησε ότι το σημείο σύγκρουσης ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου και συγκεκριμένα 40 εκατοστά εντός αυτής. Συμφώνησε ότι το ποδήλατο του θύματος ήρθε σε επαφή με το αριστερό μέρος του οχήματος του Κατηγορουμένου. Υποστήριξε, όμως, ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε σήμανση που να καθορίζει το παγκέττο ως ποδηλατόδρομο. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα ευρήματά του αναφορικά με τις μηχανικές βλάβες του οχήματος του Κατηγορούμενου. Εξήγησε ότι κατά τον έλεγχο του ΤΟΜ εξετάζεται το όχημα με ένα επιβάτη. Όμως, στην επίδικη περίπτωση, το πρόβλημα με την κλειστή βαλβίδα επέρχετο μόνο όταν υπήρχαν πέραν του ενός ατόμου στο όχημα. Επίσης, ως προς τα ελαστικά του οχήματος υποστήριξε ότι αυτά αντικαταστάθηκαν μετά την ημερομηνία ελέγχου του οχήματος. Επιπλέον, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις συνέπειες των προβλημάτων με τις αναρτήσεις και τους δύο πισινούς τροχούς. Σχετικά επεξήγησε με λεπτομέρεια τις συνέπειες του γεγονότος να κλειδώνουν οι δυο μπροστινοί τροχοί και οι δυο πισινοί να συνεχίζουν να γυρίζουν, υποδεικνύοντας ότι έτσι μειώνεται η ικανότητα του οχήματος να σταματήσει. Εξήγησε επίσης τον λόγο που τα ίχνη τροχοπέδηση δεν είχαν το ίδιο μήκος. Σχετικά υπέδειξε ότι, επειδή η δεξιά ανάρτηση δεν είχε την ίδια δύναμη με την αριστερή, το όχημα τροχοπεδούσε προς εκείνη την πλευρά. Τόνισε ότι δεν υπέπεσε στην αντίληψή του οποιαδήποτε μαρτυρία που να εισηγείται ότι ο ποδηλάτης εισήλθε απότομα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Αναφέρθηκε επίσης στις ενέργειές του για τη διερεύνηση του ισχυρισμού του Κατηγορουμένου. Δήλωσε σχετικά ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν στην σκηνή ήταν ίχνη από διπλολάστιχο. Επίσης, αναζήτησαν πληροφορίες με σχετικά με το φορτηγό που κατ΄ισχυρισμόν πέρασε τον χρόνο του ατυχήματος, όμως δεν εντόπισαν οποιαδήποτε πληροφορία. Σε σχέση με τα μηχανικά προβλήματα που εντόπισε δήλωσε ότι ο έλεγχος από το ΤΟΜ έγινε στις 11.1.2017 ενώ το ατύχημα έγινε στις 13.9.
  10. Ιδίως το πρόβλημα σε σχέση με τα ανομοιογενή ελαστικά προέκυψε μετά τον έλεγχο του ΤΟΜ. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η XXXXX Προκοπίου, ως Μ.Κ.
  11. Κατά την κυρίως εξέτασή της η Μ.Κ.4 υιοθέτησε την κατάθεσή της, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Δ. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Επόμενη μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η Αστυφύλακας 3406 Μαρία Χαραλάμπους ως Μ.Κ.
  12. Η μάρτυρας υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή της, το περιεχόμενο της κατάθεσής της, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε. Η Μ.Κ.5 στην κατάθεσή της αναφέρθηκε στις ανακριτικές της ενέργειες όταν έφθασε στην σκηνή και στην ετοιμασία του προχείρου σχεδίου της σκηνής. Επίσης αναφέρθηκε στις καιρικές συνθήκες, στην κατάσταση του δρόμου, καθώς και στην άμεση μαρτυρία που εντοπίστηκε στην σκηνή. Αναφέρθηκε επίσης στις ζημίες των ενεχόμενων οχημάτων. Επιπλέον αναφέρθηκε στις ανακριτικές της ενέργειες στις 14.9.2017, οπόταν και ο Κατηγορούμενος προέβη σε υποδείξεις σκηνών. Η Μ.Κ.5 ήταν το πρόσωπο το οποίο ετοίμασε και το σχέδιο επί κλίμακος. Επιπλέον κατά την κυρίως εξέτασή της αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 και υπέδειξε την υπογραφή του Κατηγορουμένου επ' αυτού. Σημείωσε ότι η θέση της αστυνομίας ως προς το σημείο χ συμφωνεί με την σχετική υπόδειξη του Κατηγορούμενου. Ακούθως συσχέτισε τις αναφορές της στην κατάθεσή της με τις φωτογραφίες Τεκμήριο 1Α. Κατά την αντεξέταση της δήλωσε ότι μέσα από τα ίχνη τροχοπέδησης και τις υποδείξεις του Κατηγορουμένου, φαίνεται ότι αυτός πάτησε φρένα λίγο πριν κτυπήσει τον ποδηλάτη. Υποστήριξε ότι το σημείο Χ ήταν πάνω στη άσπρη γραμμή και όχι μέσα στη λωρίδα του Κατηγορουμένου. Ταυτόχρονα υποστήριξε ότι το σημείο Χ ήταν 1.10 από το χωμάτινο παγκέττο. Υποστήριξε ότι δεν υπήρχε σήμανση ότι το ασφάλτινο παγκέττο ήταν ποδηλατόδρομος. Εξ όσων γνώριζε οι ποδηλάτες είχαν πρόθεση σε κάποιο στάδιο να αλλάξουν κατεύθυνση και να επιστρέψουν πίσω. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το θύμα βρέθηκε στην πορεία του Κατηγορουμένου απότομα. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι το θύμα κινήθηκε διαγώνια και παρέπεμψε στη ζημία του ποδηλάτου η οποία ήταν κάθετη. Αναφέρθηκε επίσης στις ενέργειες της για τον εντοπισμό του φορτηγού που κατ' ισχυρισμόν περνούσε από το σημείο. Σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμόν ίχνη που άφησε το εν λόγω όχημα, ανέφερε ότι αυτά εντοπίστηκαν μεν αλλά δεν ήταν φρέσκα. Εξήγησε παράλληλα ότι τα εν λόγω ίχνη δεν είχαν υπολείμματα ώστε να θεωρούνταν φρέσκα. Επόμενος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο XXXXX Λιασίδης ως Μ.Κ.
  13. Ο Μ.Κ.6 κατά την κυρίως εξέτασή του, υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 19.9.2017 ως Έγγραφο Στ στη διαδικασία. Επίσης, κατάθεσε και υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του ημερομηνίας 26.11.2017, ως Έγγραφο Ζ. Ο Μ.Κ.6 στο Έγγραφο Στ αναφέρθηκε στη σειρά που ποδηλατούσαν στον δρόμο, καθώς και στο σημείο που ο ίδιος άλλαξε λωρίδα. Ανέφερε, επίσης, ότι οι ποδηλάτες κινούνταν εντός του ασφάλτινου παγκέτου. Σε κάποιο στάδιο αντιλήφθηκε ένα σαλούν όχημα χρώματος μπλε να πλησιάζει τους άλλους ποδηλάτες. Δήλωσε ότι το θύμα ποδηλατούσε εντός του ασφάλτινου παγκέτου σε ευθεία πορεία. Στη συμπληρωματική του κατάθεση, ήτοι το Έγγραφο Ζ, διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να προσδιορίσει το ακριβές σημείο που το θύμα κτυπήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Επιπλέον, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1Β το όχημα που κτύπησε το θύμα. Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στον τρόπο λήψης των καταθέσεών του και εξήγησε ότι οι αστυνομικοί τον βοηθούσαν μόνο στον τρόπο έκφρασης των όσων ήθελε να αναφέρει και αρνήθηκε ότι καθοδηγείτο από τους αστυνομικούς για το τι θα καταγράψει στις καταθέσεις του. Επέμεινε ότι οι υπόλοιποι ποδηλάτες οδηγούσαν όλοι στο αριστερό ασφάλτινο παγκέτο του δρόμου. Κατά τον ίδιο, εάν το θύμα βρισκόταν μέσα στη μέση του δρόμου και το κτυπούσε εκεί το όχημα του Κατηγορουμένου, το ποδήλατο του θύματος δεν θα παρουσίαζε τις ζημιές που παρουσίασε. Δήλωσε ότι γνωρίζει τα πιο πάνω επειδή ασχολείται πολλά χρόνια με τα ποδήλατα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το θύμα βρισκόταν 40 εκατοστά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Επέμεινε μάλιστα ότι ο ίδιος είχε πλήρη ορατότητα και ήταν βέβαιος ότι το θύμα κινείτο πάνω στο ασφάλτινο παγκέτο. Επιπρόσθετα, πριν η Κατηγορούσα Αρχή ολοκληρώσει την υπόθεσή της, κατατέθηκε σειρά τεκμηρίων με τη δήλωση των συνηγόρων ότι κατατίθενται ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Συγκεκριμένα, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 16 η μεταθανάτιος ιατροδικαστική έκθεση, ως Τεκμήριο 17 η κατάθεση του Αστυφύλακα XXXXX, ως Τεκμήριο 18 η κατάθεση του Αστυφύλακα XXXXX, ως Τεκμήριο 19 η κατάθεση του Αστυφύλακα 1596 και ως Τεκμήριο 20 η κατάθεση του Αστυφύλακα XXXXX. Ο Κατηγορούμενος, αφού κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Η ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου σημειώθηκε ως Έγγραφο Η. Επιπρόσθετα, η Υπεράσπιση κάλεσε έναν μάρτυρα. Μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Hutanu, ως Μ.Υ.
  14. Ο Μ.Υ.1 ήταν συνεπιβάτης στο όχημα του Κατηγορουμένου και καθόταν στο πίσω δεξιό κάθισμα. Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στην κίνηση του δρόμου και δήλωσε ότι σε κάποιο στάδιο ερχόταν από απέναντί τους κάποιο αυτοκίνητο. Σύμφωνα με τον Μ.Υ.1 οι ποδηλάτες βρίσκονταν στη μέση του δρόμου. Ακολούθως, σε κάποιο στάδιο, ο ίδιος αντιλήφθηκε το κτύπημα. Στο τέλος της κυρίως εξέτασής του, ο μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 13.9.2017, η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Θ μαζί με τη σχετική μετάφραση. Στο Έγγραφο Θ ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι ποδηλάτες κινούνταν μέσα από την άσπρη γραμμή που υπήρχε στον δρόμο προς το χωμάτινο παγκέτο. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε τους ποδηλάτες περί τα 100 μέτρα πριν το σημείο του δυστυχήματος. Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί ενώ στο Έγγραφο Θ λέει ότι οι ποδηλάτες κινούνταν μέσα από την άσπρη γραμμή, στη μαρτυρία του ανέφερε ότι κινούνταν στη μέση του δρόμου, απάντησε ότι ήταν λάθος της μεταφράστριας. Ταυτόχρονα, όμως, δέχθηκε και ο ίδιος ότι πριν την υιοθετήσει τη διάβασε. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, προώθησαν ο καθένας τη θέση του. Ο κ. Χειμώνας εισηγήθηκε ότι το κατηγορητήριο αναφορικά με την πρώτη και δεύτερη κατηγορία πάσχει από πολλαπλότητα. Επίσης, εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος πρέπει να κριθεί αθώος, καθότι το θύμα βγήκε απότομα στην λωρίδα του και επειδή η οδήγηση του Κατηγορουμένου επηρεάστηκε από άλλο εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Τέλος, εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε τη μαρτυρία προσώπου που μπορούσε να οδηγήσει σε αθώωση. Στον αντίποδα, η κα Θεόδοτου εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στο αναγκαίο επίπεδο. Αξιολόγηση μαρτυρίας. Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή, η οποία ισχύει τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό δίκαιο, ότι η αξιολόγηση λαμβάνει χώρα επί σημείων που αφορούν τα επίδικα θέματα. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή, Ποινική Έφεση αρ.287/2015, ημερομηνίας 11.5.
  15. Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη το πιο πάνω πλαίσιο έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Επιπλέον, σχετική είναι η απόφαση Βούτουνος Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, όπου υποδείχθηκε ότι είναι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα που τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης και όχι μόνο η εξωτερική εντύπωση που αυτός άφησε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω δε κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή, ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Παράλληλα τονίζεται ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετική, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η απόφαση Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527. Σχετική, επίσης, είναι η πρόσφατη απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551 Διευκρινίζω, όμως, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως, πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Ιδίως σε τροχαία ατυχήματα το σχέδιο του ατυχήματος ενέχει σημαντική αξία και χρησιμότητα για την ιχνηλάτηση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ (Β) 1243. Σε σχέση με τους μάρτυρες πραγματογνώμονες σημειώνω ότι το πρωταρχικό τους καθήκον είναι να παρουσιάσουν τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1 ΑΑΔ 958 και Μαλαός Ανδρέας κ.ά ν. Χριστιάνας Χρίστου κ.ά,
(2005)1 Α.Α.Δ.
  1. Ταυτόχρονα, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ
  2. Το δε ζήτημα του ποιος αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.1 Ο Μ.Κ.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, πειστικότητα, σταθερότητα. Περαιτέρω, η μαρτυρία του συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και σε σημαντικά σημεία της δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα η θέση του ως προς το σημείο σύγκρουσης δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, ουδόλως αμφισβητήθηκε η θέση του ως προς το συνολικό πλάτος του δρόμου και συνακόλουθα το πλάτος έκαστης λωρίδας κυκλοφορίας. Επιπλέον, η θέση του ότι το κτύπημα επί του ποδηλάτου δεν ήταν διαγώνιο, συνάδει με τις ζημίες του ποδηλάτου, οι οποίες ήταν κάθετες επ' αυτού και όχι διαγώνιες. Ταυτόχρονα, η θέση του ότι η οδήγηση του Κατηγορουμένου δεν επηρεάστηκε από άλλο διερχόμενο όχημα, συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Επίσης, η πιο πάνω θέση συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα με το γεγονός ότι τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν ήταν εξ ολοκλήρου στην απέναντι λωρίδα, σε σημείο που δεν μπορούσε να επηρεάσει την οδήγηση του Κατηγορουμένου. Η πιο πάνω θέση ουδόλως αμφισβητήθηκε. Τέλος, η αναφορά του ως προς τη μέτρηση της απόστασης που ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το θύμα δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως, κρίνω ότι είναι ασφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.2 Ο Μ.Κ.2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Το μεγαλύτερο της μέρος της μαρτυρίας του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, σταθερότητα και συνοχή. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, απαντούσε με αμεσότητα και καθαρότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Επιπλέον μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία του ως προς την πορεία που ακολουθούσα οι ποδηλάτες και ως προς την σειρά με την οποία ποδηλατούσαν. Όμως, η μαρτυρία του σε σχέση με το σημείο που οδηγούσε το ποδήλατό του το θύμα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα η θέση του ότι ο θύμα κινείτο εντός του ασφάλτινου παγκέττου, αντικρούεται από την πραγματική μαρτυρία, η οποία κατέδειξε πως το σημείο επαφής ήταν 40 εκατοστά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο ο Κατηγορούμενος. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.3 Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε σε σχέση με τον μηχανικό έλεγχο των δύο οχημάτων, υπό την ιδιότητά του ως εμπειρογνώμονας. Από τα προσόντα του μάρτυρος και τη μη αμφισβήτηση αυτών, κρίνω ότι αποτελεί μάρτυρα εμπειρογνώμονα. Ο μάρτυρας εξήγησε με τη δέουσα σαφήνεια τα ευρήματά του σε σχέση με τις ζημίες των επίδικων οχημάτων και τον μηχανικό έλεγχο στον οποίο προέβη, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα. Επίσης, οι πιο πάνω θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο και ούτε αντικρούστηκαν από αντίθετη μαρτυρία. Το μόνο που αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ήταν ο χρόνος που ξεκίνησαν να παρουσιάζονται οι εν λόγω βλάβες και όχι αυτή καθαυτή η ύπαρξή τους. Επιπλέον, η θέση του ως προς το σημείο που βρέθηκε η ζώνη ασφαλείας του Κατηγορουμένου ουδόλως αμφισβητήθηκε. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Κ.3 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.4 Η Μ.Κ.4 δεν έχει αντεξετασθεί και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.5 Η Μ.Κ.5 προκάλεσε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, σταθερότητα και συνοχή. Επίσης, η μαρτυρία της δεν έχει κλονιστεί κατά την αντεξετάση. Ιδιαίτερα, οι θέσεις της ως προς την κατάσταση του δρόμου, την ορατότητα και την σήμανση δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επιπλέον η θέση της ως προς το πλάτος του οχήματος του Κατηγορουμένου δεν έχει αμφισβητηθεί. Περαιτέρω, η θέση της ότι το ασφάλτινο παγκέττο δεν είχε σηματοδοτηθεί ως ποδηλατόδρομος δεν έχει αντικρουστεί. Επίσης, βασικές της θέσεις επιβεβαιώνονται και συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία. Επί παραδείγματι, η θέση της ότι ο Κατηγορούμενος φρέναρε λίγα μέτρα πριν κτυπήσει τον ποδηλάτη, επιβεβαιώνεται από τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν στην σκηνή. Επίσης, η θέση της ως προς το σημείο σύγκρουσης όπως προσδιορίστηκε κατά την αντεξέτασή της συνάδει με την ενώπιον μου πραγματική μαρτυρία. Τέλος, η θέση της ότι ο Κατηγορούμενος πριν αρχίσει την τροχοπέδηση βρισκόταν κατά 56 εκατοστά εντός του αριστερού παγκέτου, προκύπτει από τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν και το πλάτος του οχήματος του Κατηγορουμένου, στοιχεία που δεν αμφισβητήθηκαν. Επομένως κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Κ.
  2. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ.6 Ο Μ.Κ.6 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Το μεγαλύτερο της μέρος της μαρτυρίας του χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, σταθερότητα και συνοχή. Παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, απαντούσε με αμεσότητα και καθαρότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Επιπλέον, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα δεν έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία του ως προς την πορεία που ακολουθούσαν οι ποδηλάτες και ως προς την σειρά με την οποία ποδηλατούσαν και το γεγονός ότι o ίδιος διασταύρωσε τον δρόμο. Όμως, η μαρτυρία του σε σχέση με το σημείο που οδηγούσε το ποδήλατό του το θύμα δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα η θέση του ότι ο θύμα κινείτο εντός του ασφάλτινου παγκέττου αντικρούεται από την πραγματική μαρτυρία, η οποία κατέδειξε πως το σημείο επαφής ήταν 40 εκατοστά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο ο Κατηγορούμενος. Επομένως κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του Μ.Κ.6 για την εξαγωγή ευρημάτων. Αξιολόγηση κατάθεσης του XXXXX Hutanu O XXXXX Hutanu, ήταν ο συνοδηγός του οχήματος του Κατηγορούμενου. Η κατάθεσή του κατατέθηκε αρχικά κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Ακολούθως κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  3. Ο μάρτυρας δεν προσήλθε να μαρτυρήσει και η μαρτυρία του παρέμεινε ως εξ ακοής δήλωση. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου ζήτησε και πήρε άδεια να κλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο προς αντεξέταση. Επίσης, εκδόθηκε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου προς λήψη της μαρτυρίας του εν λόγω προσώπου μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης. Το Τεκμήριο 14, αφ' ης στιγμής κατατέθηκε μέσω της μαρτυρίας άλλου μάρτυρα συνιστά εξ ακοής δήλωση. Είναι δε καλά θεμελιωμένο ότι οι εξ ακοής δηλώσεις είναι αποδεκτές ως μαρτυρία, σύμφωνα με το άρθρο 24 του περί αποδείξεως Νόμου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ανδρέου Φιλόκυπρος και Άλλοι ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ
  1. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να αξιολογηθεί η βαρύτητα που μπορεί να προσδοθεί στην εν λόγω κατάθεση Η εξ ακοής μαρτυρία υπόκειται σε αξιολόγηση στη βάση του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Κοκκινής ν. Κοκκινή ECLI:CY:AD:2017:A179, Πολ. Έφεση 247/11, ημερομηνίας 17.5.
  2. Στο δε άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου τίθενται τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ ακοής δήλωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 27, μεταξύ άλλων, κατά την αξιολόγηση της εξ ακοής δήλωσης λαμβάνονται υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος που προσάγει την εξ ακοής μαρτυρία μπορούσε να κλητεύσει το πρόσωπο το οποίο προέβη στην αρχική δήλωση και το κατά πόσο ο ίδιος διάδικος μπορούσε να προσφέρει και την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι γεγονός ότι το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Όμως το πιο πάνω γεγονός δεν μπορεί να λαμβάνεται απομονωμένα και κατά τρόπο ισοπεδωτικό υπόψη. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν. Δράκου, Ποιν. Έφεση αρ. 129/2015, ημερ. 5.4.
  3. Ταυτόχρονα, στην υπό κρίση υπόθεση δόθηκε δικαίωμα στην Υπεράσπιση να κλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου. Επιπλέον, προς επίτευξη του πιο πάνω σκοπού, εκδόθηκε διάταγμα για λήψη της μαρτυρίας του με εικονοτηλεδιάσκεψη. Παρά ταύτα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, απέσυρε το σχετικό αίτημα. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω πως το γεγονός ότι το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση δεν παρουσιάστηκε στη δίκη δεν μπορεί να αποτρέψει την απόδοση βαρύτητας στην επίδικη εξ ακοής μαρτυρία. Περαιτέρω, οι αναφορές στο Τεκμήριο 14 άπτονται ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης, όπως την απόσταση που ήταν αντιληπτοί οι ποδηλάτες, το σημείο που αυτοί κινούνταν στον δρόμο και τον εάν επηρεάστηκε η οδήγηση του Κατηγορουμένου από το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 14, γίνεται αναφορά ότι οι ποδηλάτες ήταν αντιληπτοί από απόσταση 500 μέτρων, ότι αυτοί ποδηλατούσαν περίπου μισό μέτρο εντός της λωρίδας του οχήματος του Κατηγορουμένου και ότι δεν επηρεάστηκε η οδήγηση του Κατηγορουμένου από το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Οι πιο πάνω αναφορές συνάδουν με την ενώπιόν μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία και την πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα η απόσταση από την οποία ήταν ορατοί οι ποδηλάτες συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί. Περαιτέρω, η θέση ως προς το σημείο που ποδηλατούσαν συνάδει με το σημείο επαφής, ως έχει καθοριστεί και με τη σύμφωνη γνώμη του Κατηγορουμένου, ήτοι 40 εκατοστά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας. Τέλος, το γεγονός ότι δεν επηρεάστηκε η πορεία του οχήματος του Κατηγορουμένου από το εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα, επιβεβαιώνεται από τα ίχνη τροχοπέδησης που βρέθηκαν στην σκηνή τα οποία δεν ήταν ούτε φρέσκα ούτε εισέρχονταν στην λωρίδα του Κατηγορουμένου. Μάλιστα το γεγονός ότι δόθηκε η ευκαιρία στην Υπεράσπιση να αντεξετάσει τον εν λόγω μάρτυρα, επιτρέπει στο Δικαστήριο να θεωρεί ότι δεν έχει θιγεί ο πυρήνας του δικαιώματος της δίκαιης δίκης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Χρίστου ν. Δημοκρατία Ποινική Έφεση 46/2017, ημερομηνίας 19.7.
  4. Επομένως, κρίνω ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην κατάθεση Τεκμήριο 14 και να εξάξω σχετικά ευρήματα ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Αξιολόγηση καταθέσεων Τεκμήρια 16 έως 20 Οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν με τη ρητή δήλωση των συνηγόρων ότι γίνονται αποδεκτές για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Έτσι, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ σε αυτές για την εξαγωγή ευρημάτων επί των επιδίκων θεμάτων. Σημειώνεται ότι στο Τεκμήριο καταγράφονται τα ευρήματα των εξετάσεων για την εξεύρεση συντελεστή τριβής με τη χρήση της μηχανής SKIDMAN. Σύμφωνα με την πιο πάνω εξέταση το όχημα του κατηγορουμένου κινείτο πριν το ατύχημα με ταχύτητα 62.3 χ.α.ω. Βαρύτητα ανώμοτης δήλωσης Κατηγορουμένου. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Σε σχέση με την προσέγγιση κάποιας ανώμοτης δήλωσης διαφωτιστική είναι η απόφαση στην απόφαση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91, όπου επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη, αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Περαιτέρω, είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική, εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος στη δήλωσή του αναφέρθηκε στην ύπαρξη εξ αντιθέτου διερχόμενου οχήματος το οποίο επηρέασε την πορεία του και στη διάταξη των ποδηλατών δηλώνοντας ότι ήταν διασκορπισμένοι στον δρόμο. Όμως η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμεύσει, ώστε να αποδειχθούν γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα. Επομένως, δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου. Αξιολόγηση γραπτής κατάθεσης Κατηγορουμένου Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο Κατηγορούμενος όταν κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση. Παρά ταύτα είναι κατατεθειμένες στο Δικαστήριο οι γραπτές καταθέσεις του ιδίου, ως Τεκμήρια. Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από τη σιωπή του Κατηγορουμένου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R.
  1. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 5, προβαίνει σε αναφορές που άπτονται των πρωτογενών γεγονότων της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 5 αναφέρει ότι κινείτο κανονικά ως η πορεία του και ότι κάποιο εξ αντίθετου διερχόμενο όχημα εισήλθε εντός αυτής. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί άπτονται των πρωτογενών γεγονότων της υπόθεσης και δεν συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία. Επομένως για να προσέδιδε σε αυτούς βαρύτητα το Δικαστήριο έπρεπε αυτοί να τεθούν στη βάσανο της αντεξέτασης. Επομένως το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει βαρύτητα στους πιο πάνω ισχυρισμούς. Αντίθετα στην κατάθεσή του Τεκμήριο 7 δηλώνει ότι συμφωνεί με την απόσταση που αντιλήφθηκε του ποδηλάτες ως αυτή καταμετρήθηκε από την αστυνομία και καθορίσθηκε στα 500 μέτρα. Η πιο πάνω αναφορά συναρτάται με στοιχείο που άπτεται της συνειδητοποίησης από πλευράς του Κατηγορουμένου του κινδύνου στον δρόμο. Επίσης, συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Επίσης στο Τεκμήριο 12 όταν προσήφθηκαν οι κατηγορίες στον Κατηγορούμενο σε σχέση με την Τρίτη κατηγορία απάντησε ότι δεν φορούσε τη ζώνη του με τον σωστό τρόπο. Επομένως κρίνω ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στους δυο πιο πάνω ισχυρισμούς. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Ο Μ.Υ.1 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του επί βασικών θεμάτων χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και προσπάθειες υπεκφυγής. Συγκεκριμένα, ενώ στην κατάθεσή του έγγραφο Θ ανέφερε ότι οι ποδηλάτες κινούνταν εντός του ασφάλτινου παγκέττου, στη διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι κινούνταν μέσα στον δρόμο. Επιπλέον, επιχείρησε να αποδώσει την πιο πάνω αντίφαση σε λάθος της μεταφράστριας. Εντούτοις, ο ίδιος πριν υιοθετήσει το έγγραφο Θ το διάβασε και δεν υπέδειξε οποιοδήποτε λάθος. Θα ανέμενε κανείς πως εάν όντως υπήρχε λάθος της μεταφράστριας, ο Μ.Υ.1 να το εντόπιζε πριν υιοθετήσει το περιεχόμενο του εγγράφου Θ. Έτσι, η πιο πάνω αντίφαση σε συνδυασμό με την προσπάθεια του μάρτυρα να επιρρίψει όψιμα την ευθύνη στη μεταφράστρια, δεικνύει την πρόθεσή του να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η πιο πάνω προσπάθειά του καθιστά συνολικά την εκδοχή του αναξιόπιστη. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του Μ.Υ.1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Ο Κατηγορούμενος στις 13.09.2017 οδηγούσε το όχημά του στον δρόμο Επισκοπείου - Αρεδιού. Το όριο ταχύτητας στον εν λόγω δρόμο είναι 80 χ.α.ω και ο Κατηγορούμενος πριν το ατύχημα κινείτο με ταχύτητα 62.
  2. χ.α.ω. Ο πιο πάνω δρόμος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Το συνολικό πλάτος του δρόμου είναι 4.30 μέτρα και ως εκ τούτου η κάθε λωρίδα έχει πλάτος 2.15 μέτρα. Το πλάτος του αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου είναι 1.66 μέτρα. Στην κατεύθυνση που κινείτο ο Κατηγορούμενος, κινούνταν τέσσερις ποδηλάτες οι οποίοι προπορεύονταν του Κατηγορουμένου. Σε κάποιο στάδιο οι δύο εξ αυτών άλλαξαν λωρίδα. Οι ποδηλάτες ήταν ορατοί από απόσταση 500 μέτρων. Ο Κατηγορούμενος πριν το ατύχημα κινείτο στην άκρια του δρόμου και μέρος του οχήματός του ήταν εντός του ασφάλτινου παγκέτου. Ο Κατηγορούμενος δεν φρέναρε παρά μόνο όταν έφθασε σε κοντινή απόσταση προς το ποδήλατο του θύματος και το όχημα του άφησε ίχνη τροχοπέδησης μόλις 5 μέτρα πριν την σύγκρουση. Το θύμα ποδηλατούσε περί το μισό μέτρο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορουμένου. Η σύγκρουση επήλθε 40 εκατοστά εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου. Το ποδήλατο κτυπήθηκε κάθετα στον πισινό του τροχό. Το ποδήλατο του θύματος ήρθε σε επαφή με τον μπροστινό προφυλακτήρα του οχήματος του Κατηγορουμένου, 40 εκατοστά από το μπροστινό αριστερό άκρο προς την πινακίδα εγγραφής κάτω από το αριστερό φανάρι πορείας. Το θύμα από την σύγκρουση εκτινάχθηκε και έπεσε στο καπό του οχήματος του Κατηγορουμένου και ακολούθως το κεφάλι του κτύπησε στον μπροστινό ανεμοθώρακα του οχήματος του Κατηγορουμένου. Από το κτύπημα ο XXXXX Παχύς υπέστη κρανιογκεφαλική κάκωση εκ της οποίας προκλήθηκε ο θάνατός του. Η οδήγηση του Κατηγορούμενου δεν επηρεάστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από οποιοδήποτε άλλο εξ αντιθέτου διερχόμενο όχημα. Το όχημα του Κατηγορούμενου παρουσίαζε σειρά από μηχανικά προβλήματα. Μεταξύ άλλων το επίδικο όχημα είχε σπασμένη τη δεξιά κόντρα σούστα, η βάση της μηχανής πίσω δεξιά ήταν σπασμένη. Επιπλέον η βαλβίδα ρύθμισης της πίεσης του λαδιού στα πισίνα φρένα δεν λειτουργούσε. Περαιτέρω, το όχημα έφερε ανομοιογενή ελαστικά. Ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που προέβη στην αλλαγή ελαστικών μετά που το επίδικο όχημα πέρασε τον έλεγχο του Τ.Ο.Μ. Τα πιο πάνω επηρέασαν την απόσταση ακινητοποίησης του επίδικου οχήματος. Ο Κατηγορούμενος είχε τη ζώνη ασφαλείας του περασμένη πίσω από το στήριγμα της κεφαλής του οχήματός του. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι η αμφιβολία μπορεί να δημιουργηθεί είτε από τη μαρτυρία που υπάρχει είτε από την απουσία μαρτυρίας. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι αποτελεί αξίωμα στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι η απόδειξη κάθε στοιχείου που συγκροτεί την κατηγορία βαρύνει την κατηγορούσα αρχή και υποθέσεις αναφορικά με γεγονότα όσο εύλογες και να είναι δεν είναι επιτρεπτές. Κενά, αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Σχετική είναι η απόφαση Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. Επιπλέον, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία. Τέλος, όπως εύστοχα έχει υποδειχθεί από τη Νομολογία, η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης. Η πιο πάνω αρχή χαρακτηρίστηκε ως η πεμπτουσία της ποινικής δίκης στις πρόσφατες αποφάσεις ΧΧ ΧΧ ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 294/2018, ημερομηνίας 19.11.19 και Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, ημερομηνίας 19.11.
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω και υπό το φως της μαρτυρίας που έχω δεχθεί ως αξιόπιστη, θα εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας Το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού κώδικα, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Από το λεκτικό του Νόμου προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξη ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια. Όπως έχει επεξηγηθεί στη νομολογία, στα άρθρα 210 και 211 του Π.Κ. εκείνο που προστατεύεται είναι το έννομο αγαθό της ζωής και τιμωρείται η θανατηφόρα σωματική βλάβη, η οποία κατηγοριοποιείται ως έγκλημα εκ του αποτελέσματος. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Voıcu ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 78/2016, ημερομηνίας 10.9.
  2. Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ έχει καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης, με πιο πρόσφατη την απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 194/2019, ημερομηνίας 9.7.
  3. Στην εν λόγω υπόθεση με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη», πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος. Επομένως δεν μπορεί να προκύψει ζήτημα πολλαπλότητας του Κατηγορητήριου, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης, αφού η αναφορά στο Κατηγορητήριο σε αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη συμπεριφορά αναφέρεται απλώς στους διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου ατυχήματος. Ενδεικτικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο ( ανωτέρω). Στην απόφαση Savencu v. Αστυνομίας (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετική νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων : «Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη
(2013)2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police
(1985)2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 961).» Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι υπό τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπίτης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελ.220. Παράλληλα, ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Επίσης, σε σχέση με το συστατικό της μη υπαίτιας αμέλειας, η νομολογία έχει υποδείξει ότι η αμέλεια που απαιτείται για την απόδειξη ευθύνης με βάση το Άρθρο 210 του Κεφ. 154, είναι μικρότερου βαθμού από την υπαίτιο αμέλεια (culpable negligence) που απαιτείται για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, αλλά μεγαλύτερου βαθμού από τον βαθμό που απαιτείται για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 69 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 189/2016 και 190/2016, ημερομηνίας 20.12.2016. Το απαύγασμα των πιο πάνω αυθεντιών κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Το τι αποτελεί σφάλμα είναι ζήτημα πραγματικό, αλλά προϋποθέτει ότι ο οδηγός επιδεικνύει οδική συμπεριφορά, η οποία είναι κατώτερη από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Επίσης, ως προς το στοιχείο της αλόγιστης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται να διενεργηθεί με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Επιπρόσθετα, για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα, ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο. Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει κατηγορία στη βάση του άρθρου 210 του Π.Κ, καλείται στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης να καθορίσει ποιες πράξεις ή παραλείψεις του κατηγορουμένου συνιστούσαν αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και το εάν τα αποδιδόμενα σφάλματα στοιχειοθετούν, εξ απόψεως βαθμού, το αδίκημα του άρθρου 210 του ΠΚ. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019 και Συλλούρη ν. Αστυνομίας ( ανωτέρω). Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί το κατά πόσο μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης μπορεί να εξαχθεί πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου, που να στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται η βασική αρχή πως τα θέματα που σχετίζονται με την οδική συμπεριφορά, με προβλήματα της οδήγησης, με τις δυνατότητες και τις ενδεχόμενες αντιδράσεις οδηγών, αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής. Δεν χρειάζεται, σε σχέση με τέτοια θέματα, οποιαδήποτε εμπειρογνωμοσύνη εκτός βέβαια όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ
  1. Επιπλέον, στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω) επαναλήφθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική και να μην προσεγγίζει την υπόθεση με τρόπο που να δίνει την εντύπωση ότι προβαίνει σε αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου για να καταλήξει στην ευθύνη ή όχι του Κατηγορουμένου. Περαιτέρω, στην πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι η παράλειψη του εκεί εφεσείοντα να εντοπίσει τους πεζούς στο δρόμο και να λάβει μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η επαφή του θύματος με το αυτοκίνητό του, αποτελούσε μίαν επικίνδυνη κατάσταση, έστω και εάν συνέβαλε και το θύμα σε αυτή την κατάσταση. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημά του στον Δρόμο Επισκοπείου - Αρεδίου. Ο Κατηγορούμενος είχε ορατότητα 500 μέτρων προς τους ποδηλάτες που κινούνταν στην ίδια κατεύθυνση με τον ίδιο. Μάλιστα στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί τους ποδηλάτες από απόσταση 500 μέτρων, οι οποίοι κινούνταν περίπου 40 εκατοστά εντός της λωρίδα κυκλοφορίας του. Το σύνολο της διαθέσιμης λωρίδας ήταν 2.15 και το πλάτος του οχήματος του Κατηγορουμένου 1.
  2. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος πριν το επίδικο ατύχημα, κινείτο κατά 56 εκατοστά εντός του ασφάλτινου παγκέτου. Περαιτέρω, η οδήγηση του Κατηγορούμενου δεν επηρεάστηκε από οποιοδήποτε άλλο διερχόμενο όχημα. Επίσης, από τα ενώπιόν μου γεγονότα δεν προκύπτει ότι το θύμα μπήκε απότομα στην πορεία του Κατηγορουμένου. Αντίθετα προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κινείτο ήδη στην αριστερή άκρη του δρόμου και μάλιστα μέρος του οχήματός του ήταν μέσα στο ασφάλτινο παγκέττο εκτός της λωρίδας. Επομένως, μέσα από την ένωπιόν μου μαρτυρία δεν στοιχειοθετείται η εκδοχή της Υπεράσπισης. Αποτελεί δε καλά θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει και να αξιολογεί διαζευκτικές εκδοχές ή πιθανότητες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να προβληθούν στην απουσία μαρτυρικού υλικού. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Guruli v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 263/17, ημερομηνίας 22.5.
  3. Το ίδιο ισχύει και για την θέση της Υπεράσπισης αναφορικά με το ότι υφίστατο μαρτυρία κάποιου άλλου προσώπου που υποστήριζε την εκδοχή του Κατηγορουμένου και παραλήφθηκε. Η πιο πάνω θέση δεν μπορεί να υποστηριχθεί, αφού ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε σχετικά. Υπό το φως των πιο πάνω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ύπαρξη των πιο πάνω δεδομένων στον δρόμο, έπρεπε να θέσει τον Κατηγορούμενο σε εγρήγορση, ώστε να λάβει προληπτικά μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση. Παρά ταύτα ο Κατηγορούμενος απέτυχε να λάβει εγκαίρως μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπου υφίστατο η αντικειμενική δυνατότητα έγκαιρης συνειδητοποίησης του κινδύνου, η παραγνώρισή του συνιστούσε μια επικίνδυνη κατάσταση. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αγνοώντας τον εμφανή κίνδυνο στον δρόμο, δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση στον δρόμο και αποφάσισε να διακινδυνεύσει παραλείποντας να λάβει έγκαιρα οποιοδήποτε μέτρο προς αποφυγή της. Η πιο πάνω επικίνδυνη κατάσταση προήλθε από σφάλμα του Κατηγορουμένου, ο οποίος απέτυχε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο ενώ η ύπαρξη του κινδύνου ήταν ευλογώς εμφανής. Το πιο πάνω σφάλμα είναι αποτέλεσμα οδήγησης καταφανώς κατώτερης από την οδήγηση του μέσου συνετού οδηγού. Αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό πως όταν εντοπίζει σημάδια που υποδηλώνουν κίνδυνο να λαμβάνει προληπτικά μέτρα. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Κατηγορούμενος μπορούσε είτε να φρενάρει νωρίτερα είτε να κινηθεί δεξιότερα από τους ποδηλάτες, αφού το πλάτος της λωρίδας επέτρεπε κάτι τέτοιο. Συνεπώς, η πιο πάνω παράλειψη του Κατηγορουμένου εμπίπτει στην έννοια της επικίνδυνης οδήγησης. Περαιτέρω, η αδιαφορία του Κατηγορουμένου προς τους κινδύνους που ήταν εύλογα προβλεπτοί συνιστά αλόγιστη οδήγηση. Συγκεκριμένα η κοινή λογική επέβαλλε στον Κατηγορούμενο να λάβει προληπτικά μέτρα, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση. Η παράλειψη του Κατηγορουμένου, υπό τις περιστάσεις της παρούσας να λάβει προληπτικά μέτρα συνιστά αλόγιστη οδήγηση. Επιπρόσθετα, η επιλογή του Κατηγορουμένου να συνεχίσει να οδηγεί χωρίς να λαμβάνει προληπτικά μέτρα, υπό το φως των δεδομένων που ήταν ευλόγως εμφανή στον δρόμο, περιείχε καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς. Η παράλειψή του να λάβει υπόψη του μια τέτοια πιθανότητα, αγνοώντας την αποφασίζοντας να διακινδυνεύσει, συνιστά απερίσκεπτη οδήγηση. Είναι δε προφανές πως εάν ο Κατηγορούμενος δεν επεδείκνυε την πιο πάνω συμπεριφορά, δεν θα προκαλείτο το επίδικο δυστύχημα. Το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας Ως προς το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας σημειώνω ότι ο Κατηγορούμενος κατηγορείται στη βάση του άρθρου 50
(12)των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Η κατάστασις παντός μηχανοκινήτου οχήματος ως και απάντων των εξαρτημάτων αυτού δέον όπως είναι τοιαύτη ώστε να μη προκαλή ή να ενδέχεται να προκαλέση κίνδυνον εις οιονδήποτε εν τω οχήματι ή επ' αυτού ευρισκόμενον πρόσωπον ή εις πρόσωπον εντός ή επί ετέρου οχήματος ή επί της οδού.» Στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Κ.3, προκύπτει ότι το όχημα του Κατηγορουμένου παρουσίαζε διάφορα μηχανικά προβλήματα. Μεταξύ άλλων το επίδικο όχημα είχε σπασμένη τη δεξιά κόντρα σούστα, η βάση της μηχανής πίσω δεξιά ήταν σπασμένη. Επιπλέον η βαλβίδα ρύθμισης της πίεσης του λαδιού στα πισινά φρένα δεν λειτουργούσαν. Περαιτέρω, το όχημα έφερε ανομοιογενή ελαστικά. Επιπλέον, σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.3 η κατάσταση των ελαστικών σε συνδυασμό με την βλάβη στην βαλβίδα της ρύθμισης της πίεσης του λαδιού στα πισινά φρένα επηρέασαν, τον χρόνο ακινητοποίησης του οχήματος του κατηγορουμένου. Είναι δε προφανές πως όταν η μηχανική κατάσταση κάποιου οχήματος είναι τέτοια, που επηρεάζεται η δυνατότητα έγκαιρης ακινητοποίησης του, προκαλεί κίνδυνο σε πρόσωπο που βρίσκεται είτε εντός του οχήματος είτε εκτός. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κ. Χειμώνα περί πολλαπλότητας υιοθετώ τα όσα ανέφερα ανωτέρω ως προς τον ισχυρισμό περί πολλαπλότητάς της πρώτης κατηγορίας, αφού από το λεκτικό της επίδικης διάταξης προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται σε διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος. Περαιτέρω δεν διαπιστώνω ότι το επίδικο αδίκημα απαιτεί την ύπαρξη γνώσης για το επικίνδυνο των εξαρτημάτων. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξή μου μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που προέβη στην αλλαγή ελαστικών. Επομένως γνώριζε για τα ανομοιογενή ελαστικά στο όχημα του. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην δεύτερη κατηγορία. Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας. Το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας θεσπίζεται στο άρθρο 15
(1)του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου του 1986, ως έχει τροποποιηθεί. Η εν λόγω διάταξη επιβάλλει σε έκαστο οδηγό να χρησιμοποιεί τα συστήματα ασφάλειας που βρίσκονται στο όχημά του. Στην υπό κρίση υπόθεση το όχημα του Κατηγορουμένου είχε ζώνες ασφαλείας. Μέσα από τα μαρτυρία του Μ.Κ.3 προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν προσηκόντως προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Το ίδιο προκύπτει μέσα από τη δήλωση του Κατηγορουμένου στο Τεκμήριο 12. Επομένως, κρίνεται ένοχος στην τρίτη κατηγορία. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στο σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. [Υπ.] .................................. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.